Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδεαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδεαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαρτίου 2019

Αιώνια η πάλη ανάμεσα στην ύλη και την ιδέα

Από το blog Η ΑΘΕΪΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΕΤΗ


Στην προηγούμενη ανάρτηση δώσαμε έμφαση στην ελλιπή γνώση των πιστών σε θέματα φυσικής και φιλοσοφίας και αντιμετωπίσαμε τον ενεργητισμό των ιδεαλιστών που έχοντας μια σχετική μόρφωση προσπαθούν να θεμελιώσουν τα δόγματα της πίστης τους οικειοποιώντας την επιστήμη φυσικά διαστρεβλώνοντάς την. Οι πρώτοι, οι αγράμματοι πιστοί, είναι φιντεϊστές, που διατείνονται ότι η πίστη τους είναι ανώτερη της λογικής ακόμα και αν συγκρούεται με τον ορθολογισμό, όπως καυχιόταν ο Τερτυλλιανός για την σοφή παραλογία του. Οι δεύτεροι είναι ενεργητιστές που οικειοποιώντας την επιστήμη προσπαθούν να στηρίξουν την πίστη τους διαστρεβλώνοντας φυσική και φιλοσοφία με ιδεαλισμούς. Θεωρώντας ότι είναι αδύνατον να πείσουμε τους πρώτους, σύμφωνα με την αρχή ότι κατεβαίνοντας στο επίπεδό τους είναι βέβαιο ότι θα ηττηθούμε από την ανοησία, στρέφουμε τα βέλη μας στους δεύτερους αφού με όρους φυσικής και λίγης φιλοσοφίας ελπίζουμε ότι μπορούμε να διατηρήσουμε ένα σχετικό επίπεδο λογικής. Έτσι στην προηγούμενη ανάρτηση δώσαμε έμφαση στην υλικότητα της μάζας και της ενέργειας στηρίζοντας μια φιλοσοφία μονισμού. Αυτές τις δυο μορφές ύπαρξης της ύλης οι ενεργητιστές, όπως παλιά οι πνευματοκρατιστές, τις ξεχωρίζουν σαν δυο διαφορετικές ουσίες ύπαρξης, προκειμένου να βγάλουν συμπεράσματα για να στηρίξουν τον ιδεαλισμό τους θέτοντας το πνεύμα σαν πρωταρχική ουσία και την ύλη σαν παράγωγο, όπως ο Πλάτων θεωρούσε τις ιδέες του αντικειμενικές, εξ ου και ο όρος «αντικειμενικός ιδεαλισμός»! Εδώ ας κάνουμε μια σύντομη χρονική αναδρομή για να δούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, παρακάμπτοντας σχεδόν για δυο χιλιάδες χρόνια τις υλιστικές απόψεις των φυσικών φιλοσόφων, του Θαλή και του Δημόκριτου που κατάφεραν να βρουν απαντήσεις, όχι στις ευφάνταστες εικασίες ιδεαλιστών φιλοσόφων, αλλά αναζητώντας απαντήσεις παρατηρώντας τη φύση και υπολογίζοντας με τη λογική.

                           Πλάτων, Αυγουστίνος, Θωμάς Ακινάτης, Τζώρτζ Μπέρκλευ

Ο αριστοκρατικός φιλόσοφος, Πλάτων, θεμελιωτής του αντικειμενικού ιδεαλισμού και θιασώτης του δουλοκτητικού συστήματος της εποχής του, θεωρούσε ότι η υλιστική φιλοσοφία οδηγούσε κατευθείαν στον αθεϊσμό, και σε αυτό δεν είχε άδικο. Ίσως ήταν από τις πιο τρανές και αληθινές διαπιστώσεις του, όμως αυτό δεν το επαινεί αφού στους «Νόμους» του υποστήριζε ότι οι άθεοι πρέπει να θανατώνονται σαν εγκληματίες! Στην φιλοσοφία του διακήρυττε ότι ο κόσμος των αισθητών πραγμάτων, αυτά που βλέπουμε δηλαδή, ήταν τα ωχρά αντίγραφα και οι σκιές των ιδεών. Η ύλη, έλεγε, δεν υφίσταται αυτοτελώς αλλά γίνεται πραγματική μόνο χάριν στην δύναμη της ιδέας και του πνεύματος! Μέσω του Αυγουστίνου η πνευματοκρατία του Πλατωνισμού πέρασε στον χριστιανισμό και στη Δύση μέσα από τις ιδέες του Θωμά του Ακινάτη και τις διαστρεβλώσεις του Αριστοτέλη επηρέασε την Μεσαιωνική σχολαστική φιλοσοφία. Όλα αυτά μέχρι να εμφανιστεί ο Φράνσις Μπέϊκον στα τέλη του 16ου αιώνα, που απέδιδε το αληθινό νόημα της φιλοσοφίας, όχι στο πνεύμα και τα δόγματα της θρησκείας αλλά στην μεθοδολογία της γνώσης της φύσης, στο πείραμα και την απόδειξη. Όμως οι ιδεαλιστές δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Μπροστά στην αναβίωση των υλιστικών ιδεών αντίπαλο δέος στάθηκε ο «υποκειμενικός ιδεαλισμός» του ιρλανδού επίσκοπου Τζωρτζ Μπέρκλεϋ που διακήρυττε τον 18ο αιώνα ότι οι ιδέες που βρίσκονται στο νου του θεού, μας τις τροφοδοτεί στον δικό μας σαν εντυπώσεις. Αυτά, έλεγε, είναι τα αισθητηριακά δεδομένα! Έτσι, οι ιδέες έγιναν υποκειμενικές ποιότητες. Μεταξύ άλλων και αυτός υποστήριξε ότι τα εξωτερικά αντικείμενα, τα πράγματα δηλαδή, δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας. Εκείνο που υπάρχει είναι το πνεύμα που νοεί, ενώ τις παραστάσεις τις προκαλεί ο φορέας τους, ο θεός! Απορρίπτοντας το φυσικό κόσμο και την ύλη αρνείται κάθε φυσική επιστήμη. Πολέμησε και αυτός με δριμύτητα τους υλιστές και τις πρωτοπόρες επιστημονικές απόψεις της εποχής του, όπως για παράδειγμα τη φυσική του Νεύτωνα που τότε θεμελίωνε επιστημονικά τον τρόπο που εκδηλώνονται τα φυσικά φαινόμενα. Από τότε, πότε έτσι και πότε αλλιώς οι ιδεαλιστές, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο προσπαθούσαν να αντισταθούν στην άνοδο του υλισμού που με επιστημονικό τρόπο ανακάλυπταν νόμους και θεμελίωναν επιστημονικά την νομοτέλεια της φύσης. Βλέποντας όμως, όσο καλύτερα ερμήνευαν οι επιστήμονες τον κόσμο, τόσο περισσότερους θεούς απέβαλλαν από το κεφάλι τους, οι ιδεαλιστές με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συνέχιζαν να αντιστέκονται διαστρεβλώνοντας φυσικές έννοιες και φιλοσοφία. Εδώ ακριβώς βρισκόμαστε.


Με τις νέες επιστημονικές ιδέες και ο χριστιανισμός αναγκάστηκε να βάλει αρκετό νερό στο κρασί του, άσχετα αν δεν το παραδέχεται. Ο χριστιανισμός σήμερα δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την αντικειμενικότητα της φύσης, όμως επιμένει να μην αναγνωρίζει και την οντολογική του αυτάρκεια. Αυτήν την αποδίδει στο θεό, ταυτίζοντας την ύλη με το πνεύμα. Έτσι η ψυχή γίνεται ενέργεια που σαν τις ιδέες του Πλάτωνα εκπορεύεται από το θεό. Η δημιουργία του κόσμου από το θεό, στις μέρες μας, αρκετά έχει τροποποιηθεί από τότε που οι βεδουίνοι «φιλόσοφοι της ερήμου» επινόησαν. Ο κόσμος μας δεν είναι στατικός. Ο θεός δεν φαίνεται να δημιούργησε τον κόσμο σε κείνες τις εφτά μέρες, αφού όλα τα επιστημονικά δεδομένα μας αναγκάζουν να δεχτούμε την συνεχιζόμενη δημιουργία, όπου ο θεός είναι πανταχού απών! Σήμερα με διάφορες διαστρεβλώσεις δικαιολογούν την γέννηση και την καταστροφή σε αυτό το αέναο γίγνεσθαι, είτε ο θεός επεμβαίνοντας, είτε το κοσμικό ρολόϊ με θεϊκή βούληση κουρδίζεται και ξεκουρδίζεται όπως εξ΄ αρχής το όρισε να γίνεται. Όμως, από την άλλη, οι φυσικοί νόμοι αφαιρούν όλο και περισσότερες αρμοδιότητες μιας τέτοιας θεϊκής επέμβασης. Οι νόμοι της παγκόσμιας έλξης του Νεύτωνα, άθελά του, το έκανε και αυτό στη φυσική, όπως και οι νόμοι του Λαβουαζιέ στη χημεία, του Δαρβίνου στην βιολογία και κάθε καινοτομίας στο χώρο επιρροής του κάθε επιστήμονα. Ο κόσμος μας τελικά δεν δημιουργήθηκε προ έξι χιλιάδων ετών, αλλά πριν δισεκατομμύρια χρόνια, ενώ η εμφάνιση του ανθρώπου έγινε μόλις πριν από λίγες χιλιάδες χρόνια, τα πνεύματα και οι θεοί επινοήθηκαν πολύ αργότερα και οι θρησκείες θεμελιώθηκαν μόλις πρόσφατα.


Πώς θα δικαιολογήσουν τώρα οι ιδεαλιστές στους σκαπανείς των φυσικών επιστημών που αποδεικνύουν να υφίσταται το συμπαντικό γίγνεσθαι ακόμα και όταν δεν υπήρχαν άνθρωποι ώστε ο θεός να μεταδίδει στους νόες τους τα αισθητηριακά δεδομένα; Κι όμως, οι διαστρεβλωτές του κόσμου επιμένουν ακόμα στις απόψεις του ιρλανδού επισκόπου ότι η ύλη, δεν υπάρχει ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας και κάθε τι που γίνεται δεν καθορίζεται από προηγηθέντα φυσικά αίτια, όταν η πραγματικότητα είναι διαφορετική! Η επιστήμη απέδειξε με τον καλύτερο τρόπο τις θέσεις του επιστημονικού υλισμού για την υλικότητα του κόσμου, όπου η ύλη, σαν ουσία, είναι αυτή που δημιουργεί την αισθητηριακή αντίληψη, αν και αυτό ήταν γνωστό ακόμα από την αρχαιότητα. Αυτή είναι η αντικειμενική πραγματικότητα του κόσμου που υπάρχει ανεξάρτητα από το ανθρώπινο πνεύμα. Το ότι είναι αιώνια και αδημιούργητη, άπειρη στο χώρο και τον χρόνο και εντός της περιέχει και την αιτία της ύπαρξής της, όπως επίσης ότι αναπτύσσεται εξελικτικά, φυσικά και δεν μπορεί να το αποδείξει, αφού το πρόβλημα της οντολογικής της αυτάρκειας δεν είναι ζήτημα επιστημονικό, αλλά φιλοσοφικό. Η επιστήμη δεν μπορεί ούτε να το αποδείξει, ούτε να το αναιρέσει, όμως μπορεί μέσα από τους διάφορους κλάδους της επιστήμης να γενικεύσει μια κοσμοθεωρία που ο θεός φαίνεται να μην είναι αναγκαίος για την ύπαρξη και την διαιώνισή του κόσμου, όπως ακριβώς και η δημιουργία του δεν είναι σύμφυτη με τη λογική, αφού ο κόσμος μας δεν είναι δημιούργημα και δεν εξαρτάται από το νου κανενός. Συνεπώς, ούτε ο κόσμος εξαρτάται από το νου μας αφού υπάρχει ανεξάρτητα από αυτόν. Η κίνηση της ύλης είναι ενδογενής που εκφράζει τον τρόπο της ύπαρξής της και την νομοτελειακή της ανάπτυξη στο χρόνο. Το πνεύμα, λόγω της πολύ μεταγενέστερης εμφάνισής του, είναι επιστημονικά εξακριβωμένο ότι αποτελεί μια νοητική δραστηριότητα του εγκεφάλου και συνεπώς ο θεός, σαν ιδέα, καταντά απλά ένα νοητικό επινόημα που πρέπει να συνέβη στα πρώτα στάδια ανάπτυξης του εγκεφάλου του, στην προσπάθειά του να εξηγήσει με τις δυνατότητες που είχε τότε, τη φύση και τον κόσμο του! Αναφέρομαι στην εποχή των Νεάντερταλ. Εκεί ανήκει η λογική των πνευμάτων.


Ο θεός λοιπόν, σαν ιδέα είναι παράγωγο όχι μόνο της ύλης, αλλά σαν ιδέα, σχετικά με την εμφάνιση του ανθρώπου, μόλις πρόσφατα επινοήθηκε. Οι δε θρησκείες ακόμα αργότερα. Συνεπώς ο άνθρωπος δεν πίστευε ανέκαθεν στο θεό. Οι θεοί και οι θρησκείες εμφανίστηκαν σε κάποιο στάδιο εξέλιξης του ανθρώπου και θα εξαφανιστούν σε κάποιο άλλο. Τουλάχιστον αυτό αποτελεί διαπίστωση της ανθρωπολογίας και η αποδοχή της, όπως φαίνεται είναι καθολική από την κοινωνιοβιολογία και ανθρωπολογία. Αν δεν πείθει τους ιδεαλιστές, αυτό δεν φαίνεται να μας ξενίζει αφού από την εποχή του Πλάτωνα ακόμα αντιδρούσαν! Για φέρτε την εικόνα μπροστά σας, τον Πλάτωνα να ετοιμάζεται να σχίσει τα συγγράμματα του Δημόκριτου και οι πιο νηφάλιοι μαθητές του να προσπαθούν να τον αποτρέψουν! Σήμερα όχι μόνο σαν Έλληνες, αλλά και σαν άνθρωποι καυχιόμαστε για τις ιδέες του Δημόκριτου. Δεν είναι λυπηρό που οι χριστιανοί ακολούθησαν την συμβουλή του Πλάτωνα να καταστρέφουν ό,τι αντιτίθεται στην ιδεολογία τους και να καίνε άθεους για να φοβίσουν τους πιστούς;
Πιο πάνω παρακάμψαμε τις άνω των δυο χιλιάδων χρόνων απόψεις των φυσικών φιλοσόφων, του Θαλή και του Δημόκριτου, μέσω των οποίων οδηγηθήκαμε στην επιστημονική και τεχνολογική επανάσταση. Αρχικά με τον μηχανιστικό υλισμό της εποχής του Διαφωτισμού και στη συνεχεία στον Διαλεκτικό και Επιστημονικό Υλισμό που ξεκαθάρισε το τοπίο από κάθε ιδεαλιστική παγίδα.
Πώς έγινε αυτό θα το δούμε στην επόμενη ανάρτηση «Αγώνας δρόμου για τον μονισμό της ύλης».



Πάρθηκε από http://epic-atheist.blogspot.com/2019/02/blog-post.html

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019

Η φύση...


Ποια είναι η προέλευση της φύσης ; Και η φύση ταυτίζεται με το Είναι ; Και ποια είναι η ουσία του Είναι ; Πρόκειται για ερωτήματα που βασανίζουν τον άνθρωπο από τότε που έφτασε σε κατάσταση να τα διατυπώνει.

Φύση που ταυτίζεται με το Είναι, φύση αδημιούργητη, φύση αυθύπαρκτη, ή φύση δημιουργημένη από το θεό ; Ο Αριστοτέλης διερωτάται ήδη στα Μετά τα φυσικά : ''Το βασικό ερώτημα που πρέπει να συζητήσουμε και να βαθύνουμε, είναι να μάθουμε αν υπάρχει μια αιτία ανεξάρτητη από τη φύση, αν είναι ή αν δεν είναι χωριστή απ' αυτήν, αν αριθμητικά είναι μοναδική ή πολλαπλή, αν βρίσκεται έξω από καθετί το υλικό''. Ο Αριστοτέλης δεχόταν όντα που βρίσκονται έξω από το χρόνο και ο δάσκαλός του μπορούσε να διερωτάται για την απειρότητα του κόσμου χωρίς να αμφιβάλλει για την ύπαρξη του θεού.

Αλλά ο θεός βρίσκεται έξω από τον κόσμο, βρίσκεται μέσα στον κόσμο και την ίδια στιγμή έξω απ' αυτόν, πανταχού παρών, είναι κάποιο πνεύμα διάχυτο μέσα στο σύμπαν ; Ο θεός είναι η ιδέα που αλλοτριώνεται σε φύση, ή μήπως ο θεός είναι η Ενέργεια, το νέο τούτο πνεύμα, και μήπως το σύμπαν δεν συντίθεται παρά από ψυχές που ανέρχονται προς το σημείο Ωμέγα ; Και αν υπάρχει θεός κι αν αυτός μας έδωσε ψυχή, τότε ποιο είναι το νόημα της γνωστικής διαδικασίας ; Η γνώση είναι έμφυτη, άρα ανάμνηση, ή μήπως δεν υπάρχει τίποτα στο πνεύμα μας που να μην προέρχεται άμεσα ή έμμεσα από την εμπειρία των αισθήσεων ; Ιδού μερικά ερωτήματα που η θεολογική σκέψη δεν μπόρεσε να επιλύσει [και πώς να τα επιλύσει;]. Άρα, έσχατο επιχείρημα και καταφύγιο : το μυστήριο.

Αποδοχή της δημιουργίας με οποιαδήποτε μορφή, σημαίνει να μεταθέσουμε το ερώτημα για την προέλευση της φύσης, στο ερώτημα για την προέλευση του θεού.

Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Ο θεός δημιούργησε τη φύση και επεμβαίνει την κάθε στιγμή για να αλλάξει την πορεία των γεγονότων σύμφωνα με τη θέλησή του, όντας πανταχού παρών και παντοδύναμος ; Αλλά η επιστήμη εκτοπίζει καθημερινά το θεό από το σύμπαν, το οποίο παρουσιάζεται όλο και πιο πολύ σαν ένα ατέρμονο και αυτορυθμιζόμενο σύνολο χάρη στον αυτοδυναμισμό της ύλης. Δεν του μένει πια λοιπόν παρά η αρχική πράξη της δημιουργίας, μυστική και ακατανόητη στην οντολογική ουσία της.

Κι ακόμα : Αν δεχτούμε μια σκοπιμότητα στην πράξη της δημιουργίας, τότε, ποια είναι αυτή η σκοπιμότητα ; Τα φυτά δημιουργήθηκαν για να τρώγονται από τα φυτοφάγα και τα φυτοφάγα για να καταβροχθίζονται από τα σαρκοφάγα ; Τα ποντίκια δημιουργήθηκαν για νάναι λεία για τις γάτες και να ροκανίζουν με τη σειρά τους το τυρί των ανάξιων νοικοκυράδων ; Και ο κόσμος δημιουργήθηκε για να μπορέσει να υπάρξει ο άνθρωπος ; Μετά τον Κοπέρνικο και τη σύγχρονη κοσμολογία, μπορεί να υποστηριχτεί ένα τέτοιο επιχείρημα ; Και ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για ποιο λόγο ; Για να αινεί το δημιουργό του ; Κι αν ο θεός δημιούργησε τον κόσμο χάρη στην άπειρη καλοσύνη του, τότε γιατί τον έκανε τέτοιον, που είναι, γεμάτο βαρβαρότητα, αθλιότητα και οδύνες ; Κι αν υπάρχει θεός, κι αν υπάρχει παράδεισος και κόλαση, τότε ποια είναι η ηθική βάση της τιμωρίας [μέχρι της συντέλειας του κόσμου] για τα φτωχά ανθρώπινα που βρίσκονται την κάθε στιγμή στο έλεος δυνάμεων που δεν μπορούν να εξουσιάσουν ; Ο θεός είναι τελικά άδικος και ανήθικος, ή βαθιά αδύνατος ;

Ιδού μερικά ''αφελή'' ερωτήματα, που απορρέουν από την αποδοχή ενός όντος έξω από τη φύση, και δημιουργού της φύσης. Τα ερωτήματα αυτά επικαλύπτονται συχνά από τη θεολογική ή την πνευματοκρατική σοφιστική. Κι ωστόσο είναι μερικά από τα ερωτήματα που κανείς πιστός δεν θα μπορέσει να αποφύγει να θέσει στον εαυτό του. Και αν τα θέσει, δε θα βρει άλλη απάντηση από το μυστήριο και το ανέκφραστο.

Τα παραπάνω δεν έχουν βέβαια την απλοϊκή αξίωση να ανασκευάσουν το πνευματοκρατικό αξίωμα. Θέλουνε μόνο να επισημάνουν μερικές εσωτερικές αντιθέσεις του δόγματος της δημιουργίας, το οποίο δε μπορεί να οικοδομήσει μια θεωρία του Είναι και μια ηθική, με εσωτερική συνοχή. Το μυστήριο είναι η αφετηρία και η κατάληξη κάθε πνευματοκρατικής συλλογιστικής, κάθε ιδεαλιστικού συστήματος, όσο περίτεχνο και να είναι.

Αλλά καθώς είναι γνωστό, το μεγάλο ερώτημα βρήκε από την αρχή και μια άλλη απάντηση, διαμετρικά αντίθετη : την υλιστική.

Για κάθε υλιστή, η φύση είναι αυθύπαρκτη, αδημιούργητη, άπειρη μέσα στο χώρο και το χρόνο -χωρίς αρχή και χωρίς τέλος- σε αιώνια κίνηση και αλλαγή. Πρόκειται από μια άποψη, για την αντίληψη του πρωτόγονου ανθρώπου που νιώθει τον εαυτό του οργανικό τμήμα της φύσης και για τον οποίον ακόμα και οι θεοί ανήκουν σ' αυτή την ολότητα. Πρόκειται για την αντίληψη των αρχαίων υλιστών, και ολόκληρου του υλιστικού ρεύματος που αναπτύσσεται επί 2.500 χρόνια. Ο άνθρωπος είναι για κάθε υλιστή φυσικό ον, ακραίο σημείο στην εξέλιξη της γης, και οι θεοί είναι προϊόντα της φαντασίας του που αντανακλούν συγκεκριμένες κοινωνικές καταστάσεις. Φυσικά ούτε η υλιστική αρχή μπορεί να αποδειχτεί. Τίθεται. Αλλά τίθεται σαν συμπέρασμα της γνώσης μας για την πραγματικότητα, και τα συμπεράσματα που συνάγονται απ' αυτή την αρχή με μια αντίδρομη διαδικασία, συνθέτουν μια κοσμοαντίληψη με εσωτερική συνοχή, σύμφωνη με τις επιστήμες και με την ανθρώπινη πρακτική.

Ο θετικισμός θέλησε να απορρίψει το μεγάλο οντολογικό ερώτημα : να κρατηθεί πάνω από τη μάχη ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό. Ο σύγχρονος θετικισμός απορρίπτει το πρόβλημα σαν μεταφυσικό, σαν στερημένο από νόημα. Το πρόβλημα : υλισμός ή ιδεαλισμός, είναι γι' αυτόν ψευδοπρόβλημα.

Αλλά αν δεν είναι επιτρεπτό να βεβαιώσουμε την ύπαρξη οτιδήποτε έξω από τα δεδομένα [των αισθητηρίων ή των οργάνων της έρευνας], τότε το υποκείμενο γίνεται το κέντρο του κόσμου. Και συνακόλουθα, δε μπορώ να βεβαιώσω παρά την ύπαρξη των δικών ''μου'' δεδομένων : ο σολιψισμός είναι η αναπόφευκτη κατάληξη αυτής της θέσης...

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ευτύχη Μπιτσάκη ''Η φύση στη διαλεκτική φιλοσοφία'' 

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2018

Η υλική ενότητα του κόσμου

του Παναγιώτη Γαβάνα


Η επιστήμη απέδειξε βήμα-βήμα ότι υπάρχει ένας κόσμος, ο υλικός, ότι η αντίληψη περί ενός δεύτερου άυλου κόσμου είναι εσφαλμένη. Ποια είναι η θέση του διαλεκτικού υλισμού σ’ αυτό το ζήτημα;

Η αντίληψη του υλισμού και του ιδεαλισμού για την ενότητα του κόσμου 

Η ανθρώπινη συνείδηση δεν είναι αυτόνομη οντότητα, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη της ύλης. Είναι η ανώτατη μορφή της αντανάκλασης. «Είναι αλήθεια ότι σκέψη και ύπαρξη είναι ξέχωρα», γράφει ο Marx, «αλλά ταυτόχρονα βρίσκονται σε ενότητα μεταξύ τους» [1]. Γι’ αυτό και η αντίθεση ύλης και συνείδησης, με την οποία καταπιάνεται ο διαλεκτικός υλισμός για να ορίσει τη σχέση μεταξύ τους, είναι δικαιολογημένη μέσα σε όρια. «Βέβαια, και η αντίθεση ύλης και συνείδησης έχει απόλυτη σημασία μόνο μέσα στα όρια μιας πολύ περιορισμένης περιοχής: στην προκειμένη περίπτωση αποκλειστικά μέσα στα όρια του βασικού γνωσιολογικού προβλήματος: ποιο πρέπει να θεωρηθεί πρωτεύον και ποιο δευτερεύον. Έξω απ’ αυτά τα όρια η σχετικότητα της δοσμένης αντίθεσης είναι αναμφισβήτητη.» [2]. Ο Lenin εκφράζει έτσι ότι ο κόσμος δεν διασπάται σε δυό οντότητες, σε μια υλική και σε μια ιδεατή «ουσία».

Έναν τέτοιο χωρισμό είχε ισχυριστεί στην ιστορία της φιλοσοφίας ο δυϊσμός. Ένας από τους εκπροσώπους αυτής της κατεύθυνσης ήταν ο René Descartes, ο οποίος αντιπαρέθετε την res extensa (την εκτατή, υλική ουσία) και την res cogitans (την σκεπτόμενη ουσία). Δυό άλλοι σημαντικοί εκπρόσωποι του δυϊσμού στον 20ο αιώνα ήταν οι νευροφυσιολόγοι Chales Scott Sherrington και ο John Carew Eccles. Ο Sherrington ήταν της άποψης ότι το ψυχικό, το πνευματικό, δεν προκύπτει από το υλικό, αλλά ότι «ξυπνά» μόνο τον εγκέφαλο. Ο Eccles, ένας από τους μαθητές του, οδηγεί ακόμη πιο πέρα αυτό τον δυϊκό παραλληλισμό, υποστηρίζοντας ότι η θέση αυτή για τη νευροφυσιολογία είναι μέχρι σήμερα η μοναδικά αποδεκτή. Ταυτόχρονα όμως προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα, πως μπορεί να ερμηνευτεί η συμφωνία μεταξύ σωματικού και πνευματικού και, τελικά, με την απαίτησή του για μια «θρησκευτική αντίληψη περί ψυχής» καταλήγει σε θέσεις του αντικειμενικού ιδεαλισμού. Η εξέλιξη αυτή, όπως δείχνει όλη η ιστορία της φιλοσοφίας, είναι ασφαλώς λογική. Ο δυϊσμός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με συνέπεια επειδή, σε τελική ανάλυση, δεν μπορεί να παρακαμφθεί το ερώτημα, ποιο είναι το βασικό, το πρωτεύον, η ύλη ή η συνείδηση. Μέχρι αυτού του σημείου ο δυϊσμός οδηγεί ξανά στον ιδεαλισμό.

Μονισμός, γενικά, είναι η ονομασία για μια κατηγορία κοσμοαντιλήψεων οι οποίες αναγνωρίζουν την ενότητα του κόσμου ως βασικό προσδιορισμό της πραγματικότητας. Η ονομασία «μονισμός» όπως και «δυϊσμός», δεν χαρακτηρίζει μια φιλοσοφική κατεύθυνση, αλλά μόνο την τοποθέτηση μιας φιλοσοφίας απέναντι στο πρόβλημα της ενότητας του κόσμου. Μέχρι αυτού του σημείου ο χαρακτηρισμός μιας φιλοσοφίας ως «μονισμός» δεν σημαίνει τίποτα για το αν αυτή απαντά υλιστικά ή ιδεαλιστικά στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, σε ποιες από τις δυό φιλοσοφικές κατευθύνσεις ανήκει.

Παραπέρα. Πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ υλιστικού και ιδεαλιστικού μονισμού. Αν ξεκινά κάποιος από τη θέση ότι η ενότητα του κόσμου βρίσκεται στην υλικότητά του, τότε πρόκειται για υλιστικό μονισμό. Αν, αντίθετα, η ενότητα του κόσμου αναζητείται στην ιδεαλιστικότητα (Θεός, παγκόσμιο πνεύμα, μια πνευματική αρχή γενικά) , τότε κάνουμε λόγο για ιδεαλιστικό μονισμό.

Σύμφωνα με τον Lenin: «Η υλιστική άρση “του δυϊσμού πνεύματος και σώματος” (δηλ. ο υλιστικός μονισμός) συνίσταται στη θέση ότι το πνεύμα δεν υπάρχει ανεξάρτητα από το σώμα, ότι το πνεύμα είναι το δευτερεύον, ότι είναι λειτουργία του εγκεφάλου, αντανάκλαση του εξωτερικού κόσμου» [3].

Αντίθετα, οι εκπρόσωποι του αντικειμενικού ιδεαλισμού δίδασκαν ότι η ενότητα του κόσμου θεμελιώνεται στον Θεό (θωμισμός) ή ότι βρίσκει την έκφρασή του στο ίδιο το παγκόσμιο πνεύμα. (Hegel). Οι υποκειμενικοί ιδεαλιστές, οι οποίοι αρνούνται γενικά την αντικειμενική ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου, είναι της άποψης ότι η ενότητα του κόσμου υπάρχει μόνο στην ανθρώπινη συνείδηση (Fichte) ή ότι είναι δοσμένη μόνο στις αισθήσεις (Barkeley, Mach) [4]. Μια ειδική μορφή του ιδεαλιστικού μονισμού εκπροσωπούσε ο Karl Eugen Dühring ο οποίος επιχειρηματολογούσε ως εξής: Επειδή το σκεπτόμενο Είναι, ως η έννοια του κόσμου, είναι ενιαίο, πρέπει και το πραγματικό Είναι (ο πραγματικός κόσμος) να υπάρχει ως ενότητα. Η ουσία όλης της σκέψης κατά τον Dühring υπάρχει ακριβώς στην ενοποίηση των στοιχείων της συνείδησης σε μια ενότητα, και η ενότητα του κόσμου υπάρχει στο Είναι του. Η επιχειρηματολογία αυτή αντικρούστηκε από τον Engels. Πρώτο, είναι εσφαλμένο, διαπιστώνει ο Engels, να αποδίδεται στη σκέψη μόνο μια συνοπτική λειτουργία. Η νοητική σύνοψη, η σύνθεση, βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με το νοητικό τεμαχισμό, την ανάλυση. Δεύτερο, η σκέψη, αν θέλει να φτάσει σε αληθείς γνώσεις, πρέπει να συνοψίσει ό,τι υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από αυτή την ίδια ως ενότητα. «Αν περιλάβω μια βούρτσα παπουτσιών στην ενότητα των θηλαστικών, δεν αποκτάει μ’ αυτό γαλακτικούς αδένες» [5]. Ο υλικός κόσμος δεν προσανατολίζεται σύμφωνα με τη συνείδηση, αλλά αντίστροφα, η συνείδηση πρέπει να αντιστοιχεί στον υλικό κόσμο, να συμφωνεί μ’ αυτόν. Σ’ αυτό το πλαίσιο ο Engels τονίζει ταυτόχρονα ότι ο όρος «Είναι» είναι ακαθόριστος επειδή δεν εκφράζει βασικά τίποτα άλλο παρά την απλή ύπαρξη. Υπάρχουν επίσης οι ιδέες, η συνείδηση. Το Είναι μπορεί να ερμηνευτεί τόσο υλικά όσο και ιδεατά. Για αυτό το λόγο ο Engels τονίζει: «Η ενότητα του κόσμου δε συνίσταται στο Είναι του, παρ’ όλο που το Είναι του αποτελεί προϋπόθεση της ενότητάς του, αφού πρώτα πρέπει να είναι, πριν μπορέσει να είναι ενιαίο […] Η πραγματική ενότητα του κόσμου συνίσταται στην υλικότητά του και αυτή δεν αποδείχτηκε με μερικές ταχυδακτυλουργικές φράσεις, αλλά μετά από μια μακρόχρονη και επίμονη εξέλιξη της φιλοσοφίας και των φυσικών επιστημών» [6].

Ήδη οι προμαρξιστικοί υλιστές εκπροσωπούσαν έναν υλιστικό μονισμό. Είχαν την αντίληψη ότι ο κόσμος είναι ενιαίος και ότι ο άνθρωπος με τη συνείδησή του αποτελεί μέρος του κόσμου. Μολαταύτα δεν μπορούσαν ακόμη να τεκμηριώσουν τη θέση τους. Είτε συνήγαγαν την ενότητα του κόσμου από μια ενιαία «αρχική ουσία», όπως οι φυσικοί φιλόσοφοι της αρχαίας Ελλάδας, είτε αποδέχονταν μια ενιαία «ουσία», η οποία έχει επίσης την ιδιότητα να σκέφτεται. «Ακόμη κι ο σχολαστικός του, ο Νταν Σκωτ [Duns Scotus] αναρωτήθηκε “μήπως μπορούσε να σκέφτεται η ύλη”;» [7]. Εδώ πρέπει να αναφερθεί κυρίως ο σημαντικός υλιστής Spinoza ο οποίος προσπάθησε να τεκμηριώσει την αδιάσπαστη ενότητα φύσης και πνεύματος, Είναι και σκέψης, σώματος και ψυχής με την αποδοχή μιας ουσίας στην οποία θα πρέπει να προσιδιάζουν δυό ιδιότητες: η εκτατότητα και η σκέψη. Έτσι αφαιρέθηκε το έδαφος από τις βάσεις της χριστιανικής θρησκείας, ο ισχυρισμός ενός αξιωματικού δυϊσμού σώματος και πνεύματος: «Κι είναι μεγάλη η τιμή της φιλοσοφίας εκείνου του καιρού», γράφει ο Engels, «πως δεν αφέθηκε να παρασυρθεί από τις περιορισμένες γνώσεις που είχαν τότε για τη φύση και επέμενε –από τον Σπινόζα ως τους μεγάλους υλιστές της Γαλλίας- να εξηγήσει τον κόσμο με τον ίδιο τον κόσμο, αφήνοντας στις φυσικές επιστήμες του μέλλοντος τη φροντίδα να επαληθεύσουν τις λεπτομέρειες.» [8]


Ο μονισμός του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού 

Η μαρξιστική φιλοσοφία ήταν εκείνη που μπόρεσε να δώσει μια επιστημονική απάντηση στο παλιό πρόβλημα της φιλοσοφίας για την ενότητα του κόσμου, στηριζόμενη σ’ ένα πλήθος υλικού που πρόσφεραν τόσο οι φυσικές όσο και οι κοινωνικές επιστήμες.

Για την τεκμηρίωση του διαλεκτικού-υλιστικού μονισμού μεγάλη σημασία είχαν πολλές ανακαλύψεις των φυσικών επιστημών. Έτσι, ο Nikolaus Kopernikus με την ηλιοκεντρική αντίληψή του για τον κόσμο συνεισέφερε στην υλική ενότητα του κόσμου κλονίζοντας ισχυρά την κυρίαρχη θρησκευτική αντίληψη. Οι θεολόγοι και σχολαστικιστές της τότε εποχής, ισχυρίζονταν ότι η Γη είναι το κέντρο του κόσμου, γύρω απ’ την οποία περιστρέφονται «ιδεατά ουράνια σώματα» συμπεριλαμβανομένου της «ουράνιας σφαίρας». Ενόσω η ουράνια σφαίρα, σύμφωνα με την αντίληψή τους, αποτελεί έκφραση του αιώνιου και αμετάβλητου, η Γη, αντίθετα, εμφανίζει αλλαγές και παροδικότητα. Σε αντίθεση μ’ αυτό, ο Nikolaus Kopernikus απέδειξε ότι η Γη είναι μόνο ένας από τους πλανήτες οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τον ήλιο. Έτσι, η αντιπαραβολή του «γήινου» και του «ουράνιου» κόσμου αποδείχτηκε ατεκμηρίωτη. Αυτό που είχε αρχίσει ο Kopernikus το συνέχισαν ο Galileo Galilei με τις μελέτες του για τα ουράνια σώματα και ο Giordano Bruno, αναπτύσσοντας την αντίληψή του περί ύπαρξης πολλαπλών υλικών κόσμων στον άπειρο χώρο του σύμπαντος.

Με τα έργα του Isaac Newton αποδείχτηκε ότι οι νόμοι της μηχανικής των γήινων και των ουράνιων σωμάτων είναι οι ίδιοι. Ο διαχωρισμός σ’ έναν γήινο και σ’ έναν ουράνιο κόσμο που έκανε η θρησκεία, κλονίστηκε ξανά. Η εφαρμογή της φασματοσκοπικής ανάλυσης είχε επίσης μεγάλη σημασία για την αντίκρουση της αντίληψης περί δυό διαφορετικών κόσμων. Η εξέταση της χημικής σύνθεσης των σωμάτων με βάση τον χαρακτήρα του φωτός που εκπέμπουν όταν βρίσκονται σε πυρακτωμένη αέρια κατάσταση, έδειξε ότι: Τα ουράνια σώματα αποτελούνται από τα ίδια στοιχεία όπως και η Γη. Βασικές φυσικο-επιστημονικές ανακαλύψεις, όπως η αρχή διατήρησης της ενέργειας, της μάζας, της ορμής κτλ, η αμοιβαία μετάβαση από την ουσία στην ακτινοβολία και αντίστροφα, η αμοιβαία μετατρεψιμότητα των στοιχειωδών σωματίων κτλ, προσκόμισαν τεκμήρια για την διαλεκτική-υλιστική αντίληψη περί ενότητας του κόσμου στην ανόργανη σφαίρα της ύλης. Το ότι υπάρχει υλική ενότητα μεταξύ ανόργανων και οργανικών ενώσεων, αυτό το απέδειξε η σύνθεση της ουρίας του Friedrich Wöhler. Μεγάλη σημασία απ’ αυτή την άποψη είχε επίσης η ανακάλυψη της δομής του κυττάρου στα φυτά και στα ζώα, μέσω της οποίας αποδείχτηκε η ενότητα της δομικής οργάνωσης στην έμβια φύση. Σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις οι πρωτεΐνες και τα νουκλεϊκά οξέα είναι οι φορείς της ζωής. Τέλος, η δαρβινική θεωρία της εξέλιξης απέδειξε τη συνάφεια και τη διαδοχική σειρά των ειδών. Ο Charles Robert Darwin προσκόμισε την φυσικο-επιστημονική απόδειξη ότι όλοι οι οργανισμοί (συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου) είναι το αποτέλεσμα ενός μακρού εξελικτικού προτσές.

Ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός δεν τεκμηριώνει τη μονιστική του αντίληψη με το ότι συναγάγει την ποικιλία των αντικειμένων και των προτσές από ένα ενιαίο αρχικό υλικό ή από μια νοητική ουσία ως φορέα ιδιοτήτων. Πολύ περισσότερο, δείχνει τη συμφωνία με τα αποτελέσματα των επιμέρους επιστημών, ότι τα αντικείμενα και τα προτσές βρίσκονται μεταξύ τους σε μια αμοιβαία και νομοτελειακή αλληλοσύνδεση, ότι προκύπτουν το ένα από το άλλο και ότι μεταβαίνουν το ένα στο άλλο. Η ενότητα του κόσμου φαίνεται στις διάφορες μορφές κίνησης, στον τρόπο επίδρασης των γενικών νόμων (των βασικών νόμων της διαλεκτικής) σ’ όλες τις σφαίρες της αντικειμενικής πραγματικότητας, καθώς και στην ύπαρξη γενικών σχέσεων, όπως για παράδειγμα, μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος (αιτιότητα) και στην ύπαρξη γενικών δομών. Σ’ αυτή τη διαλεκτική καθολική αλληλοσύνδεση περιλαμβάνεται η ανθρώπινη κοινωνία συμπεριλαμβανομένου και της συνείδησης. «Μια ακριβής παράσταση του συνόλου του κόσμου, της εξέλιξής του και της ανθρωπότητας, καθώς και η αντανάκλαση αυτής της εξέλιξης στο κεφάλι των ανθρώπων, μπορούν, επομένως, να επιτευχθούν μόνο με διαλεκτικό τρόπο, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τη γενική αλληλεπίδραση του γίγνεσθαι και της φθοράς, των αλλαγών προς τα μπρος και προς τα πίσω.» [9].

Η νέα ποιότητα του διαλεκτικού-υλιστικού μονισμού αποδεικνύεται κυρίως στην επιστημονική ερμηνεία της σχέσης φύσης και κοινωνίας. Και ο προμαρξιστικός υλισμός είχε κατανοήσει τον άνθρωπο ως μέρος του ενιαίου κόσμου. Επειδή όμως τον όρισε ως φυσική ή αφηρημένη ανθρώπινη ουσία (Feuerbach), δεν μπόρεσε να συλλάβει σωστά τη θέση του στον κόσμο. Ο Marx, αναφερόμενος άμεσα σ’ αυτή την αντίληψη, την υπέβαλε σε κριτική: «Ο άνθρωπος όμως δεν είναι μια αφηρημένη ουσία κουρνιασμένη κάπου έξω από τον κόσμο. Ο άνθρωπος είναι ο κόσμος του ανθρώπου, το Κράτος, η κοινωνία» [10]. Η ουσία του ανθρώπου δεν είναι επομένως κάτι το αφηρημένο που ενυπάρχει στο άτομο. Φέρει κοινωνικό χαρακτήρα και καθορίζεται απ’ το ότι ο άνθρωπος πραγματοποιεί αυτή την αλληλοσύνδεσή του με τη φύση στο προτσές της εργασίας μέσω της δικής του πράξης. Ως αποτέλεσμα αυτής της ανάλυσης, οι Marx και Engels έδειξαν ότι η κοινωνία εξελίχτηκε από τη φύση και ότι βρίσκεται μ’ αυτήν σε μια διαρκή αλληλεπίδραση.

Όπως διαπίστωσαν ήδη στη «Γερμανική Ιδεολογία», την Ιστορία «μπορεί να την κοιτάξει κανείς από δυό πλευρές και να τη διαιρέσει στην ιστορία της φύσης και την ιστορία των ανθρώπων. Οι δυό πλευρές είναι ωστόσο αξεχώριστες. Η ιστορία της φύσης και η ιστορία των ανθρώπων εξαρτιέται η μια από την άλλη, όσο υπάρχουν άνθρωποι.» [11]. Με την απόδειξη της ενότητας φύσης και κοινωνίας προσκομίστηκε ταυτόχρονα η βεβαίωση ότι και η ανθρώπινη συνείδηση ως αρχικό κοινωνικό φαινόμενο δεν έχει απόλυτη αυτονομία ύπαρξης. Η συνείδηση είναι μεν διαφορετική από την ύλη εξαιτίας του ιδεατού χαρακτήρα της, έχει όμως αυτήν ως προϋπόθεση.

Συνοπτικά, μπορούμε να διαπιστώσουμε: Η ενότητα του κόσμου βρίσκεται στην υλικότητά του. Η συμφωνία μ’ αυτή τη θέση περιλαμβάνει την αποδοχή ότι η ύλη δεν μπορεί να δημιουργηθεί εκ του μηδενός και ότι είναι άφθαρτη, τη συνάφεια και τον αμοιβαίο αλληλοκαθορισμό των μορφών κίνησης της ύλης, την άπειρη ποικιλία των αμοιβαίων μετατροπών των υλικών αντικειμένων, τη γένεση και την εξέλιξη της έμβιας ύλης από την άβια και, όχι τελευταία, το σχηματισμό της ανθρώπινης κοινωνίας και της συνείδησης από τη φύση.

Η διαλεκτική-υλιστική αντίληψη περί ενότητας του κόσμου είναι ιδιαίτερα σημαντική για την κατανόηση της σχέσης και των αλληλεξαρτήσεων μεταξύ των επιμέρους επιστημών. Καθήκον των επιστημών είναι να απεικονίζουν τον κόσμο θεωρητικά. Εδώ, η φιλοσοφική κατανόηση περί ενότητας του κόσμου παρέχει στους εκπροσώπους της τη γνώση για την αναγκαιότητα να παραγάγουν συνειδητά την αντικειμενικά υπό όρους αλληλοσύνδεση των επιμέρους επιστημών.


Ο διαλεκτικός υλισμός ως επιστημονικός αθεϊσμός 

Ο διαλεκτικός-υλιστικός μονισμός είναι ταυτόχρονα επιστημονικός αθεϊσμός. Όταν αναγνωρίζεται ότι η ενότητα του κόσμου βρίσκεται στην υλικότητά του, τότε πρέπει να υπάρχει και συμφωνία στη θέση ότι δεν μπορούν να υπάρχουν «υπερφυσικές αιτίες» ή κινητήριες δυνάμεις για την εξέλιξη της φύσης και της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο Engels χαρακτήρισε την ασυμφιλίωτη σχέση της υλιστικής φιλοσοφίας και της θρησκείας, γράφοντας: «Το ζήτημα της σχέσης της νόησης με το Είναι […] οξύνθηκε στη διαμάχη με την εκκλησία: Έπλασε ο Θεός τον κόσμο ή υπήρχε ο κόσμος αιώνια; [12]. Σε αντίθεση με όλες τις θρησκείες ο διαλεκτικός υλισμός κατανοεί την εξέλιξη της φύσης και της κοινωνίας ως ένα αντικειμενικά νομοτελειακό προτσές. Αυτό δεν κατευθύνεται ούτε κυριαρχείται από κάποιον Θεό ή από κάποια εξωκοσμική πνευματική αρχή˙ μπορεί να ερμηνευτεί επιστημονικά μόνο από τις υλικές αιτίες.

Η μαρξιστική φιλοσοφία έχει συνεπή αθεϊστικό χαρακτήρα επειδή είναι υλιστική φιλοσοφία. Είναι ασυμφιλίωτη με όλες τις παραλλαγές του φιντεϊσμού, δηλαδή μιας κατά βάση καλυμμένης θρησκείας, η οποία θέτει την πίστη πάνω από τη λογική, βλέποντας σ’ αυτόν την πραγματική βάση της ανθρώπινης γνώσης. Παρ’ όλο που μεταξύ φιλοσοφίας και θρησκείας υπάρχουν διαφορές, η τελευταία συνδέεται με την Ιστορία και το παρόν με πολλούς τρόπους με την ιδεαλιστική φιλοσοφία. Αυτό εκφράζεται με το ότι όλες οι θρησκείες απαντούν στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας ιδεαλιστικά.

Στον αθεϊστικό χαρακτήρα της επιστημονικής κοσμοαντίληψης της εργατικής τάξης αντανακλάται σε τελευταία ανάλυση ο επαναστατικός χαρακτήρας αυτής της τάξης. Το μαρξιστικό κόμμα δεν μπορεί να παραιτηθεί σε καμιά βαθμίδα της πάλης του απ’ το τράβηγμα μιας διαχωριστικής γραμμής μεταξύ επιστημονικής κοσμοαντίληψης και θρησκευτικής συνείδησης.

Ταυτόχρονα, όμως, αντιπαρατίθεται στις δημαγωγικές προσπάθειες των αστών ιδεολόγων καθώς και συγκεκριμένων αντικομουνιστικών δυνάμεων του κλήρου, οι οποίοι από την κοσμοθεωρητική αντίθεση μεταξύ μαρξιστικής φιλοσοφίας και θρησκευτικής πίστης συνάγουν μια πολιτική αντίθεση, μια αντίθεση μεταξύ κομμουνιστών και πιστών. Τέτοιου είδους προσπάθειες, οι οποίες συχνά διαστρεβλώνουν τη μαρξιστική θεωρία, δεν είναι καινούριες. Στοχεύουν στη διατάραξη της συνεργασίας μεταξύ μαρξιστών και θρησκευόμενων εργαζομένων. Στην πραγματικότητα, στις βασικές αρχές της μαρξιστικής πολιτικής ανήκε ανέκαθεν και το να πειστούν οι θρησκευόμενοι εργάτες για την αναγκαιότητα ανατροπής της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ο Lenin γράφει σχετικά μ’ αυτό: «Πρέπει όχι μονάχα να δεχόμαστε, μα και να τραβούμε με κάθε τρόπο στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα όλους τους εργάτες που διατηρούν την πίστη στο Θεό, είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι στην παραμικρότερη προσβολή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, μα τους τραβούμε για να τους διαπαιδαγωγήσουμε στο πνεύμα του προγράμματός μας και όχι για να το καταπολεμήσουν ενεργά.» [13].


Σημειώσεις

[1] Καρλ Μαρξ: Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα, σ. 130, εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1975

[2] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα, τόμ. 18, σ. 154

[3] Ό.π., , σ. 89

[4] Ό.π., σ. 178-184

[5] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ. Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Ευγένιο Ντίρινγκ, σ. 53, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006

[6] Ό.π., σ. 55

[7] Κ. Μαρξ / Φ. Ένγκελς: Η αγία οικογένεια. Η κριτική της κριτικής κριτικής, σ. 160, εκδ. Φιλοσοφία, Αθήνα

[8] Φρίντριχ Ένγκελς: Η διαλεκτική της φύσης, σ. 8, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2008.

[9] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ, σ. 29

[10] Karl Marx: Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου, σ. 17, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1978

[11] Κ. Μαρξ / Φ. Ένγκελς: Η γερμανική ιδεολογία, τόμ. 1ος, σ. 60, (απόσπασμα), εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1997

[12] Φρίντριχ Ένγκελς: Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, σ. 22, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2007. Βλ. επίσης σ’ αυτό το ιστολόγιο.

[13] Β. Ι. Λένιν: Σχετικά με τη στάση του εργατικού κόμματος απέναντι στη θρησκεία, Άπαντα, τόμ. 17, σ. 430. Βλ. επίσης σ’ αυτό το ιστολόγιο.

Από
https://orizondas.blogspot.gr/2017/09/blog-post_30.html

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

Ο μονισμός της υλιστικής θεωρίας...

Ο μαρξιστικός φιλοσοφικός υλισμός απορρίπτει τη δυϊστική άποψη [ότι ανέκαθεν υπάρχουν δύο αντίθετες αρχές, η ύλη και η ιδέα] και θεωρεί ότι το ιδεατό αποτελεί αντανάκλαση του υλικού...''Αυτός είναι ο μονισμός της υλιστικής θεωρίας''΄[ Στάλιν].

...Η νόηση σαν αντανάκλαση αντιστοιχεί προς το αντανακλανώμενο, ως προς τη μορφή όμως είναι διαφορετική από εκείνο που αντανακλάται. Τα αντικείμενα των παραστάσεών μας διαφέρουν από τις παραστάσεις μας. Η ύλη είναι η αντικειμενική πραγματικότητα που υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από τη συνείδηση, ενώ η συνείδηση όντας ιδιαίτερη ιδιότητα του εγκεφάλου, υπάρχει μόνο ''μέσα μας'', είναι ιδεατή. Η ταύτιση ύλης και συνείδησης οδηγεί στη σύγχυση του υλισμού με τον ιδεαλισμό...Το ιδεατό, έλεγε ο Μαρξ, δεν είναι τίποτε άλλο παρά το υλικό, μεταφερμένο στο ανθρώπινο κεφάλι και μετασχηματισμένο μέσα σ' αυτό. Αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου ότι το ιδεατό και το υλικό είναι ταυτόσημα, ότι δεν υπάρχει μεταξύ τους καμία διαφορά.


Η νόηση δεν πρέπει να αποσπάται από την ύλη, από τον εγκέφαλο σαν όργανο της νόησης, θα ταν όμως μεγάλο λάθος πάνω σ' αυτή τη βάση να ταυτίζουμε τη νόηση με την ύλη, με τον εγκέφαλο. Η νόηση συνδέεται κατ' αναγκαίο τρόπο με τα βιοχημικά και φυσιολογικά προτσές που συντελούνται στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Τα προτσές αυτά αποτελούν την υλική βάση της νόησης, χωρίς αυτά η νόηση είναι αδύνατη... Η νόηση είναι αδύνατο να υπάρχει χωρίς την ύλη, ενώ η ύλη υπάρχει ανεξάρτητα από τη σκέψη, από τη νόηση. Συνεπώς το υλικό μπορεί να υπάρχει χωρίς το ιδεατό, ενώ το ιδεατό δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς το υλικό...Η εξέλιξη της συνείδησης βρίσκεται σε εξάρτηση από την εξέλιξη της φύσης και της κοινωνίας, από τα υλικά προτσές που συντελούνται στον εξωτερικό κόσμο. Ορισμένες υλικές αλλαγές προκαλούν τελικά αντίστοιχες αλλαγές στη συνείδησή μας.

Από το βιβλίο ''Διαλεκτικός υλισμός'' της Ακαδημίας Επιστημών ΕΣΣΔ 

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

Η πηγή της εξέλιξης

Η μαρξιστική διαλεκτική μέθοδος εξετάζει τα φαινόμενα της φύσης σαν κάτι που κινείται αιώνια κι αλλάζει αιώνια, ενώ την εξέλιξη της φύσης την θεωρεί αποτέλεσμα της εξέλιξης των αντιθέσεων στη φύση, αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των αντίθετων δυνάμεων.

Στη διάρκεια όλης της ιστορίας της φιλοσοφίας το ζήτημα της πηγής της εξέλιξης στη φύση υπήρξε η πέτρα του σκανδάλου για τους ιδεαλιστές και τους μεταφυσικούς. Μη όντας σε θέση να δώσουν επιστημονική λύση σ' αυτό το ζήτημα οι ιδεαλιστές και οι μεταφυσικοί επικαλούνταν τις υπερφυσικές δυνάμεις ή και παρέκαμπταν αυτό το ζήτημα.

Ο διαλεκτικός υλισμός σε αντίθεση προς τον ιδεαλισμό και τη μεταφυσική,βλέπει την πηγή της εξέλιξης στην εσωτερική πάλη των αντιθέτων, που ενυπάρχουν αντικειμενικά σε κάθε αντικείμενο, σε κάθε φαινόμενο.[.....]

Από την άποψη της υλιστικής διαλεκτικής η ίδια η φύση περιέχει μέσα της τις πηγές και τις αιτίες της εξέλιξής της. Η μαρξιστική διαλεκτική μέθοδος ανασκευάζει τους ισχυρισμούς των ιδεαλιστών ότι τις πραγματικές αιτίες της εξέλιξης των αντικειμένων και των φαινομένων δεν πρέπει δήθεν να τις αναζητούμε στην ύλη, αλλά έξω απ' αυτήν, δηλ. στο πνεύμα, σε κάποια υπερφυσική δύναμη. Η μεταφυσική άρνηση των εσωτερικών αντιθέσεων, που υπάρχουν στη φύση και στην κοινωνία, οδηγεί στην αντιεπιστημονική, ιδεαλιστική παραδοχή υπερφυσικών, άυλων πηγών κίνησης. [.....]

Ο διαλεκτικός υλισμός είναι αντίθετος προς το μεταφυσικό αντίκρυσμα της φύσης και της κοινωνίας. Το ξεσκέπασμα της μεταφυσικής σ' ότι αφορά τις αντιθέσεις του προτσές εξέλιξης σήμαινε πλήγμα και κατά του ιδεαλισμού.

Οι κλασικοί του μαρξισμού - λενινισμού, υποβάλλοντας σε ανελέητη κριτική το μεταφυσικό τρόπο εξέτασης της φύσης και της κοινωνίας, έδειξαν ότι η μεταφυσική μέθοδος με το ν' αρνείται την εσωτερική αντιφατικότητα των αντικειμένων και των φαινομένων, οδηγεί τελικά στην ιδεαλιστική ερμηνεία του κόσμου.

Ο Φ. Ένγκελς, στο έργο του ''Αντι - Ντύρινγκ'', ξεσκέπασε το μεταφυσικό ισχυρισμό του Ντύρινγκ ότι ο κόσμος βρισκόταν κάποτε σε ''όμοια με τον εαυτό του κατάσταση'' απόλυτης ηρεμίας και ότι στη φύση δεν υπάρχουν τάχα κανενός είδους εσωτερικές αντιθέσεις. Ο Ένγκελς έδειξε ότι αν και στα λόγια ο Ντύρινγκ πρότεινε ν' απαγορευθεί η θρησκεία στο ουτοπιστικό του ''κοινωνιστικό κράτος του μέλλοντος'', ωστόσο στην πράξη με το ν' αρνείται τις εσωτερικές αντιθέσεις στη φύση, πρόσφερε έδαφος για να βγει το ιδεαλιστικό συμπέρασμα ότι η πηγή της κίνησης του κόσμου είναι ο θεός.

Επί αιώνες οι ιδεολογικοί εκπρόσωποι των εκμεταλλευτικών τάξεων, της δουλοκτητικής, της φεουδαρχικής και της αστικής τάξης, πραγματεύονταν κατά τρόπο αντιεπιστημονικό, μεταφυσικό και ιδεαλιστικό το ζήτημα της εξέλιξης της κοινωνίας. Έβλεπαν την κινητήρια δύναμη της εξέλιξης της κοινωνίας όχι μέσα στην ίδια την κοινωνία, αλλά έξω απ' αυτήν, στη ''θεία πρόνοια'', στο ''πεπρωμένο'', στη ''μοίρα'', δεν την έβλεπαν στις συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας, αλλά στη ''βούληση'' μεμονωμένων ηρώων, κατακτητών, υποδουλωτών κρατών κτλ.



Πηγή : Διαλεκτικός υλισμός, Ακαδημία επιστημών ΕΣΣΔ [σελ 215- 219 ]

Η υλιστική φιλοσοφία

Η υλιστική φιλοσοφία είναι σίγουρο όπλο, που προφυλάσσει τον άνθρωπο από την ολέθρια επίδραση της πνευματικής αντίδρασης. Του χρησιμεύει σαν καθοδήγηση στη ζωή, υποδείχνοντάς του το σωστό δρόμο για να λύσει τα ζητήματα της κοσμοθεωρίας που τον απασχολούν.
Για χιλιετηρίδες η εκκλησία, ενέπνεε στον άνθρωπο την περιφρόνηση προς την επίγεια ζωή και το φόβο απέναντι στο θεό. Δίδασκε στους ανθρώπους και πρώτα πρώτα στις καταπιεζόμενες μάζες της ανθρωπότητας, ότι η μοίρα τους είναι να μοχθούν και να ικετεύουν ότι η ευτυχία δεν μπορεί να κατακτηθεί σ' αυτήν την ''κοιλάδα των στεναγμών'' και ότι μπορεί να κατακτηθεί μόνο στη ''μέλλουσα ζωή'' με την υπακοή και την πραότητα. Η εκκλησία απειλούσε με την τιμωρία των θεών και με τα βασανιστήρια της κόλασης εκείνον που θα τολμούσε να εξεγερθεί κατά της κυριαρχίας των εκμεταλλευτών που τάχα έχει εγκαθιδρυθεί από το θεό.
Η μεγάλη ιστορική υπηρεσία της υλιστικής φιλοσοφίας οφείλεται στο γεγονός ότι βοηθάει τον άνθρωπο να απαλλαγεί από την δεισιδαιμονία. Από την αρχαιότητα ακόμα, η υλιστική φιλοσοφία καταπολεμούσε το φόβο του θανάτου, το φόβο μπροστά στους θεούς και τις άλλες υπερφυσικές δυνάμεις.
Μην ελπίζετε στην πέραν του τάφου ζωή, αλλά να εκτιμάτε την επίγεια ζωή και να προσπαθείτε να την καλυτερεύετε, να τι διδάσκει στους ανθρώπους η υλιστική φιλοσοφία. Ο υλισμός πρώτος ανέβασε ψηλά την αξιοπρέπεια και το λογικό του ανθρώπου, διακήρυξε ότι ο άνθρωπος δεν είναι σκουλήκι που σέρνεται στα απορρίματα, αλλά το ανώτερο δημιούργημα της φύσης, που είναι ικανό να γίνει κυρίαρχος και ρυθμιστής των δυνάμεών της. Ο υλισμός καλλιεργεί τη βαθύτατη πίστη στη δύναμη της γνώσης, στο λογικό του ανθρώπου, στην ικανότητά του να αποκαλύπτει τα μυστικά του γύρω μας κόσμου, στην ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργήσει ένα λογικό και δίκαιο κοινωνικό σύστημα.
Οι κήρυκες του ιδεαλισμού συχνά συκοφαντούν τον υλισμό, παριστάνοντας τον σαν μια ''ζοφερή και βαριά κοσμοθεωρία που μοιάζει με βραχνά'' [Ου.Τζέιμς]. Στην πραγματικότητα ίσα ίσα η ιδεαλιστική φιλοσοφία, ιδιαίτερα η σύγχρονη, περιβάλλεται με ζοφερές αποχρώσεις. Δεν είναι ο υλισμός, αλλά ο ιδεαλισμός που αρνείται τη γνωστική ικανότητα του λογικού και διακηρύχνει τη δυσπιστία στην επιστήμη. Δεν είναι ο υλισμός, αλλά ο ιδεαλισμός που υμνεί τη λατρεία του θανάτου. Δεν είναι ο υλισμός, αλλά ο ιδεαλισμός ήταν και είναι η ιδεολογική βάση για τα πιο σιχαμερά γεννήματα του αντιανθρωπισμού : των φυλετικών θεωριών και του φασιστικού σκοταδισμού.
Ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός δε θέλει να παραδεχτεί την ύπαρξη του γύρω μας υλικού κόσμου, τον αρνείται, τον χαρακτηρίζει ανύπαρκτο, και σκιαγραφεί αντί γι' αυτόν έναν επινοημένο, άυλο κόσμο.
Ο υλισμός αντίθετα, δίνει μια αληθινή εικόνα του κόσμου χωρίς καμία ξένη προσθήκη με τη μορφή πνευμάτων, θεού που δημιούργησε τον κόσμο κλπ. Οι υλιστές δεν περιμένουν βοήθεια από υπερφυσικές δυνάμεις, πιστεύουν στον άνθρωπο, στην ικανότητά του να μετασχηματίζει τον κόσμο με τα ίδια του τα χέρια και να τον κάνει άξιο του. Ο υλισμός, στην πιο βαθιά του ουσία, είναι αισιόδοξος, υποστηρίζει τη ζωή, είναι μια φωτεινή κοσμοθεωρία, δεν έχει καμιά σχέση με την απαισιοδοξία και τον ''παγκόσμιο πόνο''. Γι' αυτό ο υλισμός κατά κανόνα είναι η κοσμοθεωρία των πρωτοπόρων κοινωνικών ομάδων και τάξεων.

Πηγή : ''Οι βάσεις του Μαρξισμού - Λενινισμού'' [ συλλογικό], Εκδόσεις ''σύγχρονη επιστήμη'' 

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018

Φιλοσοφία. Κάποια βασικά και εισαγωγικά...

Η λέξη ''φιλοσοφία'' είναι ελληνικής προέλευσης και, κατά γράμμα, σημαίνει ''αγάπη της σοφίας''. Η φιλοσοφία αποτελεί σύστημα αντιλήψεων για τη γύρω πραγματικότητα, σύστημα των πιο γενικών εννοιών για τον κόσμο και για τη θέση του ανθρώπου σ' αυτόν. Από την εμφάνισή της, η φιλοσοφία προσπάθησε να εξηγήσει τι αντιπροσωπεύει ο κόσμος σαν ενιαίο σύνολο, να κατανοήσει τη φύση του ίδιου του ανθρώπου, να καθορίσει τη θέση του μέσα στην κοινωνία, να διαπιστώσει αν μπορεί ο άνθρωπος να διεισδύσει στα μυστικά του σύμπαντος, να γνωρίσει και να στρέψει προς το καλό των ανθρώπων τις πανίσχυρες δυνάμεις της φύσης. Η φιλοσοφία, συνεπώς, θέτει τα πιο γενικά και συνάμα πολύ σπουδαία, θεμελιακά ζητήματα που καθορίζουν τον τρόπο εξέτασης από τον άνθρωπο των πιο ποικιλόμορφων τομέων της ζωής και της γνώσης. Σε όλα αυτά τα ζητήματα, οι φιλόσοφοι δίνουν διαφορετικές και αλληλοαποκλειόμενες, ακόμα απαντήσεις.

Η φιλοσοφία υπάρχει από τρεις χιλιετηρίδες περίπου, και σ' όλο αυτό το διάστημα στους κόλπους της διεξάγεται μια πάλη αντίθετων απόψεων, που μήτε σήμερα σταμάτησε. Γιατί διεξάγεται λοιπόν η πάλη αυτή ; ποια τα αίτια ;



Κεντρική θέση στη σύγκρουση των φιλοσοφικών απόψεων κατέχει το ζήτημα που αφορά τη σχέση της συνείδησης προς το Είναι, ή με άλλα λόγια, τη σχέση ιδεατού - υπαρκτού. Σχετικά μ' αυτό πρέπει να τονίσουμε πως όταν μιλάμε για συνείδηση, για ιδεατό, δεν εννοούμε τίποτα άλλο από τις σκέψεις μας, τα αισθήματά μας. Όταν πάλι πρόκειται για το Είναι, το υπαρκτό, συγκαταλέγουμε σ' αυτό κάθε τι που υπάρχει αντικειμενικά, ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας, δηλαδή τα πράγματα και τα αντικείμενα του έξω κόσμου, τα φαινόμενα και τα προτσές, που συντελούνται στη φύση και στην κοινωνία. Κατά τη φιλοσοφική αντίληψη, το ιδεατό [η συνείδηση] και το Είναι [το υπαρκτό] είναι οι πιο πλατιές επιστημονικές έννοιες [κατηγορίες] οι οποίες αντανακλούν τις πιο γενικές και συνάμα τις αντιθετικές ιδιότητες των αντικειμένων, των φαινομένων και των προτσές του σύμπαντος.

Το ζήτημα της σχέσης νόησης - Είναι και πνεύματος - φύσης αποτελεί το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας. Από τη λύση αυτού του προβλήματος εξαρτάται σε τελευταία ανάλυση η ερμηνεία όλων των άλλων προβλημάτων, που καθορίζουν τη φιλοσοφική αντίληψη για τη φύση, για την κοινωνία, και κατά συνέπεια και για τον ίδιο τον άνθρωπο.

Κατά την εξέταση του βασικού αυτού προβλήματος της φιλοσοφίας έχει μεγάλη σημασία να διακρίνουμε τις δύο πλευρές του. Πρώτο, ποιο πρωτεύει, το ιδεατό ή το υπαρκτό ; Η μία ή η άλλη απάντηση στο ερώτημα αυτό παίζει στη φιλοσοφία σπουδαιότατο ρόλο, διότι για να είναι πρωτεύον -  σημαίνει να υπάρχει πριν από το δευτερεύον, να προηγείται αυτού, και σε τελευταία ανάλυση να το καθορίζει.



Δεύτερο, μπορεί άραγε ο άνθρωπος να γνωρίσει τον γύρω κόσμο, τους νόμους εξέλιξης της φύσης και της κοινωνίας ; Η ουσία της δεύτερης αυτής πλευράς του βασικού προβλήματος της φιλοσοφίας ανάγεται, συνεπώς, στη διασαφήνιση της ικανότητας της ανθρώπινης νόησης να αντανακλάει σωστά την αντικειμενική πραγματικότητα.

Από τη λύση του βασικού αυτού προβλήματος, οι φιλόσοφοι χωρίστηκαν σε δύο μεγάλα στρατόπεδα, ανάλογα με το τι παίρνουν σαν αφετηρία - το υπαρκτό ή το ιδεατό. Οι φιλόσοφοι που παραδέχονται σαν πρωτεύον την ύλη, το Είναι, τη φύση, και δευτερεύον - τη συνείδηση, τη νόηση, το πνεύμα  αντιπροσωπεύουν τη φιλοσοφική κατεύθυνση, που ονομάζεται υλιστική.

Οι υλιστές φιλόσοφοι, στηριζόμενοι στα δεδομένα της επιστήμης και στα αποτελέσματα της πολύπλευρης πρακτικής δράσης των ανθρώπων, αποδείχνουν, ότι τον κόσμο δεν τον δημιούργησε κανείς, ότι αυτός είναι αιώνιος και απειρόμορφος : τα αντικείμενα και τα φαινόμενα του υλικού κόσμου, που περιβάλλουν τον άνθρωπο, ισχυρίζονται αυτοί, υπάρχουν ανεξάρτητα από αυτόν, δηλαδή αντικειμενικά.

Οι υλιστές φιλόσοφοι υποστηρίζουν ότι ο υλικός κόσμος προϋπήρξε του ιδεατού και ότι η νόηση του ανθρώπου δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την ύλη. Η σκέψη είναι προϊόν του εγκεφάλου ο οποίος, συνεπώς, αποτελεί όργανο της σκέψης. Η ίδια η νόηση σαν ιδεατό εκφράζει την ικανότητα του εγκέφαλου να αντανακλά τον αντικειμενικό κόσμο. Γι' αυτό το ιδεατό, η συνείδηση δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτα αυτόνομα, ανεξάρτητα από τον αντικειμενικό κόσμο.



Στη φιλοσοφία υπάρχει και η αντίθετη προς την υλιστική, η ιδεαλιστική κατεύθυνση. Οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι αναγνωρίζουν σαν αρχή όλης της ύπαρξης τη συνείδηση, τη νόηση, το πνεύμα, δηλαδή το ιδεατό.

Η ιδεαλιστική κατεύθυνση έχει δύο βασικές παραλλαγές : τον υποκειμενικό ιδεαλισμό και τον αντικειμενικό ιδεαλισμό.Οι υποκειμενικοί ιδεαλιστές θεωρούν πρωτεύον τη συνείδηση του ανθρώπου, του υποκειμένου. Ο υποκειμενικός ιδεαλιστής σκέφτεται έτσι περίπου : εμείς βλέπουμε, ακούμε, αισθανόμαστε δια της αφής τα πράγματα και τα φαινόμενα, και γι' αυτό μας φαίνεται, ότι αυτά υπάρχουν έξω από μας, στην πραγματικότητα όμως όλα τα πράγματα, τα αντικείμενα, τα φαινόμενα, αποτελούν απλώς ένα σύνολο, ένα σύμπλεγμα των αισθημάτων μας. Έτσι, οι υποκειμενικοί ιδεαλιστές θέτουν την ύπαρξη του έξω κόσμου σε εξάρτηση από τη συνείδηση, από το σκεπτόμενο Εγώ, ενώ τις αντικειμενικές ιδιότητες των πραγμάτων τις ανάγουν στις αισθήσεις του υποκειμένου. Η διαστρεβλωμένη αυτή φιλοσοφική κοσμοαντίληψη αντιπαραθέτει τη συνείδηση του ανθρώπου στον υλικό κόσμο. Οι υποκειμενικοί ιδεαλιστές δηλώνουν, ότι στον άνθρωπο είναι δοσμένες άμεσα μόνο οι ιδέες του, οι αισθήσεις του, τα προϊόντα του λογικού του. Στη δοσμένη περίπτωση, παίρνεται σαν αφετηρία η ανθρώπινη συνείδηση απ' όπου προκύπτει κατόπιν η φύση και πάνω στη βάση αυτή αμφισβητείται έτσι ή αλλιώς η αντικειμενική, ανεξάρτητη από τον άνθρωπο ύπαρξη των πραγμάτων και όλου του κόσμου με τη νομοτέλεια της ανάπτυξής του.

Οι αντικειμενικοί ιδεαλιστές θεωρούν τις σκέψεις, τις ιδέες του ανθρώπου, ακόμα και την ίδια τη φύση ένα μέρος μόνο κάποιας απόλυτης ιδέας, του υπερκόσμιου λόγου. Σ' αντιδιαστολή με τους υποκειμενικούς ιδεαλιστές θεωρούν πρωτεύον όχι την αυτοσυνείδηση του υποκειμένου ή τα αισθήματα του ανθρώπου, αλλά την ιδέα γενικά, την '' παγκόσμια ιδέα''. Η απόλυτη αυτή ιδέα είναι, κατά τη γνώμη τους, η βάση κάθε υπαρκτού. Αυτή μετατρέπεται σε φύση και πλάθει το γύρω μας Είναι.



Έτσι λοιπόν ο αντικειμενικός και ο υποκειμενικός ιδεαλισμός είναι δύο παραλλαγές της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας. Στα κύρια, στα βασικά σημεία δεν διαφέρουν μεταξύ τους. Και ο μεν και ο δε παίρνουν σα βάση την ιδεατή πρώτη αρχή, αναγνωρίζουν την ιδέα, το πνεύμα, τη συνείδηση ως πρωτεύον, ενώ τον πραγματικό κόσμο, τη φύση - ως δευτερεύον. Και ο μεν και ο δε συνάπτονται περίφημα με τη θρησκεία που με τον τρόπο τους υποστηρίζουν.

Οφείλουμε να σημειώσουμε, ότι ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός δεν είναι ανοησία, δεν είναι απλή παρεξήγηση, δεν είναι τυχαία πλάνη του ανθρώπινου νου. Η ιδεαλιστική κοσμοαντίληψη έχει βαθιές ρίζες τόσο στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων, όσο και στην ίδια την αρκετά πολύπλοκη από τη φύση της ανθρώπινη γνώση.

Από τις πρώτες ακόμα βαθμίδες της ιστορικής εξέλιξης, όταν εμφανίστηκε η περιουσιακή ανισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους και διαμορφώθηκε το δουλοκτητικό σύστημα η πνευματική εργασία έγινε προνόμιο της άρχουσας τάξης, της τάξης των δουλοκτητών, ενώ η βαριά σωματική εργασία κατάντησε κακό ριζικό των καταπιεζομένων, των δούλων. Στις συνθήκες αυτές, η σωματική εργασία υποβιβαζόταν και περιφρονιόταν με κάθε τρόπο ενώ η σημασία της πνευματικής εργασίας, μεγαλοποιούνταν στο έπακρο μια και η ενασχόληση με την επιστήμη και την τέχνη ήταν σε πολύ μεγάλη υπόληψη. Για την μεγαλοποίηση του ρόλου της πνευματικής εργασίας και της διανοητικής δράσης του ανθρώπου ενδιαφέρονταν πάντα οι κυρίαρχες τάξεις που καλλιεργούσαν την αυταπάτη ότι οι συντελούμενες στη φύση και στην κοινωνία αλλαγές εξαρτούνταν δήθεν από την υπερφυσική ιδέα, από το υπέρτατο πνεύμα.



Πρέπει επίσης να έχουμε υπόψη, ότι η ιδεαλιστική κοσμοαντίληψη [όπως και η θρησκεία] εμφανίστηκε σε συνθήκες πάρα πολύ χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης της παραγωγής, όταν οι άνθρωποι είχαν πολύ φτωχές γνώσεις και αρκετά πρωτόγονες, καθυστερημένες αντιλήψεις για τον γύρω κόσμο. Τα αυθόρμητα ξεσπάσματα της φύσης [σεισμοί, ξηρασίες, πλημμύρες και άλλες θεομηνίες] φαίνονταν τότε στον άνθρωπο σαν κάτι το μυστηριώδες και απόλυτα αναπόφευκτο. Μη γνωρίζοντας σχεδόν τίποτα για τις δυνάμεις της φύσης, οι άνθρωποι απέδιδαν σ' αυτές υπερφυσικό ρόλο, τις θεοποιούσαν.

Εκτός αυτού οι άνθρωποι παρατηρούσαν παντού μια καταπληκτική αρμονία, μια αυστηρή τάξη και νομοτέλεια των φαινομένων της φύσης : τακτική αλληλοδιαδοχή της ημέρας και της νύχτας, ρυθμική κίνηση των ουρανίων σωμάτων, τελειότητα και λυσιτέλεια της υφής των ζωντανών οργανισμών κλπ. Αυτό οδηγούσε άθελα στη σκέψη για την ύπαρξη ενός σοφού δημιουργού της φύσης ή κάποιας πανίσχυρης υπερφυσικής δύναμης, από την οποία εξαρτούνταν τα πάντα στον κόσμο, μαζί και η τύχη του κάθε ανθρώπου.



Ο δρόμος της φιλοσοφικής κατανόησης του κόσμου είναι πολύ περίπλοκος. Η γνώση περικλείει πάντα μέσα της μια δόση φαντασίας. Γι' αυτό όπως θα ειπωθεί σε συνέχεια, προκύπτει η πιθανότητα της μονόπλευρης μεγαλοποίησης, της απολυτοποίησης κάποιου χαρακτηριστικού γνωρίσματος, κάποιας πλευράς του προτσές της γνώσης, πράγμα που επίσης οδηγεί στον ιδεαλισμό. Και ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός, όπως τόνιζε ο Β. Ι. Λένιν, είναι ο δρόμος προς τη θρησκεία, προς τον παπαδισμό.

Με την εμφάνιση των εκμεταλλευτριών τάξεων, οι κοινωνικές δυνάμεις απόκτησαν για τους ανθρώπους ένα μυστηριώδες νόημα. Η θρησκεία για το χατήρι των πλουσίων, παρουσίαζε το σύστημα της καταπίεσης και τς υποδούλωσης σαν θεόπεμπτη τάξη πραγμάτων, εκθειάζοντας την εξουσία των αρχόντων, την ατομική ιδιοκτησία, την κοινωνική ανισότητα.

Έτσι διαμορφώθηκε ιστορικά η στενή συμμαχία του ιδεαλισμού και της θρησκείας, που χρησιμοποιείται και σήμερα από τις αντιδραστικές δυνάμεις της κοινωνίας για την υπεράσπιση και την δικαίωση των ποικίλων μορφών εκμετάλλευσης που έχουν ξεφτίσει από καιρό. Το κάθε εκμεταλλευτικό κράτος υποστηρίζει τη μια ή την άλλη μορφή θρησκευτικό - ιδεαλιστικής κοσμοαντίληψης καταβάλλοντας έντονες προσπάθειες για τη διάδοση των φιλοσοφικών αντιλήψεων που δικαιολογούν την κοινωνική ανισότητα.

Αφού ο ιδεαλισμός και η θρησκεία εξυπηρετούν ουσιαστικά από τους πανάρχαιους χρόνους, τις αντιδραστικές δυνάμεις, τότε ο υλισμός εκφράζει κατά κανόνα τα συμφέροντα των πρωτοπόρων δυνάμεων της κοινωνίας. Η υλιστική φιλοσοφία βοηθάει να γενικευθούν τα δεδομένα της επιστήμης και της κοινωνικοϊστορικής πράξης, συντελεί στην ανάπτυξή τους.



Όπως ειπώθηκε ήδη, το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας έχει δύο πλευρές. Η δεύτερη πλευρά του απαντάει στο ερώτημα σχετικά με την γνωσιμότητα του κόσμου. Στη λύση του προβλήματος αυτού, συγκρούονται οι αντίθετες απόψεις. Οι υλιστές απέδειξαν πάντα, ότι η νόηση του ανθρώπου μπορεί να μας δώσει έγκυρες γνώσεις για το γύρω κόσμο. Η παραδοχή της δυνατότητας γνώσης του κόσμου μας εμπνέει εμπιστοσύνη στη δύναμη του ανθρώπινου λογικού, κεντρίζει το ενδιαφέρον για την απόχτηση γνώσεων και μας παρακινεί σε δραστήρια μεταμορφωτική δράση.

Οι φιλόσοφοι που αμφισβητούν τη δυνατότητα της γνώσης του κόσμου και τέτοιοι είναι πολλοί στο στρατόπεδο των ιδεαλιστών, ονομάζονται αγνωστικιστές [από το ελληνικό ''α'' - όχι και ''γνώσις'']. Οι αγνωστικιστές φρονούν ότι γενικά δεν μπορούμε να ελέγξουμε την εγκυρότητα των γνώσεών μας αφού τα αντικείμενα, τα φαινόμενα, τα πράγματα, δεν μπορούν δήθεν να συγκριθούν με την ιδεατή τους αντανάκλαση. Ισχυρίζονται ότι όλες οι πληροφορίες μας για τα αντικείμενα, τα φαινόμενα είναι οι ίδιες οι προσλήψεις των αισθήσεών μας και γι' αυτό δεν έχουμε τη σιγουριά ότι τα πράγματα, οι ιδιότητές τους εκλαμβάνονται έτσι ακριβώς όπως είναι στην πραγματικότητα. Είναι αλήθεια ότι ορισμένοι αγνωστικιστές, παραδέχονται, πως στη πραγματικότητα τα πράγματα υπάρχουν αντικειμενικά, όμως ταυτόχρονα αμφιβάλλουν για τη δυνατότητα γνώσης τους. Η ''αιδήμων'' αυτή παραδοχή του υλισμού τους βοηθάει να βολευτούν ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό, να δικαιολογήσουν την απόπειρά τους να υψωθούν ''υπεράνω'' των μεν και των δε. Ωστόσο η τέτοια ''ουδετερότητα'' στη φιλοσοφία αφήνει πάντοτε αρκετά περιθώρια στον ιδεαλισμό και αναπόφευκτα οδηγεί στη σύγχυση των αντιτιθέμενων απόψεων.

Στη σύγχρονη αστική ιδεαλιστική φιλοσοφία όλο και συχνότερα ακολουθείται η γραμμή του δεδηλωμένου αγνωστικισμού, της δυσπιστίας απέναντι στη δύναμη του λογικού. Ο αγνωστικισμός περιορίζοντας τις δυνατότητες της ανθρώπινης γνώσης, αφοπλίζει τον άνθρωπο, τον καταδικάζει σε παθητικότητα κάνοντας συνάμα τόπο στην πίστη σε κάτι τι το μυστικιστικό, το υπερφυσικό. Γι' αυτό ο αγνωστικισμός είναι στενά συνδεμένος με τον ιδεαλισμό και τη θρησκεία.



Η ουσία της φιλοσοφικής κοσμοθεωρίας δεν εξαντλείται με την απάντηση στο ερώτημα τι θεωρείται πρωτεύον - το υπαρκτό ή το ιδεατό και με το αν αναγνωρίζεται ή όχι η γνωσιμότητα του κόσμου. Στην αξιολόγηση ενός φιλοσοφικού συστήματος έχει σπουδαία σημασία να παρθεί επίσης υπόψη ποια μέθοδος γνώσης, χρησιμοποιείται κατά τη φιλοσοφική εξέταση του γύρω κόσμου. Αν προστρέξουμε στην ιστορία της φιλοσοφίας θα δούμε, ότι υπάρχουν δύο βασικές μέθοδες γνώσης, δύο αντίθετοι μεταξύ τους τρόποι σκέψης - η διαλεκτική και η μεταφυσική.

Η διαλεκτική είναι ελληνική λέξη. Οι αρχαίοι στοχαστές με τη διαλεκτική εννοούσαν τον τρόπο εκείνο διεξαγωγής της συζήτησης, της λογομαχίας, με τον οποίο φανερώνονται οι αντιφάσεις στις γνώμες του συνομιλητή, διευκρινίζεται η αλήθεια και διασαφηνίζονται οι έννοιες. Αργότερα, με τη διαλεκτική άρχισαν να εννοούν τη φιλοσοφική μέθοδο, δηλαδή τους γενικούς κανόνες και τα μέσα γνώσης του γύρω κόσμου, τον τρόπο εκείνον, με τη βοήθεια του οποίου η νόηση μελετάει το δοσμένο αντικείμενο.

Η διαλεκτική εξετάζει το σύμπαν σαν ενιαίο, συναφές σύνολο. Ξεκινάει από την αρχή ότι όλα τα πράγματα, τα φαινόμενα, ακόμα και οι έννοιές μας, σαν νοητικές τους αντανακλάσεις, είναι αλληλένδετες, βρίσκονται σε συνεχή κίνηση και αντιφατική ανάπτυξη. Η διαλεκτική άποψη για τη φύση, την ιστορία και την ανθρώπινη νόηση προϋποθέτει τη μελέτη του εξεταζόμενου αντικειμένου σε όλες τις συναρτήσεις και σχέσεις του, την παρακολούθηση της πραγματικής πορείας ανάπτυξής του, την αποκάλυψη των αληθινών αιτιών του περίπλοκου και αντιφατικού προτσές αλλαγής του.



Η μεταφυσική είναι επίσης ελληνική λέξη. Στην αρχαιότητα σήμαινε διδασκαλία για την απαρχή κάθε υπαρκτού. Αργότερα με τη μεταφυσική άρχισαν να εννοούν τον τρόπο σκέψης που εξετάζει τα αντικείμενα και τα φαινόμενα έξω από την αλληλουχία τους σαν αμετάβλητα, δοσμένα μια για πάντα, στερούμενα εσωτερικών αντιθέσεων.

Κατά τον XVI-XVII αιώνα η μεταφυσική μέθοδος γνώσης δικαιώνονταν ιστορικά και έπαιξε θετικό ρόλο στη φυσιογνωσία. Όπως σημειώνει ο Φ.Ένγκελς στο έργο του ''Αντι-Ντύρινγκ'' , στην αρχική περίοδο ανάπτυξης των φυσικών επιστημών - φυσικής, χημείας, βιολογίας - υπήρχε ανάγκη να εξεταστεί η φύση κομματιαστά, να διαιρεθούν τα διάφορα προτσές σε καθορισμένες κατηγορίες και να διερευνηθούν μεμονωμένα, έξω από τη σύνδεσή τους με άλλα φαινόμενα και προτσές. Όλα αυτά, έλεγε ο Ένγκελς υπήρξαν απαραίτητες προϋποθέσεις για τις γιγαντιαίες επιτεύξεις που χαρακτηρίζουν την ανάπτυξη της φυσιογνωσίας εκείνη την εποχή.



Εν τούτοις από τον XVIII ακόμα αιώνα, φάνηκε η ανεπάρκεια της μεταφυσικής, δεδομένου ότι τα στενά της πλαίσια άρχισαν να αναχαιτίζουν την ανάπτυξη της επιστήμης. Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από τις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες, έδειξαν την στενότητα και την μονομέρεια της μεταφυσικής αντίληψης για τον κόσμο.

Αλλά η αστική φιλοσοφία δεν εγκατέλειψε τη μεταφυσική, την ασπάζεται και σήμερα ακόμα. Είναι γεγονός πως στις μέρες μας δύσκολα μπορεί να βρεθεί φιλόσοφος που να αρνείται απόλυτα και αναντίρρητα την ανάπτυξη της φύσης και της κοινωνίας. Μα δεν πρόκειται γι' αυτό. Κατά κανόνα, οι σύγχρονοι μεταφυσικοί αντιλαμβάνονται απλοϊκά το χαρακτήρα της γενικής αλληλουχίας και την ουσία της ανάπτυξης. Οι εν λόγω φιλόσοφοι παρακάμπτουν το ζήτημα που αφορά την πραγματική πάλη της κίνησης και της ανάπτυξης, κι όταν το θίγουν, είτε το ανάγουν στη δράση μη υλικών δυνάμεων, είτε το κηρύττουν μη γνώσιμο. Έτσι η μεταφυσική συνταυτίζεται με τον ιδεαλισμό και τον αγνωστικισμό.

Η μεταφυσική μέθοδος σκέψης αποδεικνύεται ανίκανη να μελετήσει τις αντιφατικές πτυχές των πραγμάτων και φαινομένων, τις αλληλεπιδράσεις τους, να καθορίσει την ουσία των θεμελιωδών, ποιοτικών αλλαγών.

Οι σύγχρονοι μεταφυσικοί, ερμηνεύοντας τα κοινωνικά φαινόμενα, συγκαλύπτουν τις ταξικές αντιθέσεις, αρνούνται το αναπόφευκτο των κοινωνικών επαναστάσεων ή τις αποκαλούν αυθόρμητες αναταραχές που είναι αδύνατο να προβλεφθούν. Με τον τρόπο αυτό παραγνωρίζονται οι αντικειμενικές νομοτέλειες ανάπτυξης της κοινωνίας, αποσπούνται από το σύνολο και απολυτοποιούνται οι δευτερεύοντες ή απλώς οι εξωτερικοί παράγοντες, αμφισβητείται η κοινωνική πρόοδος, διακηρύσσεται η ιδέα της αιωνιότητας του καπιταλιστικού συστήματος.

Ο αντεπιστημονικός, μεταφυσικός τρόπος σκέψης, που διατηρείται στη σύγχρονη αστική φιλοσοφία εξυπηρετεί τις εκμεταλλεύτριες τάξεις, που ενδιαφέρονται για τη διαιώνιση και τη δικαίωση των ξεπερασμένων καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Για τους σκοπούς αυτούς καθώς και για τους σκοπούς της πάλης ενάντια στο μαρξισμό - λενινισμό οι αστοί φιλόσοφοι διαβρώνουν τη διαλεκτική με το ιδεαλιστικό πνεύμα, ή συνενώνουν στα φιλοσοφικά τους συστήματα ετερογενείς, αλλά και αντίθετες κάποτε απόψεις.



Η διαλεκτική και μεταφυσική είναι δύο αντίθετες μέθοδες γνώσης της πραγματικότητας, δύο αλληλοαποκλειούμενοι τρόποι εξήγησης του κόσμου και συνεπώς και ερμηνείας των πιο γενικών φιλοσοφικών αρχών και εννοιών. Τόσο ο υλισμός, όσο και ο ιδεαλισμός μπορεί να είναι διαλεκτικός ή μεταφυσικός. Όμως ο συνεπής υλισμός αποκλείεται να ταυτισθεί με τη μεταφυσική. Επίσης και η διαλεκτική μπορεί να είναι τόσο ιδεαλιστική, όσο και υλιστική. Όμως η επιστημονική διαλεκτική είναι ασυμβίβαστη με τον ιδεαλισμό.

Η ιστορία της φιλοσοφίας, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, είναι μια αδιάκοπη πάλη ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό, ανάμεσα στη διαλεκτική και τη μεταφυσική. Πίσω από την πάλη αυτή των φιλοσοφικών αντιλήψεων, των φιλοσοφικών κοσμοθεωριών κρύβεται, σε τελευταία ανάλυση, η πάλη των πραγματικών κοινωνικών δυνάμεων - των συγκεκριμένων κοινωνικών τάξεων και ομάδων.

Κάνοντας γνωριμία με τα βασικά στάδια ανάπτυξης της φιλοσοφικής σκέψης, οφείλουμε να πάρουμε υπόψη τις ιστορικές ιδιομορφίες της κάθε εποχής, το συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων, το βαθμό ανάπτυξης της παραγωγής και της επιστήμης. Η ορθή εκτίμηση των παραγόντων αυτών μας βοηθάει να κατανοήσουμε, γιατί στη δοσμένη ιστορική περίοδο προβάλλει σε πρώτη γραμμή ένα ορισμένο κοσμοθεωρητικό πρόβλημα, πώς επιδρούν πάνω στη φιλοσοφία το οικονομικό σύστημα της κοινωνίας και το επίπεδο ανάπτυξης των επιστημών, γιατί αλλάζουν το αντικείμενο της φιλοσοφίας, ο ρόλος της και η σημασία της στη ζωή της κοινωνίας. σε τι οφείλεται η αδιάκοπη πάλη των φιλοσοφικών κατευθύνσεων, ρευμάτων και σχολών.

Η ιστορία δεν πρέπει να περνάει χωρίς να μας αφήνει ίχνη, διότι το παρελθόν ζει πάντα, με τον ένα ή άλλο τρόπο, στο παρόν, ενώ το παρόν θα αποτελέσει αναπόφευκτα συστατικό του μέλλοντος. Η γνώση της ιστορικής ανάπτυξης της φιλοσοφίας μπορεί και πρέπει να μας προφυλάξει από την επανάληψη των λαθών και παραπλανήσεων στις οποίες περιέπεσαν οι στοχαστές του παρελθόντος. Η γνώση αυτή μπορεί να φανεί αρκετά χρήσιμη και στο ξεσκέπασμα της σύγχρονης αστικής φιλοσοφίας, οι εκπρόσωποι της οποίας στην πάλη τους κατά της κομμουνιστικής ιδεολογίας, χρησιμοποιούν κάθε τι το ξεπερασμένο και αντιδραστικό.





Πηγή : ''Βασικές αρχές υλιστικής φιλοσοφίας'' , Ινστιτούτο φιλοσοφίας ΕΣΣΔ, Εκδόσεις Σύγχρονη εποχή




Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017

Το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας...και η διαστρέβλωση και απάτη των φιλισταίων...

 Διαβάζοντας όλα αυτά, μπορεί κανείς, που επιθυμεί να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία, να κυριαρχηθεί από ζάλη και ν’ αρχίσει, όπως ο Γκαίτε στο «Φάουστ», να φωνάζει: «Όλα αυτά με αποβλακώνουν σε βαθμό, που λες και γυρίζει στο κεφάλι μου μια μυλόπετρα!». Δεν υπάρχει, τέλος πάντων, κανένα μέσο που να διευκολύνει τον άνθρωπο να προσανατολιστεί μέσα σ’ αυτή την πολυπλοκότητα, που φέρνει σύγχυση;

Ναι, το μέσο αυτό υπάρχει. Και είναι ένα πολύ σπουδαίο μέσο. Ο Φρίντριχ Ένγκελς χαρακτήρισε αυτό το μέσο σαν το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας. Ύστερα απ’ όσα είπαμε, μπορούμε ευκολότερα να κατανοήσουμε το ζήτημα αυτό. Θα το εκθέσουμε παρακάτω με δικά μας λόγια:

Σε τελευταία ανάλυση, το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας είναι η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη φύση και το πνεύμα, στο Είναι και τη συνείδηση. Ποιο από τα δυό είναι το πρωταρχικό: η φύση ή το πνεύμα;

Από το πώς απαντούν στο ερώτημα αυτό, οι φιλόσοφοι χωρίζονται σε δυό μεγάλα στρατόπεδα. Το ένα είναι το στρατόπεδο που το αποτελούν οι φιλόσοφοι που υποστηρίζουν, ότι, αρχικά, υπήρχε η φύση. Στην πορεία της εξέλιξης της φύσης, εμφανίστηκαν ζωντανά όντα. Στην πορεία της ανάπτυξης της ζωής, διαμορφώθηκαν οι άνθρωποι, που ανάπτυξαν συνείδηση, πνεύμα και ιδέες. Η φιλοσοφική σχολή που υποστηρίζει, ότι αρχικά υπήρχε η φύση, η ύλη, από την οποία προέκυψε το πνεύμα, η ιδέα, ονομάζεται υλισμός. Η ύλη είναι μια φιλοσοφική έννοια, με την οποία χαρακτηρίζουμε αυτό που υπάρχει έξω από τη συνείδησή μας και ανεξάρτητα απ’ αυτήν, δηλαδή, η φύση, που επιδρά πάνω στις αισθήσεις μας και διεισδύει, έτσι, στη συνείδησή μας.

Το άλλο στρατόπεδο το αποτελούν οι φιλόσοφοι που υποστηρίζουν, ότι, αρχικά, υπήρχε το πνεύμα κι αυτό είναι, τάχα, ο δημιουργός του κόσμου. Όλοι αυτοί που θεωρούν το πνεύμα, την ιδέα, σαν το πρωταρχικό, συγκροτούν το στρατόπεδο του ιδεαλισμού.

Στο στρατόπεδο αυτό της ιδεαλιστικής κοσμοθεωρίας, ανήκουν και όλες οι θρησκείες. Θρησκεία και ιδεαλιστική φιλοσοφία υποστηρίζουν, ότι, αρχικά, υπήρχε ένα πνευματικό ον, που δημιούργησε τον κόσμο από το τίποτε. Η διαφορά ανάμεσά τους συνίσταται στο ότι η πρώτη ανθρωποποιεί τα πράγματα (Θεός = υπεράνθρωπος), ενώ η δεύτερη χρησιμοποιεί τις έννοιες «πνεύμα», «ιδέα» κλπ.

Υλιστές, λοιπόν, είναι οι άνθρωποι που ξεκινούν από το ότι η φύση είναι το πρωταρχικό και ότι το πνεύμα αναπτύχθηκε στη φύση, με τη μορφή της ανθρώπινης συνείδησης.

Ιδεαλιστές, αντίθετα, είναι οι άνθρωποι που πιστεύουν, ότι το πνεύμα δημιούργησε τον κόσμο.

Τίποτε άλλο δεν σημαίνουν στη φιλοσοφία τα λόγια των υλιστών και των ιδεαλιστών. Ωστόσο, ακούμε παντού, ότι ιδεαλισμός σημαίνει να έχεις μεγάλα ιδεώδη και να τα υπερασπίζεις. Ότι υλισμός, απεναντίας, σημαίνει χαμηλό φρόνημα, πλεονεξία, σημαίνει να επιδιώκεις τις γήινες απολαύσεις κλπ.

Έχουμε μπροστά μας, λοιπόν, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ψευτιάς και υποκρισίας στον πνευματικό ταξικό αγώνα. Οι μεγάλοι υλιστές φιλόσοφοι του παρελθόντος διώκονταν σχεδόν πάντα από τις κυρίαρχες τάξεις και τις εκκλησίες τους και ρίχνονταν στη φωτιά σαν αιρετικοί. Οι κομμουνιστές, που είναι οπαδοί της υλιστικής διδασκαλίας, διώκονταν και κλείνονταν στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι σύντροφοί μας στη Χιλή (και, παλιότερα στο Βιετνάμ), σκοτώνονταν και σκοτώνονται για τις πεποιθήσεις τους. Αλλά αυτό δεν δείχνει, ότι οι οπαδοί της υλιστικής κοσμοθεωρίας δεν έχουν καμιά σχέση με την πλεονεξία; Κάτι περισσότερο: αυτοί ξέρουν, ότι, για τους πολέμους, για την εξαθλίωση και τη δυστυχία σ’ αυτό τον κόσμο, δεν υπάρχουν κανενός είδους σκοτεινές φυσικές αιτίες, η ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί σε οποιαδήποτε μοίρα, οι πραγματικές αιτίες βρίσκονται σε εντελώς «επίγεια», ταξικά συμφέροντα. Συνεπώς, πρέπει να αγωνιζόμαστε ενάντια στα συμφέροντα της ισχυρής εκμεταλλεύτριας και καταπιεστικής τάξης. Ο αγώνας, όμως, αυτός συνδέεται με κόπους και θυσίες.

Το αντίθετο, λοιπόν, δείχνει η πράξη: Αν οι υλιστές ήταν πλεονέκτες, θα έπρεπε να συμμαχήσουν με τους ισχυρούς για να κερδίσουν κάτι απ’ αυτούς.

Αλλά ας δούμε ποια θέση παίρνουν στους πολιτικούς αγώνες οι εκπρόσωποι της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας. Που είναι ενταγμένοι αυτοί που μας λένε, πως ο πνευματικός πλούτος είναι σπουδαιότερος από τον υλικό; Πάρτε για παράδειγμα τις εκκλησίες. Δεν είναι με το μέρος των πλουσίων, των ισχυρών; Που και πότε η εκκλησία πήρε σύσσωμη μέρος στην επανάσταση κατά των πλουσίων και των ισχυρών, στο πλευρό αυτών που υφίστανται την εκμετάλλευση και την καταπίεση;

Ήδη, πριν από εκατό χρόνια, ο Ένγκελς διαπίστωνε: Οι εχθροί μας, με τον όρο «υλισμός», εννοούν: το φαγοπότι, τη ματαιοδοξία, τη σαρκική ηδονή, το φανφαρονισμό, τη φιλαργυρία, την τσιγγουνιά, την πλεονεξία, το κυνήγι του κέρδους και τις χρηματιστηριακές απάτες, κοντολογίς, όλα εκείνα τα βρωμερά ελαττώματα που οι ίδιοι πρεσβεύουν. Και με τον όρο «ιδεαλισμός» εννοούν: την πίστη στην αρετή, στο γενικό φιλανθρωπισμό και σ’ έναν «καλύτερο κόσμο». Αλλά μ’ αυτό επιδιώκουν απλώς να συσκοτίσουν τα γεγονότα.


Από το βιβλίο του Ρόμπερτ Στάιγκερβαλντ ''Μαρξιστική φιλοσοφία,βασικές έννοιες και αρχές''.

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2017

Τι είναι η φιλοσοφία;

Αν θα έθετα την ερώτηση αυτή σε κοινό είμαι σίγουρος ότι οι περισσότερες απαντήσεις που θα έπαιρνα θα ήταν ποικίλες και πιστέψτε με, τόσο διαφορετικές η μια από την άλλη. Ίσως, το μόνο κοινό που θα είχαν, θα ήταν η ετυμολογία της λέξης, ότι η φιλοσοφία είναι για παράδειγμα η φιλία, δηλαδή η αγάπη, για τη σοφία. Όμως αυτό δεν λέει τίποτα αφού και στη «σοφία» ο καθένας θα έδινε μια διαφορετική ερμηνεία. Αυτή η σχετικότητα των εννοιών δημιουργεί παρανοήσεις. Οι έννοιες για την ίδια λέξη είναι πολλές και διαφορετικά τις αντιλαμβάνεται ο καθένας, γιατί ο καθένας σκέπτεται διαφορετικά. Γι’ αυτό και στην αρχαία ελληνική οι διάφορες φιλοσοφικές σχολές ονομάστηκαν «αιρέσεις». Αίρεση σημαίνει τρόπος του σκέπτεσαι, προαίρεση, σχολή
  Ο Επίκουρος τόνιζε ότι, ανάμεσα στους συνομιλητές, για κάθε λέξη πρέπει να αποδίδουμε την ίδια έννοια διαφορετικά δεν θα μπορούμε να συνεννοηθούμε.
Δεν είχε άδικο. Οι περισσότερες παρανοήσεις γίνονται επειδή δεν τηρούμε αυτόν τον κανόνα, ακόμα κι όταν λέμε τα ίδια πράγματα και διαφορετικά τα εννοούμε ή εννοούμε τα ίδια και με διαφορετικές λέξεις τα αποδίδουμε.
Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη «σοφία» που αναφέραμε πιο πάνω. Κάποιοι θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τη λέξη «σοφία» με την «αλήθεια» δηλώνοντας ότι φιλοσοφία είναι η αγάπη, η αναζήτηση δηλαδή της αλήθειας. Όμως τι είναι αλήθεια; Σίγουρα και εδώ έχουμε μία σχετική έννοια. Διαφορετικά αντιλαμβάνεται ο καθένας την αλήθεια ή μήπως έχω άδικο;
Η γνώμη του καθένα είναι διαφορετική και σύμφωνη με τον τρόπο που σκέπτεται, τη σχολή δηλαδή που ακολουθεί, βλέπει το ίδιο πράγμα από διαφορετική γωνία και η επικοινωνία μας γίνεται πολλές φορές από δύσκολη μέχρι ακατανόητη. Και επειδή οι γνώμες με το χρόνο αλλάζουν γι αυτό συνεχώς επισημαίνω ότι η γνώμη μας γι αυτό δηλαδή που θεωρούμε αληθινό, είναι όχι μόνο σχετικό αλλά και ιστορικά καθορισμένο. Οι αναγνώστες του blog το ξέρουν καλά αυτό. Όσοι δεν αντιλαμβάνονται τι λέμε ας ρίξουν μια ματιά εδώ «Τι είναι η αλήθεια;»[http://epic-atheist.blogspot.gr/2010/02/blog-post_25.html].
Ακριβώς αυτή η θέση, φιλοσοφικά, με καθιστά απέναντι σε κάθε δόγμα.

        Τι είναι όμως δόγμα;
Η απόλυτη γνώμη! Η γνώμη που στο χρόνο παραμένει πάντα η ίδια είναι αναχρονιστική και ξεπερασμένη και γι’ αυτό ακριβώς είναι αυθαίρετη!
Η αλήθεια είναι ζωντανή και γι αυτό είναι σχετική και ιστορικά καθορισμένη. Κάθε μέρα εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία, με νέες αναλύσεις, από το δάσκαλο στο μαθητή και μέρα με τη μέρα γίνεται όλο και πληρέστερη, αποβάλλοντας κάτι που θεωρήθηκε λανθασμένα στο παρελθόν ή εισάγοντας νέα στοιχεία εμπλουτίζοντας το περιεχόμενό της στο διηνεκές.
Ας δώσουμε και έναν ορισμό για την έννοια: Σαν σκέψη, είναι το ανώτερο προϊόν του εγκεφάλου που αντανακλά γενικευμένα τα αντικείμενα και τα φαινόμενα της πραγματικότητας. Μέσω των εννοιών λοιπόν, σκεπτόμενοι, απεικονίζουμε γραπτά ή σε γλωσσική μορφή την πραγματικότητα του κόσμου και αυτό ακριβώς είναι που σηματοδοτεί την ακριβολογία των εννοιών.
Μμ, αυτός ο διαλογισμός πιο πάνω μου φαίνεται βοηθάει προκειμένου να αντιληφτούμε, μέσω της σοφίας και της αλήθειας, της αίρεσης και του δόγματος, της γνώμης και της γνώσης, τι είναι φιλοσοφία.
Πολλοί νομίζουν ότι η φιλοσοφία είναι οι όμορφες φράσεις, όπως «αγάπη σημαίνει να μην αναγκαστείς να ζητήσεις ποτέ συγνώμη» ή «τα δάκρυα είναι σαν τα διαμάντια, γι’ αυτό μην τα χαρίζεις σε όσους δεν τ’ αξίζουν».
Όχι, όχι!
Η φιλοσοφία είναι άλλο πράγμα.
Πριν δώσουμε έναν γενικό ορισμό, ας πούμε και δυο λόγια για τη γέννηση της φιλοσοφίας.          
                 
                                                                                                                                                                    Από την εποχή του Διογένη Λαέρτιου είχε τεθεί το ερώτημα. Στους «Βίους φιλοσόφων» ο Διογένης έγραφε: για όσους δεν έχουν αντιληφθεί η φιλοσοφία στην Ελλάδα γεννήθηκε και οι ξένοι πλανώνται αν έχουν διαφορετική γνώμη αφού ακόμα και το όνομά της, στη γλώσσα τους αδυνατούν να αλλάξουν. Επίσης πρέπει να ξέρουν ότι τα επιτεύγματα των Ελλήνων χάρη της φιλοσοφίας τους επιτεύχθηκαν. Οι έλληνες πρώτο φιλόσοφο θεωρούσαν τον Αναξίμανδρο (610-540) που ήταν μαθητής ενός εκ των επτά σοφών της αρχαιότητας του Θαλή του Ίωνα από τη Μίλητο (624-547).
Ο Θαλής ήταν εμπνευστής της γεωμετρίας και της αστρονομίας ενώ ο Αναξίμανδρος διάδοχος της πρώτης Φιλοσοφικής Σχολής των Φυσιοκρατών (Υλιστών) που θεωρούσε πρώτη αρχή του κόσμου το Άπειρο, σαν απροσδιόριστη ύλη που ήταν αγέννητη, άφθαρτη και αθάνατη που βρίσκεται σε αιώνια και αδιάκοπη κίνηση. Ο Ηράκλειτος (540-480) έμεινε στην αιωνιότητα με την περίφημη φράση του που σαν αξίωμα και σήμερα χρησιμοποιούμε. Ναι, «τα πάντα ρει» και σ’ αυτό κανένας δεν διαφωνεί! 

  

Δεν χρειάζεται νομίζω να πούμε τίποτε περισσότερο. Οι πρώτες αρχές, σαν αξιώματα, που σήμερα η Επιστήμη χρησιμοποιεί, από τότε είχαν μπει.
Τώρα μπορούμε, νομίζω, να δώσουμε ένα γενικό ορισμό, τι εννοούμε φιλοσοφία, χωρίς να παρεκκλίνουμε εννοιολογικά από εκείνους που πρώτοι προσπάθησαν να πάρουν απαντήσεις ρωτώντας, όχι το Ιερατείο ως έκαναν οι ποιητές των μύθων, αλλά από τη φύση την ίδια, περνώντας ομαλά από το μύθο στο λόγο και τη σοφία της φύσης, του όλου δηλαδή, αυτό που λέμε αντικειμενική πραγματικότητα.
Φιλοσοφία είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να ανακαλύψει την αλήθεια των όντων (αυτών που υπάρχουν δηλαδή) και των φαινομένων της πραγματικότητας. Επίσης πρέπει να γνωρίζουμε ότι η επιστήμη είναι εκείνη που μελετά το σύνολο των φαινομένων της ύλης σε σχέση με την κίνηση και τις διάφορες μορφές των μετατροπών της.
Ανάμεσα στους δυο αυτούς ορισμούς φαίνεται μία ουσιαστική σύνδεση όπου η επιστήμη και η φιλοσοφία συνδέονται, γιατί η μια στηρίζει την άλλη. Αν ανάμεσα στις δύο χαθεί αυτή η σχέση τότε σημαίνει ότι η μια από τις δυο διατυπώνεται  λανθασμένα. Η φιλοσοφία, που μπορεί αυτό να το κάνει καλύτερα, είναι ο Διαλεκτικός Υλισμός.

   
Από την αρχαιότητα, όταν ο άνθρωπος αποφάσισε να φιλοσοφήσει, φιλοσόφησε υλιστικά (φυσιοκρατικά) προσπαθώντας να εξηγήσει τον κόσμο. Οι πρώτοι Έλληνες στοχαστές της Φυσιοκρατικής σχολής της Μιλήτου απομυθοποίησαν τον κόσμο δίνοντας εξηγήσεις θεμελιώνοντας έτσι την πρώτη θεωρητική γνώση. Έκτοτε η φιλοσοφική σκέψη, όταν είναι επιστημονική, τεκμηριώνει το επιστημονικό πείραμα και η επιστήμη με τη σειρά της επιβεβαιώνει το φιλοσοφικό στοχασμό. Ο ένας δηλαδή συμπληρώνει τον άλλον. Οι Επιστήμες γεννούν τις επιστημονικές έννοιες με το πείραμα ή με την εξήγηση του φαινομένου και η φιλοσοφία αναλύει σε βάθος τις έννοιες που χρησιμοποιεί η επιστήμη.
Αυτός είναι ο λόγος που στο blog αυτό με τόσο ζήλο προσπαθώ να συνδέσω τη φιλοσοφία με την επιστήμη. Όμως, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, ανάμεσα στις σχολές που αυτό μπορεί να το κάνει καλύτερα, μόνο μία μπορεί: ο Διαλεκτικός Υλισμός, γιατί μόνο αυτός απορρίπτει τις Ιδεαλιστικές σχολές που βρίσκονται σε ολοκληρωτική αντίθεση με την επιστημονική νομιμότητα. Για να αντιληφθεί κανείς τις ουσιαστικές και καθολικές αντιθέσεις ανάμεσα στον Υλισμό και Ιδεαλισμό πρέπει να αναγνωρίσει αυτό που στη φιλοσοφία λέγεται «Βασικό ζήτημα (ή πρόβλημα) της φιλοσοφίας. Περισσότερα για το θέμα αυτό, για να μην επαναλαμβάνομαι εδώ: Τα δυο στρατόπεδα της φιλοσοφίας.[http://epic-atheist.blogspot.gr/2008/01/blog-post_08.html].


   

Πέρα απ όσα είπαμε ως εδώ, ο ψαγμένος αναγνώστης του Διαλεκτικού Υλισμού ας γνωρίζει τις σημαντικότατες αλήθειες της φιλοσοφίας που διάσπαρτα στο blog αυτό με έμφαση θίγω συνεχώς.
Να μερικά ψήγματα που έχουν ειδικό βάρος στην έρευνά μας: 


 Η φιλοσοφία δεν είναι φλυαρία περί ανέμων και υδάτων που εντυπωσιάζουν με ωραίες φάσεις τον αναζητητή της αλήθειας.
Όταν φιλοσοφούμε κυρίως πρέπει να αναφερόμαστε στην αντικειμενικότητα του κόσμου μας. Γι αυτό πρέπει να γνωρίζουμε ότι η φιλοσοφία και η επιστήμη συνδέονται στενά και γι αυτό πρέπει να έχουν κυρίως πρακτική αξία.


  Ο κόσμος μας είναι υλικός.
Η ύπαρξη αναφέρεται στο «είναι», το πνεύμα στη «νόηση» έχοντας πάντα υπ όψιν ότι το πνεύμα είναι παράγωγο της ύλης. Η γνώση λοιπόν και η πρακτική, αποτελεί την άμεση απόδειξη ότι ο κόσμος μας είναι αντικειμενικός και υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς.
Γι αυτό αναγκαίο είναι να γνωρίζουμε ότι το Είναι ταυτίζεται με τη Φύση.


  Ο κόσμος μας γίνεται γνωστός με τη βοήθεια, όχι μόνον των περιορισμένων αισθητηρίων μας, αλλά και μέσω των επιστημονικών οργάνων. Και αυτών που ανακαλύψαμε και εκείνων που θα ανακαλυφτούν στο μέλλον. Γι’ αυτό και η γνώση ή αυτό που σήμερα αναγνωρίζουμε σαν αληθές είναι, όχι μόνο σχετικό, άλλα και ιστορικά καθορισμένο και δεν αποκτιέται μόνο με τη μάθηση αλλά μέσω της πρακτικής γίνεται οργανικό στοιχείο της ανθρώπινης δραστηριότητας!
Αυτός είναι ο λόγος που η γνώση αποκομμένη από την πρακτική γίνεται το πολύ - πολύ μία φιλολογία ή καλύτερα μία ανούσια ιδεαλιστική φιλοσοφία.


  Ο Ιδεαλισμός βρίσκεται σε μεγαλειώδη αντίφαση με την αντικειμενικότητα του κόσμου μας. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια φλυαρία που μας αλλοτριώνει, παραμορφώνοντας τον κόσμο μας αντιστρέφοντας τη λογική.


  Η φιλοσοφία αναλύει και διατυπώνει τους γενικούς νόμους της κίνησης της ύλης. Η επιστήμη εξιχνιάζει τους νόμους του ειδικού που αποτελούν μία αδιάσπαστη ενότητα, την ενότητα του γενικού με το ειδικό, τη θεωρία δηλαδή με την πράξη. Έτσι, η φιλοσοφία ερμηνεύει ολόκληρη την ιστορική πορεία της επιστήμης και μέσα από τη Διαλεκτική καταφέρνει να ξεπεράσει τους φιλοσοφικούς σκοπέλους των επιστημολογικών σφαλμάτων που συχνά εμφανίζονται στην πορεία για την κατανόηση της φύσης και του κόσμου γενικότερα.


  Ο κόσμος μας στην κυριολεξία βρίσκεται σε ένα αέναο γίγνεσθαι.
«Τα πάντα ρει» έλεγε ο Ηράκλειτος και η αλήθεια αυτή είναι τόσο σωστή που η επιστήμη στην γενικότητα αυτή στηρίχτηκε ώστε η Διαλεκτική να γίνει η έκφραση της κίνησης της πραγματικότητας. Η φύση διαρκώς αλλάζει. Η μια μορφή της ύλης περνά σε άλλη, συνεχώς κινείται και μετασχηματίζεται.


  Τίποτε δεν χάνεται, όπως και τίποτα από το τίποτε δεν γεννιέται. Ακόμα και σήμερα, επιστημονικά σαν αρχή, στηριζόμαστε στην διατήρηση της ενέργειας και φιλοσοφικά, σαν αξίωμα, δεχόμαστε την αφθαρσία της ύλης.
Ναι, ο κόσμος μας είναι αντικειμενικός, η ύλη αυθύπαρκτη και ο χρόνος άπειρος, χωρίς αρχή και τέλος.


  Η ζωή, αποτέλεσμα μακροχρόνιων χημικών αντιδράσεων και διαδικασιών της ανόργανης ύλης, κατάφερε να αυτοοργανωθεί σε πολυσύνθετους οργανισμούς, δίνοντας αντίγραφα του εαυτού της.
Πράγματι, η διαλεκτική σχέση του «δυνάμει και του ενεργεία» δείχνουν ότι η ύλη μπορεί να αυτοοργανώνεται όλο και πιο πολύ, σε μία ανεξάντλητη πολυμορφία, που το εξελικτικό της αποτέλεσμα αδυνατούμε και να φανταστούμε.
Γι αυτό ακριβώς πιστεύουμε ότι η συνείδηση, ο νους, το πνεύμα δηλαδή, σαν δραστηριότητα του εγκεφάλου, είναι παράγωγο της ύλης.


  Η ζωή και η συνείδηση, πρέπει να το αντιληφθούμε καλά, δεν προϋποθέτουν κανένα δημιουργό.
Από τη στιγμή που διαμορφώνονται οι συνθήκες εκείνες που ευνοούν τη ζωή, η ζωή αναπόφευκτα θα εμφανισθεί! Η ζωή, με τη σειρά της, θα επηρεάσει το περιβάλλον και αυτό με τη σειρά του θα γεννήσει νέες μορφές ζωής.
Μέσω της φυλογένεσης θα εμφανιστούν νέα είδη. Ο ανταγωνισμός θα εξαφανίσει τα περισσότερα, όμως οι νικητές θα επιβιώσουν και θα εξελιχθούν!


  Μέσα από τις λίγες αυτές γραμμές θέλω να δείξω ότι η ύλη συνεχώς κινείται. Αυτοοργανώνεται. Εμφανίζονται και εξαφανίζονται ποικίλες μορφές που και αυτές είναι ιστορικά καθορισμένες. Τίποτε δεν γεννήθηκε όπως το ξέρουμε. Τίποτε δεν θα χαθεί χωρίς να προκαλέσει ένα νέο συμβάν.
Το παλιό διαδέχεται το καινούριο. Ο κόσμος συνεχώς αλλάζει σε ένα αέναο γίγνεσθαι.


 Οι νόμοι είναι αυστηροί σαν τα μαθηματικά, όμως κι αυτοί σαν ενδογενής δυνατότητα της ύλης, δημιουργημένοι από την αναγκαιότητα της φύσης.
Έκφραση του τυχαίου και του αναγκαίου είναι ο κόσμος μας και η εξέλιξη μια στιγμή της αέναης νομοτελειακής κίνησης στον κόσμο της αντικειμενικής πραγματικότητας. 


  Τέτοια είναι η Διαλεκτική Φιλοσοφία στην οποία βρίσκουμε την αρμονική συνύπαρξη των αντιθέτων.
Η έκφραση της ενότητας και της πάλης των αντιθέτων είναι η ουσία της Διαλεκτικής!




            



Ουσία και αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας

 του Παναγιώτη Γαβάνα Ένα από τα βασικά ζητήματα που είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί στην αρχή αυτής της σειράς άρθρων που παρουσιάζουμε ανα...