Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φασισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φασισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020

Ο ΣΥΡΙΖΑ στον Γράμμο: Η φάρσα του σοσιαλφασισμού πάει στην άκρη της

Η παρουσίαση του τριημέρου της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ – Φωτό από την 1η σελίδα του φ. 51 της Νέας Ανατολής με την κόκκινη σημαία που υψώθηκε από την ΟΑΚΚΕ στο Γράμμο στις 13 Σεπτέμβρη του 1987

Μεταξύ 6 και 9 Αυγούστου, οι οργανώσεις Σπουδάζουσας της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ διοργάνωσαν «εναλλακτικό camping», όπως το αποκάλεσαν, στο Νεστόριο Καστοριάς, «μια ιστορική περιοχή, όπου πριν από 71 χρόνια τα γεγονότα που συνέβησαν καθόρισαν τη σύγχρονη ιστορία του τόπου».

«Το πρόγραμμα», ανέφεραν οι συριζαίοι νεολαίοι, «ξεκινά με ιστορικό περίπατο στον πύργο Κοτύλης και επίσκεψη στο μνημείο στη θέση Σπανούρα. Ο πύργος της Κοτύλης (ή όπως τον λένε οι ντόπιοι “Χάρο”) κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου αποτελούσε ένα από τα περάσματα του Δ.Σ.Ε προς το Βίτσι. Το καλοκαίρι του 1947 κατά τη διάρκεια σκληρής μάχης αποδεκατίστηκε από τον Ελληνικό Στρατό διμοιρία του τάγματος των ανταρτών, που επιχειρούσε στην περιοχή. Επέζησαν μόνο 3 μαχητές. Γιάννης Θεοδώρου, Νίκος Χατζηβασιλείου και Θάνος Δημητρίου. Πολεμώντας μέχρι και την τελευταία σφαίρα τους αντί να παραδοθούν στις δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού αγκαλιάστηκαν και τραγουδώντας το τραγούδι του Δ.Σ.Ε, “για σε πατρίδα μας Ελλάδα, ζώσαμε τα άρματα ξανά», έπεσαν στον γκρεμό.

Το πρόγραμμα περιελάμβανε ακόμη επίσκεψη στο Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης, καθώς και «ιστορικό περίπατο στο νοσοκομείο του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας», και θα ολοκληρωθεί με εκδήλωση γύρω από τις «βιωματικές αφηγήσεις του Γιάννη Μότσιου, μαχητή του Δ.Σ.Ε και ομότιμου καθηγητή του πανεπιστημίου Ιωαννίνων».

Μέχρι πρόσφατα, και μιλώντας για την περίοδο μετά το 1995, σε κάλπικους παιάνες για τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας μας είχε συνηθίσει κυρίως το ψευτοΚΚΕ, κόμμα - πολιτική «μάνα» του «μετωπικού» ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα αυτό, αφού παράχωσε καλά - καλά και κατασυκοφάντησε το δεύτερο αντάρτικο και τον πολιτικό αρχηγό του, Νίκο Ζαχαριάδη, για 40 ολάκερα χρόνια (1956-1996), σκοτώνοντας το αληθινό ΚΚΕ και φορώντας τα ρούχα του θύματος, έκανε τον επιτυχημένο εισοδισμό του στην κλασσική αστική τάξη κι έπειτα άρχισε ξαφνικά από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 να υμνεί έναν ολότελα φτιαχτό, νεοτροτσκιστικό, ντούρο «αντικαπιταλιστικό» ΔΣΕ, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της υποτιθέμενης «αριστερής - αριστερίστικης» στροφής του ολωσδιόλου δεξιού και σοσιαλφασιστικού-ρεβιζιονιστικού ρώσικου πρακτορείου του Περισσού. Εννοείται βέβαια ότι αφού ο εισοδισμός είχε πετύχει και το ψευτοΚΚΕ είχε μπει ακόμη και σε κυβερνήσεις μαζί με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ ως ενιαίος ΣΥΝ το 89-90, ο νεόκοπος «ΔΣΕιτισμός» των κνιτών δεν ενόχλησε κανέναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κανέναν παπά και κανέναν γραφειοκράτη, που δε χάνουν ευκαιρία να εκδηλώσουν το «σεβασμό» τους στις «αρχές» και τη «συνέπεια» των Παπαρήγα, Κουτσούμπα και σία.

(Mέχρι τότε όλοι πλην της κάποτε συνεπούς τάσης μέσα στη μ-λ επαναστατική Αριστερά, που παιδί της -και η μόνη οργανωμένη πολιτικοϊδεολογική επιβίωσή της- είναι η ΟΑΚΚΕ, και μιας χούφτας παλιών μαχητών πολιτικών προσφύγων, κρατούσαν το Δημοκρατικό Στρατό θαμμένο ή τον συκοφαντούσαν. Όταν η ΟΑΚΚΕ, μαζί με συντρόφους της πολιτικούς πρόσφυγες - κομμουνιστές του παλιού ΚΚΕ ύψωσε στο Γράμμο, τον Σεπτέμβρη του 1987, μια κόκκινη σημαία και ένα πλακάτ που έγραφε «Τιμή και Δόξα στον ΔΣΕ», οι γύπες του σοσιαλφασιστικού ρεβιζιονισμού, επί εποχής του ανοιχτά δεξιού γκορμπατσοφισμού, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να θάψουν κάθε μνήμη και κάθε δίδαγμα του β΄ αντάρτικου).

Ο χώρος των μειοψηφικών ανανεωτικών του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ (που γίνανε ΔΗΜΑΡ και σήμερα ξαναγύρισαν στην αγκαλιά των κνιτών του Τσίπρα) κρατούσε την παλιά, ρεφορμιστική γραμμή του «Κ»Κεσωτερικού των Παρτσαλίδηδων περί ΔΣΕ «αριστερίστικου τυχοδιωχτισμού του Ζαχαριάδη», ενώ οι πλειοψηφικοί κνίτες του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ (που είχανε μέσα κι εκείνους που αργότερα έγιναν ΛΑΕ) δέχονταν τον ΔΣΕ ως «πατριωτικό αντιαμερικανικό» και συνήθως επέκριναν το στόχο για σοσιαλιστική λαϊκή δημοκρατία που έθεσε ο Ν. Ζαχαριάδης στην 5η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ το Γενάρη του ‘49, καθώς και τη διεθνιστική γραμμή του ΚΚΕ και του ΔΣΕ στο ζήτημα της εθνικά μακεδονικής μειονότητας και του μακεδονικού έθνους, η οποία ήταν ακριβώς και ο λόγος που ο ιμπεριαλισμός και οι μοναρχοφασίστες έστηναν τους κομμουνιστές και τους συμμάχους τους, πατριώτες και δημοκράτες, στον τοίχο και τους έσερναν κατά χιλιάδες στα στρατοδικεία.

Κλασσικός αστικός Τύπος, φιλελεύθεροι και παλαιοδεξιοί δημοσιολόγοι κάγχασαν στην είδηση της εκδήλωσης των νεολαίων του ΣΥΡΙΖΑ, με τους πιο οξυδερκείς από αυτούς να επισημαίνουν πόσο γελοίο είναι ένα κόμμα που κυβέρνησε εφαρμόζοντας σκληρά μέτρα περιορισμού λαϊκών εισοδημάτων στο όνομα του να κρατηθεί στην καρέκλα της εξουσίας και με συνεχείς και εγκάρδιου χαρακτήρα συναντήσεις με προέδρους, πρωθυπουργούς και πρέσβεις χωρών της Δύσης να υποδύεται ταυτόχρονα τη συνέχεια του επαναστατικού αντάρτικου του ΔΣΕ. Οι λιγότερο οξυδερκείς και αθεράπευτα αντικομμουνιστές είδαν μια ακόμη επιβεβαίωση του «βαθέως κομμουνιστικού» χαρακτήρα του κόμματος του Τσίπρα κι έτσι νομίζουν για άλλη μια φορά πως «καθάρισαν» με το φάντασμα της πραγματικής δημοκρατικής και επαναστατικής Αριστεράς και του κομμουνισμού που κυνηγά την ελληνική άρχουσα τάξη εδώ και δεκαετίες, ταυτίζοντάς τους με τον ανυπόληπτο στο λαό και απόλυτα σάπιο ΣΥΡΙΖΑ.

Κανείς τους πάντως δεν κατάλαβε τη βαθύτερη σημασία του να πηγαίνει ο ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή το κυβερνητικό - μετωπικό - ανοιχτά αστικό ψευτοΚΚΕ που έχει ντυθεί «νέο ΠΑΣΟΚ», δηλαδή το μαζικό λαϊκό «αντιδεξιό» κόμμα, στον Γράμμο για να υμνήσει τάχα την σοσιαλιστική - αντιιμπεριαλιστική επανάσταση, την οποία οι ίδιοι οι κνίτες ηγέτες μετά το 1956 σκότωσαν, ταπείνωσαν και έσυραν στη λάσπη.

Το άδειο κέλυφος

Τι σημαίνει όμως τελικά η όψιμη «αγάπη» του ΣΥΡΙΖΑ των νεοκαραμανλικών κυπατζήδων Παπαγγελόπουλων, των καταγγελόμενων εκβιασμών σε δικαστικούς, της πολιτικής κτηνωδίας έναντι των θυμάτων της φονικής φωτιάς στο Μάτι, των ακροδεξιών ή και φιλοταγματασφαλιτών συμμάχων τύπου Καμμένου και εκδοτών - διευθυντών φυλλάδων τύπου «Δημοκρατίας» και της σημερινής «Εστίας», της προσπάθειας ελέγχου και άλωσης των ΜΜΕ, των πουτινικών νεοολιγαρχών Σαββίδηδων για τον ΔΣΕ; Γιατί δεν τους φτάνει, όπως συνέβαινε τόσα χρόνια, ο ανασκολοπισμός της ιστορίας του μεγαλειώδους αντιφασιστικού ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και το χάιδεμα κάθε παρέκκλισης και κάθε σοβαρού ή έστω δευτερεύοντος λάθους του κινήματος εκείνου (τα οποία οι ίδιοι υμνούν ως σωστά) και αναγκάζονται να μπουν στα χωράφια του ανώτερου σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο οργάνωσης άλματος του προλεταριάτου και της φτωχής αγροτιάς στην ιστορία της χώρας μας, που αποτελούσε ο Δημοκρατικός Στρατός;

Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει πρακτικά την ιστορία όπως ακριβώς και τα αφεντικά του ίδιου και του ψευτοΚΚΕ, οι Ρώσοι σοσιαλιμπεριαλιστές: ως όχημα συμβόλων που χρησιμοποιούνται για τους ακριβώς αντίθετους σκοπούς από εκείνους που συμβόλισαν κάποτε. Όπως ο Αδόλφος Πούτιν εισβάλει και κόβει κομμάτια της ανεξάρτητης Ουκρανίας ουρλιάζοντας «αντιφασιστικά» και φτιάχνοντας ακόμη και ψεύτικες «αντιφασιστικές εξεγέρσεις» και «λαϊκές δημοκρατίες», τις οποίες κυβερνάνε φιλορώσοι ταγματαλήτες και ναζιστικά - αντισημιτικά κατακάθια, προκειμένου να παραλύει την αυθόρμητη αριστερά της βάσης σε όλο τον πλανήτη και να μη συναντά αντιδράσεις ή και να επιδοκιμάζεται ως «αντίβαρο στην ιμπεριαλιστική Δύση», έτσι και τα παραπαίδια του στην Ελλάδα δίνουν «υδραργυρικά» σε κάθε μεγαλειώδη στιγμή της ιστορίας του λαϊκού κινήματος τη μορφή και το σχήμα που βολεύει τις σημερινές άνομες και αντιδραστικές στοχεύσεις τους.

Το κόμμα του Τσίπρα έχει καταπιεί το μεγαλύτερο μέρος του ΠΑΣΟΚ και, με τη βοήθεια σοσιαλφασιστών που είναι εδώ και δεκαετίες ντυμένοι σοσιαλδημοκράτες (Μπίστης, Κουβέλης, Ρεπούση κλπ.) και μερικών υφεσιακών προς τον σοσιαλφασισμό πραγματικών σοσιαλδημοκρατών (π.χ. Μουζέλης), εν πολλοίς έχει καταφέρει να εισοδήσει στις δυτικές καγκελαρίες και στους ευρωσοσιαλιστές ως κόμμα εξουσίας που αργά ή γρήγορα θα επιστρέψει στο Μαξίμου. Αυτό συμβαίνει βέβαια με την πολύτιμη βοήθεια και των κρυφοσυριζαίων του Λαλιώτη που σκοτώνουν από τα μέσα κάθε προοπτική ανάταξης του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, προκειμένου τελικά να σύρουν το ταλαιπωρημένο κουφάρι του σε συμμαχία - υποταγή στον ΣΥΡΙΖΑ. Την ίδια ώρα λοιπόν, ο Τσίπρας βάζει τη νεολαία του να σκαρφαλώνει στον Γράμμο.

Αυτό δεν το το κάνει απλά και μόνο για να κλείνει το μάτι και να ελέγχει ιδεολογικά και πολιτικά τον δορυφοροποιημένο γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ «κόσμο του κινήματος» (τροτσκιστές, νεοκνίτες αναρχικούς, «μ-λ» νεοτροτσκιστές, φιλοσυριζαίους «διαφωνούντες» εντός, εκτός και επί τ’ αυτά του ψευτοΚΚΕ κλπ.). Σ’ αυτόν τον εντελώς πια χωρίς αρχές χυλό (όσον αφορά τουλάχιστον τα στελέχη), ο οποίος σε πολύ μεγάλο βαθμό στις τελευταίες εκλογές έστειλε έμμεσα τη βάση του να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ ως «ανάχωμα στη δεξιά παλινόρθωση», η Κουμουνδούρου λέει: «Μη φοβάστε τίποτε, είμαστε πιο αριστεροί από ποτέ, όλες οι σοσιαλδημοκρατικές και ψευτορεαλιστικές μανούβρες μας είναι για να κερδίσουμε την κρίσιμη μάζα των αλλοτριωμένων μαζών, που τα ΜΜΕ και η Δεξιά κοιμίζουν και επηρεάζουν. Η καρδιά μας είναι πάντα κόκκινη και αντιδυτική. Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, όποτε κι αν έλθει, αργά ή γρήγορα, ενάντια στην αντικινηματική, αυταρχική ΝΔ θα είναι και δική σας νίκη, και το ξέρετε, όσο κι αν γκρινιάζετε αντικαπιταλιστικά. Βοηθήστε μας λοιπόν φωνάζοντας παντού ότι σίγουρα, παρά τα λάθη ή τα αμαρτήματά μας, είμαστε καλύτερη ή λιγότερο χειρότερη επιλογή σε σχέση με τη ΝΔ». Πρόκειται για την κλασσική διπλή γλώσσα του φασισμού, στην οποία επιμένουμε πολύ και η οποία είναι αλάνθαστη απόδειξη αντιδραστικότητας ενός πολιτικού ρεύματος, όπως έχουμε τονίσει και στο παρελθόν.

Αυτό που επιχειρεί τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σε ανώτερο επίπεδο εκείνο που έκανε ο Ανδρέας Παπανδρέου ήδη από τη δεκαετία του ‘70 και που τον οδήγησε στην εξουσία: είναι το μέτωπο του αντιδραστικού ή εν πάση περιπτώσει επιδερμικού και διόλου διυλισμένα προοδευτικού «αντιδεξιισμού» του σωβινιστικού, βενιζελικού Κέντρου με κάθε οπορτουνιστικό, σεχταριστικό, δεξιό και αντιδραστικό ρεύμα το οποίο εκδηλώθηκε σαν τάση μέσα στις γραμμές του παλιού ΚΚΕ, του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. Είναι δηλαδή μία μίξη της χρυσαυγίτικης κοπής ρητορικής του Πολάκη για τα «λαμόγια και τους κλέφτες», που συγκινεί πολύ μια ανδρεοπαπανδρεϊκά διαπαιδαγωγημένη μάζα, με έναν κάλπικο ΔΣΕ χωρίς τον εμβληματικό διεθνισμό του, χωρίς τη δουλειά στην μακεδόνικη και την τούρκικη μεινότητα που εξόργιζε τους σωβινιστές, χωρίς λαϊκές συνελεύσεις και δημοκρατία στη βάση, χωρίς τη γραμμή για εκβιομηχάνιση, παραγωγή και σπάσιμο των δεσμών εξάρτησης της χώρας από τον ιμπεριαλισμό, χωρίς την γραμμή της πολιτιστικής επανάστασης στο χωριό και του σπασίματος των αντιδραστικών παπαδίστικων παραδόσεων (με διαπαιδαγώγηση μέσα από την ίδια την πείρα των ανθρώπων και όχι με τη βία), και πάνω απ’ όλα χωρίς τη λογική της συντριβής του εξαρτημένου, εξαμβλωματικού και υπεραντιδραστικού κράτους της άρχουσας τάξης, όπως θέλει κάθε πραγματικό επαναστατικό κόμμα.

Ενός κράτους το οποίο, εντελώς αντίθετα με το παλιό ΚΚΕ και τον ΔΣΕ, ο ΣΥΡΙΖΑ με χαρά χρησιμοποίησε και μάλιστα προσπάθησε και προσπαθεί να αλώσει, μαζί με το ψευτοΚΚΕ, ήδη από τη δεκαετία του ‘80. Ένας ΔΣΕ χωρίς όλα τα παραπάνω λοιπόν, που καθόρισαν και χαρακτήρισαν το μεγαλείο του, είναι ουσιαστικά ένας ψεύτικος, αντεστραμμένος κνιτοσυριζέικος ΔΣΕ, άδειος από κάθε δυνατότητα να εμπνεύσει τους νέους αγώνες του λαού για ανεξαρτησία, ψωμί, δημοκρατία και κοινωνική αλλαγή. Αυτή την κοινωνική αλλαγή, που τελικά οδηγεί στην εξουσία των εργαζομένων και στον σοσιαλισμό, τη φοβάται πολύ η παλιά κλασσική δεξιά αντίδραση, αλλά την τρέμει ακόμη πιο πολύ η κάλπικη, σοσιαλφασιστική, δήθεν φιλεργατική ψευτοαριστερά των ψευτοΚΚΕ - ΣΥΡΙΖΑ.

Το πιο σημαντικό, όπως ο κνίτικος και παπανδρεϊκός σοσιαλφασισμός επέβαλε στην παλιά, πάλαι ποτέ δυτικόφιλη Δεξιά να «γονατίσει» όχι μπροστά στο πραγματικό αντιναζιστικό και εθνικοαπελευθερωτικό ΕΑΜ, αλλά μπροστά στο ρωσόδουλο σκιάχτρο του ΕΑΜ των προδοτών του σοσιαλισμού και κάθε προόδου Φλωράκηδων και πασόκων, έτσι τώρα - και σε ανώτερο επίπεδο ο ΣΥΡΙΖΑ - ξεκινάει να χτίζει τη νέα «εθνική ενότητα» στην αντιδυτική από τα δεξιά γραμμή που ζυμώνει ο ψευτοφιλόσοφος του Κρεμλίνου, υπεραντιδραστικός Αλεξάντερ Ντούγκιν: Ευρώπη και Ρωσία πρέπει να ξωπετάξουν την αγγλοαμερικάνικη, αγγλοσαξονικού τύπου φιλελεύθερη δημοκρατία, που αποθεώνει την ατομική ελευθερία και να αγκαλιαστούν υπό τη σκέπη του νέου παπαδίστικου «κολλεκτιβισμού» παραδοσιακού (και διόλου μαρξιστικού - σοσιαλιστικού) τύπου, ενός σπαρτιάτικου, κίβδηλου νεο-«κομμουνισμού» με λίγα υλικά αγαθά, ελάχιστη σύγχρονη παραγωγή και πολύ χωριό, θρησκεία, μικρές κοινότητες, αντιδραστική παράδοση, μεταφυσική, μίσος για την τεχνολογία και τις συναρπαστικές δυνάμεις που αυτή (στην πραγματικότητα ο συλλογικός άνθρωπος - δημιουργός της) απελευθερώνει. Όπως το ΕΑΜ έγινε στα χέρια των κνιτοπασόκων σύμβολο ενός εκτός τόπου και χρόνου αντιαγγλισμού (στο βάθος αντιευρωπαϊσμού), έτσι και το πέρασμα στην υποτιθέμενη «λατρεία» του ΔΣΕ από τους πραξικοπηματιστές του ΣΥΡΙΖΑ ολοκληρώνει και στεφανώνει τον ντουγκινισμό με τον απαραίτητο - και πάλι εκτός τόπου και χρόνου - αντιαμερικανισμό. Γι’ αυτό και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φοβάται μήπως χάσει με την κίνηση αυτή της νεολαίας του τις ρατσίστριες δεξιές Παπακώστα του, τους χουντοδεξιούς και μοναρχικούς ΑΝΕΛίτες που απορρόφησε, τους κυπατζήδες του και κυρίως τους εθνικιστές πασόκους του. Σε όλους αυτούς δεν λέει κουβέντα για τον πραγματικό ΔΣΕ και το τι εξέφραζε, αλλά τον παρουσιάζει ως τον «απόλυτο αντιδυτικό στρατό» που θα μας έφερνε μια ώρα αρχύτερα κοντά στην τάχα «αιώνια» σύμμαχό μας, Μόσχα, ανεξαρτήτως του αν στο Κρεμλίνο βρίσκεται ο μακελάρης τσάρος Νικόλαος ο Β΄, ο προλετάριος επαναστάτης Στάλιν ή ο χιτλεροφασίστας διαμελιστής χωρών Πούτιν.

Γι’ αυτό και κανείς από τους νεόκοπους κλασσικούς δεξιούς και πασόκους συμμάχους και βαστάζους του τάχα «ριζοσπάστη αριστερού» ΣΥΡΙΖΑ δεν βγάζει άχνα και δεν «ξεσπαθώνει» αντικομμουνιστικά κατά της νεολαίας του. Οτιδήποτε ενοχλεί τα χειρότερα κομμάτια της άρχουσας τάξης στην κληρονομιά του ΔΣΕ θάβεται, ενώ διατηρείται μονάχα το στοιχείο ότι τότε - συγκυριακά - ο κύριος πολιτικός εχθρός της προόδου είχε το κεφάλι και τα επιτελεία του στις πρωτεύουσες της Δύσης. Όμως αυτό συνέβαινε γιατί απέναντί του, στο Κρεμλίνο, ο δυτικός ιμπεριαλισμός, μετά την ήττα του Χίτλερ το ‘45, είχε πολιτικούς εκπροσώπους του προλεταριάτου και όχι μεσαιωνικούς τσάρους και νεοχιτλερικούς φασίστες. Αυτή η μικρή λεπτομέρεια κάνει όλη τη διαφορά και αυτήν ακριβώς είναι που συσκοτίζουν οι κνιτοτσιπραίοι, που έχουν το θράσος να πατάνε το ποδάρι τους στον μαρτυρικό Γράμμο. Η ελληνική άρχουσα τάξη των ανιψιών Καραμανλήδων, των Παυλόπουλων, των Παπαγγελόπουλων και φυσικά των μικροαστών πασόκων δεν έχει κανένα πρόβλημα να ντυθεί ακόμη και «αντάρτισσα» του ΔΣΕ που τόσο μίσησε, αφού ο Πούτιν και οι βαστάζοι του, τύπου Τσίπρα, της τάζουν όσα εθνικιστικά, επεκτατικά και παρασιτικά όνειρα τής στέρησαν τάχα οι δυτικοί «προστάτες» της στην προηγούμενη ιστορική φάση.

Με δυο λόγια, ο απόλυτα «δυτικός» (με τη μαρξιστική, προοδευτική και διαφωτιστική έννοια του όρου) ΔΣΕ του Ν. Ζαχαριάδη, που πάλευε ενάντια στην «ανατολίτικη», καθυστερημένη Ελλάδα της παπαδοκρατίας, των καραβανάδων μεγαλοϊδεατών, της χωροφυλακίστικης αντίδρασης και της υπανάπτυξης, όπως την ήθελε ο τότε κυρίαρχος δυτικός (βασικά αγγλοαμερικάνικος) ιμπεριαλισμός, γίνεται στα χέρια των σοσιαλφασιστών «αντιδυτικός», πρόδρομος εκείνων που πολεμάνε από ανεμογεννήτριες και εργοστάσια μέχρι ξενοδοχεία και εξορύξεις, με όχημα τον παπαδίστικο, μικροαστικό αντικαπιταλισμό της μικρής παραγωγής και της «μικρής λαϊκής κοινότητας του χωριού μακριά από την αλλοτρίωση της σύγχρονης τεχνολογίας», που τους τον έχει διδάξει τόσο η ελληνική αρχαιόπληκτη, βυζαντινή και αντιπαραγωγική αντίδραση, όσο και - κυρίως - ο νεοχιτλερικός ρώσικος ιμπεριαλισμός.

Ο κάλπικος «ΔΣΕ» του ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα άδειο κέλυφος, όπως άδειο κέλυφος ήταν και το κάλπικο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που πουλούσε ο Α. Παπανδρέου και ο αρχηγός του ψευτοΚΚΕ και ιδρυτής του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ Φλωράκης τη δεκαετία του ‘80, προκειμένου να σαπίζουν από κοινού τους παλιούς αγωνιστές, να τους εξαρτούν από το αστικό κράτος και να τους έχουν βαστάζους, περιφέροντάς τους σαν αγωνιστικά «σκιάχτρα» της κνιτοπασοκικής, αντιδυτικής από τα δεξιά εξουσίας τους.

Λίγοι σκέφτονταν τότε ότι τόσο ο τάχα «ριζοσπαστικοποιημένος προς τα αριστερά» μεγαλοαστός Ανδρέας Παπανδρέου, που ήταν γνωστός αντικομμουνιστής όλη την περίοδο 1940-1960 (κρύβοντας την τροτσκιστική του φυσιογνωμία) και είχε αρνηθεί να υπογράψει ακόμη και ψήφισμα για τη σωτηρία του Νίκου Μπελογιάννη στις ΗΠΑ όπου βρισκόταν το 1952, όσο και οι ηγέτες του ψευτοΚΚΕ, που είχαν καταταλαιπωρήσει τους πλειοψηφικούς κουκουέδες, ζαχαριαδικούς αγωνιστές στην Τασκένδη και στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, με εξορίες, ψυχιατρεία, απολύσεις από τις δουλειές και άλλες παλιανθρωπιές προκειμένου να τους αναγκάσουν να υποταχτούν στους Χρουστσόφ, Μπρέζνιεφ και στους διορισμένους - δοτούς κνίτες ηγέτες, κάθε άλλο παρά φίλοι και συνεχιστές της κληρονομιάς του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ ήταν. Το δώρο της αναγνώρισής της εαμοελασίτικης αντίστασης το ‘82, χωρίς ταυτόχρονα να πειραχτεί ούτε τρίχα από το ταγματαλήτικο και χίτικο κράτος που τότε είχε ήδη ζωή 40 χρόνων, ήταν δηλητηριασμένο. Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε πόσο εύκολα συνεργάστηκε ο ψευτοΔΣΕίτης ΣΥΡΙΖΑ, πολιτικό παιδί των Φλωράκη - Παπανδρέου, με τους χίτες των ΑΝΕΛ και της νεοκαραμανλικής κλασσικής αντίδρασης, με τους παπάδες και τους σωβινιστές ΟΥΚάδες του στρατού.

Ο αντιαμερικανισμός φερετζές της υποταγής στην πουτινική Ρωσία στα ελληνοτουρκικά

Πρόκειται για τα «αντιδεξιά» (παλαιότερα κατά της παλιάς, κλασσικής Δεξιάς, στη σύγχρονη εποχή ανοιχτά αντι-αστοδημοκρατικά σε συμμαχία με την φασιστική ακροδεξιά) μέτωπα της νέας, σοσιαλφασιστικής Δεξιάς των ψευτοΚΚΕ - ΣΥΡΙΖΑ - Λαλιώτη, που επιχειρούν να σύρουν πάντα πίσω τους, πέραν της βάσης της Αριστεράς, τόσο τον κεντρώο σωβινισμό, όσο και μια μικροαστική δημοκρατική μάζα που ακολουθούσε το Κέντρο και αργότερα το ΠΑΣΟΚ. Εξ ου και ο εσχάτως «λάβρος αντιτούρκος» Τσίπρας κατηγορεί τελευταία τη ΝΔ για «μειοδοσία» έναντι του Ερντογάν, προκειμένου να πιέσει ώστε η Ελλάδα να ακολουθήσει «πολεμική αντιτούρκικη γραμμή» μέσα στην ΕΕ και να στείλει τον πρόεδρο της Τουρκίας μια ώρα αρχύτερα στην αγκαλιά του Πούτιν, καθώς και για να γιγαντωθεί στη χώρα και εντός της ΝΔ ο αντιτούρκικος σωβινισμός, ο οποίος θα κάνει μια χαψιά τους μειοψηφικούς ευρωφιλελεύθερους και ειρηνιστές. Αυτούς θα τους σκοτώνουν οι ρωσόδουλοι Καραμανλής - Σαμαράς και θα τους μαχαιρώσει την κρίσιμη στιγμή στην πλάτη ο ψευτοφιλελεύθερος Μητσοτάκης, υποτακτικός των δύο προηγούμενων και ρωσόδουλος, με πρώτο θύμα την ίδια του την αδελφή.

Την ώρα μάλιστα που τουλάχιστον στη μορφή οι ΗΠΑ χτυπούν ορισμένες άδικες θέσεις του Ερντογάν, ειδικά το τουρκολιβυκό μνημόνιο που αγνοεί την ΑΟΖ Κρήτης και Ρόδου, ενώ ο Πούτιν έμμεσα το στηρίζει για να σέρνει πίσω του την Άγκυρα, η υπενθύμιση από τους συριζαίους πολιτικούς απατεώνες - εκτός τόπου και χρόνου - του εντελώς ξένου προς τους ίδιους αντιαμερικάνικου β’ αντάρτικου, το οποίο στηριζόταν από την τότε σοσιαλιστική ΕΣΣΔ (της οποίας τον διάδοχο παριστάνει η νεοτσαρική, νεοχιτλερική Μόσχα του σήμερα), είναι επίσης χρήσιμη για να αποφύγει ο νεόκοπος «αντιτούρκος» αλλά και δήθεν «ευρωαμερικάνος» ΣΥΡΙΖΑ την οποιαδήποτε κριτική στα αφεντικά του στο Κρεμλίνο, που σπρώχνουν Ελλάδα και Τουρκία σε μια άδικη σύγκρουση που έχει σαν κύριο στόχο σε αυτη τη φάση να διασπάσει την ΕΕ και να διαλύσει από την πλευρά του νεοχιτλερικού ρωσοκινεζικού Άξονα και όχι από την πλευρά των λαών το ήδη διασπασμένο ΝΑΤΟ, βαζοντας σαν επιδιαιτητή της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης τη “φίλη” και των δύο χωρών Ρωσία. Ουσιαστικά πρόκειται για την υπεραντιδραστική θέση ότι η τότε διεθνιστική αλληλεγγύη της προλεταριακής ΕΣΣΔ του Στάλιν στο ελληνικό λαϊκό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα δεν οφείλεται στην ταξική φύση και της ίδιας και του κινήματος, αλλά σε κάποιου είδους προαιώνια ελληνορωσική φιλία στη βάση της «ορθόδοξης πίστης», την οποία ζυμώνει στην Ελλάδα το σύνολο σχεδόν της άρχουσας τάξης, το χειρότερο τμήμα της οποίας εκπροσωπούν ο ΣΥΡΙΖΑ και το ψευτοΚΚΕ. Πρόκειται για το θρίαμβο του ντουγκινισμού, τον οποίο μάλιστα διεκπεραιώνει ο «καλύτερος φίλος» του ομπαμικού Πάιατ, δήθεν «πρωταθλητής της δυτικής στροφής» Τσίπρας...


Πάρθηκε από https://www.oakke.gr/antifasism/item/1242-%CE%BF-%CF%83%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B6%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%BC%CE%BF-%CE%B7-%CF%86%CE%AC%CF%81%CF%83%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D-%CF%80%CE%AC%CE%B5%CE%B9-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%AC%CE%BA%CF%81%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82


Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

Για την παγκοσμιοποίηση...


Όπως κάθε αντιδραστικός αντικαπιταλισμός στην ιστορία, έτσι κι αυτός ενάντια στην παγκοσμιοποίηση θέλει και μπορεί να βλέπει μόνο τη μια, την καταστροφική πλευρά του κεφάλαιου. Είναι αδύνατο από την φύση των αντιδραστικών αντικαπιταλιστικών τάξεων, να δουν την πλευρά των παραγωγικών δυνάμεων που το κεφάλαιο εκπροσωπεί και που επί ποινή θανάτου οφείλει διαρκώς να επαναστατικοποιεί. Έτσι όχι μόνο επιτίθενται και στην παραγωγική πλευρά του αλλά βασικά επιτίθενται με περισσότερη λύσσα σε αυτήν γιατί αντιλαμβάνονται ότι οι νέες γιγαντιαίες παραγωγικές δυνάμεις είναι αυτές που θα δώσουν το τελειωτικό μοιραίο χτύπημα σε όλες τις αντιδραστικές τάξεις.

Έτσι λοιπόν επιτίθενται στη συγκέντρωση των παραγωγικών δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα, επιτίθενται στην επικοινωνία και το σπάσιμο των συνόρων και τέλος επιτίθενται στις νέες επιστημονικές και τεχνολογικές ανακαλύψεις. Επιτίθενται δηλαδή σε όλους εκείνους τους παράγοντες στους οποίους το συνειδητό διεθνές προλεταριάτο βλέπει την μελλοντική του απελευθέρωση και ευημερία.

Η κα­πι­τα­λι­στι­κή πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση γε­νικά, δη­λα­δή α­ντι­κει­με­νι­κά-ι­στο­ρι­κά, α­πο­τε­λεί μια προ­ο­δευ­τι­κή δια­δι­κα­σί­α που ο­δη­γεί στην ό­λο και στε­νό­τε­ρη αλ­λη­λο­σύν­δε­ση κρα­τών, ε­θνών και λα­ών, την ο­ποί­α το κε­φά­λαιο πραγ­μα­το­ποιεί α­ντι­κει­με­νικά, ξέ­χω­ρα α­πό τη θέ­λη­σή του, σπά­ζο­ντας μέ­σα α­πό την πα­ρα­γω­γι­κή διε­θνο­ποί­η­ση τα ε­θνι­κά σύ­νο­ρα, δια­δι­κα­σί­α που α­πο­τε­λεί, ε­πί­σης α­ντι­κει­με­νι­κά, μέ­σο προ­σέγ­γι­σης στο σο­σιαλι­στι­κή ε­πα­νά­στα­ση και στο α­τα­ξι­κό μέλ­λον, ό­πως τό­νι­ζε πά­ντα ο Λέ­νιν, αλ­λά και οι Μαρ­ξ - Έν­γκελ­ς.

Σημαίνει αυτό ότι το συνειδητό προλεταριάτο χαιρετίζει τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό; Όχι. Αντίθετα θέλει να ανατρέψει τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, στο βαθμό που είναι κι αυτός μια αναπτυγμένη ώριμη εκδήλωση του ιμπεριαλισμού. Όμως θέλει να τον ανατρέψει όχι επειδή είναι παγκοσμιοποιημένος, αλλά αποκλειστικά επειδή είναι καπιταλισμός. Μάλιστα χαιρετίζει την παγκοσμοιοποιημένη του πλευρά, κυρίως γιατί πάνω σ’ αυτήν θα πατήσει για να την ανατρέψει. Γιατί είναι αυτή η πλευρά που θα αποτελέσει την βάση για την διεθνή ενότητα των εργατών. Μόνο μια τέτοια ενότητα σε τελική ανάλυση θα μπορεί να αντιπαρατεθεί και να νικήσει το διεθνές κεφάλαιο. Και μια τέτοια ενότητα είναι δυνατή πάλι σε τελική ανάλυση μόνο αν δημιουργηθούν όχι απλά οι ιδεολογικοί, αλλά κυρίως οι υλικοί όροι για το πραγματικό, υλικό πέσιμο των συνόρων και για τη συντριβή των εθνικισμών που έχουν αποτελέσει ως τώρα το μεγαλύτερο βαρίδι στην προλεταριακή επανάσταση.

Σημαίνει μήπως αυτό ότι το πέσιμο των συνόρων και η διεθνής ενότητα του κεφάλαιου θα μετριάσει και θα κάνει πιο ανώδυνη την διεθνή ταξική πάλη όπως πιστεύουν μερικοί σοσιαλδημοκράτες, οπαδοί της παγκοσμιοποίησης; Όχι. Αντίθετα θα την κάνει πιο ωμή, πιο ανοιχτή και πιο βίαιη. Μάλιστα μερικοί από τους αντικαπιταλιστές εχθρούς της παγκοσμιοποίησης είναι καλυμμένοι ρεφορμιστές που την τρέμουν ακριβώς επειδή αυτή κάνει πιο ξεκάθαρη την ταξική καταπίεση δηλαδή της στερεί τον εθνικό μανδύα ο οποίος τόσο περιπλέκει τα πράγματα.

Αντίθετα λοιπόν ακριβώς από την “αναγκαστική” θέση του αντικαπιταλιστικού επαναστατικού προλεταριάτου υπέρ της παγκοσμιοποίησης, οι μικροαστοί και κυρίως οι σοσιαλφασίστες αντικαπιταλιστές εξεγείρονται ενάντια στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό κύρια επειδή είναι παγκοσμιοποιημένος. Μάλιστα εξεγείρονται πάνω απ’ όλα γιατί “αφομιώνει τα έθνη”, “καταργεί τις εθνικές ταυτότητες και κουλτούρες” τις “παραδόσεις” κ.λπ. Αυτά τα λέγανε πάντα εθνικιστές, παπάδες και αντισημίτες.

Ασφαλώς από τα ρεύματα της αστικής και μικροαστικής ιδεολογίας, δηλαδή από τους εθνικιστές, τους οπαδούς της επιστροφής στη φύση, τους θρησκόληπτους, τους αντισημίτες και τους ιδεαλιστές κάθε είδους δεν μπορεί να περιμένει κανείς κάτι άλλο. Αυτά τα ρεύματα εκφράζουν τουλάχιστον τον αιώνιο τρόμο της καθυστέρησης μπροστά στην πρόοδο.

Όμως πρέπει να είναι κανείς ξεχωριστά αυστηρός απέναντι σε εκείνους που πολεμάνε την παγκοσμιοποίηση σηκώνοντας τη σημαία του μαρξισμού – λενινισμού. Αυτοί είναι απόλυτα ασυνεπείς και ανέντιμοι χώρια από την αντιδραστική τους θέση. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που αυτοί ακριβώς αποτελούν την ακροδεξιά, δηλαδή την σοσιαλφασιστική πλευρά του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης, στον ίδιο βαθμό με τους ανοιχτούς ναζιστές.
Γι’ αυτούς που παριστάνουν τον μαρξιστή – λενινιστή υπάρχουν άφθονες φράσεις σαν αυτή του Λένιν: “Μένει η παγκόσμια ιστορική τάση του καπιταλισμού να σπάζει τους εθνικούς φραγμούς, να σβήσει τις εθνικές διαφορές και να αφομοιώνει τα έθνη, τάση που από δεκαετία σε δεκαετία εκδηλώνεται με όλο και μεγαλύτερη ισχύ και αποτελεί έναν από ισχυρότερους κινητήρες που μετατρέπουν τον καπιταλισμό σε σοσιαλισμό”.

Α­πό γε­νι­κή ι­δε­ο­λο­γι­κή ά­πο­ψη οι α­ντι-πα­γκο­σμιοποι­η­τές το­πο­θε­τού­νται στην ί­δια πλευ­ρά του ι­στο­ρι­κού ο­δο­φράγ­μα­τος με τους α­να­το­λι­κούς ρω­σο­κι­νέ­ζους μο­νο­πω­λι­στές και βέ­βαια με τους α­νά τον κόσμο νε­ο­να­ζι­στές και ε­δώ με τους χρυ­σαυ­γί­τες, που εί­ναι οι πρώ­τοι και βα­θύτε­ροι πο­λέ­μιοι της “ε­θνο­κτό­νου πα­γκο­σμιο­ποι­ή­σε­ως” των “ε­βραιο­φι­λε­λεύ­θερων”.

Σε ό,τι α­φο­ρά ει­δι­κό­τε­ρα τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση, ό­πως α­πο­κα­λούν την πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση που πραγ­μα­το­ποιεί το δυ­τι­κό ι­μπε­ρια­λιστι­κό μο­νο­πω­λια­κό κε­φά­λαιο α­σκώ­ντας πο­λι­τι­κή, οι­κο­νο­μι­κή α­κό­μα και στρα­τιω­τι­κή ε­πέμ­βα­ση στις μη α­νε­πτυγ­μέ­νες ή α­δύ­να­μες χώ­ρες, αυ­τή μπο­ρεί να εί­ναι ο πιο με­γά­λος ε­χθρός των λα­ών μό­νο ό­ταν και μό­νο στο βαθ­μό που αυ­τή έ­χει α­πέ­να­ντί της κυ­ρί­ως την προ­λε­τα­ρια­κή πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση που εί­ναι η επα­να­στα­τι­κή α­ντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή ε­νό­τη­τα των λα­ϊ­κών οι­κο­νο­μιών ή στο βαθμό που έ­χει α­πέ­να­ντί της γε­νι­κό­τε­ρα την α­ντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κή πα­γκο­σμιοποί­η­ση, δη­λα­δή την σχε­τι­κή ε­νο­ποί­η­ση των οι­κο­νο­μιών των λι­γό­τε­ρο κα­πι­ταλι­στι­κά α­νε­πτυγ­μέ­νων κρα­τών στη βά­ση των αρ­χών του α­μοι­βαί­ου ο­φέ­λους και της μη α­νά­μει­ξης των ι­σχυ­ρών και α­νε­πτυγ­μέ­νων χω­ρών στις ε­σω­τε­ρι­κές υ­πο­θέ­σεις τους. Μια τέ­τοια πε­ρί­ο­δος φι­λε­λεύ­θε­ρης ι­μπε­ρια­λι­στι­κής α­ντί­δρα­σης ή­ταν αυ­τή με­τά τον Β’ πα­γκό­σμιο πό­λε­μο ό­που οι Η­ΠΑ, με νι­κη­μέ­νο το να­ζι­σμό, η­γή­θη­καν της πά­λης ε­νά­ντια στο σο­σια­λι­στι­κό στρα­τό­πε­δο και στους ε­θνο-α­νε­ξαρ­τη­σια­κούς και α­ντια­ποι­κια­κούς α­γώ­νες του Τρί­του Κό­σμου.

Αυ­τή η προ­ο­δευ­τι­κού τύ­που πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση εί­ναι α­ντί­θε­τη στην πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση των φι­λε­λεύ­θε­ρων ι­μπε­ρια­λι­στών που με την μο­νο­πω­λιακή τους συ­γκέ­ντρω­ση, την τε­χνο­λο­γι­κή και χρη­μα­τι­στι­κή τους ι­σχύ αλ­λά και με την πο­λι­τι­κή, α­κό­μα και τη στρα­τιω­τι­κή τους ε­πέμ­βα­ση, ε­πι­χει­ρούν να κυ­ριαρ­χή­σουν στις ε­σω­τε­ρι­κές α­γο­ρές των κρα­τών που οι οι­κο­νο­μί­ες τους βρί­σκο­νται σε προ­μο­νο­πω­λια­κό στά­διο, ο­πό­τε τις ε­μπο­δί­ζουν α­ντι­κει­με­νικά να συ­γκε­ντρώ­νουν τις υ­λι­κο­τε­χνι­κές τους δυ­νά­μεις και το ζω­ντα­νό πα­ραγω­γι­κό τους δυ­να­μι­κό τους μέ­σα α­πό την προ­στα­σί­α -για έ­να με­γά­λο διά­στη­μα- της συσ­σώ­ρευ­σης και του εκ­συγ­χρο­νι­σμού του ντό­πιου πα­ρα­γω­γι­κού τους κεφά­λαιου. Μό­νο έτσι αυ­τές θα μπο­ρού­σαν να στα­θούν με ί­σους ό­ρους στον οι­κο­νο­μι­κό α­ντα­γω­νι­σμό του δυ­τι­κού μο­νο­πώ­λιου.

Ό­μως α­κό­μα και η φι­λε­λεύ­θε­ρη ι­μπε­ρια­λι­στι­κή πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση μπο­ρεί να εί­ναι προ­ο­δευ­τι­κή σε ό­σο βαθ­μό α­ντι­πα­ρα­τί­θε­ται στην πα­γκο­σμιοποί­η­ση που ε­πι­χει­ρούν να πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν με την ω­μή ε­ξω­οι­κο­νο­μι­κή βί­α οι μο­νο­πω­λι­στές α­να­το­λι­κού φα­σι­στι­κού τύ­που, δη­λα­δή οι ι­μπε­ρια­λι­στές ρώ­σι­κου και κι­νέ­ζι­κου τύ­που. Αυ­τοί συσ­σω­ρεύ­ουν πο­λι­τι­κο-δι­πλω­μα­τι­κή, στρα­τιω­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή ι­σχύ α­σκώ­ντας ω­μή βί­α στους λα­ούς τους και εξω­τε­ρι­κή βί­α σε άλ­λους υ­πο­τε­λείς τους λα­ούς και χώ­ρες, ε­πι­διώ­κο­ντας τε­λικά μια βί­αι­η α­να­δια­νο­μή του πα­γκό­σμιου πλού­του ε­ξα­πο­λύ­ο­ντας πό­λε­μο λη­στρι­κού, α­ποι­κιο­κρα­τι­κού α­κό­μα και δου­λο­κτη­τι­κού χι­τλε­ρι­κού τύ­που ε­νά­ντια και σε τρι­το­κο­σμι­κές, αλ­λά και σε άλ­λες ι­μπε­ρια­λι­στι­κές χώ­ρες.

Για να υ­πο­νο­μεύ­σουν την πο­λι­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή ι­σχύ των α­ντι­πάλων τους φι­λε­λεύ­θε­ρων ι­μπε­ρια­λι­στών και για να κερ­δί­σουν στρα­τη­γι­κές θέ­σεις πα­ντού στον κό­σμο στα πλαί­σια της προ­ε­τοι­μα­σί­ας του με­γά­λου πο­λέμου τους, οι φα­σι­στι­κοί κρατι­κο­μο­νο­πω­λια­κοί κα­πι­τα­λι­σμοί συμ­μα­χούν με τις πιο ε­πι­θε­τι­κές, τις πιο σο­βι­νι­στι­κές με­ρί­δες των αρ­χου­σών τά­ξε­ων ό­λων των χω­ρών και υ­πο­θάλ­πουν τα πιο α­ντι­δρα­στι­κά “α­ντι­κα­πι­τα­λι­στι­κά” κι­νήμα­τα των μη κυ­ρί­αρ­χων τά­ξε­ων, κι­νή­μα­τα που θέ­λουν να γυ­ρί­σουν πί­σω τον τρο­χό της ι­στο­ρί­ας, ό­πως εί­ναι αυ­τά των πιο πα­ρα­γω­γι­κά κα­θυ­στε­ρη­μέ­νων τμημά­των της μι­κρο­α­στι­κής τά­ξης ή της πιο πα­ρα­σι­τι­κής κρα­τι­κής γρα­φειο­κρατί­ας ή ε­πί­σης αυ­τά των ο­πα­δών της φυ­σι­κής οι­κο­νο­μί­ας και της πα­τριαρ­χί­ας.

Τέ­τοια εί­ναι η συμ­μα­χί­α των ρώ­σων κρα­τι­κο­ο­λι­γαρ­χών με τις καθυ­στε­ρη­μέ­νες μι­κρο­α­στι­κές μά­ζες στις ο­ποί­ες δου­λεύ­ουν την ου­το­πί­α ό­τι μπο­ρούν να κα­τα­στρέ­ψουν τις σύγ­χρο­νες πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις. Στην πρά­ξη, βέ­βαια, κα­τα­στρέ­φουν μό­νο ε­κεί­νες, τις πιο σύγ­χρο­νες, των α­ντα­γω­νι­στών τους και αυ­τές μόνο εν μέ­ρει. Αυ­τά τα κι­νή­μα­τα οι α­να­το­λι­κοί κρα­τι­κο­φα­σίστες τα σέρ­νουν πί­σω α­πό τον δι­κό τους φα­σι­στι­κό κα­πι­τα­λι­σμό-ι­μπε­ρια­λι­σμό που, ε­κτός α­πό πιο κα­τα­πιε­στι­κός, εί­ναι πο­λύ πιο κα­θυ­στε­ρη­μέ­νος πα­ρα­γωγι­κά και γι’ αυ­τό κά­νει πιο ε­πι­σφα­λή μια σο­σια­λι­στι­κή οικο­δό­μη­ση μετά α­πό την ε­πα­νά­στα­ση που θα τον α­να­τρέ­ψει. Α­πό την άλ­λη ό­μως, ε­ξαι­τί­ας της ω­μής βί­ας που α­σκεί στους λα­ούς πά­νω στους ο­ποί­ους κυ­ριαρ­χεί, ο φα­σι­στικός κα­πι­τα­λι­σμός ε­πι­τα­χύ­νει το ξέ­σπα­σμα μιας ε­πα­νά­στα­σης. Η α­ντί­φα­ση δηλα­δή εί­ναι ό­τι μια τέ­τοια επα­νά­στα­ση ό­σο πιο εύ­κο­λα ξε­σπά­ει τό­σο πιο δύσκο­λα μπο­ρεί να στα­θε­ρο­ποι­η­θεί λό­γω σχε­τι­κής κα­θυ­στέ­ρη­σης των πα­ρα­γω­γικών δυ­νά­με­ων, ό­πως θα μπο­ρού­σε σε μια κα­πι­τα­λι­στι­κά πιο α­νε­πτυγ­μέ­νη και πιο δη­μο­κρα­τι­κή χώ­ρα.

Ο Λέ­νιν σε έ­να πε­ρί­φη­μο γράμ­μα του στον Γκόρ­κυ στις 3 του Γε­νά­ρη του 1911 ή­δη ξε­κα­θά­ρι­ζε αυ­τά τα ζη­τή­μα­τα δια­κρί­νο­ντας α­νά­με­σα σε δύ­ο εί­δη κα­πι­τα­λι­σμών, τον μαυ­ρο-ε­κα­το­νταρ­χί­τι­κο και ο­κτω­βρί­στι­κο κα­πι­τα­λι­σμό, τον κα­πι­τα­λι­σμό δη­λα­δή των μο­ναρ­χι­κών και των γαιο­κτη­μό­νων με­γά­λων βιομη­χά­νων, που ή­ταν από μια ά­πο­ψη το ι­στο­ρι­κό πρό­δρο­μο και α­νά­λο­γο του φα­σιστι­κού κα­πι­τα­λι­σμού, και τον να­ρό­ντνι­κο κα­πι­τα­λι­σμό, που εί­ναι το ι­στο­ρικό πρό­δρο­μο και α­νά­λο­γο του φι­λε­λεύ­θε­ρου κα­πι­τα­λι­σμού, που ο Λέ­νιν τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει “δη­μο­κρα­τι­κό”.

“Θα ή­ταν δον­κι­χω­τι­σμός και κλαψού­ρι­σμα”, έ­γρα­φε ο Λέ­νιν, “αν οι σοσιαλ­δη­μο­κρά­τες έ­λε­γαν στους ερ­γά­τες ό­τι θα μπο­ρού­σε να υ­πάρ­χει σω­τη­ρί­α κά­που ξέ­χω­ρα α­πό την α­νά­πτυ­ξη του κα­πι­τα­λι­σμού, και ό­χι μέ­σω της α­νά­πτυξης του κα­πι­τα­λι­σμού. Αλ­λά δεν λέ­με αυ­τό. Λέ­με το κε­φά­λαιο θα σας κα­τα­πιεί, θα κα­τα­πιεί τους Πέρ­σες, θα κα­τα­πιεί τους πά­ντες, και θα συ­νε­χί­σει να κατα­πί­νει ω­σό­του το α­να­τρέ­ψε­τε. Αυ­τή εί­ναι η α­λή­θεια. Και μην ξε­χά­σε­τε να προ­σθέ­σε­τε: Χω­ρίς την α­νά­πτυ­ξη του κα­πι­τα­λι­σμού δεν υ­πάρ­χει εγ­γύ­η­ση για νίκη πά­νω του.
Οι μαρ­ξι­στές δεν υ­πο­στη­ρί­ζουν ού­τε έ­να α­ντι­δρα­στι­κό μέ­τρο, όπως εί­ναι η α­πα­γό­ρευ­ση των τρά­στ, ο πε­ριο­ρι­σμός του ε­μπο­ρί­ου κλπ. Στον κα­θένα τα δι­κά του. Ας α­φή­σου­με τους Κο­μια­κόφ και Σια να χτί­ζουν σι­δη­ρο­δρό­μους δια­μέ­σου της Περ­σί­ας, ας τους στέλ­νου­με τους Λια­κόβ, ό­μως η δου­λειά των μαρ­ξι­στών εί­ναι να τους εκ­θέ­τουν στους ερ­γά­τες. Αν αυ­τό τρώ­ει τους ερ­γάτες λέ­νε οι μαρ­ξι­στές, ε­άν τους στραγ­γα­λί­ζει, α­ντα­πο­δώ­στε.
Η α­ντί­στα­ση στην α­ποι­κια­κή πο­λι­τι­κή και στη διε­θνή λε­η­λα­σί­α μέσω της ορ­γά­νω­σης του προ­λε­τα­ριά­του, μέ­σω της υ­πε­ρά­σπι­σης της ελευ­θε­ρί­ας του προ­λε­τα­ρια­κού α­γώ­να δεν κα­θυ­στε­ρεί την α­νά­πτυ­ξη του κα­πι­τα­λι­σμού, αλ­λά την ε­πι­τα­χύ­νει, α­να­γκά­ζο­ντάς τον να κα­τα­φύ­γει σε πιο πο­λι­τι­σμέ­νες, τε­χνι­κά ψη­λό­τε­ρες κα­πι­τα­λι­στι­κές με­θό­δους. Υ­πάρ­χει κα­πι­τα­λι­σμός και κα­πι­τα­λι­σμός. Υ­πάρ­χει ο μαυ­ρο-­ε­κα­το­νταρ­χί­τι­κος ο­κτω­βρί­στι­κος κα­πι­ταλι­σμός και ο να­ρό­ντνι­κος (“ρε­α­λι­στι­κός, δη­μο­κρα­τι­κός”, σφύ­ζων α­πό “δρα­στη­ριό­τη­τα”) κα­πι­τα­λι­σμός. Ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο εκ­θέ­του­με τον κα­πι­τα­λι­σμό μπρο­στά στους ερ­γά­τες για την “α­πλη­στί­α και την ω­μό­τη­τα του” τό­σο πιο δύ­σκο­λο εί­ναι για τον κα­πι­τα­λι­σμό του πρώ­του εί­δους να συ­νε­χί­ζε­ται, τό­σο πιο σί­γου­ρα υ­πο­χρε­ώ­νε­ται να περ­νά­ει στον κα­πι­τα­λι­σμό δεύ­τε­ρου εί­δους. Και αυ­τό ακρι­βώς μας βο­λεύ­ει, αυ­τό α­κρι­βώς βο­λεύ­ει το προ­λε­τα­ριά­το.
Το διε­θνές προ­λε­τα­ριά­το πιέ­ζει τον κα­πι­τα­λι­σμό με δυο τρό­πους: α­πό τη μια με­τα­τρέ­πει τον ο­κτω­βρί­στι­κο κα­πι­τα­λι­σμό σε δη­μο­κρα­τι­κό κα­πιτα­λι­σμό και α­πό την άλ­λη ε­πει­δή διώ­χνει τον ο­κτω­βρί­στι­κο κα­πι­τα­λι­σμό μακρυά α­πό τον ε­αυ­τό του, με­τα­φέ­ρει αυ­τόν τον κα­πι­ταλι­σμό στους ά­γριους. Όμως αυ­τό διευ­ρύ­νει την βά­ση του κα­πι­τα­λισμού και φέρ­νει κο­ντύ­τε­ρα τον θά­να­τό του. Πρα­κτι­κά δεν υ­πάρ­χει ο­κτω­βρί­στι­κος κα­πι­τα­λι­σμός που να έ­χει μεί­νει στην Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη, πρα­κτι­κά ό­λος ο κα­πι­τα­λι­σμός εί­ναι δη­μο­κρα­τικός. Ο ο­κτω­βρί­στι­κος κα­πι­τα­λι­σμός έ­χει φύ­γει α­πό την Βρε­τα­νί­α και την Γαλλί­α και έχει πά­ει στη Ρω­σί­α και στην Α­σί­α. Η ρώ­σι­κη ε­πα­νά­στα­ση και οι επα­να­στά­σεις στην Α­σί­α εί­ναι οι α­γώ­νες να διω­χτεί ο ο­κτω­βρί­στι­κος κα­πι­ταλι­σμός και να α­ντι­κα­τα­στα­θεί α­πό τον δη­μο­κρα­τι­κό κα­πι­τα­λι­σμό. Και ο δη­μοκρα­τι­κός κα­πι­τα­λι­σμός εί­ναι ο τε­λευ­ταί­ος του εί­δους του. Δεν έ­χει άλ­λο στά­διο να πά­ει. Το ε­πό­με­νο στά­διο εί­ναι ο θά­να­τός του”.

Αυ­τό που κά­νουν σή­με­ρα οι σο­σιαλ­φα­σί­στες στην Ελ­λά­δα και σε ό­λο τον κό­σμο, εί­τε εί­ναι πρά­κτο­ρες των νέ­ων τσά­ρων, εί­τε α­διόρ­θω­τοι μι­κρο­αστοί - α­ντι­δρα­στι­κοί, δεν εί­ναι να πα­λεύ­ουν για να α­να­τρέ­ψουν με ε­πα­νά­σταση τον δη­μο­κρα­τι­κό κα­πι­τα­λι­σμό, που εί­ναι πια πα­ρα­γω­γι­κά υ­πε­ρώ­ρι­μος, για να φέ­ρουν το σο­σια­λι­σμό, αλ­λά πα­λεύ­ουν για να α­ντι­κα­τα­στή­σουν τον “δη­μοκρα­τι­κό” κα­πι­τα­λι­σμό με τον φα­σι­στι­κό κα­πι­τα­λι­σμό ή πιο συ­γκε­κρι­μέ­να παλεύ­ουν να αντι­κα­τα­στή­σουν την φι­λε­λεύ­θε­ρη πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση με την φασι­στι­κή πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση. Θέ­λουν δη­λα­δή να κα­τα­στρέ­ψουν τις α­νώ­τε­ρες παρα­γω­γι­κές κα­πι­τα­λι­στι­κές σχέ­σεις, τις σχε­τι­κά πιο δη­μο­κρα­τι­κές κά­τω α­πό τις ο­ποί­ες α­να­πτύσ­σο­νται πα­ρα­πέ­ρα και πιο εύ­κο­λα οι πα­ρα­γωγι­κές δυ­νάμεις, κα­θώς και το βιο­τι­κό ε­πί­πε­δο και η πο­λι­τι­κο­συν­δι­κα­λι­στι­κή ορ­γά­νω­ση των προ­λε­τά­ριων.

Με λί­γα λό­για θέ­λουν να γυ­ρί­σουν πί­σω τον τρο­χό της ι­στο­ρί­ας.

(Κομμάτια από κείμενα της ΟΑΚΚΕ)

Κυριακή 2 Ιουνίου 2019

Η συνταγή του φασιστικού μονοπώλιου


[Απόσπασμα από ένα παλιότερο άρθρο της Νέας Ανατολής]

Δεν υπάρχει φασισμός που να σέβεται τον εαυτό του που δεν ξεκίνησε από την πάλη ενάντια στη ''δύναμη του χρήματος''. ενάντια στις ισχυρές χρηματιστικά χώρες και ενάντια στην αστική παρακμή. Δεν υπάρχει φασισμός που να μη στηρίχθηκε στη λατρεία των ''εθνικών παραδόσεων'' και του ''αγνού εθνικού παρελθόντος'' και που δεν προσωποποίησε το διάβολο στο πρόσωπο των διεθνιστών, επαναστατών από τη μια μεριά, των Εβραίων και των μασόνων αστών από την άλλη.

Αυτή είναι η δοκιμασμένη και πετυχημένη συνταγή. Είναι η συνταγή της συσπείρωσης της απελπισμένης μικροαστικής μάζας, της μάζας των ανέργων και του λούμπεν προλεταριάτου, από το τμήμα εκείνο του μονοπώλιου της κάθε εποχής που παλεύει να λύσει το ζήτημα της παγκόσμιας ηγεμονίας μέσα από τη βία.

Το μέχρι τώρα μεγαλύτερο πρότυπο αυτής της βίας ήταν το γερμανικό μονοπώλιο. Ήταν αυτή η πρώτη κατάσταση όπου ο ιμπεριαλισμός κατάντησε σκέτη βία, σκέτη πολεμική μηχανή. Τότε ακριβώς είχαμε τη μεγαλύτερη ποιοτική διάσπαση του ιμπεριαλισμού. Από τη μια οι ιμπεριαλισμοί του χρήματος : Αγγλία, ΗΠΑ, Γαλλία, από την άλλη οι ιμπεριαλισμοί της σκέτης βίας : Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία.

Ο ιμπεριαλισμός είναι βέβαια σε τελευταία ανάλυση η βία του χρηματιστικού κεφαλαίου, όμως αυτό το κεφάλαιο μπορεί να πάρει κυριολεκτική τη μορφή του πολεμικού μέσου, όταν είναι αργά για να πάρει κύρια τη μορφή του χρηματιστικού κεφαλαίου. Τότε το χιτλερικού τύπου μονοπώλιο έχει σα μόνη διέξοδο τη ληστεία, δηλαδή τον πόλεμο και την υποδούλωση του χρηματιστή. Τότε η ''δύναμη των όπλων'' νικά τη ''δύναμη του χρήματος''.

Η ιδεολογία του πολεμικού μονοπωλίου συσπειρώνει εκείνα τα στρώματα, τις τάξεις και τα έθνη που είναι τα πιο πολύ εξαθλιωμένα από το χρηματιστικό ιμπεριαλισμό. Ιδιαίτερα προσπαθεί να συσπειρώσει μέσα σε κάθε χώρα και παγκόσμια την πιο τσακισμένη μικροαστική τάξη, ή το προλεταριάτο που έχει ένα κοντινό παρελθόν στην αγροτική ζωή. Έτσι στρέφεται ενάντια στη βιομηχανική ανάπτυξη που ''είναι εργαλείο του χρήματος για την καταπίεση της κοινωνίας γενικά'' κρύβοντας τον επαναστατικό ρόλο της βιομηχανίας, που είναι αυτό που γεννάει όχι μόνο τις υλικές προϋποθέσεις της σύγχρονης επανάστασης, αλλά γεννάει και το ίδιο το προλεταριάτο, που είναι η υποκειμενική προϋπόθεση της επανάστασης.

Ο σοσιαλφασισμός είναι μια εξέλιξη του φασισμού που αντιστοιχεί στην εποχή του σοσιαλιμπεριαλισμού, δηλαδή στην εποχή όπου προκύπτουν ιμπεριαλισμοί σαν το ρώσικο και τον κινέζικο, ιμπεριαλισμοί απευθείας μέσα από την άρνηση της προλεταριακής επανάστασης και που παίρνουν τη μορφή του ''παλλαϊκού κράτους''.

Τώρα στο κλασικό οπλοστάσιο του φασισμού προστίθεται ο εργατικός αντικαπιταλισμός και ο αντιιμπεριαλισμός με μαρξιστικό πρόσωπο, ο οικολογικός αντιβιομηχανισμός, η θεωρία της υπερκατανάλωσης, δηλαδή η θεωρία ότι η διαφήμιση και η ιδεολογία γενικά φτιάχνουν τεχνητά τις ανθρώπινες ανάγκες και η θεωρία ότι η επαναστατική βία είναι πάντα έργο μιας μειοψηφικής πρωτοπορίας ενάντια στην απάθεια της αποκτηνωμένης μάζας. Εδώ, δίπλα στη λατρεία της εθνικής παράδοσης οικοδομείται και η λατρεία της ''αριστερής παράδοσης''. Αυτά είναι τα στοιχεία της ''δημιουργικής ανάπτυξης'' του φασισμού στις σύγχρονες συνθήκες και στα οποία πάντα προστίθενται τα βασικά στοιχεία της κλασικής συνταγής που αναφέραμε παραπάνω.

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2018

ΔΗΜΟΚΡΑΤΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ!!! ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΣΤΗΣΕΙ ΤΗ ΝΕΟΛΑΙΙΣΤΙΚΗ ΒΑΣΗ ΜΙΑΣ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ

Έχουμε αυτές τις μέρες σε εξέλιξη την προσπάθεια των ναζιστών της «Χρυσής Αυγής» και φασιστικών ομάδων κάθε είδους κάτω από την ουσιαστική πολιτική κάλυψη της χαρακτηριστικά σιωπηλής στο κρίσιμο αυτό διάστημα επίσημης ΝΔ, να αναπτύξουν ένα μαζικό φασιστικό κίνημα νεολαίας.

Η βασική μέθοδος τους είναι η διοργάνωση καταλήψεων στα σχολεία ακριβώς για να δώσουν σε αυτό το κίνημα έναν δήθεν αντικαθεστωτικό χαρακτήρα, πράγμα που είναι μια από τις προϋποθέσεις για τον ξεσηκωμό της νεολαίας. Παράλληλα οι ίδιες δυνάμεις προωθούν διαδηλώσεις της μαθητικής νεολαίας με συνθήματα όχι μόνο τα καθεστωτικά πλέον του τύπου «Η Μακεδονία είναι μία» αλλά δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα σοβινιστικά χρυσαυγίτικα του τύπου «Η Μακεδονία είναι ελληνική, η Κύπρος είναι ελληνική και η Μικρά Ασία» (Πτολεμαΐδα, https://www.youtube.com/watch?v=XWVpXdUYqHE) ή το ακόμα πιο φασιστικό «Αλήτες προδότες πολιτικοί» (Κατερίνη, https://www.youtube.com/watch?v=05SCmlLaHxE ). Είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό το τελευταίο βίντεο, που όλοι οι δημοκράτες πρέπει να δούνε, όπου τον ηγετικό ρόλο στη μαζική διαδήλωση έχει αναλάβει ένας μη μαθητής που σε αυτήν διατυπώνει χρυσαυγίτικες θέσεις, που στο φεισμπουκ εκδηλώνει τον θαυμασμό του στο Πούτιν και συμπάθεια στη Χρυσή Αυγή πράγμα που αρνείται στις κάμερες και που έχει στενούς δεσμούς με τη μητρόπολη Κατερίνης.

Το «καθώς πρέπει», πλειοψηφικό και γι αυτό κατεξοχήν καθεστωτικό κίνημα του «Η Μακεδονία είναι μία και ελληνική», το οποίο έχει σαν τον πιο μαζικό κοινοβουλευτικό οργανωτή και εκφραστή του τη ΝΔ και σχεδόν όλη την εκκλησιαστική ηγεσία, είναι η πραγματική βάση για τη μεγάλη δύναμη που παίρνει τώρα το χρυσαυγίτικο-πουτινικό νεοναζιστικό ρεύμα που ηγείται σε αυτές εδώ τις κινητοποιήσεις. Άλλωστε πέρα από τη γενική πολιτική κάλυψη είναι αδύνατο να διοργανωθούν τέτοιου είδους μαζικές εκδηλώσεις χωρίς να έχουν την υποστήριξη από ισχυρές κομματικές φράξιες της ΝΔ, μαζικούς φορείς, δήμαρχους, συλλόγους γονιών, και πάνω απ όλους τους μητροπολίτες αυτών των περιοχών που έχουν αποδείξει ότι μπορούν πλατειά να κινήσουν το συνήθως πολιτικά συντηρητικό ποίμνιό τους και εν προκειμένω τους μαθητές μέσω των γονιών.

Στην ουσία τα παιδιά επιχειρούν να κάνουν τώρα αυτό που κάνανε οι γονείς τους μόλις πριν λίγους μήνες όταν με επικεφαλής τη «Χρυσή Αυγή», τους παπάδες, τη ΝΔ, και τον σοβινιστή, φιλοναζιστή πια, «εθνικό βάρδο» Θεοδωράκη, πλημμύριζαν τις πλατείες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης για να αλλάξουν σώνει και καλά και μάλιστα ολοκληρωτικά το όνομα μιας άλλης χώρας, όπως το είχαν κάνει και 26 χρόνια πριν με επικεφαλής τότε το ΠΑΣΟΚ. Όμως οι γονείς δεν το κάνανε αυτό ερήμην των υπόλοιπων κομμάτων. Αυτά τα συλλαλητήρια δεν είναι απλά καμώματα κάποιων μεγάλων κυβερνητικών κομμάτων της αστικής τάξης, παλιά του ΠΑΣΟΚ και σήμερα της ΝΔ, αλλά ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος καθώς κανένα από τα υπόλοιπα κοινοβουλευτικά κόμματα όχι μόνο δεν τα καταδίκασε ποτέ σαν φασιστικά στη γραμμή τους, αλλά και τότε και σήμερα επικαλούμενα τη μαζικότητά τους δήλωναν και δηλώνουν πως τα σέβονται (Δες κυβέρνηση Συριζα για τα τελευταία μεγάλα συλλαλητήρια). Λες και έπρεπε να είναι σεβαστές οι εξαιρετικά μαζικές συγκεντρώσεις των φασιστών στις χώρες που λίγο μετά ματοκύλισαν τον κόσμο. Όμως οι τελευταίες μαθητικές καταλήψεις και διαδηλώσεις έχουν την εξής διαφορά με τα συλλαλλητήρια που προηγήθηκαν: ότι στην αντι-εθνομακεδονική πλατφόρμα και τα συνθήματα των πρώτων έχει μπει ολόκληρη η γραμμή των ναζιστών στα εθνικά: έχει μπει δηλαδή ο ελληνικός επεκτατισμός σε βάρος και του τουρκικού, και του κυπριακού και του αλβανικού λαού, καθώς και η καταγγελία όλων των μη σοβινιστών πολιτικών σαν προδοτών.

Είναι δηλαδή μόλις τώρα που έχει έρθει στην επιφάνεια όλος ο ταγματασφαλίτικος, βόθρος που έμενε σκεπασμένος για δεκαετίες και που την ιδεολογική πλατφόρμα του την έφερε στην επιφάνεια, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο ο προβοκάτορας Παπανδρέου με τη βοήθεια των αποστατών και πρακτόρων του ψευτοΚΚΕ και του ΣΥΝ-Σύριζα.

Χωρίς αυτούς τους τελευταίους θα ήταν αδύνατο να υπάρξει ποτέ το μαζικό κίνημα βάσης του φασισμού, δηλαδή αυτό του συνθήματος «η Μακεδονία είναι μόνο μία» γιατί αυτοί έχουν δηλητηριάσει και εξουδετερώσει την καρδιά κάθε αντιφασισμού, που είναι η αριστερά. Είναι  η ψεύτικη  αριστερά που έδωσε αέρα στους οπαδούς της «Μίας Μακεδονίας» συμφωνόντας μαζί τους στο καίριο ζήτημα ότι δεν υπάρχει κανένα μακεδονικό έθνος, οπότε το κράτος που έχει σκέτο το όνομα Μακεδονία πρέπει οπωσδήποτε να αλλάξει το όνομά του, προσθέτοντας κάτι σε αυτό ώστε να του αφαιρεθεί ο εθνικός χαρακτήρας. Αυτή η γραμμή απαιτεί μια εγχείρηση σε έναν άλλο λαό, που πρέπει να παραδεχτεί επιτέλους ότι δεν έχει εθνική ταυτότητα και σαν τέτοια είναι στην πράξη ακόμα πιο βρώμικη και ακόμα πιο διασπαστική για τους εθνικά Μακεδόνες αλλά και για τη διεθνή κοινή γνώμη από την ωμή και διεθνώς απομονωμένη επιθετική γραμμή της ΝΔ και των ναζί για το «Καμιά άλλη Μακεδονία και Κανένας άλλος Μακεδόνας». Ιδεολογικά η διαφορά των ψευτοΚΚΕ ΣΥΡΙΖΑ με τους Ναζί και τη ΝΔ στο μακεδονικό είναι μόνο ποσοτική ως προς το πόσο πρέπει να βιαστεί ένας λαός και όχι ποιοτική. Η χειρότερη συνέπεια και ταυτόχρονα η αποκάλυψη της φύσης της κοινής γραμμής του ψευτοΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ για το μακεδονικό είναι η άρνησή τους ότι υπάρχει εθνική μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα, ακριβώς όπως την αρνούνται και οι φασίστες. Μάλιστα το βασικό επιχείρημα των ψευτοΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ ότι πρέπει να αλλάξει το όνομα είναι για να μην μπορεί να υπάρχει κοινός εθνικός χαρακτήρας για τους μακεδόνες στις δύο χώρες, οπότε οι εδώ μακεδόνες θα μπορούν τάχα να επιχειρήσουν απόσχιση εδάφους για λογαριασμό των γειτονικών μακεδόνων, μια συκοφαντία που με τόση σαφήνεια η εθνική μακεδονική μειονότητα έχει καταδικάσει.

 Η βαθειά ταύτιση του φασισμού και του σοσιαλφασισμού οφείλεται εδώ στο ότι και οι δύο θέλουν να κρύψουν την εθνοεκκαθαριστική ιστορία του ελληνικού σοβινισμού σε βάρος όλων των εθνικών μειονοτήτων που υπήρξαν στη χώρα μας. Αυτό που κάνουν αντικειμενικά οι σοσιαλφασίστες στο μακεδονικό είναι απλά να προετοιμάζουν ιδεολογικά την εθνοκάθαρση που θα ήθελαν να πραγματοποιήσουν με φυσικό τρόπο οι φασιστοναζήδες. Αυτός είναι ο πάτος της προδοσίας από το ψευτοΚΚΕ σε βάρος των μακεδόνων του ΔΣΕ που πέθαναν για τη λευτεριά και τη δημοκρατία στην Ελλάδα παλεύοντας δίπλα στους έλληνες συντρόφους και συμπολίτες τους.

Γι αυτό το λόγο δεν μπορούν κατά κανένα τρόπο να αποτελέσουν πραγματικό ανάχωμα στο φασιστικό κίνημα οι κούφιες και ανώδυνες τάχα αντιεθνικιστικές πλατφόρμες που κατεβάζουν σαν απάντηση στο ναζιφασιστικό μέτωπο το ψευτοΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ σε συνεργασία με τους εξωκοινοβουλετικούς συμμάχους τους στα δύο μαθητικά τους μέτωπα. Το ένα μέτωπο είναι τα γνωστά Συντονιστικά μαθητών του ψευτοΚΚΕ σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και το άλλο είναι η  Πρωτοβουλία μαθητών και σχολείων ενάντια στο φασισμό /εθνικισμό.

Η κοινή γραμμή δουλεύει και εδώ. Δηλαδή δεν υπάρχει- και δεν θα μπορούσε να υπάρχει- καμιά ουσιαστική επιχειρηματολογία κατά του κινήματος βάσης των ναζιστών για τη «μια και μόνη Μακεδονία» πέρα από τα άσφαιρα κλισέ του τύπου «δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε με τους γειτονικούς λαούς». Εννοείται πουθενά δεν γίνεται κουβέντα για κάποια καταπιεσμένη υπαρκτή μειονότητα, πουθενά καταγγελία κάθε αλλαγής ονόματος μιας άλλης χώρας, ενώ δεν καταγγέλεται η ελεεινή στάση της ΝΔ και φαίνεται σαν οι ναζήδες να βγήκαν με τόσους μαθητές πίσω τους από το πουθενά. Αυτό δεν είναι παρά εσκεμμένη υποτίμηση του πραγματικού θανάσιμου κινδύνου που αντιπροσωπεύει ενα φασιστικό μαθητικό κίνημα. Η απόδειξη είναι ότι γίνονται τα πάντα σε όλες τις ανακοινώσεις αυτών των Συντονιστικών και Πρωτοβουλιών για να φύγει το κέντρο της απάντησης από το κεντρικό πολιτικό επίπεδο στο οποίο το βάζουν οι φασίστες καλώντας σε αντίσταση στην «εθνική προδοσία» και να πάει κάτω στο σχολικό εκπαιδευτικό, (όπου μπαίνει βέβαια η γνωστή αντιδραστική ψευτοταξική πλατφόρμα των σαμποταριστών υπέρ ενός ακόμα πιο παρασιτικού ξεκομμένου από την παραγωγή σχολείου), λέγοντας ότι το εκπαιδευτικό –ταξικό είναι το ουσιαστικό για τους μαθητές και ότι το ζήτημα της εθνικής προδοσίας όλου του πολιτικού κόσμου που βάζουν οι ναζί, δηλαδή της δικτατορίας που ετοιμάζουν, είναι μόνο αποπροσανατολισμός (https://antarsya.gr/node/5085 και https://tvxs.gr/news/ellada/protoboylia-mathiton-enantia-stis-ethnikistikes-katalipseis).

Γι αυτό τόσο το ψευτοΚΚΕ όσο και ο Σύριζα απαντάνε ως τώρα μόνο με τους μαθητές τους στις ναζιστικές εκδηλώσεις που έχουν σαν εργαλείο τους μαθητές ενώ τα ίδια τα κόμματα δεν καταγγέλλουν κεντρικά με έμφαση και δεν κάνουν κεντρικό πολιτικό ζήτημα αυτό το αίσχος. Το πιο εξοργιστικό πάντως που κάνουν όλοι τους κυρίως το ψευτοΚΚΕ και ο ΑΝΤΑΡΣΥΑ, είναι ότι απαντούν στην πατριωτική δημαγωγία των χρυσαυγίτικων κινητοποιήσεων κατηγορώντας τους ότι δεν μπορεί να είναι πατριώτες όταν «στέκονται προσοχή στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ». Δεν υπάρχει πιο μεγάλος αποπροσανατολισμός των μαθητών και του λαού ως προς το που βρίσκονται οι αληθινές διεθνείς συμπάθειες των ναζί, οπότε και οι μεγαλύτεροι διεθνείς εχθροί των δημοκρατών, από το να κατηγορεί κανείς τους ναζήδες ότι είναι νατοϊκοί και φιλοΕΕ την ώρα που αυτοί είναι ακριβώς αντίθετα  αντινατοϊκοί, αντιΕΕ και κόκκαλο ρωσόφιλοι. Πραγματικά μόνο σοσιαλφασίστες θα διαστρέβλωναν τόσο ξεδιάντροπα την πραγματικότητα την ώρα μάλιστα που ενάντια στη συμφωνία των Πρεσπών, που αυτήν πρώτα απ όλα καταδικάζουν τα φασιστικά συλλαλητήρια, είναι η Ρωσία και υπέρ της το ΝΑΤΟ και η ΕΕ. Εμείς είμαστε καθαρά ενάντια στη συμφωνία των Πρεσπών θεωρώντας την σαν βιασμό της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και καταγγέλλουμε την ΕΕ και το ΝΑΤΟ που θέλουν να την επιβάλουν με το ζόρι στους εθνικά Μακεδόνες, αλλά είμαστε εναντίον της από αριστερή διεθνιστική σκοπιά, ενώ η Ρωσία είναι εναντίον της από τα δεξιά, όπως είναι και για χάρη της οι ναζήδες, και το ψευτοΚΚΕ.

Αυτό που θέλουν να κρύψουν με αυτή την πάγια απάτη τους το ψευτοΚΚΕ, ο ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όλες οι συνιστώσες και παρασυνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, είναι ένα πράγμα: Ότι έχουν τον ίδιο κύριο διεθνή εχθρό (Δύση) και τον ίδιο κύριο διεθνή φίλο (Ρωσία). Και δεν τους έχουν τόσο καθαρά στο μακεδονικό όσο τους έχουν στο κεντρικό πολιτικό ζήτημα της υλικής εξαθλίωσης του ελληνικού λαού που είναι ακριβώς αυτό που έβαλε φωτιά στο μακεδονικό. Το μακεδονικό έφτασε στη σημερινή του κορύφωση και έγινε σημαία του φασισμού με τον εξής βασικό ισχυρισμό: «Δυτικοί τραπεζίτες , υπεύθυνοι των μνημονίων και της πείνας μας, σας δώσαμε τα λεφτά μας και εξαθλιωθήκαμε. Φτάνει. Δεν θα  σας δώσουμε και την ψυχή μας, τη Μακεδονία μας». Το μακεδονικό είναι στην ουσία του η συναισθηματική εκδήλωση και το σύμβολο του πανεθνικού πολιτικού και ιδεολογικού πολέμου ενάντια στη Δύση. Αλλά αυτόν τον πόλεμο δεν τον κήρυξαν μόνο οι ναζήδες, ούτε μάλιστα τόσο αυτοί. Τον έχει κηρύξει και τον διεξάγει μαζί τους εδώ και 30 χρόνια και μάλιστα πιο μαζικά από κάθε άλλο το ψευτοΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ ιδιαίτερα στον 8ετή στρωμένο από έναν ωκεανό ψεμμάτα κοινό αντιμνημονιακό αγώνα, ενώ η αιτία της πείνας ήταν πάντα η χρεωκοπία και η αιτία της χρεωκοπίας το σαμποτάζ της παραγωγής από τους ρωσόφιλους.  Με το να κατηγορεί η ψευτοαριστερά τους ναζήδες για φιλοδυτικούς κρύβει τη στρατηγική ταύτιση μαζί τους σε ένα βρώμικο στρατηγικό μοίρασμα ρόλων που καλύπτεται από μια τεχνητή και ελεγχόμενη σύγκρουση δύο πόλων. Οι αντιφασίστες  και οι τσακισμένοι εργαζόμενοι με την «αριστερά» και τη Ρωσία. Οι δεξιοί και οι τσακισμένοι αστοί και μικροαστοί με τους ναζί και πάλι με τη Ρωσία.
 Καταλαβαίνει κανείς ότι τέτοια δήθεν αριστερά κόμματα δεν μπορούν και δεν θέλουν να κάνουν πραγματικά αντιφασιστικό αγώνα. Ο ρόλος τους είναι ο τέλειος πολιτικός αποπροσανατολισμός, η διάσπαση και η πλήρης πολιτική εξουδετέρωση των αντιφασιστών.

Γι όλους τους παραπάνω λόγους υπάρχει σήμερα ο κίνδυνος να δημιουργηθεί ένα μαζικό φασιστικό κίνημα στην νεολαία παρόλο που τέτοιο δεν υπήρξε ποτέ πριν στη χώρα μας. Δεν υπήρξε ούτε στην εποχή του Μεταξά, που επιχείρησε να φτιάξει ένα φασιστικό κίνημα από τα πάνω, ούτε στην εποχή του εμφυλιακού μοναρχοφασιστικού κράτους καθώς ο παγκόσμιος φασισμός ήταν νικημένος και οι φασίστες λερωμένοι σαν δοσίλογοι, ούτε, στην εποχή της στρατιωτικής δικτατορίας που ποτέ της δεν μπόρεσε να δεθεί με τον ελληνικό λαό και ούτε προσπάθησε καν να δεθεί με τη νεολαία. Το αν αυτό θα το πετύχει τώρα για πρώτη φορά ή όχι θα εξαρτηθεί από τις δημοκρατικές αντοχές του αποκαμωμένου από την ανέχεια, την αγωνία για το μέλλον και κυρίως του στερημένου από μια μαζική αριστερά ελληνικού λαού. Ο πελώριος αυτός κίνδυνος οφείλεται στο ότι είναι για πρώτη φορά που ΟΛΕΣ οι ελληνικές κοινοβουλευτικές πολιτικές ηγεσίες με πρωτοπόρα την ψευτοαριστερά έχουν προσχωρήσει στο παγκόσμιο φασιστικό στρατόπεδο.

Προς το παρόν αυτό το φασιστικό κίνημα έχει καταφέρει να κάνει καμιά εικοσαριά καταλήψεις σχολείων σε κάποιες λαϊκές γειτονιές της Θεσσαλονίκης, και μερικές αλλού που ευτυχώς δεν είχαν ούτε μαζική συμμετοχή, ούτε κάποια διάρκεια. Όμως οι ίδιες δυνάμεις πέτυχαν να οργανώσουν αρκετά μαζικές διαδηλώσεις μαθητικής νεολαίας  στην Πτολεμαΐδα και στην Κατερίνη, και λιγότερο στην Ηλεία, ενώ είναι φανερό ότι προσπαθούν να φέρουν το δηλητήριο και στο Λεκανοπέδιο. Αυτές οι συγκεντρώσεις μπορούν να εξελιχθούν σε ό,τι χειρότερο έχει συμβεί ποτέ για τη δημοκρατία, την πρόοδο και την εθνική ανεξαρτησία στη χώρα μας.

Το ότι ο βόθρος έσπασε και τα λύματα μπήκαν στο σπίτι το είχαν μυριστεί οι δημοκράτες πριν λίγες μέρες, όταν μετατράπηκε ξαφνικά μέσα σε λίγες ώρες από τα βρώμικα κανάλια όλων των βρώμικων κομμάτων σε ηρωική η καταδικασμένη από την ιστορία και τη ζωή γραμμή της διεκδίκησης της «Βόρειας Ηπείρου» και μάλιστα μέσα από έναν ένοπλο συμβολισμό (ιδιαίτερα από τον σιχαμερό ΣΤΑΡ στον οποίο τελευταία όχι τυχαία δώσανε και τον ΑΛΦΑ). Δεν είναι τυχαίο ότι τα SMS που έφτασαν από τους ανώνυμους διοργανωτές στους μαθητές βάζαν δύο σημεία συσπείρωσης των μαθητών σαν κορυφαία: Μακεδονικό και Κατσίφα, όπου το δεύτερο είναι πια το σήμα κατατεθέν της ΧΑ. Αποκαλύπτεται σήμερα ότι δεν ήταν τυχαίο το κράτημα ενός λεπτού σιγής στη Βουλή για τον ήρωα της «Χρυσής Αυγής», αλλά είχε σαν στόχο να παραδοθεί το μακεδονικό σαν κίνημα για τα καλά στην καθοδήγηση του χρυσαυγιτισμού.

Γιατί το μεγάλο ζήτημα είναι που ακριβώς το πάει το ρωσόδουλο καθεστώς. Θέλει κυρίως να φτιάξει ένα κίνημα ακόμα μεγαλύτερο από εκείνο της περασμένης άνοιξης για να μην περάσουν οι Πρέσπες, δηλαδή να βρει ένα πρόσχημα ο Τσίπρας για ΗΠΑ, ΕΕ ώστε να μην περάσει τη συμφωνία από την ελληνική Βουλή αν την περάσει ο Ζάεφ από τη μακεδονική, πράγμα που θα έβαζε τη γειτονική χώρα στο ΝΑΤΟ; Ή θέλει κυρίως να φτιάξει ένα πραγματικά μαζικό φασιστικό κίνημα πατώντας στο μακεδονικό και δίνοντάς σε αυτό την ψυχή του που πάντα έλειπε στα μεγάλα συλλαλητήρια του: τη νεολαία. Γιατί η απουσία της νεολαίας ήταν χτυπητή σε όλα τα συλλαλητήρια από το 1992 ως τα σημερινά.

Οι δύο παραπάνω στόχοι δεν έρχονται σε σύγκρουση αλλά το ποιος είναι ο κύριος ανάμεσα σε αυτούς έχει μεγάλη σημασία για την ένταση και την ποιότητα της πάλης που έχουν να δώσουν οι δημοκράτες, δηλαδή την ένταση και την ποιότητα της πολιτικής τακτικής του αντιφασιστικού μετώπου.

Νομίζουμε ότι ο κύριος στόχος είναι ο δεύτερος, και αν αυτή η εκτίμηση είναι σωστή τότε ετοιμάζεται μια πολύ πλατειά βάση για τον χρυσαυγιτισμό που και τα εσωτερικά τσιράκια της και η δήθεν αντιναζιστική πουτινική Ρωσία ήδη τον θέλουν με μια πιο μετωπική, πιο ανοιχτά ρωσόφιλη και λιγότερο ταγματασφαλίτικη-ναζιστική πρόσοψη. Γι αυτό φαίνεται ότι ετοιμάζουν για αρχηγό της τον Κασιδιάρη, τον αγαπημένο του στρατού σε αντικατάσταση του βαριά υπόδικου και χρεωκοπημένου σε όλα τα επίπεδα Μιχαλολιάκου.
Ότι και να συμβαίνει ωστόσο από αυτά το βασικό είναι πως αντιμετωπίζεται αυτή η πρωτοφανής επιχείρηση φασιστικοποίησης της χώρας.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν αντιμετωπίζεται ούτε με επικεφαλής το ψευτοΚΚΕ που παίζει ξετσίπωτα εδώ και δεκαετίες με τον ελληνικό σοβινισμό για να κερδίσει θέσεις στο στρατό και έχει γίνει τόσο απωθητικό στο βιομηχανικό προλεταριάτο με το αντιβιομηχανικό του μένος, ούτε αντιμετωπίζεται με τον ΣΥΡΙΖΑ που χαντάκωσε όλα αυτά τα χρόνια το αντιφασιστικό κίνημα σαν η κατεξοχήν δήθεν αντιεθνικιστική, δήθεν φιλομεταναστευτική και δήθεν μαχητικά αντιναζιστική ομπρέλα όλων των ρευμάτων που τον ακολουθούν. Αλλά αυτά τα ρεύματα όχι μόνο έχουν χάσει κάθε επαφή με τις μάζες αλλά έχουν κερδίσει την αντιπάθεια τους στον ένα ή στον άλλο βαθμό. Ποια αντιφασιστική συσπείρωση της νεολαίας μπορεί να πετύχει το τροτσκιστικό τάχα αντιεθνικιστικό ρεύμα με την αντικειμενικά προβοκατόρικη γραμμή του των «ανοιχτών συνόρων σε όλους τους μετανάστες» με την οποία αυτό ήρθε σε αντίθεση με όλο το άνεργο και μισοάνεργο προλεταριάτο; Ποια συσπείρωση μπορεί να πετύχει ο προβοκατόρικος αντιναζισμός της γραμμής της κρεμάλας, του νεκροτομείου, και της δολοφονικής αντεκδίκησης που μετέτρεψε τους κανίβαλους χρυσαυγίτες σε θύματα του ανύπαρκτου πατριωτισμού τους; Ποια, πάνω απ όλα, συσπείρωση μπορεί να πετύχει ο αντιναζισμός του καταστροφικού εξαρχειώτικου αναρχισμού ο οποίος έκανε το ιστορικό έγκλημα να συκοφαντήσει τη λαϊκή εικόνα της εξέγερσης του Νοέμβρη και ο οποίος απωθεί εντελώς τις πλατειές μάζες και ιδιαίτερα σαν προστατευμένος από τις κυβερνήσεις καθώς ανέλαβε να καίει επί δεκαετίες τελετουργικά το κέντρο της πόλης και μαζί μ αυτό τις ελληνικές σημαίες για να δώσει τελικά στους ναζήδες τον ονειρεμένο εσωτερικό εχθρό που αναζητάει κάθε δήθεν κόμμα της τάξης για να συσπειρώσει κατ’ αρχήν τις κατεστραμμένες μικροαστικές μάζες και μετά ότι μπορεί από τη φτωχολογιά.

Το καλό σε αυτή την πολύ δύσκολη κατάσταση στην οποία έχει βρεθεί ο πραγματικά δημοκρατικός και αριστερός κόσμος της χώρας μας μπροστά στην επικίνδυνη ναζιφασιστική επέμβαση στα σχολεία είναι ότι τώρα τα ψέματα τέλειωσαν. Όλες οι αυταπάτες ότι ο ναζισμός μπορεί να αντιμετωπιστεί από αποσπάσματα αποφασισμένων αντιναζιστών γκρεμίζονται με πάταγο. Τώρα μόλις αρχίζει να γίνεται αντιληπτό ότι οι ναζί είναι απλά ένα παράρτημα του κεντρικού πολιτικού κόσμου και ότι αυτός ο κόσμος νικιέται μόνο με μια πολιτική που κερδίζει τις μάζες, και μαζική αντιναζιστική πολιτική σημαίνει ρήξη με τον κάλπικο, αγοραίο, υποκριτικό, προβοκατόρικο αντιφασισμό -αντιναζισμό του ΣΥΡΙΖΑ, του ψευτοΚΚΕ και της μικροαστικής εξωκοινοβουλευτικής αυλής τους.

Ήρθε η ώρα για την κλασική και μόνη νικηφόρα πολιτική αυτή του λαϊκού αντιφασιστικού μετώπου που στον πυρήνα του θα έχει το ενιαίο ταξικό μέτωπο των εργαζομένων καθώς οι ίδιες δυνάμεις που σκοτώνουν τη δημοκρατία και τους γειτονικούς λαούς είναι οι ίδιες που σαμποτάρουν την παραγωγή, εξαθλιώνουν τα μεροκάματα, και βυθίζουν σήμερα το λαό, ιδιαίτερα τη νεολαία στο σκοτάδι της ανεργίας, είναι οι ίδιες που θα τον καταδυναστεύσουν βάναυσα και θα τον ρίξουν σε έναν άδικο πόλεμο αν δεν αναχαιτιστούν.

Πάρθηκε από http://oakke.blogspot.com/2018/11/www_29.html#more

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

Ομιλία αντιφασίστα καθηγητή σε σχολείο για την 28η Οκτωβρίου


Πρόκειται για ομιλία η οποία εκφωνήθηκε σε σχολείο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στην καθιερωμένη γιορτή για την 28η Οκτωβρίου, στα 2009.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τότε (πριν τρία μόλις χρόνια) κανένας από τους σημερινούς όψιμα «ανησυχούντες» για την εκτίναξη της πολιτικής απήχησης των ναζιστών της Χρυσής Αυγής δεν έβγαζε άχνα, ούτε γι’ αυτήν ούτε για το φασιστικό ΛΑΟΣ που τότε μεσουρανούσε κι έστρωνε το έδαφος για τους ναζήδες.

Αλλά και κανένας σοσιαλφασίστας ψευτοαριστερός δε δεχόταν τότε μύγα στο σπαθί του για τα «ανοιχτά σύνορα», που ήταν γι’ αυτούς η πεμπτουσία του αντιρατσισμού, κι ας σήμαινε πείνα, πόνο, εξαθλίωση και μαχαιριές για τους μετανάστες και ταυτόχρονα αποκτήνωση του ντόπιου προλεταριάτου μέσα από την ανεργία, το σπάσιμο του μεροκάματου και την εθνορατσιστική διάσπαση.


Όπως δε δεχόταν μύγα στο σπαθί του και για το «μεγάλο Δεκέμβρη του ‘08», ο οποίος τελικά σάπισε ως το κόκκαλο μεγάλο μέρος της βάσης που ακολουθάει τόσο το σοσιαλφασισμό των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ όσο και τον αναρχισμό.

Η δημοσίευση της ομιλίας γίνεται κυρίως για κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο που πιθανά να μην γνωρίζει ότι υπήρχαν φωνές, έστω απείρως μειοψηφικές, οι οποίες προειδοποιούσαν για το επερχόμενο φασιστικό – σοσιαλφασιστικό τσουνάμι και ζύμωναν τη γραμμή του αντιφασιστικού, δημοκρατικού και πατριωτικού μετώπου, όταν αυτοί που πρόδωσαν από τα μέσα κάθε πρόοδο και κάθε αριστερά έσκαβαν το λάκκο αυτού του λαού, ανοίγοντας το δρόμο και για την ΠΕΙΝΑ και για το ΦΑΣΙΣΜΟ.

Η ομιλία έχει δημοσιευτεί στους ιστότοπους της Κίνησης «Παιδεία για Δημοκρατία και Ανάπτυξη» και της ΟΑΚΚΕ. Εξυπακούεται ότι είναι υφολογικά προσαρμοσμένη στο περιβάλλον στο οποίο εκφωνείται, και για κοινό κατά πλειοψηφία μαθητικό.
Ακολουθεί το κείμενο της ομιλίας:

Κυρία Διευθύντρια, αγαπητοί συνάδελφοι, αγαπητοί μας μαθητές, κυρίες και κύριοι!

Σαν σήμερα, πριν από 69 χρόνια, μετά από τελεσίγραφο του πρεσβευτή της φασιστικής Ιταλίας Γκράτσι τα ιταλικά στρατεύματα επιτέθηκαν απρόκλητα σε όλη την έκταση των ελληνοαλβανικών συνόρων, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον ελληνικό λαό να γράψει μια από τις πιο λαμπρές σελίδες της πολυτάραχης ιστορίας του.


Δεν ήταν μόνο η Ελλάδα που πολεμούσε κείνη τη στιγμή, κι ούτε πολεμούσε για να υπερασπιστεί μόνο τη δική της τιμή. Συνάμα υπερασπιζόταν και όλους τους ελεύθερους, και τους σκλαβωμένους ακόμα, λαούς του κόσμου. Η ηπειρώτισσα μάνα δεν κουβαλούσε τα πολεμοφόδια μόνη της στα κακοτράχαλα βουνά.
Δίπλα της στέκονταν οι άγγλοι εργάτες των ανθρακωρυχείων, οι αμερικάνοι αχθοφόροι των λιμανιών, οι πολυπληθείς εθνότητες των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, η ηγεσία των ΗΠΑ και σύσσωμη η πολιτική ηγεσία των δημοκρατικών χωρών της Ευρώπης.

Ο αγώνας δεν ήταν μόνο ενάντια σε κάποιους παράφρονες ξένους ηγέτες και, πολύ περισσότερο, ενάντια σε κάποιες τυφλωμένες από έπαρση ανθρώπινες μάζες που ακολουθούσαν σαν πιστά σκυλάκια τον «αρχηγό». Ήταν πρώτ’ απ’ όλα αγώνας ενάντια στο φασισμό και το ναζισμό, το πιο απάνθρωπο πολιτειακό σύστημα που έχει εμφανιστεί ποτέ στην ανθρωπότητα.

Νομίζω πως θα ήταν χρήσιμο και παραγωγικό να μη μείνουμε στο γράμμα, αλλά στο πνεύμα της ημέρας αυτής. Ο εορτασμός μιας τέτοιας επετείου μπορεί να αποκτήσει ένα πραγματικά βαθύ νόημα μόνο αν αποτελέσει αφορμή για περίσκεψη και γόνιμο προβληματισμό. Κι αυτό γιατί η Ιστορία μπορεί, αν οι λαοί δεν πάρουν μαθήματα απ’ αυτήν, να επαναληφθεί.

Τι ήταν, λοιπόν, ο ναζισμός;


Σίγουρα δεν ήταν ένα καπρίτσιο της Ιστορίας, ούτε βέβαια δημιούργημα απλά και μόνο ενός τρελού, όπως θέλουν μερικοί να παρουσιάζουν το Χίτλερ. Ο Χίτλερ ήταν αιμοβόρος, αλλά όχι τρελός. Μια τέτοια άποψη ουσιαστικά θα τον αθώωνε. Ο Χίτλερ ήταν ένα πρόσωπο που παρουσιάστηκε μια καίρια ιστορική στιγμή στην τσακισμένη οικονομικά και σε αδιέξοδο πολιτικά Γερμανία του μεσοπολέμου παριστάνοντας το σωτήρα του λαού, το Μεσσία που θα έδινε στο γερμανικό λαό την πολυπόθητη διέξοδο από τα προβλήματα που τον συνέθλιβαν.

Με ποια συνθήματα ο Χίτλερ συγκίνησε και κατάφερε να πείσει το λαό να του δώσει την εξουσία; Θα άξιζε τον κόπο και το χρόνο να ψάξουμε λίγο αυτή την πλευρά, τη συνήθως αδιόρατη, του φασισμού, πώς δηλαδή προσπαθεί να εξεγείρει τις λαϊκές μάζες και να τις βάλει στην υπηρεσία του.

Ο Χίτλερ το πρώτο που έκανε ήταν να τα βάλει με τη Δύση γενικά, με την Αγγλία και τις ΗΠΑ ιδιαίτερα.

Τις κατηγορούσε ως ιμπεριαλιστικές, λες και δεν ήταν ο ίδιος ο πολιτικός εκπρόσωπος των πιο αντιδραστικών ιμπεριαλιστικών κεφαλαιοκρατικών κύκλων της τότε Γερμανίας.
«Κάτω το κεφάλαιο», βροντοφώναζε για να κερδίσει τους εργάτες. Μέχρι και τη σημαία του, τη σβάστικα με τον αγκυλωτό σταυρό, τη χρωμάτισε κόκκινη για να τους πάρει με το μέρος του. Μήπως όμως και το κόμμα του εθνικοσοσιαλιστικό δεν το ονόμασε, για να θυμίζει συνειρμικά στους εργαζομένους τα σοσιαλιστικά ιδεώδη; Τα ράσα όμως δεν κάνουν τον παπά, λέει μια σοφή παροιμία. Κι όπως τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, έτσι και η επίκληση του Χίτλερ σε συνθήματα που παρέπεμπαν στην πρόοδο ήταν κάλπικη.
Όσο κι αν καμώθηκε το σφοδρό πολέμιο του καπιταλισμού, όσο κι αν έκανε τον αντικαπιταλιστή, δεν έπαυε να είναι ο πιο μαύρος εκπρόσωπος του μεγάλου κεφαλαίου στη χώρα του.

Ο ηγέτης του παγκόσμιου προλεταριάτου
Ι. Στάλιν σαν "εβραίος διάβολος" σε ναζιστική
αφίσσα προπαγάνδας

Αυτή η φύση των εθνικοσοσιαλιστών και του Χίτλερ αποκαλυπτόταν τότε από το γεγονός ότι ταυτόχρονα αυτοί θεωρούσαν ακόμη πιο μεγάλο εχθρό της Γερμανίας τους διεθνιστές κομμουνιστές και την τότε σοσιαλιστική Σοβιετική Ένωση.

Τον πόλεμο ενάντια στα καπιταλιστικά, αλλά δημοκρατικά κράτη της Δύσης, και τον πόλεμο ενάντια στη σοσιαλιστική Ανατολή ο Χίτλερ τον προετοίμασε με τον εξής τρόπο: Καλλιέργησε στα μυαλά των συμπολιτών του το μίσος και την απέχθεια για τους άλλους λαούς μέσω της δήθεν ανωτερότητας της γερμανικής φυλής. Ήταν δηλαδή ένας κλασικός ρατσιστής.

Πρόβαλλε τη ρατσιστική θεωρία του «ζωτικού χώρου», ότι δηλαδή τα σύνορα της χώρας του ήταν μικρά για έναν τόσο σπουδαίο λαό όπως ο δικός του, και την αντίληψη πως ο δικός τους πολιτισμός είναι ανώτερος από τον πολιτισμό όλων των άλλων εθνών, και επομένως θα έπρεπε αυτό να το αναγνωρίζουν όλα τα έθνη και να υποκλίνονται όλοι μπροστά στο γερμανικό μεγαλείο, όπως έλεγε. Με αρωγό την γκεμπελίστικη προπαγάνδα έκανε το λαό να πιστέψει πως στα πολιτικά παρασκήνια του εξωτερικού, εννοώντας και πάλι τη Σοβιετική Ένωση και τη Δύση, εξυφαίνεται μια παγκόσμια απειλητική συνωμοσία εναντίον του περιούσιου, δήθεν, γερμανικού λαού, τον οποίο τάχατες όλοι ζηλεύουν και όλοι αδικούν και εποφθαλμιούν για το μεγαλείο του.

Ναζιστική αφίσσα: Στάλιν και Τσώρτσιλ όργανα του απρόσωπου
διεθνούς εβραίου.

Κατά τη δική του άποψη, όλοι οι άλλοι λαοί “χρωστούσαν” στη Γερμανία πολιτισμό και παγκόσμια αναγνώριση. Και καθόρισε ως κέντρο τής κατά φαντασίαν αυτής συνωμοσίας τους Εβραίους, συνήθεις και εύκολους φταίχτες που προσωποποιούν αυτό που κάθε φασισμός διαλέγει να θεωρεί ως κακό. Στην προκείμενη περίπτωση ως κακό θεωρούσε τους μπολσεβίκους κομμουνιστές στην ΕΣΣΔ και τους φιλελεύθερους καπιταλιστές στη Δύση. Έλεγε λοιπόν ότι αυτά τα δύο καθεστώτα τα είχαν ανακαλύψει και τα οδηγούσαν Εβραίοι με στόχο να καταστρέψουν τη Γερμανία.
Τέτοιοι παραλογισμοί βρίσκουν απήχηση σε εποχές μεγάλης οικονομικής κρίσης, δηλαδή περιόδους απελπισίας των φτωχών και καταστροφής των μικρομεσαίων στρωμάτων.

Και σήμερα μήπως αρκετοί -και στη χώρα μας και παγκοσμίως- δεν επαναλαμβάνουν τα ίδια χιτλερικά στερεότυπα, δηλαδή ότι για όλα φταίνε οι μοχθηροί Εβραίοι; Και σήμερα δε λένε αρκετοί «όλοι οι λαοί χρωστάνε σ’ εμάς, γιατί εμείς τους δώσαμε τον πολιτισμό που σήμερα αυτοί έχουν»; Δε λένε ακόμα και σήμερα ότι «πρέπει η Δύση να αναγνωρίσει την ανωτερότητα του δικού μας πολιτισμού»; Δεν υποστηρίζουν και σήμερα ότι για την οικονομική εξαθλίωση, τη φτώχεια και τους πολέμους φταίνε όλοι οι άλλοι λαοί και κυβερνήσεις, αλλά όχι οι δικές τους κυβερνήσεις και οι ίδιοι;

Έχουμε κάτσει ποτέ να σκεφτούμε σοβαρά ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα; Ο ρατσισμός και ο φασισμός δεν είναι μια μακρινή ιστορία. Ας μην έχουμε την αυταπάτη ότι ξεμπερδέψαμε μια και καλή μ’ αυτόν όταν τελειώσαμε με το Χίτλερ.

Με το Χίτλερ τελειώσαμε, όχι όμως και με το χιτλερισμό. Ο φασισμός, αν οι λαοί δεν έχουν τα μάτια τους ανοιχτά, μεταμορφώνεται συνεχώς προσπαθώντας να τους εξαπατήσει και να τους παρασύρει στο παιχνίδι του πολέμου και της αλληλοεξόντωσης. Ο λύκος αλλάζει συνεχώς προβιά, προβάροντας κάθε φορά την πιο φανταχτερή για την περίσταση.

Ο αρχιναζιστής πριν τρία χρόνια είχε 0,29%. Σήμερα έχει 11%,
σαν αποτέλεσμα της πείνας και της ιδεολογικής αποκτήνωσης
που έφτιαξαν οι φίλοι και προστάτες του, σοσιαλφασίστες και
σωβινιστές.

Δεν είναι και πολύ δύσκολο για ένα λαό τσακισμένο από την ανέχεια και απογοητευμένο από την πολιτική και τους πολιτικούς να πέσει στα νύχια ενός επιτήδειου φασίστα. Ο φασισμός αυτή τη στιγμή που μιλάμε μπορεί να είναι δίπλα μας και να μας χτυπάει την πόρτα. Δεν είναι κάτι που εκδηλώνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Προετοιμάζει τις συνειδήσεις με μεθοδικό τρόπο, έτσι που χωρίς να το καταλάβει ένας λαός βρίσκεται να παλεύει με λύσσα για να εξοντώσει το γείτονά του.

Τέτοιες συμπεριφορές παρατηρούμε και σήμερα. Πριν από λίγα χρόνια, για παράδειγμα, οι ΗΠΑ εισέβαλαν απρόκλητα στο Ιράκ θεωρώντας τον εαυτό τους «παγκόσμιο προστάτη της δημοκρατίας», λες και οι λαοί τους είχαν αναθέσει αυτό το ρόλο.

                                                 Από τη ρώσικη εισβολή στη Γεωργία

Πολύ χειρότερη συμπεριφορά επέδειξε πέρσι (σ. ΚΜ: το 2008) μια ανερχόμενη υπερδύναμη του καιρού μας, η Ρωσία, όταν επιτέθηκε στη μικρή γειτονική της Γεωργία με πρόσχημα την προστασία της ρωσικής μειονότητας στην Αμπχαζία και τη Νότια Οσσετία και προσάρτησε, ουσιαστικά, αυτές τις δύο περιοχές. Είναι εκπληκτική στην περίπτωση αυτή η ομοιότητα με τη χιτλερική πολιτική: Η πρώτη επιθετική ενέργεια του ναζισμού εναντίον ξένης χώρας ήταν η προσάρτηση της Σουδητίας -περιοχής που ανήκε στην τότε Τσεχοσλοβακία- με πρόσχημα ακριβώς την υπεράσπιση της γερμανικής μειονότητας στην περιοχή αυτή!

Ας έρθουμε όμως στα δικά μας. Ας ψάξουμε βαθιά μέσα μας να δούμε τι συμβαίνει τα τελευταία, ιδιαίτερα, χρόνια στην ίδια μας τη χώρα.

                                                            Ο Αλέξης Γρηγορόπουλος

Δεν είδαμε τον περασμένο Δεκέμβρη (σ. ΚΜ: του 2008) την απρόκλητη δολοφονία του νεαρού Γρηγορόπουλου από έναν αστυνομικό που δε μετάνιωσε για το έγκλημά του, επειδή και αυτός και μεγάλο μέρος της σημερινής αστυνομίας είναι βαθιά διαβρωμένοι από τους ρατσιστές και ναζιστές της «Χρυσής Αυγής»;

Μετά δεν είδαμε το απροστάτευτο από τα όργανα της τάξης κέντρο της Αθήνας να καίγεται από τις μολότοφ φασιστικών ταγμάτων εφόδου, που τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται ως αναρχικοί;

Δε βλέπουμε συχνά-πυκνά το πανεπιστημιακό άσυλο, που στο παρελθόν αποτελούσε την ασπίδα των δημοκρατικών ανθρώπων στο πανεπιστήμιο απέναντι στις ορέξεις των χουντικών, να το εκμεταλλεύονται ψευτοπροοδευτικά στοιχεία, για να εδραιώσουν την πολιτική τους κυριαρχία μέσα κι έξω από το πανεπιστήμιο, να τρομοκρατούν δημοκράτες καθηγητές, όταν αυτοί απλά προσπαθούν να κάνουν μάθημα και να μεταγγίσουν τη γνώση στους φοιτητές τους, μπας και πάει μπροστά η πολύπαθη αυτή χώρα;

Δε βλέπουμε να αφήνεται σχεδόν ανεξέλεγκτη η συρροή λαθρομεταναστών στη χώρα, με στόχο το γιγάντωμα της μαύρης εργασίας, ώστε να πέσει το εργατικό μεροκάματο και για τους ντόπιους εργάτες και για τους εγκατεστημένους μετανάστες, και έτσι να δυναμώσει το ρατσιστικό μίσος μέσα στη χώρα μας ενάντια στους τελευταίους; Δε θα ‘πρεπε το ελληνικό κράτος, όπως προβλέπουν οι διεθνείς συμβάσεις που έχει από καιρό υπογράψει, να εμποδίσει τη μαύρη εργασία και το λαθρεμπόριο ανθρώπων και ταυτόχρονα να αποδώσει την ελληνική ιθαγένεια αρχικά στα παιδιά των εγκατεστημένων μεταναστών και σταδιακά σε όλους τους εγκατεστημένους μετανάστες, για να είναι ενωμένος ο λαός να παλέψει για τα δίκια του και να μην καταναλώνεται σε ρατσιστικούς αποκλεισμούς και μίση;

Αυτές οι καταστάσεις είναι ιδανικές για να εκκολαφθεί και στη χώρα μας το αβγό του φιδιού, να βγουν δηλαδή στο προσκήνιο δυνάμεις που, με πρόσχημα την υπεράσπιση του μεροκάματου του εργάτη ντόπιου και μετανάστη από τη λαθρομετανάστευση, των δικαιωμάτων του πολίτη και την προστασία του ανυπεράσπιστου μαγαζάτορα από τους κουκουλοφόρους, σπρώχνουν τη χώρα προς την πολιτική ανωμαλία και το φασισμό.


Εδώ ας κάνουμε μια επισήμανση: Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που θέλει να λέγεται ότι ανήκει στη δημοκρατική Ευρώπη και ταυτόχρονα επιτρέπει σε ναζιστικές οργανώσεις να λειτουργούν και να εκφράζονται πολιτικά ελεύθερα, χωρίς κανέναν περιορισμό.

Στη χώρα μας όποιος θέλει έχει από το νόμο το δικαίωμα να κατεβεί στο δρόμο με χιτλερική σημαία, να φωνάζει χιτλερικά συνθήματα και να χαιρετά φασιστικά όπως ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ. Αυτά στη δημοκρατική Ευρώπη απαγορεύονται δια νόμου. Μήπως θα έπρεπε να εφαρμοστεί κι εδώ κάτι ανάλογο;

Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Το αβγό του φιδιού δεν περιορίζεται σε μικρές ομάδες του περιθωρίου. Όταν βλέπουμε, για παράδειγμα, πολιτικό ηγέτη να καλεί τον ελληνικό λαό να πάρει πίσω την Κωνσταντινούπολη, την ίδια ώρα βλέπουμε την υπόλοιπη πολιτική ηγεσία της χώρας να μην καταγγέλλει τέτοιες απόψεις ως χιτλερικές, αφού ωθούν σε καταχτητικό πόλεμο για ανακατανομή συνόρων, αλλά να τις αφήνει να καλλιεργούνται στον ελληνικό λαό? αυτό δεν είναι εκκόλαψη του αβγού του φιδιού;

Και αναρωτιέται κανείς: Έτσι θα πάει μπροστά η χώρα μας; Πού πήγε όλο αυτό το αίμα που έχυσαν οι λαοί στο διάβα της Ιστορίας, για να κατακτηθεί η εθνική ανεξαρτησία και η δημοκρατία;

Αν θέλουμε να σβηστεί για πάντα από τη μνήμη της ανθρωπότητας η ναζιστική θηριωδία, δεν αρκεί να την καταδικάζουμε σε εκδηλώσεις επετειακού χαρακτήρα σαν τη σημερινή.

Πρέπει να επαγρυπνούμε και να πολεμάμε το φασισμό όπου και όπως κι αν εκδηλώνεται: Στη δουλειά, στην πολιτική, στην οικονομία, στις εθνικές μειονότητες, στις διακρατικές σχέσεις, στην επικοινωνία μας με τους άλλους λαούς, ιδιαίτερα τους γειτονικούς, ακόμα και μέσα στην ίδια μας την οικογένεια. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να επιδοθούμε σε μια ευγενική άμιλλα με τους άλλους λαούς και να πάρουμε απ’ αυτούς ό,τι καλύτερο έχουν, όπως κι αυτοί από το δικό μας λαό. Μόνο έτσι θα μπορέσει να βαδίσει ολόκληρη η ανθρωπότητα χέρι-χέρι στο δρόμο της προόδου και της προκοπής.

Γι’ αυτά τα ιδανικά έχυσαν το αίμα τους οι πρόγονοί μας το ’40 στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας.

Το 1941 οι δυνάμεις του ξένου φασισμού, στηριγμένες στα υπέρτερα τεχνικά μέσα και στην αριθμητική τους δύναμη, κατάφεραν να κατακτήσουν την Ελλάδα. Τι, στην ουσία, κατάκτησαν όμως; Μπόρεσαν να κερδίσουν τη λαϊκή ψυχή με τη, δήθεν, «νέα τάξη πραγμάτων» που υπόσχονταν; Σίγουρα όχι.

                                                          Αφίσσα του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ

Κι αυτό φάνηκε περίτρανα στα χρόνια ‘41-’44, στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης. Ήταν τότε που σύσσωμος ο ελληνικός λαός και η πολιτική του ηγεσία, εκτός από μερικές θλιβερές εξαιρέσεις δοσίλογων φασιστών, έδωσε ένα γερό χαστούκι στο πρόσωπο των κατακτητών. Έδωσε ένα μάθημα σ’ όλους αυτούς που νομίζουν πως ένας μικρός, αριθμητικά, λαός είναι μοιραίο να υποταχτεί σ’ έναν ισχυρότερο.

Το δίκιο είναι αυτό που κάνει το μικρό λαό να γιγαντώνεται και να αντιστέκεται, να κουρελιάζει και να εξευτελίζει το μεγάλο στρατό στο πεδίο της μάχης.

Τη Ρωμιοσύνη, λοιπόν, δεν πρέπει να την κλαίμε. Εκεί που πάει να σκύψει, με το σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο, να τη! Πετιέται από ‘ξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει.

Ζήτω η 28η Οκτωβρίου 1940!

Ζήτω η αδούλωτη ψυχή του ελληνικού λαού!


Πάρθηκε από http://kokkinometerizi.blogspot.com/2012/10/28.html

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

Να υπερασπίσουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου στην ΕΣΣΔ και την Κίνα από τους φιλελεύθερους


Απόσπασμα από άρθρο της ΟΑΚΚΕ [ολόκληρο εδώ http://oakke.gr/na408/apofasiSE408.htm]

[...] Γι αυτούς τους λόγους πρέπει να απαντήσουμε στον φιλελεύθερο αντικομμουνισμό, ιδιαίτερα στην εκδοχή του που ταυτίζει την ανοικτή δικτατορία του προλεταριάτου με το ναζισμό. Και πρέπει να απαντήσουμε με τρόπο που θα ξεσκεπάζει και τον όψιμο φιλοσταλινισμό και φιλομαοϊσμό των σοσιαλφασιστών. Γιατί την αντίληψη περί «ολοκληρωτισμού» της πραγματικής δικτατορίας του προλεταριάτου, την υποστηρίζει σήμερα πολλά χρόνια μετά την παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Ρωσία και στην Κίνα και ένα μεγάλο κομμάτι από μια πραγματική δημοκρατική αριστερά. Αυτή από τη μια μεριά έχει μισήσει την πράγματι ολοκληρωτική δικτατορία της ανατολικής αστικής τάξης νέου τύπου αλλά από την άλλη βρίσκεται κάτω από την επιρροή των σοσιαλδημοκρατών, των αναθεωρητών σοσιαλδημοκρατικού «ευρωκομμουνιστικού» τύπου, των τροτσκιστών, αλλά και των κάθε λογής διαδόχων της ιστορικής παρέκκλισης του αριστερού κομμουνισμού και έχει ταυτίσει με το φασισμό, αν όχι και το ναζισμό την εποχή Στάλιν και σε ένα μικρότερο βαθμό την εποχή Μάο.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη ότι η «ελαφριά», η εισοδιστική μέσα στους αστοφιλελεύθερους και τους αριστερούς δημοκράτες μορφή του σοσιαλφασισμού, η μορφή ΣΥΝ και Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς καταδικάζει ανοιχτά το σταλινισμό στην απόφασή του και γι αυτό δεν καταδικάζει ονομαστικά τις δύο αποφάσεις αλλά αποκλειστικά το μνημόνιο. Η δυσκολία στην κριτική του αστοφιλελεύθερου αντικομμουνισμού είναι ότι αυτή πρέπει να είναι τόσο βαθιά ώστε να διαχωρίζεται και από το ρεύμα του όψιμου φιλοσταλινισμού και φιλομαοϊσμού σοσιαλφασιστικού τύπου, δηλαδή τύπου ψευτοΚΚΕ.

Αυτός σηκώνει σήμερα βασικά τη σημαία του Στάλιν (και πολύ λιγότερο του Λένιν και του Μάο) όχι για να υποστηρίξει την κύρια επαναστατική πλευρά του πρώτου, αλλά όλες τις συκοφαντίες που εξαπολύθηκαν εναντίον και κυρίως όλα τα λάθη και τις αδυναμίες του. Στην πραγματικότητα αυτά ήταν λάθη και αδυναμίες της πρώτης εργατικής εξουσίας στον κόσμο σε μια χώρα καθυστερημένη και ταυτόχρονα επιθετική ιμπεριαλιστική που επειδή τόλμησε αυτή την εξουσία δοκίμασε την πιο μεγάλη πολιτική απομόνωση που έχει ποτέ δοκιμάσει χώρα, και που τελικά δέχτηκε την πιο απάνθρωπη επίθεση που έχει ως τώρα δεχτεί χώρα. Σε μια τέτοια σκληρή εποχή αυτή η εργατική εξουσία πέρα από τα λάθη της δεν μπορούσε παρά να φερθεί με σκληρότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι και η αστοφιλελεύθερη άρνηση του μαρξισμού πάλι τα κύρια πυρά της στην εποχή αυτή της προλεταριακής επανάστασης τα ρίχνει σε αυτή τη χώρα. Οφείλουμε λοιπόν αυτή την επανάσταση να την υποστηρίξουμε σε όλη της τη διάρκεια.

Ας απαντήσουμε λοιπόν στο επιχείρημα το σχετικό με τον αριθμό των θυμάτων της προλεταριακής βίας. Το υπόμνημα, που εν πολλοίς βασίζεται στα στοιχεία του βασικού αντικομμουνιστικού εγχειριδίου της φιλελεύθερης αστικής τάξης, της «μαύρης βίβλου του κομμουνισμού», αναθέτει και στην περίοδο Λένιν τόσα εκατομμύρια νεκρούς όσα περίπου και στην περίοδο Στάλιν. Αυτό σημαίνει ότι κανείς λενινιστής δεν θα ελαφρώσει ποτέ τη θέση του απέναντι στους φιλελεύθερους είτε αστούς είτε αριστερούς δημοκράτες με το να καταδικάζει τον Στάλιν. Ότι και να κάνει μια προλεταριακή εξουσία θα τη βγάλουν εγκληματική γιατί οπωσδήποτε δεν θα αποφύγει τη βία. Το μνημόνιο λοιπόν ρίχνει στο Λένιν την ευθύνη για 5 εκατομμύρια νεκρούς από το λιμό του 21-23. Στους νεκρούς της άμεσα πολιτικής βίας του χρεώνει 500 χιλιάδες νεκρούς κοζάκους και δεκάδες χιλιάδες άλλους φεουδάρχες, αστούς και άλλους πολιτικούς εχθρούς της επανάστασης. Τον Στάλιν τον φορτώνει με τα πάνω από πέντε εκατομμύρια νεκρούς του λιμού του 30-32 αλλά και με μερικά εκατομμύρια νεκρούς της καθαρής πολιτικής βίας στις περιόδους 31-32 της κολλεκτιβοποίησης και ακόμα περισσότερα για την περίοδο των μεγάλων εσωκομματικών εκκαθαρίσεων της περιόδου 37-39. Σύμφωνα με αυτή τη λογική ο μεγαλύτερος εγκληματίας όλων των εποχών και όλων των κομμουνισμών είναι ο Μάο που τον φορτώνουν γενναιόδωρα με 65 εκατομμύρια νεκρούς κυρίως από το λιμό του 1958 στην εποχή του μεγάλου άλματος προς τα μπρος.

Θεωρώντας τον Λένιν εξ ίσου «ολοκληρωτικού» τύπου δικτάτορα όσο περίπου και τον Στάλιν οι αστοφιλελεύθεροι φέρονται με περισσότερη συνέπεια από τους τροτσκιστές και αριστερούς ρεβιζιονιστές γενικότερα που θεωρούν σαν τέτοιο δικτάτορα μόνο τον δεύτερο και έτσι καταστρέφουν τη μεγάλη ταξική διαχωριστική γραμμή που βρίσκεται όχι ανάμεσα στον Λένιν και τον Στάλιν, αλλά ανάμεσα στους Λένιν και Στάλιν από τη μια μεριά και Χρουστσόφ, Μπρέζνιεφ από την άλλη. Με το ότι επιτίθενται στον Λένιν με αυτόν τον τρόπο οι αστοφιλελεύθεροι αποδεικνύουν τον αντεπαναστατικό αντιλαϊκό χαρακτήρα όλης της γραμμής τους, ενώ οι τροτσκιστές και οι δεξιοί ρεβιζιονιστές που λίγο ή πολύ υποστηρίζουν τον Λένιν αλλά χτυπάνε τον Στάλιν και το Μάο καλύπτονται σαν επαναστάτες.

Αλλά ας δώσουμε μια σύντομη απάντηση στην επιχειρηματολογία με τα πτώματα.
Όταν οι αστοφιλελεύθεροι και οι οπορτουνιστές κάθε είδους καταγγέλλουν τους επαναστάτες για τη βία τους ξεχνάνε τη βία της αντεπανάστασης. Και αυτή η βία έχει πολλές πλευρές. Ας τις δούμε για δυο κυρίως περιόδους στη Ρωσία, την περίοδο Λένιν και την περίοδο Στάλιν που δέχονται σήμερα τα κύρια παγκόσμια πυρά των φιλελεύθερων.

Η προλεταριακή βία της περιόδου Λένιν ήταν κατ αρχήν η απάντηση του ρώσικου προλεταριάτου στη βία της ρώσικης αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστών που κίνησαν άμεσα μετά τη σχετικά αναίμακτη κατάληψη της εξουσίας από τα σοβιέτ ένα μακρόχρονο εσωτερικό εμφύλιο και μια ωμή διεθνή εξωτερική στρατιωτική επέμβαση. Απέναντι σε αυτή την εσωτερική και εξωτερική βία απάντησαν οι μπολσεβίκοι με βία απέναντι στις τάξεις που ανέτρεψαν και σε όσο βαθμό αυτές οι τάξεις στήριξαν τη βία της αντεπανάστασης. Στην πραγματικότητα δεν έκαναν τίποτα χειρότερο από αυτό που έκαναν οι αστικές επαναστάσεις όταν ανέτρεπαν τις φεουδαρχικές εξουσίες. Οι αστοί ξεχνάνε πάντα το αίμα των δεκάδων χιλιάδων ευγενών, γενικά που έχυσε με το ξερό χτύπημα της γκιλοτίνας η επαναστατική γαλλική αστική τάξη στο εσωτερικό, ακριβώς τη στιγμή που η τάξη των φεουδαρχών συνεργάστηκε και προετοίμαζε με όλη την ευρωπαϊκή φεουδαρχική αντίδραση ένα συντριπτικό εξωτερικό χτύπημα στο νέο επαναστατικό καθεστώς. Οι αστοί μετράνε πάντα τους νεκρούς της εσωτερικής πολιτικής βίας ενός επαναστατικού καθεστώτος ανεξάρτητα από την εξωτερική βία που του ασκείται επειδή την εξωτερική βία δεν τη θεωρούν έναν ταξικό πόλεμο αλλά έναν εθνικό, μη ταξικό πόλεμο. Στο σημείο αυτό δεν διστάζουν να κάνουν και απάτες. Καταλογίζουν στην εποχή Λένιν τα εκατομμύρια νεκρούς του λιμού του 20-21 ενώ αυτός -αν αφαιρέσει κανείς τις κλιματολογικές συνθήκες που δεν πρέπει να αφαιρούνται - είχε να κάνει ακριβώς με τις πελώριες καταστροφές στις παραγωγικές δυνάμεις της Ρωσίας που έφερε ο πόλεμος.

 Και εδώ δεν πρόκειται μόνο για τον πόλεμο που ακολούθησε την επανάσταση, αλλά τον διεθνή πόλεμο που προηγήθηκε της επανάστασης και ο οποίος στην πραγματικότητα προκάλεσε την επανάσταση. Πρόκειται για τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο για τον οποίο οι αστοί φιλελεύθεροι και γενικά οι ιμπεριαλιστές αντικομμουνιστές κάνουν πως δεν έχουν καμιά ευθύνη ενώ αυτοί τον προκάλεσαν, αυτοί τον καθοδήγησαν και αυτοί τον υποστηρίζουν ακόμα στα σχολικά τους εγχειρίδια και στα μουσεία τους από την εθνική τους πλευρά. Αυτός λοιπόν ο πόλεμος, ένας ληστρικός ιμπεριαλιστικός πόλεμος, άδικος και από τις δύο πλευρές έδωσε 20 εκατομμύρια νεκρούς χωρίς να λογαριαστούν οι νεκροί από την πείνα. Αυτό το ασύλληπτο μακελειό το αντιπάλεψε με όλες του τις δυνάμεις το ρώσικο επαναστατικό προλεταριάτο και μόνο αυτό με επικεφαλής τον Λένιν και μάλιστα το συντόμευσε σταματώντας με την επανάστασή του τον πόλεμο στο ανατολικό γερμανο-ρωσικό μέτωπο. Η ιστορική αλήθεια είναι ότι οι ιμπεριαλιστές, φιλελεύθεροι και μη, ευθύνονται αποκλειστικά για τα πάνω από 5 εκατομμύρια νεκρούς από πείνα και 3 εκατομμύρια νεκρούς από επιδημίες ειδικά από τύφο που ξέσπασε πάνω στην πείνα στη Ρωσία του 17-23. Σε αυτούς τους νεκρούς πρέπει να προστεθούν τα 2,5 εκατομμύρια ρώσοι νεκροί στρατιώτες από τον ίδιο τον πόλεμο και το 1 εκατομμύριο από τον εμφύλιο που κυρίως οφείλεται στο ότι οι μπολσεβίκοι σταμάτησαν τον «πατριωτικό» πόλεμο-σφαγείο. Μόνο για τη Ρωσία οι αστοί ευθύνονται συνολικά για 11,5 εκατομμύρια νεκρούς. Όμως σε επίπεδο Ευρώπης τους αντιστοιχούν από πόλεμο, πείνα και κακουχίες πολλαπλάσιοι. Οι αστοί φιλελεύθεροι δεν λένε στους λαούς πως έγινε και νίκησε η ρώσικη επανάσταση και σταθεροποιήθηκε και αγαπήθηκε από το ρώσικο λαό με όλη αυτή την πολιτική βία που άσκησε. Μα νίκησε, σταθεροποιήθηκε και αγαπήθηκε πάνω από όλα γιατί σταμάτησε το σφαγείο, την κόλαση του ιμπεριαλιστικού πολέμου με το σύνθημα της ειρήνης και με την πολιτική γραμμή της «ήττας του δικού μας έθνους» στον πόλεμο αυτό. Και ο ρώσικος λαός ήξερε ότι αυτό το σφαγείο δεν μπορούσε να σταματήσει χωρίς βία πάνω σε αυτούς που ήθελαν να συνεχίσουν αυτό το σφαγείο, δηλαδή χωρίς βία πάνω στους λυσσασμένους τσαρικούς και στους υπόλοιπους αστούς «πατριώτες», δηλαδή στους καντέτους φιλελεύθερους, τους δεξιούς εσσέρους και στους επίσης «αριστερούς πατριώτες» μενσεβίκους που ξεσήκωσαν το λαό στον μεγάλο εμφύλιο.

Αυτές όλες οι παρατηρήσεις μας δεν παίρνουν υπ όψιν τους τα στοιχεία από την κατοπινή άνοδο του βιοτικού επιπέδου του ρώσικου λαού, τη μείωση της γενικής θνησιμότητας κλπ που θα πρέπει να λογαριαστούν όταν μπαίνει σε έρευνα το ιστορικό ισοζύγιο ενός καθεστώτος. Ούτε επίσης θέλουμε σε αυτό εδώ το σημείωμά μας να απαντήσουμε στο πως μπαίνει το ζήτημα της πολιτικής βίας και της πολιτικής δημοκρατίας ανάλογα με το ποια τάξη είναι στην εξουσία και σε ποια φάση αυτής της εξουσίας. Δεν εξετάζουμε δηλαδή το ζήτημα των πολιτικών ελευθεριών, της βίας πάνω στις ξεχωριστές τάξεις, των μεθόδων αυτής της βίας πχ, εκτελέσεων, εκτοπίσεων, κλπ. Εδώ απαντάμε μόνο στο προνομιακό έδαφος στο οποίο διαλέγουν οι αστοί φιλελεύθεροι να δώσουν την ιδεολογική πάλη ενάντια στους εχθρούς τους, το έδαφος των νεκρών από την πολιτική βία. Στο πλαίσιο αυτό δώσαμε μια εικόνα για το εντελώς επιλεκτικό, στενά προσδιορισμένο ταξικά και γι αυτό ιστορικά ανάπηρο και τυφλό τρόπο με τον οποίο αναλύουν οι αστοί τα εμπειρικά δεδομένα.

Να υπερασπίσουμε τη σταλινική εποχή της ρώσικης επανάστασης

Αυτή τους η ταξική προκατάληψη τους τυφλώνει ολοκληρωτικά και στο ζήτημα Στάλιν στο οποίο νιώθουν το πιο ασφαλές έδαφος γιατί εκεί σχηματίζουν το πιο πλατύ τους πολιτικό και ταξικό μέτωπο καθώς συσπειρώνουν και προοδευτικά δημοκρατικά στοιχεία από άλλες τάξεις, ακόμα και από την εργατική. Έτσι φτάνουν στο σημείο να ταυτίζουν ποιοτικά τη χιτλερική δικτατορία με τη σταλινική και το ναζισμό με το μπολσεβικισμό. Όταν οι αστοί μετράνε τους νεκρούς της πολιτικής βίας της εποχής Στάλιν είπαμε ότι ενώνουν όπως και με το Λένιν τα θύματα της καθαυτό πολιτικής βίας με τα θύματα των λιμών. Ιδιαίτερα πλουτίζουν τα προπαγανδιστικά νεκροτομεία τους με τα εκατομμύρια των νεκρών του μεγάλου λιμού του 31-32 που εκτός από τη Ρωσία και περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή της ΕΣΣΔ χτύπησε την σιτοπαραγωγή Ουκρανία, ενώ είναι γεγονός ότι και τα θύματα της καθαυτό εσωτερικής πολιτικής βίας είναι περισσότερα στη σταλινική από όσα στη λενινιστική εποχή της σοβιετικής επανάστασης.

Όπως και για τη λενινιστική περίοδο της ρώσικης επανάστασης έτσι και δω θα απαντήσουμε στα πτωματολογικά επιχειρήματα της αστικής τάξης με όρους ενός ευρύτερου πολιτικού ορίζοντα.
Η σταλινική εποχή διαφέρει αντικειμενικά από την περίοδο του Λένιν σε ένα κυρίως ζήτημα: Στο ότι η λενινιστική περίοδος είναι μια μεταπολεμική εποχή του πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου, ενώ η σταλινική είναι η περίοδος στη διάρκεια της οποίας προετοιμάζεται και διεξάγεται ο δεύτερος παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Σε αυτόν τον πόλεμο είναι συγκεντρωμένη όλη η πολιτική βία, η παγκόσμια πολιτική βία αυτής της περιόδου, όπως στον πρώτο είναι συγκεντρωμένη η παγκόσμια πολιτική βία της περιόδου 1900-1915. Ενώ ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος είναι ένας πόλεμος ανάμεσα σε δυο ιμπεριαλιστικά μπλοκ, άδικος και από τις δυο πλευρές, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος είναι ένας πόλεμος ιμπεριαλιστικός αποικιακού τύπου από τη μια μεριά και δημοκρατικός εθνικοαπελευθερωτικός από την άλλη. Σε αυτόν τον πόλεμο αν και τις δυτικές χώρες διοικούσε η ιμπεριαλιστική μονοπωλιακή αστική τάξη, ο πόλεμος που αυτές διεξήγαγαν ενάντια στο τρίτο Ράϊχ ήταν από την πρώτη στιγμή πόλεμος δημοκρατικός εθνικοαπελευθερωτικός για την ίδια την ύπαρξή αυτών των χωρών σαν πολιτισμένων χωρών. Αυτό οφείλεται στο ότι σε αυτόν τον πόλεμο το ένα στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού, το χιτλερικό, αντί να παλέψει για να αποσπάσει αποικίες από ένα άλλο, αποφάσισε να μετατρέψει σε αποικίες τις ίδιες τις ιμπεριαλιστικές χώρες και πάνω απ’ όλα να μετατρέψει σε αποικία δούλων -κυριολεκτικά- την πρώτη χώρα της προλεταριακής κομμουνιστικής επανάστασης, την ΕΣΣΔ.

Είναι γνωστό πολύ στους αστούς ιστορικούς πως από τους δύο ταυτόχρονους πολέμους του Χίτλερ, εκείνον ενάντια στους «εβραιοκαπιταλιστές» της Δύσης και εκείνον ενάντια στους «εβραιομπολσεβίκους» της ΕΣΣΔ, μόνο ο δεύτερος ήταν πόλεμος ολοκληρωτικής εξόντωσης και υποδούλωσης (Vernichtungskrieg). Αυτό το ξεχωριστό μίσος προς τους μπολσεβίκους, που εμφανίζεται από την πρώτη στιγμή στην πλατφόρμα των εθνικοσοσιαλιστών, έχει την ταξική ερμηνεία του όχι βέβαια στην ταύτιση του εθνικοσοσιαλισμού με το μπολσεβικισμό αλλά στην ταξικά απόλυτη αντιδιαμετρικότητά τους. Και αυτή η αντιδιαμετρικότητα αποδείχτηκε στην πράξη: Σε αυτόν τον πιο μεγάλο πόλεμο της ιστορίας και τον πιο κρίσιμο για την εξέλιξη της ανθρωπότητας, τον πρώτο ρόλο στα βάρη του σε ανθρώπινες θυσίες και την πιο αποφασιστική συνεισφορά στην έκβασή του ήταν ιστορικά και πρακτικά υποχρεωτικό να τον παίξει, και τον ανέλαβε, η σοβιετική εξουσία της σταλινικής εποχής με επικεφαλής τον ίδιο τον Στάλιν. Οι αστοί ιστορικοί που όλο και περισσότερο μέσα στην παρακμή τους ταυτίζουν τον Χίτλερ με τον Στάλιν δεν μπορούν να εξηγήσουν πως έγινε και μια βαρβαρότητα συνέτριψε μια άλλη αντί να ενωθεί μαζί της. Δεν μπορούν να απαντήσουν γιατί η σταλινική ηγεσία αρνήθηκε την πρόταση του Χίτλερ να καταχτήσει όλη τη νότια Ασία στα πλαίσια μιας συμμαχίας με τα άλλα τρία αρπακτικά, τη ναζιστική Γερμανία, την αυτοκρατορική Ιαπωνία και τη φασιστική Ιταλία και προτίμησε να φτάσει στο χείλος της καταστροφής και της συντριβής προκειμένου να αντιμετωπίσει το ναζισμό σαν πρόοδος παρά να συμφιλιωθεί μαζί του σα βαρβαρότητα. Κυρίως δεν μπορούν να απαντήσουν πως έγινε και οι μάζες του ρώσικου λαού, κυρίως η εργατική τάξη και η φτωχή αγροτιά πολέμησαν με τόση αυτοθυσία εφόσον υποτίθεται ζούσαν έναν εφιάλτη καταπίεσης από το καθεστώς που με τόσο σθένος υπεράσπιζαν. Ούτε θα μπορέσουν να απαντήσουν στο πως έγινε και η πιο καθαρή και επίμονη αντιναζιστική στάση σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, τα χρόνια πριν την έκρηξη του παγκόσμιου πολέμου ήταν αυτή της τρίτης Διεθνούς με τη γραμμή του αντιφασιστικού μετώπου.

 Ήταν η ιμπεριαλιστική Δύση που άφησε τη Δημοκρατική επανάσταση στην Ισπανία να νικηθεί από το φασισμό και την Τσεχοσλοβακία να καταβροχθιστεί από το Χίτλερ και όχι η Τρίτη Διεθνής και οι ρώσοι μπολσεβίκοι. Ήταν λοιπόν οι δυτικοί ιμπεριαλιστές, φιλελεύθεροι και μη, που ευθύνονται σε τεράστιο μέρος για τα 50 εκατομμύρια νεκρών του β΄ παγκόσμιου πόλεμου και όχι ο κομμουνισμός. Όσα πτώματα λοιπόν και να μετρήσουν στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ δεν θα αποδείξουν την απανθρωπιά εκείνης της πολιτικής εξουσίας αλλά της δικιάς τους. Από την άλλη με το να θέλουν σήμερα να καταδικάσουν τη σταλινική περίοδο σαν ταυτόσημη με τη ναζιστική, οι αστοφιλελεύθεροι και γενικότερα οι δυτικοί ιμπεριαλιστές αρνούνται το αντιφασιστικό μέτωπο που οι ίδιοι συγκρότησαν με τη σταλινική Ρωσία ενάντια στους ναζί. Κάνουν δηλαδή τώρα το ίδιο πράγμα που κάνανε τότε οι πρόδρομοι του σοσιαλφασισμού, οι τροτσκιστές του 40 καθώς και όλοι οι ουδετερόφιλοι φασίστες.
Παρόλα αυτά υπάρχουν όπως είπαμε παραπάνω δημοκρατικοί άνθρωποι που δίχως να ταυτίζουν Χίτλερ και Στάλιν θεωρούν ότι ασκήθηκε μια βία στο εσωτερικό της χώρας από τη σοβιετική εξουσία εκείνη την εποχή που δεν ήταν προλεταριακή ούτε στον όγκο της, ούτε και στην ποιότητά της. Δεν είμαστε και μεις διατεθειμένοι να υποστηρίξουμε κάθε βία που ασκήθηκε από το σοβιετικό καθεστώς στο μεσοπόλεμο, ούτε τις μέθοδες αυτής της βίας. Εκείνο που θέλουμε να ξεχωρίσουμε είναι ποια ήταν η ταξική ποιότητα αυτής της βίας στην κύρια πλευρά και μετά τι ήταν ιστορικά αναπόφευκτο σε αυτήν και τι ήταν λάθος του επαναστατικού στρατοπέδου.

Το μεγάλο πρόβλημα της ρώσικης επανάστασης στη σταλινική περίοδο και η δικτατορία του προλεταριάτου πάνω στην πλούσια αγροτιά

Αυτή την εσωτερική βία δεν μπορεί και δεν πρέπει να τη δει κανείς ανεξάρτητα από την απόλυτα εξοντωτική εξωτερική βία που ξέσπασε ενάντια στην ΕΣΣΔ από το γερμανικό ιμπεριαλισμό. Γιατί αυτή η εξωτερική βία δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήταν όπως είπαμε ξέσπασμα της προπολεμικής πολιτικής και οικονομικής ταξικής βίας που ασκήθηκε πάνω στη χώρα της πρώτης πετυχημένης επανάστασης σκλάβων στην ανθρώπινη ιστορία. Όπως και στην εποχή Λένιν έτσι και στην εποχή Στάλιν και ακόμα περισσότερο στη δεύτερη, η ρώσικη προλεταριακή εξουσία δοκίμασε μια πελώρια διεθνή απομόνωση, μια απομόνωση πολιτική και οικονομική. Όμως η απομόνωση μιας προλεταριακής εξουσίας σε μια παραγωγικά καθυστερημένη χώρα κάνει αυτήν την εξουσία εξαιρετικά εύθραυστη και αυτό το ξέρουν αυτοί που πιέζουν και γι αυτό πιέζουν περισσότερο. Για τους μαρξιστές σταθερή είναι η επαναστατική εξουσία σε μια ανεπτυγμένη καπιταλιστικά χώρα, αλλά σε μια τέτοια χώρα είναι πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί σοσιαλιστική επανάσταση.

 Αντίθετα σε μια παραγωγικά καθυστερημένη χώρα είναι σχετικά εύκολο να πάρει η επαναστατική τάξη την εξουσία αλλά πολύ δύσκολο να τη κρατήσει. Κυρίως είναι δύσκολο να την κρατήσει γιατί της λείπει η υλική της βάση που στην περίπτωση της προλεταριακής εξουσίας είναι η σύγχρονη βιομηχανική παραγωγή και η σύγχρονη τεχνολογία. Στην περίπτωση της σοσιαλιστικής Ρωσίας το προλεταριάτο βρήκε μπροστά του όχι μόνο μια γενικά καθυστερημένη χώρα αλλά μια χώρα ρημαγμένη από ένα διεθνή και έναν εμφύλιο πόλεμο που τη χτύπησαν αλλεπάλληλα για μια περίπου δεκαετία. Η σύγχρονη υποδομή σε μια τέτοια χώρα μπορεί να υπάρξει με δυο τρόπους. Ο ένας είναι ή υλική βοήθεια από την προλεταριακή εξουσία μιας ανεπτυγμένης χώρας η οποία σχετικά με τον όγκο της σοβιετικής Ρωσίας θα έπρεπε να είναι μια μεγάλη βιομηχανική χώρα. Με αγωνία από το 1917 ως τα 1923 το ρώσικο προλεταριάτο της λενινιστικής περιόδου περίμενε μια πετυχημένη προλεταριακή επανάσταση στην Ευρώπη που πρακτικά μπορούσε να επικρατήσει εκείνη την εποχή μόνο στη Γερμανία.

Στη σταλινική εποχή κάθε τέτοια ελπίδα για το κοντινό μέλλον είχε χαθεί καθώς η προλεταριακή επανάσταση στη Γερμανία τσακίστηκε με συσπειρωμένη εναντίον της την παγκόσμια αστική τάξη και την εργατοαριστοκρατική σοσιαλδημοκρατία. Οπότε έμενε στο ρώσικο προλεταριάτο ένας μόνος άλλος δρόμος για να κρατήσει την εξουσία του: να βαδίσει για το σοσιαλισμό στηριγμένο στην ίδια τη χώρα του και να επιταχύνει την υλικοτεχνική βιομηχανική συσσώρευση σε χρόνο και ρυθμούς πρωτοφανείς για κάθε άλλη βιομηχανική χώρα. Έπρεπε όμως να πραγματοποιήσει αυτή την πρωταρχική βιομηχανική συσσώρευση δίχως εκμετάλλευση αποικιών, δίχως τη φυσική εξουθένωση του προλεταριάτου και δίχως την καταστροφή της φτωχής αγροτιάς όπως έγινε στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Όμως μια τέτοια γρήγορη συσσώρευση δεν μπορούσε να περάσει δίχως να φέρει μοιραία σε ένταση τις σχέσεις του ρώσικου προλεταριάτου με την αγροτική αστική τάξη και σε ένα βαθμό και με τη μεσαία αγροτιά. Ο πολιτικοοικονομικός χειρισμός αυτών των αντιθέσεων, ιδιαίτερα της αντίθεσης βιομηχανικού προλεταριάτου και πλούσιας αγροτιάς ώστε να μη γίνουν ανταγωνιστικές ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Αυτό ήταν ζωτικό ζήτημα γιατί η αγροτική αστική τάξη είχε ισχυρό, συχνά ηγετικό ρόλο στο χωριό και στο επίπεδο της παραγωγικής τεχνικής και στο πολιτικο-κοινωνικό επίπεδο. Έτσι η πλούσια αγροτιά επηρέαζε τη μεσαία αγροτιά και μέσω αυτής σε ένα βαθμό και τη φτωχή.

Η πολιτική εξουσία της φτωχής αγροτιάς και του αριθμητικά αδύναμου προλεταριάτου της γης, δηλαδή τα σοβιέτ της υπαίθρου δεν μπορούσαν από μόνα τους να εξουδετερώσουν δίχως τη βοήθεια του βιομηχανικού προλεταριάτου την κοινωνική και πολιτική επιρροή της αγροτικής αστικής τάξης, των κουλάκων. Η τελική λύση αυτής της αντίθεσης μπορούσε να είναι μόνο η κολλεκτιβοποίηση και η ταυτόχρονη εκμηχάνιση της γεωργίας. Όμως αυτή η λύση ήθελε χρόνο αν επρόκειτο να γίνει χωρίς μια απότομη και βίαιη απαλλοτρίωση της ιδιοχτησίας της πλούσιας αγροτιάς. Τη λύση της αντίθεσης της αστικής τάξης της υπαίθρου με το βιομηχανικό προλεταριάτο ως την ολοκλήρωση της κολλεκτιβιποίησης την αναζήτησε ο Λένιν στην πολιτική της ΝΕΠ, κατέφυγε δηλαδή σε μορφές οικονομικών σχέσεων που άφηναν αρκετό έδαφος στον καπιταλισμό της μικρής παραγωγής στην ύπαιθρο και στην πόλη για να διατηρήσει τη συμμαχία του βιομηχανικού προλεταριάτου με τη μεσαία αγροτιά και να εξουδετερώσει τις αντιθέσεις της πλούσιας αγροτιάς, δηλαδή να οδηγήσει την τελευταία στο να έχει μια στοιχειωδώς ανεκτική στάση απέναντι στην εργατική εξουσία. Επρόκειτο για μια ισορροπία σε ένα διαρκώς τεντωμένο σχοινί ισορροπία που κράτησε λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Λένιν και τελικά διαταράχτηκε καθώς η πλούσια αγροτιά διαρκώς κερδοσκοπούσε σε βάρος της τροφοδοσίας σε σιτηρά του προλεταριάτου της πόλης και δεν δεχόταν το ρυθμό συσσώρευσης που της είχε επιβληθεί από αυτό.

Δεν μπορούμε προς το παρόν με το δικό μας υποκειμενικό επίπεδο γνώσης της πολιτικής και της οικονομίας εκείνης της στιγμής να απαντήσουμε αν η συνέχιση αυτής της πολιτικής ήταν δυνατή ή αν αναπόφευκτα αυτές οι δυο μαζικές τάξεις θα οδηγούνταν σε μετωπική σύγκρουση κάτω από τους δοσμένους πολιτικούς και οικονομικούς όρους. Το ζήτημα είναι ότι τελικά με το επίπεδο συνείδησης που είχε εκείνη τη στιγμή το ρώσικο βιομηχανικό προλεταριάτο και στην ηγεσία και στη βάση του οδηγήθηκε σε μετωπική σύγκρουση με την πλούσια αγροτιά, δηλαδή με το σύνολό της. Εκείνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι η προλεταριακή ηγεσία που ανέλαβε αυτή την ευθύνη δεν συνέλαβε εκείνη τη στιγμή ολοκληρωμένα τι σήμαινε αυτή για τη στρατηγική ευστάθεια της πολιτικής εξουσίας του προλεταριάτου και το μέλλον της ταξικής πάλης στην ΕΣΣΔ. Στην κολλεκτιβοποίηση των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 30 που σήμαινε την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας της πλούσιας αγροτιάς αυτή αντέδρασε με βία για να δεχτεί με τη σειρά της τη μαζική πολιτική βία της εργατικής εξουσίας. Η άσκηση μαζικής βίας πάνω σε μια τόσο πολυπληθή τάξη σαν την πλούσια αγροτιά δεν μπορούσε να αφήσει εντελώς αδιάφορες και τις γειτονικές της τάξεις, ειδικά τη μεσαία αγροτιά που ένα της κομμάτι έγινε εχθρικό προς το προλεταριάτο και ένα άλλο ουδετεροποιήθηκε. Η εργατική τάξη χρειάστηκε πια να προχωρήσει με μεγαλύτερο πείσμα και με πολύ σκληρή δουλειά παίρνοντας μαζί της μόνο τη φτωχή αγροτιά.

Ήταν μια απίστευτη ενθουσιώδης πορεία μιας νέας τάξης που είχε συνείδηση της ιστορικής αποστολής της. Αυτή η πορεία έδωσε πραγματικά θαύματα στο επίπεδο της βιομηχανικής παραγωγής, δηλαδή της υλικής βάσης της σοσιαλιστικής επανάστασης αλλά από πολιτική άποψη σήμαινε την όξυνση της ταξικής πάλης σε ασύλληπτα επίπεδα και σε έκταση και σε ένταση.

Η ταξική βία στην κοινωνία και ο δημοκρατισμός στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κόμματος

Το πιο σημαντικό αποτέλεσμα αυτής της όξυνσης της ταξικής πάλης στην κοινωνία ήταν η όξυνση της πολιτικής πάλης μέσα στο προλεταριακό κόμμα. Γιατί κάτω από τις συνθήκες μιας δικτατορίας της οποίας η άσκηση γίνεται λόγω της ιστορικής φάσης με ανοιχτές και έκτακτες μορφές βίας, οι διαφορετικές τάξεις δεν μπορούν να αντιπροσωπευτούν πολιτικά παρά μόνο μέσα στο μόνο πολιτικό κόμμα που μπορεί να υπάρχει νόμιμα και αυτό είναι το κομμουνιστικό. Η δικτατορία πάνω στους φεουδάρχες και τους μεγάλους αστούς που ήταν και καθολικά μισητοί και άμαζοι σαν τάξεις δεν μπορούσε να διασπάσει το κόμμα. Όμως η δικτατορία πάνω σε μαζικές τάξεις και με αδιάφορες άλλες ενδιάμεσες τάξεις μπορούσε. Γιατί είχε σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα την άσκηση κομματικής δικτατορίας πάνω στις εσωκομματικές τάσεις που συνειδητά ή ασυνείδητα παρατάσσονταν με τις απαγορευμένες τάξεις ή διαφωνούσαν για λόγους γενικής τακτικής με αυτήν την απαγόρευση. Από κει προκύπτει η ανάγκη της ίδιας της τάξης και της πρωτοπορίας της τάξης για ένα ενιαίο πειθαρχικό κόμμα απέναντι σε ένα μαζικό εχθρό, από κει αυτή η ζωτική αυθόρμητη τάση για ομοφωνία μέσα στο προλεταριάτο και στο κόμμα, από κει η ανάγκη για ένα τέτοιο συγκεντρωτισμό της τάξης που να φτάνει ως την αναγνώριση ενός ατόμου σαν αρχηγού-αυθεντίας. Από κει η εξαιρετική μείωση της ανοιχτής δημοκρατικής διαμάχης μέσα στο κόμμα. Η ένταση της εσωκομματικής πάλης δυνάμωσε από την ώρα που μπήκε στην ημερήσια διάταξη η αντίσταση στο ναζιστικό γερμανικό ιμπεριαλισμό. Η θανάσιμη εξωτερική απειλή όξυνε παραπέρα την εσωτερική ταξική και κομματική σύγκρουση που ξεκίνησε από τη δολοφονία του Κύροφ και έφτασε σε παροξυσμό με τις δίκες της Μόσχας το 37 και 38. Από ένα σημείο και πέρα η αντίθεση των γραμμών είχε γίνει αντίθεση ανταγωνιστικών στρατοπέδων. Ο εμφύλιος στην κοινωνία δεν μπορούσε να αφήσει άνεση έκφρασης στους αντικειμενικούς εκπροσώπους των δύο αντίθετων τάξεων μέσα στο κόμμα.

Η εσωτερική ταξική πάλη δοκίμασε ύφεση στην περίοδο του μεγάλου εξωτερικού αντιφασιστικού πολέμου αλλά ξαναδυνάμωσε ανάμεσα στα 1948 και 1956. Για μας η περίοδος 1930-1956 είναι η περίοδος της πιο σκληρής ταξικής πάλης που έδωσε ποτέ ιστορικά καταπιεσμένη τάξη στην εξουσία. Οι νεκροί, τα λάθη ακόμα και τα εγκλήματά αυτής της περιόδου δεν αλλάζουν το γεγονός ότι σε όλη αυτή την περίοδο ήταν στην εξουσία η επαναστατική τάξη που διεξήγαγε με τον τρόπο που μπορούσε να συλλάβει την πολιτική, οικονομική και ιδεολογική ταξική πάλη. Το επιστέγασμα αυτής της πάλης ήταν όπως είπαμε στην αρχή αυτού του κειμένου ο κοσμοϊστορικός αντιφασιστικός πόλεμος που έδωσε η επαναστατική τάξη. Η βαθιά μελέτη αυτής της περιόδου πρόκειται να δώσει πολλά μαθήματα στο μέλλον στους λαούς, αλλά η τελική κατάληξή της ήταν η ήττα του επαναστατικού προλεταριάτου και η άνοδος στην εξουσία της αστικής τάξης, μιας τάξης που το τελευταίο απόσπασμα των επαναστάσεων του 20 αιώνα, το κινέζικο προλεταριάτο θα ονομάσει αστική τάξη νέου τύπου. Αυτή η κυρίαρχη τάξη επειδή κατάφερε να πάρει την εξουσία και να παλινορθώσει τον καπιταλισμό στην πρώτη σοσιαλιστική χώρα είναι η πιο αντιδραστική, η πιο έμπειρη πολιτικά, και η πιο αδίστακτη που έχει υπάρξει ως τα σήμερα. Είναι η πρωτοπορία του ιμπεριαλισμού και της παγκόσμιας αντίδρασης. Το πολιτικό καθεστώς που αυτή εγκαινιάζει είναι ο σοσιαλιμπεριαλισμός και η πολιτική δικτατορία που θα ασκήσει στις χώρες που έχει καταχτήσει ή θα καταχτήσει είναι ο σοσιαλφασισμός.

Η άνοδος της αστικής τάξης νέου τύπου στην εξουσία

Ο σοσιαλφασισμός στην εξουσία είναι η μονοπωλιακή ιμπεριαλιστική αστική τάξη στην εξουσία. Αυτή πήρε τα πολιτικά της μαθήματά αντιπαλεύοντας την εργατική τάξη σε όλη την περίοδο της σοσιαλιστικής επανάστασης μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα, ιδιαίτερα στην περίοδο 1930-1956 και γι αυτό ξέρει όσο καμιά άλλη αστική τάξη την εργατική τάξη αφού έπρεπε ταυτόχρονα και να την εκπροσωπεί και να την υπονομεύει. Από την άλλη αυτή η αστική τάξη νέου τύπου υπήρξε ο πολιτικός κληρονόμος της τελειότερης διπλωματικής μηχανής του ιμπεριαλισμού της εποχής, της τσαρικής διπλωματίας. Αυτή η διπλή προέλευση προίκισε την αστική τάξη νέου τύπου με δύο ιδιότητες.

Η πρώτη ιδιότητα είναι η τέχνη της συνομωσίας που το πιο τέλειο εργαλείο της είναι ο εισοδισμός. Ο εισοδισμός συνίσταται στην άλωση ενός εχθρικού πολιτικού ρεύματος μέσω της εισόδου στελεχών σε αυτό για την απόσπαση της ηγεσίας του. Αυτή η τακτική απαιτεί την κατανόηση της ιδεολογίας, της πολιτικής γραμμής ακόμα και της ψυχοσύνθεσης της τάξης ή της ταξικής μερίδας που αυτό το πολιτικό ρεύμα εκπροσωπεί. Ο τσαρισμός είχε αναπτύξει σε ψηλά επίπεδα την τακτική της εισόδου στις ηγεσίες του εχθρικού στρατοπέδου αλλά περισσότερο αναζητούσε με αυτή τη μέθοδο πολιτικές θέσεις στο επιτελείο του εχθρού παρά ηγεμονία και καθοδήγηση ολόκληρων πολιτικών ρευμάτων. Οι σοσιαλφασίστες έφτασαν αυτή την τέχνη στην τελειότητα. Το μεγαλύτερο κατόρθωμά τους σε αυτό το επίπεδο είναι η τέχνη της προβοκάτσιας.

Η δεύτερη και η πιο θεμελιακή ιδιότητα αυτής της τάξης είναι η πρακτική και θεωρητική γνώση της ότι στην εποχή του ιμπεριαλισμού η πολιτική προηγείται από την οικονομία ή καλύτερα το πολιτικό μονοπώλιο της βίας προηγείται από το μονοπώλιο στην ιδιοκτησία. Αυτή τη γνώση η αστική τάξη νέου τύπου την απόκτησε και θεωρητικά από το λενινισμό και πρακτικά από τη δικιά της παλινορθωτική εμπειρία. Ενώ η κλασσική αστική τάξη πήρε την πολιτική εξουσία από τα χέρια της απολυταρχίας αφού πρώτα είχε ουσιαστικά αποσπάσει την οικονομική εξουσία, η αστική τάξη νέου τύπου πήρε πρώτα την πολιτική εξουσία από τα χέρια του νικημένου προλεταριάτου και μετά πήρε ολόκληρη την οικονομική εξουσία για τον εαυτό της. Για την ακρίβεια η αστική τάξη μέσα στο κόμμα σφετερίστηκε συλλογικά στην αρχή, αλλά και ατομικά στη συνέχεια, όλο τον πλούτο, όλες τις υλικές και πνευματικές παραγωγικές δυνάμεις που επί μισό αιώνα με αυτοθυσία είχε συσσωρεύσει ο σοβιετικός λαός, αλλά και όλο τον ιστορικά συσσωρευμένο πλούτο της κοινωνίας από τις προηγούμενες εποχές. Έτσι αυτή η αστική τάξη νέου τύπου όχι μόνο έγινε μια μονοπωλιακή αστική τάξη, αλλά έγινε μια τάξη που είχε συνείδηση ότι το μονοπώλιο της ιδιοκτησίας μπορούσε να το αποκτήσει μόνο μέσα από την απόλυτη πολιτική της δικτατορία δηλαδή μέσα από το δικό της μονοπώλιο της βίας. Και αφού η μόνη μορφή που μπορούσε να δικαιολογήσει αυτό το μονοπώλιο μπροστά στις εργατικές και λαϊκές μάζες ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου, η αστική τάξη νέου τύπου συνέχισε να δηλώνει κομμουνιστική και να ασκεί τη δικτατορία της σα δικτατορία του προλεταριάτου αρχικά και σα δικτατορία του κομμουνιστικού αταξικού «κράτους όλου του λαού» στην συνέχεια.

Αφού αυτή η τάξη διαπίστωσε ότι μπορεί να σφετεριστεί με τη βία τον πλούτο μιας πελώριας χώρας έβαλε σα στόχο να αποσπάσει τον πλούτο όλων των χωρών της γης. Αυτό έγινε το πραγματικό αλλά ανομολόγητο πρόγραμμά της από την πρώτη στιγμή που ήρθε στην εξουσία. Στην ουσία φέρθηκε όπως κάθε ιμπεριαλισμός που έρχεται τελευταίος στο τραπέζι της μοιρασιάς του κόσμου και ο οποίος μόνο με τη βία μπορεί να εκτοπίσει τους ανταγωνιστές του και να κατακτήσει την παγκόσμια ηγεμονία. Αυτόν το δρόμο τον είχε ήδη διαβεί και ο γερμανικός και ο γιαπωνέζικος ιμπεριαλισμός και ήταν γνώριμος στους αστούς νέου τύπου. Αλλά μόνο οι σοσιαλιμπεριαλιστές έχουν την πείρα μιας συνωμοτικής παρατεταμένης πάλης για την επιτυχία των στόχων τους και μόνο αυτοί ξέρανε τόσο καλά ότι ένας παγκόσμιος πόλεμος μπορεί να έχει πιθανότητες επιτυχίας αν διεξαχθεί στο όνομα των καταπιεσμένων λαών και εθνών, να ανατρέψει την κυριαρχία των αντίπαλων ιμπεριαλισμών συμμαχώντας με εργατικές τάξεις, λαούς και εθνικά κινήματα που θα μπορούσε να τα αλώσει για να τα μεταλλάξει στο αντίθετό τους και χάρη σε αυτά να ασκήσει στις αντίστοιχες τάξεις, έθνη και λαούς τη δικιά του δικτατορία. Έτσι έχουμε για πρώτη φορά έναν ιμπεριαλισμό που δεν είναι μόνο ο πιο μεγάλος εξωτερικός εχθρός των λαών αλλά και ο κύριος εσωτερικός τους εχθρός.

Η εμπειρία των λαών και των εθνών από τον σοσιαλφασισμό είναι ακόμα περιορισμένη γιατί η νέα αυτή μορφή ιμπεριαλιστικής εξουσίας δεν έχει γίνει ακόμα παγκόσμια μέσα από ένα παγκόσμιο πόλεμο και πιο πολύ γιατί μόνο μέσα από ένα παγκόσμιο πόλεμο αυτή η βία θα φτάσει στην άκρη της όπως έγινε με το γερμανικό και το γιαπωνέζικο ιμπεριαλισμό. Οι μόνοι που έχουν αισθανθεί σε ένα βαθμό αυτή την ακραία βία είναι οι λαοί των υπό σοσιαλιμπεριαλιστική κατοχή χωρών. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι εκείνοι ακριβώς που μισούν σήμερα τον ψευτοκομμουνισμό και ηγούνται της καταγγελίας του, αν και του επιτίθενται ακόμα σαν κομμουνισμό γενικά ακριβώς γιατί δεν μπορούν να συλλάβουν πως έγινε η ποιοτική μετατροπή στην ουσία του κομμουνισμού χωρίς να φανεί με κραυγαλέο τρόπο η ποιοτική μετατροπή στη μορφή του. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο στην ΕΣΣΔ και πολύ λιγότερο στην Κίνα γιατί στην ΕΣΣΔ η αστική τάξη νέου τύπου μπόρεσε να κρυφτεί εντελώς σε όλη τη μακριά περίοδο της εσωκομματικής πάλης Αυτό δεν το πέτυχε η κινέζικη αστική τάξη νέου τύπου ακριβώς γιατί ο Μάο Τσε Τουνγκ αξιοποίησε την πείρα της ρώσικης παλινόρθωσης και κήρυξε και καθοδήγησε τον παρατεταμένο και ανοιχτό, μέσα και έξω από το κόμμα, πολιτικό εμφύλιο ενάντιά της που λέγεται Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση. Μέσα από αυτήν την επανάσταση έγινε αρκετά σαφής στις μάζες ο δεξιός χαρακτήρας της και στη μορφή και στην ουσία.

Η γενική τακτική του ρώσικου σοσιαλφασισμού για την άνοδο του στην εξουσία

Η ρώσικη σοσιαλφασιστική αστική τάξη με πολιτικούς ηγέτες της τους Σουσλόφ, Χρουστσόφ και Μπρέζνιεφ, έδρασε εντελώς ανεμπόδιστη στο πολιτικό επίπεδο ακόμα και όταν εξαπέλυσε την τελική της επίθεση για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας στα πρώτα χρόνια μετά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο, ιδιαίτερα μετά το 1947, όταν κατάφερε να καταλάβει νευραλγικές θέσεις του μηχανισμού εξουσίας του ΚΚΣΕ. Η γενική πολιτική τακτική της ήταν να κινηθεί ανάμεσα στα δυο βασικά κομματικά προλεταριακά ρεύματα που νομοτελειακά συνυπάρχουν μέσα στο κόμμα σε όλες τις προλεταριακές επαναστάσεις και που στις ακραίες τους εκφράσεις γίνονται οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις ή και ανοιχτά αντεπαναστατικά ρεύματα. Πρόκειται από τη μια μεριά για το αριστερό ρεύμα που επιζητεί τις ρήξεις με τους παλιούς ταξικούς σχηματισμούς και τον ιμπεριαλισμό γενικά και έχει συχνά την τάση να υπερεκτιμάει το επίπεδο ανάπτυξης της συνείδησης των μαζών. Από την άλλη πρόκειται για το δεξιό ρεύμα που αναζητάει τρόπους να συσπειρώσει όσο περισσότερες ταξικές δυνάμεις από τον παλιό κόσμο μπορεί, πριν προχωρήσει σε οποιοδήποτε άλμα και έχει συχνά την τάση να υποτιμάει τις επαναστατικές διαθέσεις και το επίπεδο συνείδησης των μαζών. Αυτά τα ρεύματα όταν δεν έχουν γίνει οπορτουνισμός δεν είναι ούτε σταθερά, ούτε οι φορείς τους είναι πάντα τα ίδια κομματικά μέλη. Απλά αποτελούν αντανακλάσεις της ταξικής πάλης στη συνείδηση των πρωταγωνιστών της σε μια δοσμένη φάση της, ακόμα και μόνο σε ένα δοσμένο πολιτικό πρόβλημα. Στο βάθος αυτά τα ρεύματα συγκρούονται μέσα στον κάθε επαναστάτη και μάλιστα αποτελούν την κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης της πολιτικής του συνείδησης. Όταν αυτά τα ρεύματα οδηγηθούν στις ακραίες τους συνέπειες και παγιωθούν σε σταθερές μορφές της πολιτικής συνείδησης οργανωτικά και ιδεολογικά γίνονται ταξικές παρεκκλίσεις και τότε αντανακλούν την επιρροή ξένων τάξεων πάνω στο προλεταριάτο. Ή ακόμα μπορούν να φτάσουν να εκπροσωπήσουν αυτές τις ξένες ή και εχθρικές τάξεις δηλαδή να γίνουν οπορτουνιστικά αντιπρολεταριακά πολιτικά ρεύματα μέσα στο κόμμα. Στην περίπτωση της αριστερής παρέκκλισης, αυτή γενικά αποτελεί αντανάκλαση στο προλεταριάτο της συνείδησης της εκτεταμένης μικροαστικής τάξης που στις επαναστατικές περιόδους αποκτά εξαιρετικά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά. Η δεξιά παρέκκλιση στο προλεταριάτο αποτελεί συνήθως αντανάκλαση στο προλεταριάτο της συνείδησης της αστικής τάξης.

Η σοσιαλφασιστική αστική τάξη νέου τύπου παίζει και με τα δύο ρεύματα, τις δύο παρεκκλίσεις και τελικά και με τους δύο οππορτουνισμούς χρησιμοποιώντας το ένα ρεύμα ενάντια στο άλλο για να ανεβεί η ίδια στην εξουσία παίζοντας τον αγαπημένο σε κάθε έμπειρο αντιδραστικό ρόλο του «κέντρου». Ο παράδεισος για την άσκηση αυτής της τακτικής είναι εκείνη η κατάσταση στην οποία οι πλατειές μάζες βρίσκονται μακριά και δεν συμμετέχουν στην οξύτατη πολιτική σύγκρουση μέσα στο κόμμα, οπότε και η πολιτική πάλη μέσα στο κόμμα δεν μπορεί να παίρνει ανοικτές πολιτικές μορφές. Αυτό έγινε στο μπολσεβίκικο κόμμα μετά το τέλος της κολλεκτιβοποίησης το 34 ως το τέλος του σαν κομμουνιστικό κόμμα το 1956. Στη μεγάλη αυτή περίοδο η προλεταριακή ηγεσία δεν κατάλαβε ότι η σύγκρουση μέσα στο κόμμα ήταν η κυρίως πολιτική ταξική σύγκρουση μέσα στη χώρα και ότι σαν τέτοια δεν μπορούσε παρά να δοθεί με όρους μαζικής ταξικής πάλης. Το μεγάλο αντιδιαλεκτικό λάθος του Στάλιν, λάθος στενού οικονομίστικου χαρακτήρα ήταν ότι πίστεψε ότι με την κατάργηση των αστικών μορφών ιδιοκτησίας είχε καταργηθεί και η αστική τάξη σαν τέτοια. Όμως η αστική τάξη συνέχισε να υπάρχει και μέσα στις νέες σχέσεις παραγωγής και μέσα στην ιδεολογία, και ακόμα περισσότερο να υπάρχει σα νικημένη αστική τάξη, ιδιαίτερα αγροτική, δίχως μέσα παραγωγής. Εφόσον λοιπόν η ταξική πάλη δεν δόθηκε με όρους μαζικούς δεν μπορούσε παρά να δοθεί με όρους αστυνομικούς. Γιατί αφού δεν υπάρχει αστική τάξη στο εσωτερικό της χώρας τότε οι αντιδραστικοί μέσα στο κόμμα δεν μπορούν να είναι ούτε εκπρόσωποι, ούτε πράκτορες της ανύπαρκτης αστικής αυτής τάξης, οπότε, σύμφωνα πάντα με αυτήν τη λογική, μπορούν να είναι μόνο κατάσκοποι αφού ο εχθρός μπορεί να είναι μόνο εξωτερικός σαν ιμπεριαλισμός. Και, έτσι σαν αστυνομική αντικατασκοπευτική δόθηκε η πολιτική πάλη στα 37-38 μέσα στο κόμμα με τις δίκες της Μόσχας και αργότερα ανάμεσα στα 1947-1956. Αυτές είναι ιδανικές συνθήκες για αντιδραστικούς, συνωμότες, και προβοκάτορες δηλαδή για αδίστακτους και φιλόδοξους αστούς.

Την τακτική των σοσιαλφασιστών και της ηγετικής τους ομάδας Σουσλόφ, Χρουστσόφ, Μπρέζνιεφ δεν την ξέρουμε ακόμα για την κρίσιμη περίοδο της βίαιης εσωκομματικής σύγκρουσης στα 37-38. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι οι δίκες της Μόσχας άρχισαν μόλις γραμματέας του κόμματος στη Μόσχα έγινε ο αρχιπροβοκάτορας Χρουστσόφ και ότι μέσα από αυτήν την περίοδο των πιο έντονων και πιο υπόκωφων πολιτικών αντιπαραθέσεων στην οποία η σημαία του ήταν η προσωπολατρία στο Στάλιν ο Χρουστσόφ ενίσχυσε όσο κανείς άλλος τη θέση του μέσα στο κόμμα. Την τακτική των σοσιαλφασιστών μπορούμε να την παρακολουθήσουμε καλύτερα στην τελική φάση της ανόδου τους στην εξουσία ανάμεσα στα 1947-1956 όπου και αυτοί έχουν δυναμώσει και τα κτυπήματα τους δεν μπορούν πια να κρυφτούν.

Είπαμε ότι η πολιτική πάλη των σοσιαλφασιστών διεξάγεται γενικά στο «κέντρο» ακριβώς για να μπορούν αυτοί να εξουδετερώνουν την αριστερή τάση συμμαχώντας με τη δεξιά τάση μέσα στο κόμμα και αντίστροφα να εξουδετερώνουν τη δεξιά συμμαχώντας με την αριστερά. Όμως σε τελική ανάλυση και στην κύρια πλευρά της η μορφή που παίρνει η πολιτική δράση των σοσιαλφασιστών μέσα στο κόμμα είναι η αριστερή. Εννοείται ότι στην ουσία της έχει πάντα το ίδιο υπερδεξιό περιεχόμενο. Η αριστερή μορφή του σοσιαλφασισμου είναι μια στρατηγική επιλογή στο βαθμό που οι σοσιαλφασίστες επιδιώκουν να αποσπάσουν το μονοπώλιο της βίας και μετά της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής σε εσωτερική και σε διεθνή κλίμακα. Γι αυτό πρέπει σε τελική ανάλυση να συμμαχούν με όλες τις αντικαπιταλιστικές τάξεις και μάλιστα με τα πιο ανώριμα πολιτικά κομμάτια τους, ώστε να αποσπούν στο όνομα της εργατικής τάξης και του λαού την πολιτική εξουσία και να απαλλοτριώνουν για όφελός τους την οικονομική ιδιοκτησία των κλασσικών μεμονωμένων αστών και ακόμα περισσότερο των μονοπωλιστών. Για αντίστοιχους λόγους πρέπει πάλι σε τελική ανάλυση να συμμαχούν στο εξωτερικό με τους λαούς και τα καταπιεσμένα κράτη ενάντια στους αντίπαλους οικονομικά και πολιτικά κυρίαρχους ιμπεριαλισμούς που είναι οι δυτικού τύπου οικονομικοί (σε αντίθεση εδώ με τους στρατιωτικού τύπου) ιμπεριαλισμοί.

Από την άλλη όμως πλευρά υποχρεωτικά θα εμφανίζεται και στη μορφή η υπερδεξιά στο περιεχόμενο πολιτική τους. Γιατί οι σοσιαλφασίστες έρχονται στην εξουσία και τη σταθεροποιούν μόνο εφόσον συντρίψουν την προλεταριακή εξουσία και για να το πετύχουν αυτό πρέπει να συμμαχήσουν υποχρεωτικά με τις πιο δεξιές τάσεις μέσα στο κόμμα και με όλες τις εκμεταλλεύτριες τάξεις και στο εσωτερικό και σε διεθνές επίπεδο. Από την ώρα μάλιστα που μετατρέπουν για τα καλά τη χώρα τους σε ιμπεριαλιστική, οι σοσιαλφασίστες δεν μπορούν να κατακτήσουν θέσεις στο εξωτερικό μόνο με τη βία. Πρέπει να διεισδύσουν μέσα στους κρατικούς μηχανισμούς των υπό εξάρτηση χωρών συμμαχώντας με τις παλιές ιδιοκτήτριες τάξεις και μάλιστα με τις πιο αντιδραστικές από αυτές μέχρι να τις εκτοπίσουν με ένα πραξικόπημα ή με μια εξωτερική επίθεση. Άλλωστε και στις πιο βίαιες εφόδους και στα πραξικοπήματά τους οι σοσιαλφασίστες χρησιμοποιούν την πολιτική του ενιαίου μετώπου που διδάχτηκαν από τους μαρξιστές και που την αντέστρεψαν.

Αυτή τη διπλή μορφή της σοσιαλφασιστικής πολιτικής τη διακρίνουμε καθαρά στην άνοδο της τριάδας Σουσλόφ, Χρουστσόφ και Μπρέζνιεφ στην εξουσία και μετά στην εποχή της σοσιαλιμπεριαλιστικής επέκτασης.

Η πολιτική με την οποία η τριάδα εξοντώνει τους εχθρούς της καλύπτεται πίσω από τον Στάλιν. Μαχητικός αντιδυτικισμός - «αντιιμπεριαλισμός» στο εξωτερικό και αντικαπιταλισμός στο εσωτερικό είναι το βασικό χαρακτηριστικό της. Με αυτή την μορφή η τριάδα υπονομεύει και διασπά τους βασικούς αντιπάλους της και καταφέρνει μετά το θάνατο του Στάλιν να εξοντώσει τον κύριο εχθρό της, το διεθνιστή Μπέρια. Οι φασιστικές δίκες και καταδίκες του Σλάνσκι στην Τσεχία και Ράικ στην Ουγγαρία, το αντισημιτικό περιεχόμενο που δίνεται στο κίνημα ενάντια στον κοσμοπολιτισμό, η υποτιθέμενη συνομωσία των γιατρών, όλα αυτά είναι συνομωσίες και προβοκάτσιες της συμμορίας Σουσλόφ, Χρουστσόφ, Μπρέζνιεφ που διεξάγονται κάτω από τη σημαία του αντισημιτισμού και έχουν σαν στόχο να απομονώσουν τον Μπέρια και να συκοφαντήσουν την πλατφόρμα του. Αυτή διατυπώνεται από τον Μπέρια στη διάρκεια του 19ο συνέδριου του ΚΚΣΕ και έχει σα θεμελιακό της συστατικό την καταγγελία του μεγαλορώσικου σοβινισμού και στη συνέχεια τον εκδημοκρατισμό στην κοινωνία και στο κόμμα και την έμφαση στην ελαφριά βιομηχανία για την άνοδο του βιοτικού επιπέδου του σοβιετικού λαού. Μετά το θάνατο του Στάλιν η πλατφόρμα Μπέρια κυριαρχεί και ο ίδιος βρίσκεται ουσιαστικά επικεφαλής του κόμματος και εφαρμόζει μαζί με τους Μαλένκοφ, Καγκάνοβιτς και Βοροσίλοφ τα πρώτα μέτρα σε αυτή την κατεύθυνση ιδιαίτερα τα μέτρα του εκδημοκρατισμού της κομματικής και γενικότερα της πολιτικής ζωής. Συνεπής με την αντιμεγαλορώσικη πολιτική του συγκρούεται μετωπικά με τη γραμμή του σοσιαλφασισμού στο ζήτημα της Γερμανίας όπου προωθεί τη γραμμή της ειρηνικής ενοποίησης και έρχεται σε ρήξη με τη σοσιαλφασιστική αντισημιτική ομάδα Ούλμπριχτ που βρίσκεται επικεφαλής του ανατολικογερμανικού κόμματος.

Στο σημείο αυτό χάνει τη μάχη, καθώς ξεσπάει το σε ένα βαθμό αντικομμουνιστικό κίνημα του 1953 στην Ανατολική Γερμανία οπότε οι σοσιαλφασίστες τον κατηγορούν για πράκτορα του ιμπεριαλισμού. Τότε ο Μπέρια συγκρούεται με τον Μολότοφ και χάρη στις ραδιουργίες του Χρουστσόφ χάνει την υποστήριξη και του Μαλενκόφ. Τότε συλλαμβάνεται στο ΠΓ με πραξικόπημα που καθοδηγεί ο Χρουστσόφ και λίγο μετά εκτελείται. Ακολουθεί δολοφονικό πογκρόμ ενάντια στα στελέχη που τον ακολουθούν. Ο Μπέρια γίνεται από τους πραξικοπηματίες το συνώνυμο της τερατωδίας ως τα σήμερα. Είναι το μόνο πρόσωπο στην ιστορία του ΚΚΣΕ για το οποίο δεν επιτρέπεται ακόμα και τώρα 50 χρόνια μετά να ειπωθεί μια καλή κουβέντα ούτε να ανοιχτούν τα αρχεία σχετικά με αυτόν. Από τα 1953 η ηγετική τριάδα των συνωμοτών μένει χωρίς ουσιαστικό αντίπαλο καθώς οι πλατειές μάζες του προλεταριάτου παρά την αγάπη τους για το Στάλιν έχουν πάψει από χρόνια, ακόμα και πριν από τον πόλεμο, να συμμετέχουν στην όλο και πιο πολύπλοκη και όλο πιο απόμακρη γι αυτές πολιτική πάλη μέσα στο κόμμα.

Μετά την εξόντωση του βασικού εχθρού τους οι σοσιαλφασίστες εγκαταλείπουν την «αριστερή σταλινική» μορφή της πολιτικής τους και σηκώνουν τώρα τη μαχητική αντισταλινική σημαία με το σύνθημα ενάντια στην προσωπολατρεία και για την υπεράσπιση της εσωκομματικής δημοκρατίας. Με αυτόν τον τρόπο συμμαχούν με κάθε ιστορικά καταπιεσμένη τάση μέσα στο κόμμα, ιδιαίτερα με την δεξιά τάση του, συγκροτούν το πιο πλατύ ταξικό μέτωπο μέσα και στο κόμμα και μέσα στην κοινωνία και καταφέρνουν να απομονώνουν και να εκκαθαρίσουν σε διάστημα τριών χρόνων όλο το σταλινικό ηγετικό απαράτ επιτιθέμενοι με δύναμη σε όλη την ηγετική ομάδα με την οποία είχαν συμμαχήσει το 53 ενάντια στον Μπέρια. Έτσι εκκαθαρίζουν τους Μολότοφ, Μαλένκοφ, Καγκάνοβιτς και Βοροσίλοφ και το 1956 παίρνουν με ένα δεύτερο πραξικόπημα την εξουσία πραγματοποιώντας στη συνέχεια ευρύτατες εκκαθαρίσεις μέσα στο κόμμα και το κράτος. Η νίκη τους σταθεροποιείται και γίνεται παγκόσμια γιατί οι σοσιαλφασίστες συμμαχούν με το δυτικό ιμπεριαλισμό προβάλλοντας τη γραμμή του ειρηνικού περάσματος και της ειρηνικής συνύπαρξης με τρόπο που να σημαίνουν άρνηση της επανάστασης και υποταγή στον ιμπεριαλισμό. Στο εσωτερικό εγκαταλείπεται η αρχή της δικτατορίας του προλεταριάτου και εγκαθίσταται επίσημα το «κράτος όλου του λαού». Πρόκειται στην ουσία για εγκατάλειψη όλων των λενινιστικών αρχών. Όμως από πολιτική άποψη πρόκειται κυρίως για ένα τακτικό μέτωπο των σοσιαλφασιστών με τους ιμπεριαλιστές με στόχο σε εκείνη τη φάση, τη συντριβή όλων των επαναστατικών τριτοδιεθνιστικών ηγεσιών σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα και τα απελευθερωτικά κινήματα του κόσμου και η άνοδος παντού στις ηγεσίες τους πρακτόρων του ρώσικου σοσιαλιμπεριαλισμού σε συμμαχία με την αστική τάξη σε κάθε χώρα.

Οι δυτικοί ιμπεριαλιστές χειροκροτούν τη νέα αντισταλινική ηγεσία με ενθουσιασμό και δεν διακρίνουν ότι το βαθύ χαρακτηριστικό αυτής της «δεξιάς» εποχής, της εποχής Χρουστσόφ, είναι η στρατικοποίηση της οικονομίας ακριβώς σε σύγκρουση με την πολιτική του Στάλιν που τη σοβιετική οικονομία τη στρατιωτικοποίησε μόνο πριν την έκρηξη του παγκόσμιου πόλεμου και στη διάρκειά του. Ούτε βέβαια νοιάζονται ότι οι νέοι ηγέτες εγκαταλείπουν την πολιτική της στήριξης της ελαφριάς βιομηχανίας της σταλινικής ηγετικής ομάδα , ούτε ότι υιοθετούν την υπεραριστερή στη μορφή, μέχρι γελοιότητας γραμμή της υπερκολλεκτίβας σε βάρος της ομαλής ανάπτυξης των κολχόζ. Έτσι κατάπληκτοι διαπιστώνουν κάποια στιγμή οι δυτικοί ιμπεριαλιστές ότι πίσω από την επιφανειακά συμφιλιωτική απέναντί τους τακτική του νέου καθεστώτος ετοιμαζόταν η «αριστερή» γραμμή με το τείχος του Βερολίνου και τις πυρηνικές βάσεις στην Κούβα που έδιναν τη μεγαλύτερη ακόμα και ως τα σήμερα οξύτητα στο μεταπολεμικό κόσμο. Ο ρώσικος σοσιαλιμπεριαλισμός είχε ήδη γεννηθεί και είχε γεννηθεί κάτω από τη δυτική προστασία. Αυτή του εξασφάλισε την ανεμπόδιστη «ειρηνική» συντριβή της πραγματικά ειρηνόφιλης σοσιαλιστικής ΕΣΣΔ και του πραγματικά αντιιμπεριαλιστικού παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος. Κανείς δεν βλέπει εκείνη τη στιγμή μέσα στις ιαχές από την ήττα του προλεταριάτου το μεγαλορώσικο σοβινισμό και τον αντισημιτισμό τον οποίο ξαναμπολιάζουν στην ΕΣΣΔ και στις ανατολικές χώρες οι Σουσλόφ και Χρουστσόφ. Σήμερα για αυτές τις δύο πιο αποτρόπαιες εκφράσεις του σοσιαλφασισμού κατηγορείται ο Στάλιν, όμως ο Στάλιν δεν υπήρξε ποτέ ούτε ρώσος σοβινιστής, ούτε αντισημίτης. Απλά αρχικά οι μεγαλορώσοι σοβινιστές καλύφθηκαν πίσω από το κίνημα της βίαιης κολεκτιβοποίησης για να χτυπήσουν τις εθνότητες που από κοινωνική καθυστέρηση εναντιώθηκαν σε αυτή, και για να δυναμώσουν στο όνομα της μπολσεβικοποίησης τον παράγοντα της μεγαλορώσικης επέμβασης στα κράτη της πρώην ΕΣΣΔ.

Στη συνέχεια καλύφθηκαν πίσω από το σοβαρό αντιδιαλεκτικό λάθος του Στάλιν να υποτάσσει τα εθνικά δικαιώματα των ανατολικο-ευρωπαϊκών κρατών και τις διαθέσεις των λαών τους στην αντίθεση της ΕΣΣΔ με το γερμανικό φασισμό και το καπιταλιστικό στρατόπεδο γενικότερα για να ισχυροποιήσει την τελευταία στρατιωτικά και πολιτικά. Αυτό το λάθος εκδηλώθηκε έντονα στα χρόνια πριν από τον παγκόσμιο πόλεμο στις Βαλτικές, την Πολωνία και τη Φινλανδία και αυτό πληρώνει σήμερα το παγκόσμιο προλεταριάτο όταν οι λαοί αυτών των χωρών αντίθετα από τον ίδιο το ρωσικό ταυτίζουν την εποχή Στάλιν με τη σοσιαλφασιστική εποχή. Αυτό το λάθος απόκτησε τεράστιο βάρος από την ώρα που η άμυνα της ΕΣΣΔ στον εξοντωτικό πόλεμο του άξονα υποχρέωσε τακτικά τον Στάλιν και το σοβιετικό προλεταριάτο να συμμαχήσουν με τους μεγαλορώσους σοβινιστές και το άντρο τους, τη ρώσικη ορθόδοξη εκκλησία, πράγμα που πρόσφερε στην αστική τάξη νέου τύπου στρατιές νέων στελεχών ιδιαίτερα μέσα στον κόκκινο στρατό.

Οι δύο τακτικές του ρώσικου σοσιαλιμπεριαλισμού και οι αντίστοιχες «κομμουνιστικές» μεταμορφώσεις του

Αυτήν την εποχή του σοσιαλφασισμού την υποστηρίζουν ακόμα σαν «μαλακή» εποχή του «κομμουνισμού» ο δυτικός ιμπεριαλισμός, η φιλελεύθερη αστική τάξη, η σοσιαλδημοκρατία, οι οπορτουνιστές δεξιού τύπου, τα πιο εισοδιστικά αποσπάσματα του σοσιαλφασισμού πχ τροτσκιστικά, ψευτοφιλελεύθερα τύπου ΣΥΝ κλπ. Το ίδιο κάνουν μαζί τους και αρκετοί προοδευτικοί άνθρωποι, ιδιαίτερα κομμουνιστές στις ανατολικές χώρες, που είχαν δοκιμάσει άδικες πλευρές της βίας της προηγούμενης εποχής και πίστεψαν στις διαβεβαιώσεις των σοσιαλφασιστών ότι ήρθε η ώρα του «σοσιαλισμού με το ανθρώπινο πρόσωπο». Λίγα χρόνια μετά αυτοί ξανα-απογοητεύτηκαν γιατί ήρθε η ώρα της «αριστερής» μορφής του σοσιαλφασισμού, αυτής που ταιριάζει όπως είπαμε περισσότερο στην ουσία του. Μετά τη σταθεροποίηση ήρθε η ώρα της επίθεσης του νέου ιμπεριαλισμού με εργαλείο την ωμή βία για την κατάκτηση νέων σφαιρών επιρροής με στόχο πάντα την εξαπόλυση ενός παγκόσμιου πολέμου με κύριο στόχο την κατοχή της Δ. Ευρώπης. Αυτή είναι η εποχή της εισβολής στην Τσεχοσλοβακία, του αποικιακού τύπου πολέμου στο Αφγανιστάν, της δικτατορίας στην Πολωνία, και της θεωρίας της «περιορισμένης κυριαρχίας» που καλύπτει όλη αυτήν την επίθεση στο εγγύς εξωτερικό. Αυτή είναι η εποχή του Μπρέζνιεφ που διαδέχεται τον Χρουστσόφ όχι για να εφαρμόσει μια άλλη στρατηγική αλλά μια νέα γενική τακτική στα πλαίσια της ίδιας στρατηγικής. Τέτοιες αλλαγές γίνονται συναινετικά και αναίμακτα μέσα στο ηγετικό επιτελείο του σοσιαλφασισμού. Η αλλαγή των προσώπων στην ηγεσία του ρώσικου σοσιαλ-ιμπεριαλιστικού κράτους είναι απαραίτητη όταν αλλάζει η γενική τακτική ώστε να μπορούν οι αποκαθηλωμένοι ηγέτες να καθησυχάζουν τις εσωτερικές και διεθνείς ταξικές δυνάμεις με τις οποίες συνεργάστηκαν στην προηγούμενη περίοδο και η μετάβαση να γίνεται ομαλά. Γιατί πέρα από την αριστερή ή τη δεξιά κύρια μορφή της σοσιαλιμπεριαλιστικής εξουσίας σε κάθε φάση και η επίθεση και ο καθησυχασμός πρέπει να συνεχίζονται ώστε ο σοσιαλιμπεριαλισμός να βρίσκεται πάντα χοντρικά στο «κέντρο» των ανταγωνιστικών πόλων των παγκόσμιων αντιθέσεων και να ανοίγει δρόμο ανάμεσα σε αυτές για να προελαύνει.

Την «αριστερή» εποχή Μπρέζνιεφ την αναπολούν σήμερα οι σκληροί σοσιαλφασίστες τύπου ψευτοΚΚΕ καθώς και μερικοί πρώην επαναστάτες που πήραν τοις μετρητοίς μια ορισμένου είδους «επιστροφή του Στάλιν» που επεχείρησε η μπρεζνιεφική προπαγάνδα, το λεγόμενο νεοσταλινισμό. Αυτή η επιστροφή είναι στην πραγματικότητα η άρνηση της χρουστσοφικής εποχής από τα δεξιά. Πρόκειται εδώ για τον Στάλιν – Σουσλόφ, δηλαδή για ότι είναι λάθος στον Στάλιν αλλά και για ότι είναι ο συκοφαντημένος Στάλιν σύμφωνα με τη σοσιαλφασιστική και αστοφιλελεύθερη προπαγάνδα. Αυτόν τον δικό τους Στάλιν φέρνουν και τώρα στην επιφάνεια οι σοσιαλφασίστες κάθε τάσης που είναι πια ιστορικά ενωμένοι για να τον υπηρετήσουν. Είναι ο Στάλιν της περιόδου Πούτιν που και ο ίδιος, δίχως να εμφανίζεται βέβαια σα «σταλινικός» είναι σε συμμαχία με τους νεοσταλινικούς σαν η υποτιθέμενη «αριστερή» άρνηση της «δεξιάς» περιόδου Γκορμπατσόφ-Γέλτσιν.

Για τους αστοφιλελεύθερους η περίοδος Γκορμπατσόφ-Γέλτσιν είναι το οριστικό τέλος της κομμουνιστικής ΕΣΣΔ, όπως ήταν η περίοδος Χρουστσόφ για τη σταλινική ΕΣΣΔ. Είναι αδύνατο λοιπόν να καταλάβουν πως ο Πούτιν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σχέση με τον κομμουνισμό. Κι όμως μαζί με τους κομμουνιστές καταψηφίζει το αντικομμουνιστικό τους κείμενο στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Αυτό συμβαίνει γιατί στο βάθος ο κομμουνισμός της εποχής Μπρέζνιεφ δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον κομμουνισμό της εποχής Πούτιν. Γιατί και οι δυο δεν είναι κομμουνισμός αλλά απλά σοσιαλφασισμός. Και ο σοσιαλφασισμός έχει δύο απλές αρχές: Χτύπημα του δυτικού φιλελεύθερου οικονομικού ιμπεριαλισμού στο εξωτερικό από την πλευρά του σοσιαλιμπεριαλισμού, χτύπημα του ιδιωτικού καπιταλισμού στο εσωτερικό από την πλευρά του κρατικοφασιστικού καπιταλισμού ή καλύτερα της νέας «πατριωτικής» κρατικής ολιγαρχίας.

Οι αστοφιλελεύθεροι χάρηκαν και οι μικροαστοί ψευτοκομμουνιστές λυπήθηκαν που οι Γκορμπατσόφ-Γέλτσιν διέλυσαν την «κομμουνιστική» ΕΣΣΔ και επανέφεραν τον ιδιωτικό καπιταλισμό στην ΕΣΣΔ. Στην πραγματικότητα με τη «δεξιά» πιο «φιλοκαπιταλιστική» πολιτική τους οι Γκορμπατσόφ-Γέλτσιν ανέπτυξαν τον «κομμουνισμό» της εποχής Μπρέζνιεφ με το να καταπιεί η Ρωσία μόνη της όλο το συσσωρευμένο στρατιωτικό κεφάλαιο της πολυεθνικής ΕΣΣΔ, όλη την πελώρια διπλωματική και κατασκοπευτική της μηχανή και το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού της πλούτου, διατηρώντας παράλληλα το ρώσικο αστυνομικό και πολιτικό έλεγχο σε όλη την ΕΣΣΔ. Κυρίως όμως ανέπτυξαν τον «κομμουνισμό» της εποχής Μπρέζνιεφ με το να επιτρέψουν στο ρώσικο σοσιαλιμπεριαλισμό να κατακρεουργήσει την Τσετσενία, να διεισδύσει και να αποσπάσει πολύτιμες θέσεις σε όλες τις ευρωπαϊκές καγκελαρίες, να πάρει την εξουσία σε μια σειρά χώρες στη Λατινική Αμερική, να αποκτήσει ασύλληπτες θέσεις σε πηγές πρώτων υλών στην Αφρική και στην Ασία και κυρίως να συγκροτήσει ένα στρατηγικό άξονα με την επίσης «κομμουνιστική» «αντιιμπεριαλιστική» Κίνα χωρίς οι δυτικοί ιμπεριαλιστές να ανησυχήσουν. Χάρη στη «δεξιά αντικομμουνιστική» πολιτική των Γκορμπατσόφ-Γέλτσιν, που έδεσαν την υπνωτισμένη Δυτική Ευρώπη με τις χρυσές αλυσίδες του αμόλυντου φυσικού αέριου, μπορεί τώρα ο «αντιιμπεριαλιστής» Πούτιν, επικεφαλής της «πατριωτικής» αλλά και παγκόσμιας «αντικαπιταλιστικής» συμμαχίας των «κόκκινων» με τους φαιούς, να κλείσει μια βάνα για να γονατίσει, να διασπάσει και να εξαρτήσει το θήραμά της Ρωσίας σε μια έκταση που ο Μπρέζνιεφ ούτε θα μπορούσε να διανοηθεί. Δίχως όμως τους Γκορμπατσόφ και Γέλτσιν δεν θα υπήρχε ποτέ Πούτιν. Και αυτό δεν το λέμε με την έννοια της ιστορικής αναγκαιότητας αλλά με την έννοια του ενιαίου στρατηγικού σχεδίου.

Επειδή το σχέδιο ήταν ενιαίο ήταν και οι αλλαγές στην κορυφή ομαλές και συναινετικές ενώ μερικές φορές αποκτούσαν οξύτητα στη βάση. Ο καθένας από αυτούς τους ηγέτες είχε ένα ρόλο να παίξει στο ξεδίπλωμα ενός ενιαίου σχεδίου που οι γενικές του γραμμές έχουν καταστρωθεί από τα μέσα της δεκαετίας του 80 από το βαθύ πολιτικό επιτελείο του σοσιαλιμπεριαλισμού που βρίσκεται από την εποχή της πάλης για την καπιταλιστική παλινόρθωση στην ΕΣΣΔ μέσα στη ρώσικη αστυνομία, στην ΚαΓκεΜπε. Αυτό είναι φυσικό. Ο πυρήνας κάθε εξουσίας ναζιστικού τύπου είναι υποχρεωτικά αστυνομικός γιατί μόνο η αστυνομία μπορεί να είναι παντού και να ασκεί βία σε όλες τις τάξεις, πολιτικές ομάδες και θεσμούς έξω από κάθε άλλη πολιτική υποχρέωση πέρα από εκείνη στον εντολέα της. Το επιτελείο της ρώσικης αστυνομίας έχει εξελιχθεί πλέον σε ηγετικό επιτελείο όλης της σοσιαλιμπεριαλσιτικής αστικής τάξης και έχει μάλιστα μετατραπεί σε οικονομικά κυρίαρχο τμήμα της τάξης παίρνοντας τη διεύθυνση ή ακόμα και την ιδιοκτησία των πιο στρατηγικών μέσων παραγωγής. Το σημερινό ρώσικο κράτος είναι το κατεξοχήν αστυνομικό κράτος στην ιστορία. Στο τέλος αυτής της διαδρομής είναι φυσικό στην κρατική ηγεσία να βρίσκεται ένας αρχηγός αυτής της αστυνομίας, ο Βλαντιμίρ Πούτιν επικεφαλής της ομάδας των «σιλόβικι» όπως ονομάζουν στη Ρωσία τα μεγάλα στελέχη της ΚαΓκεΜπε (σήμερα FSB). Και ένας τέτοιος δικτάτορας, με τόσο στενή κοινωνική βάση και τόση ταξική εμπειρία δεν μπορεί παρά να εμφανίζεται σαν εκπρόσωπος όλου του λαού και μάλιστα του πιο καταπιεσμένου κομματιού του, δηλαδή σαν αντικαπιταλιστής και εθνικιστής ταυτόχρονα, χωρίς βέβαια να δηλώνει εθνικοσοσιαλιστής.

Με έναν τέτοιο «αριστερό δικτάτορα» σαν τον Πούτιν η φαιοκόκκινη Ρωσία δεν μπορεί παρά να σηκώνει ακόμα πιο ψηλά το σκιάχτρο του «κομμουνιστή δικτάτορα» Στάλιν για να εμπνέει σε μια αντιδυτική κατεύθυνση έναν λαό που είχε αγαπήσει τον επαναστάτη Στάλιν και για να τρομάζει μια ανθρωπότητα που τον έχει μισήσει εξαιτίας της προπαγάνδας του νικηφόρου ενιαίου ιμπεριαλιστικού αντεργατικού μετώπου που πήρε την πολιτική εξουσία από τα χέρια της προλεταριακής ΕΣΣΔ πριν περίπου μισό αιώνα.

Ο ιστορικός αντικομμουνισμός θα λειτουργήσει υπέρ του σοσιαλφασισμού ιδιαίτερα στην Κίνα

Ο ιστορικός αντικομμουνισμός νομίζουμε ότι θα γίνει στην Κίνα πιο αντιπαθής από οπουδήποτε αλλού για δύο λόγους:

Πρώτο, γιατί η κομμουνιστική επαναστατική εξουσία στην Κίνα διόρθωσε τα πιο βασικά από τα λάθη που έκανε το ρώσικο προλεταριάτο και τα οποία σε μεγάλο βαθμό ήταν αποτελέσματα της αναπόφευκτης ιστορικής απειρίας του. Η κινέζικη επανάσταση με ηγέτη της το μεγάλο μαρξιστή διαλεκτικό Μάο Τσε Τουνγκ θεωρητικοποίησε την αρνητική πείρα του ρώσικου προλεταριάτου και έδωσε μια συνειδητή παρατεταμένη πολιτική και ιδεολογική πάλη ενάντια στο σοσιαλφασισμό μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα και ενάντια στην παλινόρθωση του καπιταλισμού από την αστική τάξη νέου τύπου. Αυτήν την πάλη αντίθετα με το σοβιετικό κόμμα, το κινέζικο δεν την έδωσε μόνο του και στο εσωτερικό του από μια μαρξιστική επαναστατική ηγεσία, αλλά αυτήν κάλεσε να τη διεξάγει όλο το προλεταριάτο και η φτωχή αγροτιά στα πλαίσια της πολιτιστικής επανάστασης ενάντια στο πολιτικό επιτελείο της αστικής τάξης μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα. Αυτή η πάλη δεν ήταν αρκετή για να αποτρέψει την παλινόρθωση του καπιταλισμού και στην Κίνα, αλλά αυτό οφείλεται σε δύο ειδικούς όρους της κινέζικης επανάστασης. Ο ένας είναι υλικός και αντικειμενικός. Η Κίνα του 1950 ήταν μια πιο καθυστερημένη χώρα από ότι η Ρωσία του 1917 και η δικτατορία του προλεταριάτου έμενε εκεί πιο πολύ εκτεθειμένη μόνη της απέναντι σε έναν πολύ πιο ανεπτυγμένο ιμπεριαλιστικό κόσμο και της ήταν πιο δύσκολο από ότι στην ΕΣΣΔ να στηριχθεί στις εσωτερικές δυνάμεις της χώρας.

Ο δεύτερος ήταν υποκειμενικός. Η κινέζικη επανάσταση ήρθε στην εξουσία την ώρα που χανόταν η σοβιετική εξουσία και μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα της Κίνας ήταν ήδη πανίσχυρη η σοσιαλφασιστική γραμμή σε αντανάκλαση της κυρίαρχης αυτής γραμμής μέσα στο ΚΚΣΕ. Η σοσιαλφασιστική γραμμή μέσα στο ΚΚ Κίνας εμφανιζόταν όπως και η ρώσικη ομόλογή της - και μάλιστα κάτω από την καθοδήγηση της δεύτερης - σαν «αριστερή σταλινική» και κατηγορούσε τη γραμμή Μάο κυρίως σα δεξιά φιλελεύθερη, αντικομματική, αντισυγκεντρωτική, μικροαστική αναρχική κλπ. Αυτά χώρια από τον ανοιχτό οικονομικό και πολιτικό πόλεμο που κήρυξε η σουσλοφική συμμορία ενάντια στο κινέζικο κόμμα και το κράτος. Αυτή η διπλή εσωτερική και εξωτερική πίεση του σοσιαλφασισμού έκανε αυτήν την προλεταριακή εξουσία ακόμα πιο ευάλωτη από τη σοβιετική και τελικά τη νίκησε. Εννοείται ότι όπως και στην περίπτωση της ΕΣΣΔ, η τακτική των σοσιαλφασιστών ήταν η εκμετάλλευση των αντιθέσεων ανάμεσα στα προλεταριακά ρεύματα ή και τις παρεκκλίσεις μέσα στο κόμμα.

Η τελική επίθεση έγινε σε δυο φάσεις μετά το θάνατο του Μάο. Αρχικά συμμαχία με όλο το κόμμα ενάντια στην αριστερίστικη οπορτουνιστική γραμμή των τεσσάρων και μετά, στην Τρίτη ολομέλεια του 1978 του ΚΚ Κίνας, νικηφόρα επίθεση με τη δεξιά και την οππορτουνιστική δεξιά του κόμματος ενάντια στην γενικά προλεταριακή γραμμή Χούα Κούο Φενγκ, Βανγκ Τογκ Σινγκ, Γιονγκ τσε Κουέι. Ακολούθησε τεράστιας κλίμακας εκκαθάριση και σφαγή των πιο συνεπών επαναστατών του κόμματος, υπερασπιστών της πολιτιστικής επανάστασης, που όμοιά της ποτέ δεν έγινε στη Ρωσία. Αμέσως μετά ήρθε η σταθεροποίηση της νέας σοσιαλφασιστικής εξουσίας σε συμμαχία με τους δυτικούς ιμπεριαλιστές που βρέθηκαν πάλι να χειροκροτάνε δαιμονισμένα το τέρας που βοήθησαν να γεννηθεί και που σήμερα στρέφεται εναντίον τους για να τους καταπιεί.

Η μεγάλη κατάχτηση της μαοϊκής στρατηγικής σε αντίθεση με τη στρατηγική της σταλινικής εποχής είναι ότι μέσα από την παρατεταμένη πολιτικο-ιδεολογική πάλη ενάντια στο σοσιαλφασισμό οι κινέζικες μάζες δεν βρέθηκαν απροετοίμαστες μπροστά στην παλινόρθωση του καπιταλισμού όπως βρέθηκαν οι ρώσικες στην ΕΣΣΔ. Έτσι μπόρεσαν να συλλάβουν σε μεγάλο βαθμό τη διαφορά ανάμεσα στις δύο εποχές καθώς και την ταξική τους φύση. Αυτή η διαφορά εκδηλώνεται πιο καθαρά στη μεγάλη δημοκρατική εξέγερση της Τιεν Αν Μεν το 1989, ένα παγκόσμιο γεγονός, που χώρισε με ακόμα μεγαλύτερη σαφήνεια από ότι η Τρίτη ολομέλεια του 1978 την λαϊκή από τη σοσιαλφασιστική εποχή της Κίνας.

Η διάκριση των δύο εποχών ως προς τον ταξικό τους χαρακτήρα είναι πιο σαφής στον κινέζικο λαό και μάλιστα στον κάθε άνθρωπο στον κόσμο και από μια άλλη μεριά. Οι κινέζοι σοσιαλφασίστες δεν πέρασαν από μια παρατεταμένη αλλά από μια σύντομη χρουστσοφική-μπρεζνιεφική εποχή κρατικού καπιταλισμού που να τον εμφανίσουν σαν σοσιαλισμό και έτσι να μπερδέψουν τις δύο εποχές. Αυτό επειδή δεν υπήρχε μια άλλη σοσιαλιστική χώρα και ένα παγκόσμιο ισχυρό κομμουνιστικό κίνημα στο οποίο να έπρεπε να απολογηθούν. Η Κίνα ήταν το τελευταίο κάστρο των προλεταριακών επαναστάσεων του 20ου αιώνα. Έτσι πέρασαν γρήγορα στον πιο άγριο ιδιωτικό καπιταλισμό κάτω από την ηγεμονία ενός κομμουνιστικού κόμματος που τα ηγετικά στελέχη του είναι και κρατικοί καπιταλιστές και συμμέτοχοι - ραντιέρηδες στο ιμπεριαλιστικό ιδιωτικό κεφάλαιο. Έχοντας αυτή τη χτυπητή διαφορά ζωντανή μπροστά τους οι καταπιεσμένες από την πολιτική και ταυτόχρονα οικονομική δικτατορία πλειοψηφικές μάζες της φτωχής αγροτιάς και του μεταναστευτικού προλεταριάτου μπορούν από τώρα να ξέρουν ότι η χειρότερη εποχή από τις δύο είναι η σημερινή.
Με το να συγκεντρώνει λοιπόν σήμερα τα κύρια ιστορικά πυρά της στην μαοϊκή κομμουνιστική εποχή και να μιλάει για 65 εκατομμύρια νεκρούς κατηγορώντας με τερατωδίες την κολλεκτιβοποίηση του 1958, η δυτική φιλελεύθερη αστική τάξη έρχεται σε σύγκρουση άμεσα με τη συνείδηση της πλειοψηφίας του κινέζικου λαού. Έτσι και ή ίδια γίνεται αφερέγγυα και ακόμα χειρότερα επιτρέπει στους κινέζους σοσιαλφασίστες να δημαγωγούν, και στο όνομα της φρέσκιας στις μνήμες κομμουνιστικής Κίνας να υπερασπίζονται και τη δική τους ψευτοκομμουνιστική. Από αυτήν την τελευταία άποψη οι κινέζοι σοσιαλφασίστες δεν στερούνται κάθε επιχειρήματος. Μπορούν να ισχυρίζονται ότι για τη σημερινή άσχημη κατάσταση και τις ανισότητες δεν φταίει το κινέζικο κομμουνιστικό κόμμα αλλά οι δυτικοί ιμπεριαλιστές που εκμεταλλεύονται τους κινέζους εργάτες για ένα κομμάτι ψωμί. Και αυτό ακριβώς ισχυρίζονται. Και αυτή δεν είναι μια κούφια φράση. Η πολιτική τους είναι βαθύτερη.

Ενώ αφήνουν τη δυτική μονοπωλιακή αστική τάξη να εκμεταλλεύεται το κινέζικο προλεταριάτο για ένα κομμάτι ψωμί, οι ίδιοι φροντίζουν να διατηρούν μια ταξική συμμαχία με το προλεταριάτο των κρατικών επιχειρήσεων στις οποίες δεν αφήνουν το συνολικό μισθό να πέσει στο άθλιο επίπεδο των μισθών του ιδιωτικού τομέα διατηρώντας γι αυτό το ιστορικό και πολιτικά ακόμα ισχυρό προλεταριάτο ένα μέρος των παλιών του οικονομικών κατακτήσεων. Έτσι χάρη στον κρατικοκαπιταλιστικό τομέα της οικονομίας μπορούν να εμφανίζουν και αυτοί τον φασιστικό κρατικό τους καπιταλισμό σαν κομμουνισμό και να κατευθύνουν το βασικό μίσος του λαού ενάντια στη Δύση. Κρύβουν δηλαδή από τον κινέζικο λαό ότι από το χαμηλό μεροκάματό του ναι μεν ευχαρίστως επωφελούνται οι δυτικοί μονοπωλιστές ληστές, αλλά ότι οι εμπνευστές και οι εγγυητές αυτού του μεροκάματου και των άθλιων συνθηκών δουλειάς που του αντιστοιχούν είναι αυτοί οι ίδιοι- οι ανατολικοί μονοπωλιστές -που επιβάλλουν το χαμηλό μεροκάματο απαγορεύοντας στους εργάτες το δικαίωμα της συνδικαλιστικής οργάνωσης και απεργίας. Και το επιβάλλουν για να κάνουν τη χώρα τους κέντρο της παγκόσμιας καπιταλιστικής συσσώρευσης και αυτή τη συσσώρευση να τη μετατρέψουν τελικά σε όπλα. Ταυτόχρονα με τη μεταφορά ένος πελώριου μέρους του δυτικού παραγωγικού κεφάλαιου στην Κίνα κρατάνε σε βιομηχανική ομηρία όλες τις πλούσιες χώρες με τον ίδιο τρόπο που η Ρωσία τις κρατάει σε ενεργειακή. Είναι φυσικό: ο σοσιαλιμπεριαλισμός εκβιάζει με τις φυσικές πρώτες ύλες του, ο κινέζικος μετατρέποντας τον πελώριο κινέζικο πληθυσμό σε φτηνή ζωντανή πρώτη ύλη. Καλλιεργώντας λοιπόν ανέξοδα το αντιδυτικό μίσος στο λαό τους τον προετοιμάζουν, όσο μπορούν για έναν επιθετικό παγκόσμιο πόλεμο, τον ίδιο με εκείνο που ετοιμάζουν οι ρώσοι δάσκαλοί τους. Μόνο που για αυτούς οι προς κατοχή χώρες δεν είναι οι ευρωπαϊκές όπως για τη Ρωσία αλλά οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες του δυτικού ειρηνικού και πρώτα απ’ όλες η Ιαπωνία.

Νομίζουμε ότι καταλαβαίνει από τα παραπάνω ο αναγνώστης ότι αν αυτές οι δυτικές αστοδημοκρατικές χώρες, μελλοντικά θύματα του σοσιαλφασισμού, αναλάβουν να εκστρατεύσουν ενάντια στο σοσιαλφασισμό με γενικό όπλο τον ιστορικό αντικομμουνισμό θα καταλήξουν στις πιο κρίσιμες περιοχές της γης να τον ενισχύσουν. Η καταγγελία των κομμουνιστικών καθεστώτων μπορεί να είναι θετική σε ότι αφορά τις πολιτικές της συνέπειες μόνο για μερικές χώρες και περιοχές του κόσμου, εκείνες που σαν κομμουνισμό έχουν γνωρίσει βασικά τη σοσιαλφασιστική δικτατορία και την κατοχή τους από μια ξένη χώρα. Αυτή η περιοχή είναι η κεντροανατολική Ευρώπη πλην της Ρωσίας. Είμαστε της άποψης ότι και στις χώρες που δεν είχαν ποτέ την πείρα του σοσιαλφασισμού στην εξουσία, και είναι οι περισσότερες, μια ιστορική αντικομμουνιστική επίθεση ενάντια στο σοσιαλφασισμό επίσης θα τον ενισχύσει.

Έτσι, ο βασικός λόγος για τον οποίο κάνει φασαρία το ψευτοΚΚΕ στην Ελλάδα δεν είναι τόσο για να αποτρέψει την απόφαση στο Συμβούλιο της Ευρώπης όσο για να συσπειρώσει τις ριζοσπαστικές μάζες ενάντια στη Δύση και το ίδιο να εμφανιστεί σαν ο μοναδικός γνήσιος εκπρόσωπος της επανάστασης. [...]

Ουσία και αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας

 του Παναγιώτη Γαβάνα Ένα από τα βασικά ζητήματα που είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί στην αρχή αυτής της σειράς άρθρων που παρουσιάζουμε ανα...