Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαρτίου 2019

Αιώνια η πάλη ανάμεσα στην ύλη και την ιδέα

Από το blog Η ΑΘΕΪΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΕΤΗ


Στην προηγούμενη ανάρτηση δώσαμε έμφαση στην ελλιπή γνώση των πιστών σε θέματα φυσικής και φιλοσοφίας και αντιμετωπίσαμε τον ενεργητισμό των ιδεαλιστών που έχοντας μια σχετική μόρφωση προσπαθούν να θεμελιώσουν τα δόγματα της πίστης τους οικειοποιώντας την επιστήμη φυσικά διαστρεβλώνοντάς την. Οι πρώτοι, οι αγράμματοι πιστοί, είναι φιντεϊστές, που διατείνονται ότι η πίστη τους είναι ανώτερη της λογικής ακόμα και αν συγκρούεται με τον ορθολογισμό, όπως καυχιόταν ο Τερτυλλιανός για την σοφή παραλογία του. Οι δεύτεροι είναι ενεργητιστές που οικειοποιώντας την επιστήμη προσπαθούν να στηρίξουν την πίστη τους διαστρεβλώνοντας φυσική και φιλοσοφία με ιδεαλισμούς. Θεωρώντας ότι είναι αδύνατον να πείσουμε τους πρώτους, σύμφωνα με την αρχή ότι κατεβαίνοντας στο επίπεδό τους είναι βέβαιο ότι θα ηττηθούμε από την ανοησία, στρέφουμε τα βέλη μας στους δεύτερους αφού με όρους φυσικής και λίγης φιλοσοφίας ελπίζουμε ότι μπορούμε να διατηρήσουμε ένα σχετικό επίπεδο λογικής. Έτσι στην προηγούμενη ανάρτηση δώσαμε έμφαση στην υλικότητα της μάζας και της ενέργειας στηρίζοντας μια φιλοσοφία μονισμού. Αυτές τις δυο μορφές ύπαρξης της ύλης οι ενεργητιστές, όπως παλιά οι πνευματοκρατιστές, τις ξεχωρίζουν σαν δυο διαφορετικές ουσίες ύπαρξης, προκειμένου να βγάλουν συμπεράσματα για να στηρίξουν τον ιδεαλισμό τους θέτοντας το πνεύμα σαν πρωταρχική ουσία και την ύλη σαν παράγωγο, όπως ο Πλάτων θεωρούσε τις ιδέες του αντικειμενικές, εξ ου και ο όρος «αντικειμενικός ιδεαλισμός»! Εδώ ας κάνουμε μια σύντομη χρονική αναδρομή για να δούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, παρακάμπτοντας σχεδόν για δυο χιλιάδες χρόνια τις υλιστικές απόψεις των φυσικών φιλοσόφων, του Θαλή και του Δημόκριτου που κατάφεραν να βρουν απαντήσεις, όχι στις ευφάνταστες εικασίες ιδεαλιστών φιλοσόφων, αλλά αναζητώντας απαντήσεις παρατηρώντας τη φύση και υπολογίζοντας με τη λογική.

                           Πλάτων, Αυγουστίνος, Θωμάς Ακινάτης, Τζώρτζ Μπέρκλευ

Ο αριστοκρατικός φιλόσοφος, Πλάτων, θεμελιωτής του αντικειμενικού ιδεαλισμού και θιασώτης του δουλοκτητικού συστήματος της εποχής του, θεωρούσε ότι η υλιστική φιλοσοφία οδηγούσε κατευθείαν στον αθεϊσμό, και σε αυτό δεν είχε άδικο. Ίσως ήταν από τις πιο τρανές και αληθινές διαπιστώσεις του, όμως αυτό δεν το επαινεί αφού στους «Νόμους» του υποστήριζε ότι οι άθεοι πρέπει να θανατώνονται σαν εγκληματίες! Στην φιλοσοφία του διακήρυττε ότι ο κόσμος των αισθητών πραγμάτων, αυτά που βλέπουμε δηλαδή, ήταν τα ωχρά αντίγραφα και οι σκιές των ιδεών. Η ύλη, έλεγε, δεν υφίσταται αυτοτελώς αλλά γίνεται πραγματική μόνο χάριν στην δύναμη της ιδέας και του πνεύματος! Μέσω του Αυγουστίνου η πνευματοκρατία του Πλατωνισμού πέρασε στον χριστιανισμό και στη Δύση μέσα από τις ιδέες του Θωμά του Ακινάτη και τις διαστρεβλώσεις του Αριστοτέλη επηρέασε την Μεσαιωνική σχολαστική φιλοσοφία. Όλα αυτά μέχρι να εμφανιστεί ο Φράνσις Μπέϊκον στα τέλη του 16ου αιώνα, που απέδιδε το αληθινό νόημα της φιλοσοφίας, όχι στο πνεύμα και τα δόγματα της θρησκείας αλλά στην μεθοδολογία της γνώσης της φύσης, στο πείραμα και την απόδειξη. Όμως οι ιδεαλιστές δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Μπροστά στην αναβίωση των υλιστικών ιδεών αντίπαλο δέος στάθηκε ο «υποκειμενικός ιδεαλισμός» του ιρλανδού επίσκοπου Τζωρτζ Μπέρκλεϋ που διακήρυττε τον 18ο αιώνα ότι οι ιδέες που βρίσκονται στο νου του θεού, μας τις τροφοδοτεί στον δικό μας σαν εντυπώσεις. Αυτά, έλεγε, είναι τα αισθητηριακά δεδομένα! Έτσι, οι ιδέες έγιναν υποκειμενικές ποιότητες. Μεταξύ άλλων και αυτός υποστήριξε ότι τα εξωτερικά αντικείμενα, τα πράγματα δηλαδή, δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας. Εκείνο που υπάρχει είναι το πνεύμα που νοεί, ενώ τις παραστάσεις τις προκαλεί ο φορέας τους, ο θεός! Απορρίπτοντας το φυσικό κόσμο και την ύλη αρνείται κάθε φυσική επιστήμη. Πολέμησε και αυτός με δριμύτητα τους υλιστές και τις πρωτοπόρες επιστημονικές απόψεις της εποχής του, όπως για παράδειγμα τη φυσική του Νεύτωνα που τότε θεμελίωνε επιστημονικά τον τρόπο που εκδηλώνονται τα φυσικά φαινόμενα. Από τότε, πότε έτσι και πότε αλλιώς οι ιδεαλιστές, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο προσπαθούσαν να αντισταθούν στην άνοδο του υλισμού που με επιστημονικό τρόπο ανακάλυπταν νόμους και θεμελίωναν επιστημονικά την νομοτέλεια της φύσης. Βλέποντας όμως, όσο καλύτερα ερμήνευαν οι επιστήμονες τον κόσμο, τόσο περισσότερους θεούς απέβαλλαν από το κεφάλι τους, οι ιδεαλιστές με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συνέχιζαν να αντιστέκονται διαστρεβλώνοντας φυσικές έννοιες και φιλοσοφία. Εδώ ακριβώς βρισκόμαστε.


Με τις νέες επιστημονικές ιδέες και ο χριστιανισμός αναγκάστηκε να βάλει αρκετό νερό στο κρασί του, άσχετα αν δεν το παραδέχεται. Ο χριστιανισμός σήμερα δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την αντικειμενικότητα της φύσης, όμως επιμένει να μην αναγνωρίζει και την οντολογική του αυτάρκεια. Αυτήν την αποδίδει στο θεό, ταυτίζοντας την ύλη με το πνεύμα. Έτσι η ψυχή γίνεται ενέργεια που σαν τις ιδέες του Πλάτωνα εκπορεύεται από το θεό. Η δημιουργία του κόσμου από το θεό, στις μέρες μας, αρκετά έχει τροποποιηθεί από τότε που οι βεδουίνοι «φιλόσοφοι της ερήμου» επινόησαν. Ο κόσμος μας δεν είναι στατικός. Ο θεός δεν φαίνεται να δημιούργησε τον κόσμο σε κείνες τις εφτά μέρες, αφού όλα τα επιστημονικά δεδομένα μας αναγκάζουν να δεχτούμε την συνεχιζόμενη δημιουργία, όπου ο θεός είναι πανταχού απών! Σήμερα με διάφορες διαστρεβλώσεις δικαιολογούν την γέννηση και την καταστροφή σε αυτό το αέναο γίγνεσθαι, είτε ο θεός επεμβαίνοντας, είτε το κοσμικό ρολόϊ με θεϊκή βούληση κουρδίζεται και ξεκουρδίζεται όπως εξ΄ αρχής το όρισε να γίνεται. Όμως, από την άλλη, οι φυσικοί νόμοι αφαιρούν όλο και περισσότερες αρμοδιότητες μιας τέτοιας θεϊκής επέμβασης. Οι νόμοι της παγκόσμιας έλξης του Νεύτωνα, άθελά του, το έκανε και αυτό στη φυσική, όπως και οι νόμοι του Λαβουαζιέ στη χημεία, του Δαρβίνου στην βιολογία και κάθε καινοτομίας στο χώρο επιρροής του κάθε επιστήμονα. Ο κόσμος μας τελικά δεν δημιουργήθηκε προ έξι χιλιάδων ετών, αλλά πριν δισεκατομμύρια χρόνια, ενώ η εμφάνιση του ανθρώπου έγινε μόλις πριν από λίγες χιλιάδες χρόνια, τα πνεύματα και οι θεοί επινοήθηκαν πολύ αργότερα και οι θρησκείες θεμελιώθηκαν μόλις πρόσφατα.


Πώς θα δικαιολογήσουν τώρα οι ιδεαλιστές στους σκαπανείς των φυσικών επιστημών που αποδεικνύουν να υφίσταται το συμπαντικό γίγνεσθαι ακόμα και όταν δεν υπήρχαν άνθρωποι ώστε ο θεός να μεταδίδει στους νόες τους τα αισθητηριακά δεδομένα; Κι όμως, οι διαστρεβλωτές του κόσμου επιμένουν ακόμα στις απόψεις του ιρλανδού επισκόπου ότι η ύλη, δεν υπάρχει ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας και κάθε τι που γίνεται δεν καθορίζεται από προηγηθέντα φυσικά αίτια, όταν η πραγματικότητα είναι διαφορετική! Η επιστήμη απέδειξε με τον καλύτερο τρόπο τις θέσεις του επιστημονικού υλισμού για την υλικότητα του κόσμου, όπου η ύλη, σαν ουσία, είναι αυτή που δημιουργεί την αισθητηριακή αντίληψη, αν και αυτό ήταν γνωστό ακόμα από την αρχαιότητα. Αυτή είναι η αντικειμενική πραγματικότητα του κόσμου που υπάρχει ανεξάρτητα από το ανθρώπινο πνεύμα. Το ότι είναι αιώνια και αδημιούργητη, άπειρη στο χώρο και τον χρόνο και εντός της περιέχει και την αιτία της ύπαρξής της, όπως επίσης ότι αναπτύσσεται εξελικτικά, φυσικά και δεν μπορεί να το αποδείξει, αφού το πρόβλημα της οντολογικής της αυτάρκειας δεν είναι ζήτημα επιστημονικό, αλλά φιλοσοφικό. Η επιστήμη δεν μπορεί ούτε να το αποδείξει, ούτε να το αναιρέσει, όμως μπορεί μέσα από τους διάφορους κλάδους της επιστήμης να γενικεύσει μια κοσμοθεωρία που ο θεός φαίνεται να μην είναι αναγκαίος για την ύπαρξη και την διαιώνισή του κόσμου, όπως ακριβώς και η δημιουργία του δεν είναι σύμφυτη με τη λογική, αφού ο κόσμος μας δεν είναι δημιούργημα και δεν εξαρτάται από το νου κανενός. Συνεπώς, ούτε ο κόσμος εξαρτάται από το νου μας αφού υπάρχει ανεξάρτητα από αυτόν. Η κίνηση της ύλης είναι ενδογενής που εκφράζει τον τρόπο της ύπαρξής της και την νομοτελειακή της ανάπτυξη στο χρόνο. Το πνεύμα, λόγω της πολύ μεταγενέστερης εμφάνισής του, είναι επιστημονικά εξακριβωμένο ότι αποτελεί μια νοητική δραστηριότητα του εγκεφάλου και συνεπώς ο θεός, σαν ιδέα, καταντά απλά ένα νοητικό επινόημα που πρέπει να συνέβη στα πρώτα στάδια ανάπτυξης του εγκεφάλου του, στην προσπάθειά του να εξηγήσει με τις δυνατότητες που είχε τότε, τη φύση και τον κόσμο του! Αναφέρομαι στην εποχή των Νεάντερταλ. Εκεί ανήκει η λογική των πνευμάτων.


Ο θεός λοιπόν, σαν ιδέα είναι παράγωγο όχι μόνο της ύλης, αλλά σαν ιδέα, σχετικά με την εμφάνιση του ανθρώπου, μόλις πρόσφατα επινοήθηκε. Οι δε θρησκείες ακόμα αργότερα. Συνεπώς ο άνθρωπος δεν πίστευε ανέκαθεν στο θεό. Οι θεοί και οι θρησκείες εμφανίστηκαν σε κάποιο στάδιο εξέλιξης του ανθρώπου και θα εξαφανιστούν σε κάποιο άλλο. Τουλάχιστον αυτό αποτελεί διαπίστωση της ανθρωπολογίας και η αποδοχή της, όπως φαίνεται είναι καθολική από την κοινωνιοβιολογία και ανθρωπολογία. Αν δεν πείθει τους ιδεαλιστές, αυτό δεν φαίνεται να μας ξενίζει αφού από την εποχή του Πλάτωνα ακόμα αντιδρούσαν! Για φέρτε την εικόνα μπροστά σας, τον Πλάτωνα να ετοιμάζεται να σχίσει τα συγγράμματα του Δημόκριτου και οι πιο νηφάλιοι μαθητές του να προσπαθούν να τον αποτρέψουν! Σήμερα όχι μόνο σαν Έλληνες, αλλά και σαν άνθρωποι καυχιόμαστε για τις ιδέες του Δημόκριτου. Δεν είναι λυπηρό που οι χριστιανοί ακολούθησαν την συμβουλή του Πλάτωνα να καταστρέφουν ό,τι αντιτίθεται στην ιδεολογία τους και να καίνε άθεους για να φοβίσουν τους πιστούς;
Πιο πάνω παρακάμψαμε τις άνω των δυο χιλιάδων χρόνων απόψεις των φυσικών φιλοσόφων, του Θαλή και του Δημόκριτου, μέσω των οποίων οδηγηθήκαμε στην επιστημονική και τεχνολογική επανάσταση. Αρχικά με τον μηχανιστικό υλισμό της εποχής του Διαφωτισμού και στη συνεχεία στον Διαλεκτικό και Επιστημονικό Υλισμό που ξεκαθάρισε το τοπίο από κάθε ιδεαλιστική παγίδα.
Πώς έγινε αυτό θα το δούμε στην επόμενη ανάρτηση «Αγώνας δρόμου για τον μονισμό της ύλης».



Πάρθηκε από http://epic-atheist.blogspot.com/2019/02/blog-post.html

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019

Η φύση...


Ποια είναι η προέλευση της φύσης ; Και η φύση ταυτίζεται με το Είναι ; Και ποια είναι η ουσία του Είναι ; Πρόκειται για ερωτήματα που βασανίζουν τον άνθρωπο από τότε που έφτασε σε κατάσταση να τα διατυπώνει.

Φύση που ταυτίζεται με το Είναι, φύση αδημιούργητη, φύση αυθύπαρκτη, ή φύση δημιουργημένη από το θεό ; Ο Αριστοτέλης διερωτάται ήδη στα Μετά τα φυσικά : ''Το βασικό ερώτημα που πρέπει να συζητήσουμε και να βαθύνουμε, είναι να μάθουμε αν υπάρχει μια αιτία ανεξάρτητη από τη φύση, αν είναι ή αν δεν είναι χωριστή απ' αυτήν, αν αριθμητικά είναι μοναδική ή πολλαπλή, αν βρίσκεται έξω από καθετί το υλικό''. Ο Αριστοτέλης δεχόταν όντα που βρίσκονται έξω από το χρόνο και ο δάσκαλός του μπορούσε να διερωτάται για την απειρότητα του κόσμου χωρίς να αμφιβάλλει για την ύπαρξη του θεού.

Αλλά ο θεός βρίσκεται έξω από τον κόσμο, βρίσκεται μέσα στον κόσμο και την ίδια στιγμή έξω απ' αυτόν, πανταχού παρών, είναι κάποιο πνεύμα διάχυτο μέσα στο σύμπαν ; Ο θεός είναι η ιδέα που αλλοτριώνεται σε φύση, ή μήπως ο θεός είναι η Ενέργεια, το νέο τούτο πνεύμα, και μήπως το σύμπαν δεν συντίθεται παρά από ψυχές που ανέρχονται προς το σημείο Ωμέγα ; Και αν υπάρχει θεός κι αν αυτός μας έδωσε ψυχή, τότε ποιο είναι το νόημα της γνωστικής διαδικασίας ; Η γνώση είναι έμφυτη, άρα ανάμνηση, ή μήπως δεν υπάρχει τίποτα στο πνεύμα μας που να μην προέρχεται άμεσα ή έμμεσα από την εμπειρία των αισθήσεων ; Ιδού μερικά ερωτήματα που η θεολογική σκέψη δεν μπόρεσε να επιλύσει [και πώς να τα επιλύσει;]. Άρα, έσχατο επιχείρημα και καταφύγιο : το μυστήριο.

Αποδοχή της δημιουργίας με οποιαδήποτε μορφή, σημαίνει να μεταθέσουμε το ερώτημα για την προέλευση της φύσης, στο ερώτημα για την προέλευση του θεού.

Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Ο θεός δημιούργησε τη φύση και επεμβαίνει την κάθε στιγμή για να αλλάξει την πορεία των γεγονότων σύμφωνα με τη θέλησή του, όντας πανταχού παρών και παντοδύναμος ; Αλλά η επιστήμη εκτοπίζει καθημερινά το θεό από το σύμπαν, το οποίο παρουσιάζεται όλο και πιο πολύ σαν ένα ατέρμονο και αυτορυθμιζόμενο σύνολο χάρη στον αυτοδυναμισμό της ύλης. Δεν του μένει πια λοιπόν παρά η αρχική πράξη της δημιουργίας, μυστική και ακατανόητη στην οντολογική ουσία της.

Κι ακόμα : Αν δεχτούμε μια σκοπιμότητα στην πράξη της δημιουργίας, τότε, ποια είναι αυτή η σκοπιμότητα ; Τα φυτά δημιουργήθηκαν για να τρώγονται από τα φυτοφάγα και τα φυτοφάγα για να καταβροχθίζονται από τα σαρκοφάγα ; Τα ποντίκια δημιουργήθηκαν για νάναι λεία για τις γάτες και να ροκανίζουν με τη σειρά τους το τυρί των ανάξιων νοικοκυράδων ; Και ο κόσμος δημιουργήθηκε για να μπορέσει να υπάρξει ο άνθρωπος ; Μετά τον Κοπέρνικο και τη σύγχρονη κοσμολογία, μπορεί να υποστηριχτεί ένα τέτοιο επιχείρημα ; Και ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για ποιο λόγο ; Για να αινεί το δημιουργό του ; Κι αν ο θεός δημιούργησε τον κόσμο χάρη στην άπειρη καλοσύνη του, τότε γιατί τον έκανε τέτοιον, που είναι, γεμάτο βαρβαρότητα, αθλιότητα και οδύνες ; Κι αν υπάρχει θεός, κι αν υπάρχει παράδεισος και κόλαση, τότε ποια είναι η ηθική βάση της τιμωρίας [μέχρι της συντέλειας του κόσμου] για τα φτωχά ανθρώπινα που βρίσκονται την κάθε στιγμή στο έλεος δυνάμεων που δεν μπορούν να εξουσιάσουν ; Ο θεός είναι τελικά άδικος και ανήθικος, ή βαθιά αδύνατος ;

Ιδού μερικά ''αφελή'' ερωτήματα, που απορρέουν από την αποδοχή ενός όντος έξω από τη φύση, και δημιουργού της φύσης. Τα ερωτήματα αυτά επικαλύπτονται συχνά από τη θεολογική ή την πνευματοκρατική σοφιστική. Κι ωστόσο είναι μερικά από τα ερωτήματα που κανείς πιστός δεν θα μπορέσει να αποφύγει να θέσει στον εαυτό του. Και αν τα θέσει, δε θα βρει άλλη απάντηση από το μυστήριο και το ανέκφραστο.

Τα παραπάνω δεν έχουν βέβαια την απλοϊκή αξίωση να ανασκευάσουν το πνευματοκρατικό αξίωμα. Θέλουνε μόνο να επισημάνουν μερικές εσωτερικές αντιθέσεις του δόγματος της δημιουργίας, το οποίο δε μπορεί να οικοδομήσει μια θεωρία του Είναι και μια ηθική, με εσωτερική συνοχή. Το μυστήριο είναι η αφετηρία και η κατάληξη κάθε πνευματοκρατικής συλλογιστικής, κάθε ιδεαλιστικού συστήματος, όσο περίτεχνο και να είναι.

Αλλά καθώς είναι γνωστό, το μεγάλο ερώτημα βρήκε από την αρχή και μια άλλη απάντηση, διαμετρικά αντίθετη : την υλιστική.

Για κάθε υλιστή, η φύση είναι αυθύπαρκτη, αδημιούργητη, άπειρη μέσα στο χώρο και το χρόνο -χωρίς αρχή και χωρίς τέλος- σε αιώνια κίνηση και αλλαγή. Πρόκειται από μια άποψη, για την αντίληψη του πρωτόγονου ανθρώπου που νιώθει τον εαυτό του οργανικό τμήμα της φύσης και για τον οποίον ακόμα και οι θεοί ανήκουν σ' αυτή την ολότητα. Πρόκειται για την αντίληψη των αρχαίων υλιστών, και ολόκληρου του υλιστικού ρεύματος που αναπτύσσεται επί 2.500 χρόνια. Ο άνθρωπος είναι για κάθε υλιστή φυσικό ον, ακραίο σημείο στην εξέλιξη της γης, και οι θεοί είναι προϊόντα της φαντασίας του που αντανακλούν συγκεκριμένες κοινωνικές καταστάσεις. Φυσικά ούτε η υλιστική αρχή μπορεί να αποδειχτεί. Τίθεται. Αλλά τίθεται σαν συμπέρασμα της γνώσης μας για την πραγματικότητα, και τα συμπεράσματα που συνάγονται απ' αυτή την αρχή με μια αντίδρομη διαδικασία, συνθέτουν μια κοσμοαντίληψη με εσωτερική συνοχή, σύμφωνη με τις επιστήμες και με την ανθρώπινη πρακτική.

Ο θετικισμός θέλησε να απορρίψει το μεγάλο οντολογικό ερώτημα : να κρατηθεί πάνω από τη μάχη ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό. Ο σύγχρονος θετικισμός απορρίπτει το πρόβλημα σαν μεταφυσικό, σαν στερημένο από νόημα. Το πρόβλημα : υλισμός ή ιδεαλισμός, είναι γι' αυτόν ψευδοπρόβλημα.

Αλλά αν δεν είναι επιτρεπτό να βεβαιώσουμε την ύπαρξη οτιδήποτε έξω από τα δεδομένα [των αισθητηρίων ή των οργάνων της έρευνας], τότε το υποκείμενο γίνεται το κέντρο του κόσμου. Και συνακόλουθα, δε μπορώ να βεβαιώσω παρά την ύπαρξη των δικών ''μου'' δεδομένων : ο σολιψισμός είναι η αναπόφευκτη κατάληξη αυτής της θέσης...

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ευτύχη Μπιτσάκη ''Η φύση στη διαλεκτική φιλοσοφία'' 

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2018

Η Αθεΐα είναι συμπέρασμα που συνάγεται από την υλιστική ερμηνεία του κόσμου


Η ανάρτηση αυτή ευαίσθητα ισορροπεί μεταξύ επιστημολογίας και ψυχολογίας έχοντας μοναδικό στόχο να διεισδύσει στους λόγους που οδηγούν το νου του ανθρώπου στην αυτοεξαπάτηση και την μωρία. Η Βλακεία ή πιο κομψά η ανοησία είναι αποτέλεσμα ελλιπούς ευφυΐας και στρεβλής λογικής όπου ο παράλογος συμπεριφέρεται, κατ’ επανάληψη, ανάρμοστα απ’ ό,τι επιβάλει η λογική. Κοντολογίς, πώς γίνεται η ευφυΐα ενός μορφωμένου νου να μην διαφοροποιείται από την ανοησία ενός αγράμματου; Η ανοησία συνήθως έχει ριγμένες τις ρίζες της στην στρεβλή αντίληψη της πραγματικότητας, από εκεί αντλεί τους χυμούς της που έχουν την ιδιότητα να αποξενώνουν τον άνθρωπο από τη λογική και να τον οδηγούν σε παράλογους κόσμους ή στην καλύτερη περίπτωση, όπως στους πιστούς των θρησκειών, σε κόσμους που διέπονται από στοιχειακά, πνεύματα και θεούς, δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις, χωρίς ίχνος ντροπής και λογική τεκμηρίωση που απαιτεί το μορφωτικό επίπεδο της εποχής μας.


Η πίστη σε υπερβατικές οντότητες είναι αχαλίνωτη στους πιστούς, δεν έχει όρια. Δεν είναι τυχαίο που ένας φυσικός σαν τον Αϊνστάιν αναγκάστηκε να ορίσει όρια ανάμεσά τους λέγοντας ότι «η διαφορά μεταξύ βλακείας και ευφυΐας είναι ότι η ευφυΐα έχει όρια»! Αυτά που πιστεύει ένας πιστός, αν ήταν μοναδικός, σίγουρα θα ήταν χαρακτηρισμένος τρελός που ήθελε δέσιμο. Η ειρωνεία είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων αυτού του πλανήτη είναι πιστοί και δεν έχουμε ψυχιατρεία για τόσους μεγάλους αριθμούς ασθενών, ούτε περισσότερους λογικούς για να θεωρούνται ασθενείς οι πρώτοι. Όμως υπήρχε εποχή που όλοι ανεξαιρέτως πίστευαν ότι αν δεν θυσιαζόταν τη νύχτα ένας μεγάλος αριθμός πιστών, την επόμενη μέρα ο θεός δεν θα ανέτειλε τον ζωοποιό Ήλιο. Κανένας τότε δεν τολμούσε να αμφισβητήσει την μεγάλη προφητεία. Σήμερα κανένας δεν τολμάει να εκφράσει τέτοιες απόψεις, ούτε τολμάει να παραδεχτεί ότι είναι γιός του θεού. Δυστυχώς όμως τολμούν κάποιοι να εκφράζουν την άποψη ότι εκτός από τον ψυχίατρό τους επικοινωνούν και με το θεό. Σε αυτούς αναφερόμαστε.


Η αντίληψη της πραγματικότητας διαστρεβλώνεται από τους ιδεαλιστές που αντιστρέφουν το υποκείμενο με το αντικείμενο όπως ακριβώς και το αίτιο με το αποτέλεσμα, στρεβλώνοντας την φυσική ροή του χρόνου. Μην ανησυχείτε, πιο κάτω θα γίνω σαφέστερος. Βέβαια και τη «λογική» αμφότεροι την χρησιμοποιούν, όμως και αυτή στρεβλωμένη, ώστε το παράλογο εύκολα να κυκλοφορεί από ανόητο σε ανόητο με ιδιαίτερη ευκολία. Βλέπεις το ψέμα είναι ευκολοχώνευτο και δύσπεπτη η αλήθεια! Όμως, εκεί που κάνει θραύση ο ιδεαλισμός είναι ανάμεσα στους πιστούς των θρησκειών όπου η «ιδέα» αποκτά αντικειμενική υπόσταση σαν να πρόκειται για φυσική οντότητα! Αντικειμενικοί ιδεαλιστές, όπως ο Πλάτων και ο Χέγκελ, κατάφεραν να πείσουν ότι οι ιδέες είναι αντικειμενικές ή όπως στον Μπέρκλεϋ ότι κόσμος μας είναι υποκειμενικός και ανύπαρκτη η ύλη, διαστρεβλώνοντας κατάφορα την αλήθεια και την πραγματικότητα. Στην φιλοσοφία του ιδεαλισμού λοιπόν βρίσκεται το μεγαλύτερο ποσοστό εκείνων που διαστρεβλώνουν την αλήθεια. Τέτοιοι είναι οι αγύρτες και οι τσαρλατάνοι, που κατά τον Βολτέρο δημιούργησαν τις θρησκείες.


                                                    Να δείτε οι βλάκες πόσοι έγιναν!


Επιστημονικά, κανένας δεν αμφιβάλει ότι ο κόσμος μας είναι υλικός. Ό,τι υπάρχει στον κόσμο μας, μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο από τις αισθήσεις μας και αν το αντικείμενο βρίσκεται εκτός της περιοχής αντίληψης των αισθήσεων μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο από τα επιστημονικά όργανα. Από τίποτα άλλο! Ποιος αμφισβητεί την άποψη αυτή;
Αν αυτό είχε γίνει κατανοητό θα αποφεύγαμε να γεμίζαμε το κεφάλι μας με ιδεαλιστικά σκουπίδια, με ιδεατές οντότητες δηλαδή που ο νους γεννά με την φαντασία και οι αφελείς αποδέχονται αντικειμενικά. Οι φανταστικές επινοήσεις γεννούν μύθους και θεούς! Οι μύθοι βέβαια δεν είναι ψευδή κείμενα για να παραμυθιάζουμε τα παιδιά. Στην αρχαιότητα μέσα σε αυτούς οι ποιητές έκρυβαν αλήθειες (διδάγματα και αρετές) που διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να διασωθούν με το πέρασμα του χρόνου. Πραγματικά, όπως έχει λεχθεί, οι μύθοι είναι τα αγριολούλουδα της ψυχής απ’ όπου οι μέλισσες του πνεύματος τρυγούν το μέλι της Σοφίας!


Ως εδώ καλά. Το πρόβλημα αρχίζει όταν κάποιοι αρχίζουν να πιστεύουν τον μύθο αντικειμενικά, σαν ιστορικό γεγονός και νέες φουρνιές μύθων αρχίζουν να τροφοδοτούν τον αρχικό. Τότε το νόημα που είχε ο μύθος αρχικά, αρχίζει να διολισθαίνει και να χάνεται, η αλληγορία μετατρέπεται σε γεγονός, γίνεται «ιστορία». Τότε η μια απάτη τροφοδοτεί την άλλη. Έτσι γεννήθηκαν οι θρησκείες που η μυθική επινοητικότητα των δημιουργών χάνεται στο παρελθόν, και οι αποδέκτες στο μέλλον, στην κυριολεξία βρίσκονται σε σύγχυση. Σύγχυση είναι οι θρησκείες που δημιουργούν ψευδαισθήσεις με τις οποίες ο πιστός αλλοτριώνεται μέρα με τη μέρα και αποξενώνεται από τον πραγματικό του κόσμο.


Τώρα χρειαζόμαστε πραγματικά ένα εργαλείο για να ξεχωρίσουμε το ψέμα από την αλήθεια, το μύθο από το ιστορικό γεγονός. Το βοήθημα που μπορεί να δώσει λύση είναι η φιλοσοφία, όμως και αυτή είναι στρεβλωμένη, κάτω από την επιρροή των φιλοσόφων που την γέννησαν. Πώς θα φτάσουμε στην αλήθεια; Με το νου, αφού σε αυτόν αντικατοπτρίζεται ο κόσμος μας. Ο νους είναι ο καθρέφτης της αντικειμενικής πραγματικότητας. Η φύση όμως κρύπτεται και εμείς τότε καλούμαστε σαν εξερευνητές της γνώσης να την ανακαλύψουμε μέσα από τη λογική, το πείραμα και τα επιστημονικά όργανα. Όμως πρέπει να ξέρουμε ότι ο νους βρίσκεται σε χρονική υστέρηση από την ύλη. Ο νους είναι παράγωγο της εγκεφαλικής δραστηριότητας, της ύλης δηλαδή. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ο νους, το πνεύμα και η σκέψη είναι αποτέλεσμα εξελικτικής διαδικασίας και όχι το πρωταρχικό, που υποτίθεται γεννά τον κόσμο, σαν να λέμε ότι μπορεί ένας νους ξαφνικά να βρεθεί από το πουθενά και να δρα, όπως λένε οι ιδεαλιστές «εν αρχή ο λόγος… και είπεν ο θεός γενηθήτω φως… και έγινε η ύλη». Ο λόγος δεν είναι το πρωταρχικό, δεν έχει αντικειμενική ύπαρξη όπως η ουσία. Ο νους, οι ιδέες και η σκέψη είναι αποτέλεσμα νοητικής δραστηριότητας, ενός υλικού εγκεφάλου που λειτουργεί, σκέπτεται και συνειδητοποιεί την ύπαρξή του. Η αντιστροφή της χρονικής διαδικασίας είναι παράλογη και δεν έχει λογική νομιμότητα, επιστημονικά δηλαδή δεν μπορεί να σταθεί. Είναι απαράδεκτο να εξαρτούμε τη φύση και την ύλη από την ιδέα και τα θεϊκά όντα που εμφανίζονται χωρίς αιτία από το μηδέν. Ο νους λοιπόν βρίσκεται σε χρονική υστέρηση. Ακόμα και στην βιολογία ο εγκέφαλος που γεννά το νου εμφανίζεται στα τελευταία στάδια της εξελικτικής του διαδικασίας, όπως και στο παιδί μέχρι να αποκτήσει συνείδηση και λογική (Βιγκότσκι). Να μια κατάφορη αντιστροφή της λογικής που αναδεικνύει το «βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας», που όσοι το αγνοούν, ακόμα και αν είναι μορφωμένοι, δικαίως συγκαταλέγονται ανάμεσα στους «έξυπνους» που συνεχίζουν να πιστεύουν ανόητα πράγματα.



Τώρα νομίζω αρχίζουν κάποια πράγματα να μπαίνουν στη θέση τους. Η λογική που φιλτράρει τις οντότητες που πρόκειται να δεχτεί σαν πραγματικές, αρχίζει να ξεχωρίζει το μύθο που στέκεται εμπόδιο στη λογική και να ξεχωρίζει την αγυρτεία από το ψέμα, την επινόηση από το πραγματικά ιστορικό γεγονός. Η φιλοσοφία όμως που χρησιμοποιεί ιδεαλιστικά ευφυολογήματα, επειδή το είπε ο Πλάτωνας, ο Παύλος ή ο παπάς της γειτονιάς, στην ουσία δεν χρησιμοποιεί κανένα φίλτρο, παρά μόνο πίστη και συχνά ένα στείρο φανατισμό. Όσο μεγαλύτερος ο φανατισμός, τόσο άκαμπτο το δόγμα και ο δογματισμός. Απίστευτες ανοησίες, δυσανάλογοι παραλογισμοί που όμως γίνονται αποδεκτοί. Το παραδέχτηκε και ο Τερτυλλιανός «Credo quia absurdum» (πιστεύω επειδή είναι παράλογο).
Και στην περίπτωση του Πλάτωνα… θα αντιδράσουν οι πλατωνιστές, τι;
Αντιαισθητικό να γίνεται κανείς ουραγός, ακόμα και εκεί που προβάλλεται το ψέμα και η γελοιότητα, επειδή το είπε ο τάδε! Ποιος αμφιβάλει ότι ο μύθος δεν χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον και από τον Πλάτωνα; Μάλιστα, ο μύθος για τον Πλάτωνα είναι τόσο δυνατός που εκφράζει την αλήθεια και μπορεί να χρησιμοποιηθεί και χωρίς απόδειξη. Έτσι ο μύθος αποτελεί αποδεικτικό καταφύγιο στην προσπάθειά του να τεκμηριώσει ένα μεταφυσικό πρόβλημα, όπως εκείνο του στρατιώτη Ήρ που πέθανε και αναστήθηκε! Σαν τα στιγμιότυπα της Κ.Δ. κανείς δεν μπορεί να καταλάβει αν ο συγγραφέας αναφέρεται σε παραβολή ή σε γεγονός. Μύθος και ιστορία μπερδεύονται σαν κουβάρι διαστρεβλώνοντας τον αναγνώστη ακόμα πιο πολύ. Ας πάμε στον «άλλο κόσμο». Το πέρασμα των ψυχών στον άλλο κόσμο μέσω του Αχέροντα ποταμού δεν καταδικάστηκε σαν μύθος. Από τον Όμηρο πέρασε στον Ορφισμό και την Πλατωνική φιλοσοφία. Ακριβώς αυτό συνεχίζουν να κάνουν ιουδαίοι, χριστιανοί και μουσουλμάνοι θεωρώντας τις «ιερές» τους γραφές, αδιάψευστο λόγο, αναδεικνύοντας το Απόλυτο, το Δόγμα και τον παραλογισμό τους.


Αυτήν την παραλογία προσπαθούμε να πολεμήσουμε. Έτσι διαιωνίζεται η ανοησία που μας απομακρύνει από την λογική στρεβλώνοντας την εικόνα του πραγματικού κόσμου, στενεύοντας για τον πιστό τα περιθώρια απόδρασης από την μωρία. Αν μπορούσε ο Πλάτων να αντιπαρατεθεί στον Δημόκριτο, δεν θα επιχειρούσε να κάψει τα βιβλία του!

Η προσπάθεια του ανθρώπου λοιπόν να ερμηνεύσει υλιστικά τον κόσμο του στην ουσία τον απομακρύνει από τον ιδεαλισμό και γενικά από ανύπαρκτες οντότητες που οδηγούν στις θρησκευτικές προλήψεις, στις δεισιδαιμονίες, στους φόβους και στους παραλογισμούς. Έτσι λοιπόν η διαιώνιση της πίστης δεν αναδεικνύει μόνο την ανοησία των αγράμματων αλλά και την μωρία που μπορεί να υποστεί ακόμα και ένας υποτίθεται μορφωμένος νους, αγνοώντας βασικές γνώσεις φιλοσοφίας, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα όπως ακριβώς γίνεται και στον αγράμματο. Εδώ ας μην επιχειρηθεί γενίκευση που να αφορά την μωρία των ιδεαλιστών, ακόμα και αν αυτοί ήταν φιλόσοφοι. Ελπίζω να αντιλαμβάνεστε τι θέλω να πω.
Πτυχιούχοι αγράμματοι είναι όσοι κατάφεραν επαγγελματικά να στεριώσουν σε ένα επαγγελματικό πόστο αγνοώντας βασικές επιστημονικές και φιλοσοφικές έννοιες, ανθρωπολογίας, βιολογίας και φυσικής, συνεχίζοντας με το ίδιο πάθος να πιστεύουν σε θεούς, όπως τα μικρά παιδιά στους αγιοβασίληδες.
Είναι αλήθεια, πιστέψτε με, διαστρεβλώνοντας δυο τρεις λαθεμένες φιλοσοφικές έννοιες, εύκολα μπορούμε να οδηγηθούμε σε προκαταλήψεις και στα ίδια ανόητα συμπεράσματα που οδηγούνται αμόρφωτα και επιστημονικά αστοιχείωτα άτομα, ακόμα και αν πάνω από το γραφείο τους μοστράρει ένα πτυχίο νομικής ή ιατρικής επιστήμης, διαφορετικά δεν θα βλέπαμε στις δικαστικές αίθουσες να κρέμονται παναγίτσες και χριστοί, ούτε στους περίβολους των νοσοκομείων εκκλησάκια και στους θαλάμους των ασθενών και τα γραφεία των γιατρών εικονοστάσια που θυμίζουν μεσαίωνα και κακομοιριά.


Επίσης, δεν υπάρχουν μόνο σωστές και λάθος απαντήσεις, αλλά σωστές και λάθος ερωτήσεις. Ποιος σας είπε ότι αν δεν είστε τρελοί έχετε το ελεύθερο να κάνετε ερωτήσεις όπως επιθυμείτε; Διαφορετικά δεν θα σας διαφοροποιούσε κανείς από τους τρελούς. Αλήθεια, τι γνώμη θα σχηματίζατε για εκείνη την «ξανθιά» που ρωτά με σοβαρότητα αν καταπίνοντας το φιτίλι από το καντήλι της Παναγίας Τσαμπίκας της Κυράς μπορεί να μείνει έγκυος παρά τις γενετικές της δυσλειτουργίες; Αλλά ας πάμε και στους μελαχρινούς κυρίους που με έπαρση ρωτούν εδώ και αιώνες, από τότε που φόραγαν χλαμύδες, «ποιος δημιούργησε το Σύμπαν» ή τους μεταμοντέρνους μεταμψυχωτιστάς φιλοσόφους και μελλοντολόγους «τι ήμασταν πριν γεννηθούμε» ή ποιο θα είναι το μέλλον μας αν έχουμε ωροσκόπο τον «Λέοντα» ή «σε ποιο εξελικτικό στάδιο θα περιπέσει η ψυχή μας μετά θάνατον»!
Η πρώτη ερώτηση είναι λάθος επειδή απλούστατα το Σύμπαν δεν είναι δημιούργημα, ενώ η δεύτερη επειδή πριν γεννηθούμε δεν υπήρξαμε, η τρίτη και τέταρτη απλά ανόητες που δεν μας αφορούν. Ανάμεσα σε αυτά τα λανθασμένα και ανόητα υπαρξιακά ερωτήματα στηρίζεται όλη η ιδεαλιστική φιλοσοφία που δεν συνάδει με τη λογική και δεν συνάγεται από καμιά αξιόπιστη φυσική μεθοδολογία μέσω της οποίας να μπορούμε να καταλήξουμε στην εξαγωγή επιστημονικών συμπερασμάτων που να επιβεβαιώνουν τον προβληματισμό της ερώτησης. Τέτοιες ερωτήσεις τίθενται συνήθως από τους αγύρτες όχι για να πάρουν μια απάντηση, αλλά μέσα από την ερώτηση με μαεστρία να δώσουν την απάντηση που θέλουν υπονοώντας: ο «Δημιουργός» στην πρώτη, «πριν γεννηθούμε ήμασταν κάτι άλλο» στην δεύτερη, ότι κάποιος ή κάτι σε κατευθύνει στην τρίτη, και στην τέταρτη ότι «μετά θάνατον θα πάμε κάπου αλλού»! Προσωπικές γνώμες, προτιμήσεις, δόγματα και εικασίες δεν έχουν θέση στην επιστήμη ακριβώς επειδή η πίστη, χωρίς αποδεδειγμένη γνώση και τεκμηρίωση, δεν είναι αξιόπιστη και δεν αποδεδεικνύεται αντικειμενικά. Το ότι οι ίδιες απαντήσεις δίνονται εδώ και χιλιάδες χρόνια, δείχνει την στατικότητα και την παλαιολιθηκότητα της γνώσης, όταν η τελευταία καθημερινά εμπλουτίζεται και αλλάζει πλησιάζοντας όλο και περισσότερο σε αυτό που αποκαλούμε «αλήθεια».


Να κάποιες έννοιες που η άγνοιά τους εύκολα αποπροσανατολίζουν κάθε αδαή:
·         Πέρα από το «βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας» που κάναμε λόγο πιο πάνω, η διευκρίνηση ανάμεσα στη «φιλοσοφία» και την «επιστήμη» ή στο «γενικό» και το «ειδικό» πρέπει καθαρά να διευκρινιστεί.
·         Τι είναι «ύλη», «αλήθεια» και ποια η σχέση ανάμεσα στο «απόλυτο» και το «σχετικό»;
·         Ποια η διαφορά ανάμεσα στη Ύλη και το Πνεύμα, στο «αντικειμενικό» και το «υποκειμενικό», το «τίποτα» και το «κενό» την «αιτιότητα» και την «αιτιοκρατία», την «τύχη» και την «αναγκαιότητα», την «μάζα» και την «ενέργεια»;
·         Τι είναι ο «νόμος» και η «νομοτέλεια»; τι «κίνηση», «χώρος» και «χρόνος»; Τι σημαίνει ισοδυναμία μάζας και ενέργειας και τι λέει ο «νόμος της διατήρησης της ύλης»; υπάρχει εξέλιξη και τι αναγκάζει τα πράγματα να εξελίσσονται στο χρόνο;
Είναι το «θαύμα» λογικό και λογικός αυτός που πιστεύει ότι υπάρχουν ψυχές που ζουν… μετά θάνατον;


 Γιατί πλανιέται τέτοιος άνεμος ανοησίας και δεν λέει να κοπάσει;
Η έπαρση και η αλαζονεία ότι η γνώμη μας είναι όχι μόνο σωστή, αλλά και απόλυτη, μας κάνει εριστικούς και προκατειλημμένους απέναντι στη γνώμη των άλλων, που όχι και λίγες φορές καταδικάζουμε, πριν μπούμε στο κόπο να την κατανοήσουμε! Οι περισσότεροι αγνοούν ότι η πίστη, η πεποίθηση δηλαδή, πρέπει να βρίσκεται σε χρονική υστέρηση από την κατανόηση και την απόδειξη. Δεν πιστεύουμε για να καταλάβουμε, όπως κάνουν οι πιστοί, αλλά προσπαθούμε πρώτα να καταλάβουμε για να μπορέσουμε στη συνέχεια να πιστέψουμε, όπως κάνουν οι αναζητητές της αλήθειας. Ούτε η αλήθεια πρέπει να διεκδικεί το απόλυτο της γνώσης, αφού γνώση και αυτό που λέμε «αλήθεια» είναι πάντα σχετικά και ιστορικά καθορισμένα!
Το «Απόλυτο» των «Αποκεκαλυμμένων Αληθειών» είναι η πιο αλαζονική θέση που δεν επιβεβαιώνεται αντικειμενικά από την εμπειρία της ζωής και συνεπώς όχι μόνο στο ψέμα οδηγεί, αλλά συχνά βρίσκεται σε μεγαλειώδη αντίφαση μεταξύ ομάδων ανθρώπων που οξύνουν τις αντιθέσεις μέχρι το έγκλημα. Ναι, οι θρησκείες δηλητηριάζουν τη ζωή μας και επιβάλλεται να καταδικαστούν και να καταργηθούν.


Αν οι «θεότητες» της πρωτόγονης και ανιμιστικής εποχής υπονοούσαν φυσικές δυνάμεις που κάποτε δεν μπορούσαν να κατανοηθούν, σήμερα η επιστήμη τις απομυθοποιεί με νόμους που διατυπώνονται στη γλώσσα της φυσικής και των μαθηματικών, στην πραγματική τους διάσταση δηλαδή.
Να, τι είναι αθεΐα: η προσπάθεια του ανθρώπου να ερμηνεύσει τη φύση επιστημονικά, απορρίπτοντας κάθε ιδεαλιστικό σκουπίδι από το νου. Ένας πνευματικός και λογικός ακτιβισμός είναι η αθεΐα που πολεμά ανοησία, έπαρση και κάθε διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Εν κατακλείδι, όσο περισσότερο κατανοούμε τα φυσικά φαινόμενα, τόσο λιγοστεύουμε τους θεούς από το κεφάλι μας και συνεπώς μειώνουμε έχθρες και φανταστικούς εχθρούς. Ερχόμαστε πιο κοντά ο ένας στον άλλο, χρήσιμοι για την κοινωνία και τον μέλλον των παιδιών μας.


Αθεΐα δεν είναι τρόπος ζωής λοιδορώντας ιερείς, ούτε φιλοσοφικό σύστημα που ανοίγει κατευθύνσεις, ούτε θρησκεία ανταμείβοντας πιστούς και τιμωρώντας παραβάτες. Δεν κάνουμε το καλό για να ανταμειφτούμε, ούτε αποφεύγουμε το κακό για να μην τιμωρηθούμε. Πολύ περισσότερο, με την αθεΐα, δεν σου δίνεται το δικαίωμα να αθετείς νόμους και κανόνες της ζωής, όπως νομίζουν οι πιστοί, επειδή γνωρίζουν καλά ότι κάνοντας το κακό, αν είσαι προσεκτικός μπορείς να απαλλαχτείς της τιμωρίας. Αφήστε αυτή την υποκρισία σε όσους, ελπίζοντας στην μετάνοια ότι μπορούν να σκορπούν με φανατισμό μίσος, έχθρα και κακία, πιστεύοντας ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα ή μετανοώντας αυτομάτως θα αποκτήσουν την περιβόητη άφεση αμαρτιών. Να, ποιοι είναι επιρρεπείς στο έγκλημα, ακόμα και για χάρη του θεού! Αλήθεια, τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και της ζωής αυτοί οι πιστοί τα διέπραξαν και τα διαπράττουν καθημερινά ευτελίζοντας την αξία της ζωής, δίνοντας ανόητα αξία σε ανύπαρκτα πράγματα της ζωής και βαρύτητα στην πιο ανόητη σύλληψη του ανθρώπου, την… ματαθανάτια ζωή! Χωρίς θρησκείες οι πόλεμοι δεν συντηρούνται και όποιος αμφιβάλει ας ρίξει μια ματιά στα πεδία των μαχών της Ανατολής που με τέτοιο φανατισμό ερίζουν αμφότεροι μεταξύ τους κατηγορώντας τους άλλους για απιστία. Έλεος πια!


Εμείς, πιστοί στην Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πιστεύοντας ότι οι νόμοι φτιάχνονται από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο, έτσι ώστε δίκαιο και συμφέρον να ταυτίζεται ισότιμα σε όλους, δεχόμαστε την άποψη να μην κάνουμε τίποτα που δεν επιθυμούμε και ίδιοι να υποστούμε από άλλους, ζώντας στην κυριολεξία σαν κοινωνικά ολόνια μέσα σε ένα Κοσμικό Σύμπαν. Πιστεύουμε ότι η ηθική δεν στέλνεται από τον ουρανό, δεν έχει θρησκευτική προέλευση. Απορρίπτουμε την ύπαρξη της ψυχής και την ανόητη πέρα ως πέρα ζωή… μετά θάνατον. Οι αρετές μας δεν γεννιούνται από την ιδιοτελή ανάγκη μιας μελλοντικής ανταμοιβής, ούτε από το φόβο μιας μελλοντικής τιμωρίας. Η ηθική μας δεν εκπορεύεται από κανένα θεό, αλλά από καθήκον, και δεν κατευθύνεται μόνο απέναντι στους άλλους ανθρώπους, αλλά απέναντι σε κάθε ον ή καλύτερα σε ολόκληρη την φύση, στα ζώα, στα δάση, στη θάλασσα και στο περιβάλλον γενικότερα. Οι άξεστοι επινοητές των ιερών κειμένων από αφέλεια ξέχασαν να βάλουν στο στόμα του θεού και τέτοιες εντολές, περιστρέφοντας την ηθική του Δημιουργού του κόσμου στους αυτονόητους κανόνες που και ένα παιδί αντιλαμβάνεται από μόνο του, να τιμά τους γονείς του, να μην λέει ψέματα και να μη κλέβει! Πραγματικά αποτελεί έκπληξη η αξία των ηθικών κανόνων που υποτίθεται ο Δημιουργός του Σύμπαντος εκμαιεύει από τον πάνσοφο εγκέφαλό Του για να συνετίσει τα ανόητα δημιουργήματά του!
Ας σοβαρευτούμε.

                       Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μόλις συμπλήρωσε 65 χρόνια ζωής


Η αθεΐα λοιπόν συνάγεται σαν συμπέρασμα από την προσπάθεια του ανθρώπου να εξηγήσει τον κόσμο του, ερμηνεύοντας τη φύση υλιστικά, ξεσκονίζοντας το νου από τα μεταφυσικά σκουπίδια του ιδεαλισμού που η άγνοια και ο φόβος φώλιασαν από άγνοια στον εγκέφαλο από πολύ παλιά, επινοώντας ανόητα, δαίμονες, νεράιδες, πνεύματα και θεούς!
Αν την εποχή του νηπιοβαπτισμού ήταν αδιανόητο να αντιδράσουμε στην επιβολή εκείνων που είχαν την απαίτηση να πιστεύουμε ό,τι και οι ίδιοι, τώρα έχουμε χρέος με σφόδρα να αντιδράσουμε, να φωνάξουμε, να επαναστατήσουμε με τη λογική, κάνοντας reset στη «λογική του παραλόγου», να ξεκολλήσουμε εκείνη την ηλίθια ετικέτα που από νήπια με δόλο μας κόλλησαν στο μυαλό, ανόητοι και δόλιοι αγύρτες του παρελθόντος και της οπισθοδρόμησης!


Να, ένα πλάνο όσων είπαμε πιο πάνω:
·         Αθεΐα είναι η γνώση που βοηθάει να απορρίψουμε τα μεταφυσικά σκουπίδια του νου.
·         Η απόρριψη γίνεται με την γνώση και την φιλοσοφία. Η γνώση πρέπει να είναι επιστημονική και η φιλοσοφία υλιστική.
·         Η επιστήμη μελετά το σύνολο των φαινομένων της ύλης που βρίσκονται σε σχέση με την κίνηση και τις διάφορες μετατροπές της, των μορφών της δηλαδή.
·         Φιλοσοφία είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να ανακαλύψει την αλήθεια των όντων, αυτών που υπάρχουν δηλαδή, και των φαινομένων της πραγματικότητας.
·         Αλήθεια είναι αυτό που μέχρι στιγμής έχει αποδειχτεί επιστημονικά, όπως και από την εμπειρία της ζωής. Γι αυτό και είναι σχετική και ιστορικά καθορισμένη.
·         Η επιστήμη και η φιλοσοφία πρέπει να συνδέονται και η μια να στηρίζει την άλλη. Αν ανάμεσα τους χαθεί αυτή η σχέση τότε σημαίνει ότι η μια από τις δυο διατυπώνεται λανθασμένα. Η φιλοσοφία, που μπορεί αυτό να το κάνει καλύτερα, είναι ο Επιστημονικός Υλισμός.
·         Η διαλεκτική, απαλλαγμένη από τη μεταφυσική, γίνεται αναγκαιότητα για τις φυσικές επιστήμες και το χρηστικότερο μέσον για την ανακάλυψη των νόμων της.
·         Την αθεΐα λοιπόν την συναντά κανείς ούτως ή άλλως, σαν συμπέρασμα, στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει τον κόσμο. Η αθεΐα δεν είναι το ζητούμενο, παρά μονάχα μια διαπίστωση που φτάνει κανείς σε αυτήν προσπαθώντας να ερμηνεύσει τον κόσμο υλιστικά.
·         Άρα η αθεΐα δεν βρίσκεται σε χρονική προτεραιότητα όπως το αίτιο από το αποτέλεσμα, αλλά σαν συμπέρασμα είναι το λογικό αποτέλεσμα της φιλοσοφικής αναζήτησης που στηρίζεται στην επιστημονική γνώση.
Να, γιατί ένας άθεος μπορεί να μην γνωρίζει ότι είναι Υλιστής, όμως ένας Υλιστής είναι πάντα πεπεισμένος ότι είναι άθεος, επειδή η φιλοσοφία του απαλλαγμένη από τα σκουπίδια της μεταφυσικής ερμηνεύει ορθά τον κόσμο.


Στην επόμενη ανάρτηση («Αγύρτες και τσαρλατάνοι μας κατακλύζουν») θα δούμε πώς δρουν οι αγύρτες στην καθημερινή μας ζωή, τόσο σε θρησκευτικά ζητήματα, όσο και φαινομενικά άσχετα με τη θρησκεία, αλλά με τον ίδιο πάντα στόχο, διαστρεβλώνοντας την ερμηνεία των φαινομένων του κόσμου, αλλοτριώνοντας συνειδήσεις, προπαρασκευάζοντας πιστούς ή οδηγώντας άλλους στο ψέμα, στην απάτη και την ανοησία.





Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

Big Bang: πού φτάνει η επιστημονική θεωρία και πού αρχίζει η θρησκευτική προκατάληψη;

Όσων αφορούν την πίστη ίσως να είμαι λίγο ανεκτικός στις παράλογες πεποιθήσεις των πιστών. Μπορώ να τις στιγματίσω μέχρι εκεί που μπορεί να με αντιληφθεί ο συνομιλητής μου. Δεν θα επιμείνω, αφού ξέρω ότι τίποτα περισσότερο δεν μπορεί να κερδηθεί. Ο θεός ούτε αποδεικνύεται ούτε διαψεύδεται. Πώς να πείσεις έναν τρελό ότι δεν είναι τρελός…
Όμως, για ένα επιστημονικό θέμα θα επιμείνω, αφού το παράλογο της υπόθεσης, και επιβεβαιώνεται και διαψεύδεται. Η ανεκτικότητα εδώ είναι μεγάλο σφάλμα γιατί όταν το ψέμα διαιωνίζεται, εδραιώνεται ακόμα πιο γερά. Δεν πρέπει, λοιπόν, να είμαστε ανεκτικοί απέναντι στην διαστρέβλωση της αλήθειας όταν βάναυσα οι αγύρτες την κακοποιούν.

Στην εποχή μας οι θρησκευτικές προκαταλήψεις μπορούν να κάνουν μεγάλη ζημιά, γιατί υπονομεύουν όχι μόνο την επιστήμη αλλά και την λογική μας. Ο σεβασμός μας απέναντι στην επιστήμη και την αλήθεια πρέπει να είναι καθολικός και η αντίδρασή μας άμεση.
Από τα σκουπίδια των δεισιδαιμονιών τρέφεται η αγυρτεία και συντηρείται το ψέμα.
Στην άρνηση της θρησκείας η πρώτη ερώτηση είναι «ποιος δημιούργησε τον κόσμο;» Στην κοσμογονία της Αγίας Γραφής δεν θα παραμείνει ο προπαγανδιστής. Υπάρχουν εκεί τόσες γελοιότητες που θέλει να προσπεράσει. Γρήγορα θα περάσει στα… «επιστημονικά» στοιχεία για να μας πείσει.

Η επιστημονική κοινότητα χωρίς να το αντιληφθεί έδωσε και δίνει πολλά επιχειρήματα στην θεολογία που ο μέσος συνομιλητής πολλές φορές δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει. Όμως, στην ανάρτηση αυτή καλύτερα να αρχίσουμε από το ισχύον κοσμολογικό πρότυπο της Μεγάλης Έκρηξης, για να κατανοήσουμε το μέγεθος της διαστρέβλωσης, στο θεμελιώδες ερώτημα για την δημιουργία του κόσμου.

Όλα άρχισαν μετά μια δεκαετία περίπου από την καθολική αποδοχή της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας. Ο Αϊνστάιν βέβαια διατύπωσε τη θεωρία σε γεωμετρία Riemann και την κατανόησε σαν τοπικότητα, ενός χώρου που βρίσκεται σε συμφωνία με τις συντεταγμένες των τεσσάρων διαστάσεων του Minkowski (χωροχρόνος). Αφορά δηλαδή ένα τοπικό σημείο του Σύμπαντος και όχι το Όλο, όμως αυτά είναι ψηλά γράμματα για κείνους που ανυπομονούσαν να δώσουν απαντήσεις στις θρησκευτικές τους προκαταλήψεις.
Πώς έγινε η αρχή;
Κάπως έτσι:

Αν και ο Αϊνστάιν προέβλεψε αρχικά ένα στάσιμο Σύμπαν ο W. De Sitter υπέθεσε ότι αυτό θα μπορούσε και να διαστέλλεται. Ο Freedman έδειξε από το 1922 ότι η διαστολή σύμφωνα με τις εξισώσεις του Αϊνστάιν ήταν εφικτή. Όμως, όταν το 1928 ο Humble απέδειξε ότι η φασματική μετατόπιση των γαλαξιών προς το ερυθρό αποτελεί απόδειξη της απομάκρυνσής τους, θεμελιώνοντας την σταθερά που πήρε το όνομά του, οι υποθέσεις του de Sitter βρήκαν ισχυρό στήριγμα. Όλα αυτά φαινόταν να συγκλίνουν σε μια υπόθεση που έκανε από τον προηγούμενο χρόνο ακόμα ο G. Lemaitre που έλεγε ότι η έκρηξη ενός «πρωταρχικού ατόμου» ήταν η «αιτία» για την Μεγάλη Έκρηξη και την απομάκρυνση της ύλης στον αχανή χώρο του διαστήματος. Ήταν αυτός που έριξε πρώτος την ιδέα. Και μια ιδέα που μπορεί να στηριχτεί σε ένα επιστημονικό εύρημα, της δίνει κύρος και αποκτά ισχύ επιστημονικής υπόθεσης. Γίνεται με λίγα λόγια πρόταση, αναζητώντας κι άλλους υποστηριχτές. Τότε σπεύδουν φιλόδοξοι ερευνητές αναζητώντας να αναδειχτούν με τις εργασίες τους.

Οι προτάσεις του G. Gamow με την εξέλιξη της κβαντομηχανικής απογείωσαν την «θεωρία»! Ο Fred Hoyle μάλιστα, σε μια ραδιοφωνική εκπομπή, έδωσε και το όνομα: Big Bang βάφτισε χαριτωμένα την Μεγάλη Έκρηξη που θεωρήθηκε σαν μια ιδιομορφία (singularity) μηδενικού σχεδόν όγκου, όμως άπειρης πυκνότητας και θερμοκρασίας.

Το ότι το μοντέλο αυτό (big bang) προτάθηκε το 1927 από έναν ιερέα της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, τον Αββά GeorgesLemaître, (τότε ήταν μόνο 34 ετών) νομίζω να σας λέει κάτι αυτό. Τότε ο διάσημος αστρονόμος Arthur Eddington, βαθύτατα χριστιανός κι αυτός (κουάκερος και μέλος του «Τάγματος της Αξίας») υποστήριξε με θέρμη τη υπόθεση του Λεμαίτρ εξηγώντας την διαστολή του Σύμπαντος με την μετατόπιση προς το ερυθρό (νόμος του Χάμπλ). Η αρχή είχε γίνει. Πάνω στην προκατάληψη του παπά Λεμαίτρ και του βαθύτατα χριστιανού Έντιγκτον (βλέπε το βιβλίο του «Γιατί πιστεύω στον Θεό: Επιστήμη και θρησκεία όπως το βλέπει ένας επιστήμονας» (Why I Believe in God: Science and Religion, as a Scientist Sees It, 1930) επένδυσαν στο άμεσο μέλλον κι άλλοι επιστήμονες τις εργασίες τους «ολοκληρώνοντας» μια υπόθεση που για κάποιους κατέληξε σε «επιστημονική θεωρία»!

Τότε ήταν που όλοι είχαν να πουν κάτι γι’ αυτήν την ιδιομορφία. Τα παράδοξα της κβαντομηχανικής είχαν πολύ πέραση. Τότε διαδραματίζονταν οι διαμάχες του Αϊνστάιν και του Μπωρ και όλα έδειχναν ότι θα έπρεπε να είμαστε έτοιμοι ακόμα και για τα πιο χοντρά παράδοξα. Οι εκπλήξεις έρχονταν η μια πίσω από την άλλη. Η νέα πραγματικότητα που έκανε την εμφάνισή της, την εποχή εκείνη, ήταν ότι αυτήν δεν μπορούμε να την αποδείξουμε με το πείραμα. Η λογική της φύσης μόνο μια γλώσσα γνωρίζει: τα μαθηματικά! Κι έτσι κρεμάστηκαν όλοι από τις θεωρίες και τις εξισώσεις που περιέγραφαν μαθηματικά μοντέλα και πρότυπα. Χωρίς φιλοσοφική παιδεία η ύλη «εξαϋλώθηκε» σε μαθηματικές οντότητες δυαδικής υπόστασης και εξωτικές θεωρίες που σαν βάση είχαν τα νέα συμπεράσματα της κβαντομηχανικής σύμφωνα με την «Σχολή της Κοπεγχάγης». Η πραγματικότητα εμφανίστηκε διττή. Οι επιστημονικοφανείς ασάφειες τότε άρχισαν, δημιουργώντας επιστημολογικά σφάλματα από τα οποία ακόμα δεν καταφέραμε να απαλλαγούμε, όπως είδαμε στις περασμένες αναρτήσεις.

Στα μέσα του 20ου αιώνα η θεωρία του Big Bang είχε διατυπωθεί στα βασικά της τουλάχιστον σημεία. Αποτελούσε την αρχή των πάντων. Η ύλη που «δημιουργήθηκε» τότε δεν ήταν η μόνη που εκτινάχθηκε, αλλά μαζί της «εκτινάχθηκε» και ο χώρος, τον οποίο θα κατακτούσε από εκείνη τη στιγμή η… νεοδημιουργημένη ύλη. Από εκείνη τη στιγμή δημιουργήθηκε και ο χρόνος που ο Minkowski θεωρούσε αναπόσπαστο από το χώρο των τριών διαστάσεων (χωροχρόνος).
Όμως για να έχουν νόημα οι εξισώσεις του Αϊνστάιν θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι όλα ξεκινούν από έναν πεπερασμένο χρόνο 10-43 δευτερολέπτων (σταθερά του Πλανκ) και ένα Σύμπαν που στην αρχική του μορφή κατακτούσε… ένα σημειακό χώρο, δηλαδή μηδενικό!

Πριν από τον χρόνο Πλανκ (10-43) δεν έχει νόημα να μιλάμε. Με την διέλευση του χρόνου και την βοήθεια της κβαντομηχανικής μπορούμε να υποθέσουμε την δημιουργία των στοιχειωδών σωματιδίων φτάνοντας μέχρι την δημιουργία των υλικών του περιοδικού πίνακα του Μεντελέγιεφ που απαρτίζει τα υλικά του παρατηρήσιμου Σύμπαντος. Η σταθερά του Huble καθόρισε την ηλικία του Σύμπαντος, την ταχύτητα των απομακρυσμένων γαλαξιών και την έκταση της ακτίνας του Σύμπαντος. Η ανακάλυψη των κβάζαρς το 1963 ενίσχυσε την άποψη ότι οι γαλαξίες πραγματικά απομακρύνονται με ιλιγγιώδεις ταχύτητες στα πέρατα του Σύμπαντος, μαζί με την υπόθεση των μαύρων τρυπών, σώματα μεγάλης πυκνότητας και άπειρης βαρύτητας που δεν επιτρέπουν από την επιφάνειά τους την απόδραση ούτε και του φωτός. Όλα τα στοιχεία αυτά καθόρισαν τη θερμοκρασία που βαθμιαία έπεφτε, όσο το Σύμπαν διαστελλόταν. Καθορίστηκε έτσι και η πυκνότητα, όπως και η μάζα του Σύμπαντος! Υπολογίστηκε μάλιστα αυτή σε… 1054 γραμμάρια! Ενώ η θερμοκρασία υποβάθρου σε 2,7ο Kelvin θεωρήθηκε κατά την δεκαετία 60 και 70 ότι ήταν κατάλοιπο της Μεγάλης Έκρηξης σαν ακτινοβολία που είναι διάχυτη σε ολόκληρο το Σύμπαν. Σαν μαθηματικό μοντέλο, το κοσμολογικό πρότυπο, θεώρησε το Σύμπαν ομοιογενές και ισότροπο. Όμως σε σχέση με την υπάρχουσα σκοτεινή ύλη οι επιστήμονες ακόμα και σήμερα διαφωνούν αν το Σύμπαν είναι «κλειστό» ή «ανοιχτό» που σημαίνει ότι θα διαστέλλεται και θα επεκτείνεται επ’ άπειρον. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, λιγότερο από το 10% της μάζας του Σύμπαντος μπορούμε να παρατηρήσουμε. Το υπόλοιπο «υπάρχει» σαν «σκοτεινή ύλη».

Μπορεί η συμπεριφορά των νετρίνων να δημιουργεί σπαζοκεφαλιές, όμως η «θεωρία» του Big Bang αποτελεί σήμερα μια καλά διατυπωμένη μαθηματικά επιστημονική «θεωρία» που δέχονται οι περισσότεροι αφού, λένε, δεν υπάρχει άλλη καλύτερη.
Όχι, όχι, αυτό δεν ισχύει. Αυτό είναι παλιό. Έχετε χάσει επεισόδια!

Έχουν προταθεί «λύσεις» που συμπληρώνουν ή διαφοροποιούν το υπάρχον μοντέλο, όπως το πληθωριστικό μοντέλο που προτάθηκε το 1980 από τον A. Guth θεωρώντας την «αρχική έκρηξη» σαν διακύμανση του κενού και αργότερα, προκειμένου να ξεπεραστεί η εξωτική φυσική που δημιουργούσε το υπάρχον πρότυπο ο A. Linde επινόησε την φυσαλίδα κενού που θα γεννούσε άλλες φυσαλίδες και η κάθε μια θα γεννούσε αντίστοιχα μικρά Σύμπαντα! Το σπάσιμο της συμμετρίας της αρχικής φυσαλίδας απ’ όπου θα απελευθέρωνε ενέργεια και από την οποία θα γεννιόταν ο υπόλοιπος υλικός κόσμος δεν λύνει το αρχικό πρόβλημα, της «πρώτης αρχής», την οποία όπως παλιότερα οι Ντεϊστές, ερμήνευαν σαν αρχική ώθηση από το θεό!

Μετά την δεκαετία του 70 εμφανίζεται και η θεωρία των χορδών, εκείνων των εξωτικότατων οντοτήτων, της τάξης των 10-34 του μέτρου και των 11 χωροχρονικών διαστάσεων που πάλλονται σε φοβερά υψηλές συχνότητες, παράγοντας στοιχειώδη σωματίδια της ύλης!
Και δεν είναι μόνο αυτές. Αν ψάξετε θα βρείτε πολλές εναλλακτικές προτάσεις αν και δεσπόζουσα όλων είναι η θεωρία Μ.

Μα τώρα οι «θεωρίες» περιπλέκονται. Η φαντασία οργιάζει και η επιστημονική κοινότητα φαντάζει σαν να παρακολουθεί ένα σίριαλ επιστημονικής φαντασίας. Όμως, όχι για άγνωστους λόγους, το υπάρχον κοινωνικό μας Σύστημα δεν προωθεί τις νέες απόψεις, όπως αρχικά δέχτηκε την υπόθεση του παπά Λεμαίτρ!

Φυσικά όλα αυτά τα σενάρια δεν λέγονται επιστημονικές θεωρίες. Αυτός ήταν ο λόγος που τη λέξη «θεωρία» την τοποθετούσα μέσα σε εισαγωγικά. Η επιστημονική θεωρία είναι η ανώτατη μορφή οργάνωσης της επιστημονικής γνώσης που στηρίζεται σε αξιόπιστους και επιβεβαιωμένους νόμους και πρακτικές που δίνουν μια ολοκληρωμένη αντίληψη για την πραγματικότητα και δεν αποβλέπουν απλά και μόνο να εξηγήσουν εικασίες, όσο και να συνηγορούν αυτές με κάποια επιστημονικά στοιχεία!
Για παράδειγμα είναι αυθαίρετη η υπόθεση της πρωταρχικής έκρηξης που υποτίθεται ότι θα γεννήσει την υπάρχουσα ύλη (1054 γραμμάρια) από μια μηδενικού όγκου σημειακή μοναδικότητα… άπειρης πυκνότητας.
Ολόκληρη η παραπάνω πρόταση στερείται λογικής!
Σαν «γεγονός» θεωρείται κάτι παραπάνω από παράλογη, αν «κάτι» γεννιέται από το «τίποτα» σε χρόνο… μηδέν!
Η ουσιαστικότερος λόγος που κάνει την «υπόθεση» αδύναμη προκειμένου να εξηγήσει τις αιτίες που προκάλεσαν το «συμβάν» είναι τόσο ανύπαρκτες, όσο και ο χρόνος που ένα τέτοιο «γεγονός» λαμβάνει χώρα, ακριβώς εκεί που δεν υπάρχει ούτε χώρος ούτε χρόνος και συνεπώς βρίσκεται εκτός πεδίου φυσικής!

Υποτίθεται πως στηρίζεται στην Γενική θεωρία της Σχετικότητας, όμως είναι αυτή που αναιρεί την λογική για μια τέτοια υπόθεση. Με άπειρη πυκνότητα και θερμοκρασία της προκειμένης ιδιομορφίας οι εξισώσεις δεν έχουν νόημα και δεν μπορούν να λυθούν!
Το άπειρο δεν είναι αριθμός και δεν μπορεί να μειωθεί όσες φορές και να διαιρεθεί!
Συνεπώς οι φιλοσοφικές έννοιες δεν μπορούν να γίνουν δεκτές σαν να πρόκειται για φυσικά μεγέθη. Αυτό δεν είναι επιστημονικά νόμιμο.
Το μηδέν και το άπειρο δεν είναι φυσικά μεγέθη και συνεπώς δεν μπορούν να συνυπολογιστούν στις εξισώσεις της Σχετικότητας!
Είναι αλήθεια ότι κάποιοι νόμοι που απαρτίζουν την θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης έχουν νόημα, όταν αναφέρονται σε φυσικά μεγέθη. Τότε οι υπολογισμοί, αντίστοιχα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να βγει ένα συμπέρασμα. Όμως σαν σύνολο η εικασία της δημιουργίας του κόσμου με το big bang δεν γίνεται να θεμελιωθεί σε μια επιστημονική υπόθεση, αφού «γεγονός» πριν από το χρόνο Πλανκ δεν μπορούμε να υποθέσουμε.

Ακόμα και η μάζα του Σύμπαντος, η ηλικία, η διαστολή και η μετατόπιση προς το ερυθρό, η ομοιογένεια, η ισοτροπία και η ακτινοβολία υποβάθρου από πλείστους επιστήμονες αμφισβητούνται και επιστημονικά θεμελιώνονται σε διαφορετική βάση. Η σταθερά του Huble διαφορετικά υπολογίζεται, με συνέπεια όλα τα συμπεράσματα που «θεμελιώνανε» την υπόθεση να βρίσκονται σε αμφισβήτηση καθιστώντας την «θεωρία» σε κρίση. Ακόμα και η διαστολή του Σύμπαντος, από πολλούς επιστήμονες (Νάρλικαρ, Αρπ) αμφισβητείται, όπως και η μετατόπιση προς το ερυθρό, βλέπε «φαινόμενο γήρανσης» (age-redshift effect).

Σήμερα είναι γνωστό ότι τα στοιχεία της ύλης συνεχίζουν να δημιουργούνται και χωρίς νέες εκρήξεις big bang, μέσα στους πυρήνες των αστεριών, καταρρίπτοντας και τον αρχικό ισχυρισμό του Gamow για την δημιουργία της ύλης και του Σύμπαντος με την «αρχική έκρηξη».
Αρχικά δέχτηκαν ότι το Σύμπαν διαστελλόταν . Όμως για να μείνει σταθερή η πυκνότητα της ύλης δέχτηκαν ότι αυτό μπορεί να αντισταθμισθεί από την συνεχή και αδιάκοπη δημιουργία της ύλης. Αλλά κι όταν οι μελέτες της κατανομής των ραδιοπηγών απέδειξαν ότι η πυκνότητα μειώνεται, λόγω της διαστολής οι φωστήρες δημιουργιστές υπέθεσαν, ότι η δημιουργία της ύλης αποκλείεται, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν υπερβαίνει την αντίστοιχη που καταστρέφεται.

Δεν λέω ότι δεν γίνεται προσπάθεια να βρεθεί λύση, αλλά ότι το big bang αν απέρριπτε μερικές εξωτικές απόψεις και δεχόταν κάποια φυσικά μεγέθη ώστε να έχουν νόημα οι υπολογισμοί των εξισώσεων, σαν τοπικότητα για παράδειγμα, θα είχε κάποιο κύρος να υποστηριχτεί σαν μια επιστημονική υπόθεση. Αντίθετα, έτσι όπως διατυπώθηκε (το 1927) και συνεχίζει να συντηρείται, μόνο την αφέλεια και την θεολογία στηρίζει. Το Σύστημα βολεύεται από τέτοιες εξηγήσεις που δεν τα σπάνε με την καθεστηκυία νοοτροπία. Και σε αυτό φταίει η προκατάληψή μας ότι σώνει και καλά όλα οφείλονται σε μια πρωταρχική έκρηξη. Από τη μια τα εξηγήσαμε όλα κι από την άλλη συμβιβαστήκαμε και με τις θρησκευτικές μας προκαταλήψεις. Τώρα όλοι είναι ευχαριστημένοι.
Όμως υπάρχουν κι άλλες θεωρίες εκτός από το big bang, θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος.

Φυσικά υπάρχουν και διαφορετικές θεωρίες, όπως ήδη ανέφερα πιο πάνω, όμως αυτές δεν προωθούνται από το Σύστημα. Το τελευταίο φαίνεται να έχει συμφέρον να διαιωνίζει την δημιουργία του κόσμου, αν και μου φαίνεται αυτό δεν ισχύει ανάμεσα σε όλους τους επιστήμονες ή ανάμεσα στους υποστηρικτές αυτής της, κοντά ενός αιώνα, «υπόθεσης». Αυτή την «λύση» την υιοθετούν μόνο όσοι δεν βάζουν το μυαλό τους να σκεφτεί παραπάνω. Επαναπαύτηκαν ότι έλυσαν το μυστήριο της… δημιουργίας. Το ότι έπεσαν στην λούμπα των δημιουργιστών δεν συνειδητοποιήθηκε ποτέ. Η εκπαιδευμένη μας λογική και πάλι μπροστά σαν εμπόδιο! Οι εξηγητές των αποκαλυπτικών θρησκειών τρίβουν τα χέρια τους και επιστήμονες σαν τον παπά Λεμαίτρ, τον Έντιγκτον, τον Τεγιάρ ντε Σαρντέν και τον Τέημς Τζηνς δεν θα το πίστευαν ότι μια «επιστημονική» υπόθεση, μια speculation επιστήμη, μπορεί να δίνει απαντήσεις για τόσο καιρό, χωρίς να αναζητούνται αποδείξεις. Το μόνο που απέδειξαν ήταν ότι η ενσωμάτωση της επιστήμης με τις προσωπικές τους προκαταλήψεις τελικά ήταν εύκολη υπόθεση.
Ο μέσος αναγνώστης, πίσω από την «αυθεντία» μπορεί να καταναλώσει εύκολα μασημένη τροφή με αφέλεια.

Ακόμα κι εκείνοι που πρόσφατα έπαψαν να πιστεύουν σε θεούς, η εκπαιδευμένη τους λογική ακόμα ρωτάει: ποιος δημιούργησε τον κόσμο… λες και έχουν τη σιγουριά πως υπήρχε στιγμή που δεν υπήρχε τίποτα!

Σήμερα όλο και περισσότεροι επιστήμονες πιστεύουν ότι ο κόσμος μας είναι αυθύπαρκτος και άπειρος. Η ιδέα του big bang δεν είναι τόσο παράλογη όσο φαίνεται. Πέρα από τις πολλές υποθέσεις που την στηρίζουν, η επιστήμη μπορεί να δεχτεί πολλές από αυτές και ορισμένες να τις επιβεβαιώσει από τα δεδομένα που κατέχει. Όμως αυτή μπορεί να αποτελεί απλά μονάχα μία τοπικότητα στο άπειρο και αχανές Σύμπαν. Ίσως τέτοιες τοπικότητες να βρίσκονται διάσπαρτες, σαν φυσαλίδες, σε ολόκληρο το Σύμπαν που ποτέ δε θα καταφέρουμε να αποδείξουμε, αφού η μια από την άλλη βρίσκονται αν όχι σε «άπειρη» απόσταση, τουλάχιστον σε μια απόσταση μη προσιτή σε μας. Είναι σαν γαλαξίες που ταξιδεύουν σε ένα αέναο τέρμα παρασέρνοντας μαζί τους τεράστια ποσά ύλης, σαν νησίδες μέσα στον άπειρο ωκεανό του πραγματικού Σύμπαντος. Στη δική μας νησίδα μπορεί να έχουμε διαστολή. Αλλού ίσως υπάρχει μία συστολή. Όμως η τοπικότητα αυτή δεν μπορεί να εκφράσει το γενικό χαρακτηριστικό του Σύμπαντος και συνεπώς ότι αυτό έχει ένα αρχικό σημείο εκκίνησης σαν γενικό χαρακτηριστικό του άπειρου! Η έννοια του απείρου δεν μπορεί να γεννήσει τέτοιους περιορισμούς! Μόνο η αφέλεια δεν μπορεί να περιοριστεί στους νόμους της αναγκαιότητας που σαν νόμοι μπορούν να μας κρύψουν την πραγματικότητα.

Στη φύση αρέσει να κρύπτεται («Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί») έλεγε ο Ηράκλειτος, που σαν γενικότητα μας περιορίζει να δούμε τα πάντα. Ένα εμπόδιο που βρίσκεται πάντα μπροστά μας. Όμως, εκεί που βρίσκονται τα εμπόδια, εκεί βρίσκεται και η πρόκληση! Γι αυτούς που τολμούν, δεν θα πάψουν ποτέ να αναζητούν την αλήθεια, αφού ξέρουν ότι αυτή είναι σχετική και ιστορικά καθορισμένη.
Ας αφήσουμε τους αφελείς να νομίζουν ότι όλα τα ξέρουν, ότι βρήκαν την αλήθεια και εξήγησαν τα πάντα!

Ναι, η περατότητα του Σύμπαντος είναι μια αυθαιρεσία που μόνο ιδεολογικούς σκοπούς εξυπηρετεί. Η ύλη δεν μπορεί να είναι πεπερασμένη, ακίνητη και συμπιεσμένη σε μια κουκίδα μέσα στην οποία, όπως λέγεται, αρχικά υπήρχαν όλες οι πρωταρχικές αιτίες που θα γεννούσαν την κίνηση, η οποία με τη σειρά της θα γεννούσε τον αχανή χώρο του σύμπαντος και του αιώνιου χρόνου! Παραείναι τραβηγμένη υπόθεση. Ούτε ο χώρος Μινκόφσκι, ούτε η γεωμετρία Ρήμαν προβλέπει τέτοιο μηδενικό χώρο. Γι αυτό δεν είναι νόμιμη επιστημονικά μια τέτοια υπόθεση.
Την λογική αυτή μόνο η θεολογία μπορεί να αποδεχτεί, δογματικά και απόλυτα.
Η δική μας λογική αναγκαστικά εγείρει νέα ερωτήματα που κι αυτά μένουν αναπάντητα. Οι «ειδήμονες» βέβαια θα σπεύσουν να τα «εξηγήσουν» πάλι με υποθέσεις, προκειμένου να πείσουν όχι μόνο εμάς αλλά και τον εαυτό τους ότι η λογική μπορεί να φτάσει στις εσχατιές της δημιουργίας και του σκοπού φτάνοντας και πάλι σε ένα υπερφυσικό ον! Πρέπει να το αντιληφθούμε: είναι μια τελεολογική άποψη που στηρίζει περισσότερο μια ιδεολογία κι όχι μια επιστημονική θέση.

Όμως από την άλλη θα ρωτήσει κανείς: γιατί το Σύμπαν είναι αυθύπαρκτο, άπειρο και αιώνιο;
Η απάντηση μόνο μία μπορεί να είναι: γιατί αυτό εκτός του ότι βρίσκεται σε συμφωνία όχι μόνο με τις επιστημονικές αρχές και τα δεδομένα της επιστήμης (συσσώρευση της γνώσης) αλλά και με τη φιλοσοφία όπου παραμερίζονται όλα εκείνα τα αυθαίρετα και υπερβατικά ερωτήματα της πρώτης αρχής, της ακινησίας της ύλης (αντιτίθεται στην πιο ισχυρή αρχή της διατήρησης της ύλης), της εμφάνισης του θεού (αυθαίρετη και θέση της θεολογίας) και της λογικής (δεν πρέπει να πολλαπλασιάζουμε τους αγνώστους πέραν του δέοντος, αφού ούτως ή άλλως ούτε κι αυτοί μπορούν να απαντηθούν).

Οι απαντήσεις πρέπει να διατυπώνονται με απλότητα και να απαντούν χωρίς να θέτουν νέα ερωτήματα, ιδιαίτερα όταν κι αυτά δεν δίνουν καμιά απάντηση.
Κυρίως όμως ανάμεσα στο δίλημμα: αυθυπαρξία της ύλης ή αυθυπαρξία θεού, είναι προτιμότερο το πρώτο, αφού βρίσκεται σε συμφωνία με όλες τις επιστημονικές αρχές και τα δεδομένα με τα οποία κατανοούμε την εξέλιξη του Σύμπαντος, έχοντας ένα βέλος του χρόνου που κινείται στο άπειρο.
Σαν άπειρο δεν έχουμε το δικαίωμα να του θέσουμε καμιά αρχή!
Ο χρόνος της έκρηξης του big bang λοιπόν είναι στιγμή του απείρου και όχι αρχή δημιουργίας του Όλου. Μόνο έτσι αποφεύγουμε τα λογικά αδιέξοδα.
Το άπειρο Σύμπαν, στο κάτω κάτω ούτε επαληθεύεται ούτε διαψεύδεται, αφού υπερβαίνει κάθε δυνατή εμπειρία, ενώ ταυτόχρονα αποκλείει ένα σωρό ερωτήματα που έτσι κι αλλιώς δεν απαντώνται και μόνο τη θεολογία στηρίζουν.

Όπως λέει και ο Ε. Μπιτσάκης «Η θεωρία της αρχικής έκρηξη και διαστολής έχει έντονο ιδεολογικό χαρακτήρα» κι αυτό δεν πρέπει να μας διαφεύγει. «Το δίλημμα είναι αναπόφευκτο: ή δεχόμαστε την αιωνιότητα της ύλης και τότε η ακινησία και η αρχή της κίνησης είναι ακατανόητες, ή δεχόμαστε τη δημιουργία, αντικαθιστώντας την επιστημονική αντικειμενικότητα με την πίστη» («Το Είναι και το Γίγνεσθαι» σελ. 308 εκδόσεις Δαίδαλος Αθήνα 2003).
Έτσι αντιλαμβάνεστε ότι, αν δεν έχουμε μια ex nihilo δημιουργία, δημιουργία εκ του μηδενός δηλαδή, ουδέποτε θα μπορέσει το Σύμπαν να μεταπέσει στο «μη ον».
Επίσης, αν καταστάσεις υποκβαντικού επιπέδου μπορούν να δημιουργήσουν το «ον» περνώντας από ένα επίπεδο οργάνωσης σε ένα υψηλότερο, αντιλαμβανόμαστε γιατί η ζωή που προϋποθέτει ένα υψηλότερο επίπεδο οργάνωσης εμφανίζεται πολύ αργότερα από την δημιουργηθείσα ανόργανη ύλη.
Γι' αυτό και στην επόμενη ανάρτηση θα διαπραγματευθούμε το θέμα αυτό: Πώς δημιουργήθηκε η ζωή; [Μπορείτε να τη δείτε εδώ http://epic-atheist.blogspot.com/2012/05/1.html ]

Πάρθηκε από http://epic-atheist.blogspot.com/2012/04/big-bang.html

Τρίτη 14 Αυγούστου 2018

Χώρος και χρόνος. Δύο λόγια...

Η άρνηση της αναγνώρισης του απείρου του χώρου και του χρόνου οδηγεί στην απομάκρυνση από τον υλισμό. Αν ο χρόνος δεν είναι άπειρος, αν ο κόσμος δεν υπάρχει αιώνια, αυτό σημαίνει ότι υπήρξε κάποτε στιγμή, που ο κόσμος δεν υπήρχε, αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από κάποιον που υπάρχει έξω από το χρόνο. Αν ο χώρος δεν είναι άπειρος, αν ο υλικός κόσμος είναι πεπερασμένος, αυτό σημαίνει ότι πέρα από τα όριά του υπάρχει κάτι έξω από το χώρο, κάτι άυλο. Και η μια όμως και η άλλη υπόθεση είναι παραλογισμός. Κανενός είδους ύπαρξη δεν είναι δυνατή έξω από το χρόνο και το χώρο.

''Βασικές αρχές της μαρξιστικής φιλοσοφίας'' Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ

Σάββατο 4 Αυγούστου 2018

Ateísmo, pedra angular do marxismo

Texto de Caio Sousa-Jardim acerca da forte presença das concepções ateístas, materialistas e etc., no seio do movimento comunista. O artigo toca fortemente na questão da crítica a concepção do paraíso no céu, se pautando da “apologia” a construção do “paraíso” terrestre e material:

“Então vocês ainda precisam de um Deus e do seu paraíso para serem felizes? Não podem construir com as próprias mãos a felicidade na terra?”

O pôster comunista faz menção aos símbolos religiosos e seus templos: "Esse passado será jogado no lixo".

Assim começa a fala do operário Etienne, na obra Germinal, de Émile Zola. Um comunista convicto, Etienne tenta conscientizar seus colegas de trabalho sobre a importância da construção do “paraíso terrestre” dos operários, mas é praticamente ignorado com as ilusões religiosas a ele apresentadas. Isso demonstra a inércia, e ao mesmo tempo, a descrença no comunismo que a religião pode causar.

O marxismo é, antes de tudo, um movimento ateísta e antirreligioso. Não por razões de ódio ou de crítica a Deus, mas da importância de um secularismo para a construção da consciência operária e do Estado socialista.

Um dos trechos de Marx mais citados é o famoso “a religião é o ópio do povo”, presente no livro Crítica da Filosofia do Direito de Hegel, de 1843. Essa frase, antes de tudo, é apresentada mais como uma crítica ao pensamento de que o homem deve girar em torno da religião, e da ideia propagada de que a religião deve ser o local de procura do homem às explicações. Seguem os trechos:

“O sofrimento religioso é, de uma e de todas as vezes, a expressão do sofrimento real e um protesto contra o sofrimento real. Religião é o suspiro da criatura oprimida, o coração de um mundo sem coração, e alma de condições desalmadas. É o ópio do povo.
A abolição da religião como a felicidade ilusória do povo é a demanda por sua real felicidade”.”

Assim, Marx pretende afirmar que a real felicidade do homem só poderá ser alcançada com a ausência da religião, um processo opressor da consciência humana. E é justamente este ponto que Etienne compreende, como todo marxista.

A religião, antes de tudo, é a maior influenciadora na descrença no comunismo. Com promessas tentadoras baseadas em metáforas e eventos incríveis, a religião pretende “prometer” e apresentar ao operário a tentadora mercadoria do paraíso eterno, pautada na ideia do sofrimento terrestre como “teste temporário” para se alcançar a alegria no Reino dos Céus. Assim como apontam vários sociólogos, a religião é um agente social que pretende apresentar a imagem enganadora, pois a desolação dos proletários pode ser facilmente acalmada, já que estão ocupados demais ao trabalhar para os demais. Segue o que foi dito por Lenine em 1905, em Novaya Zhizn:

“A religião é uma das formas de opressão espiritual que em todo lugar oprime fortemente as massas populares, muito sobrecarregadas pelo seu perpétuo trabalho pelos outros, por miséria e isolação. A impotência da classe explorada em sua luta contra os exploradores inevitavelmente dá luz à crença numa vida melhor após a morte assim como a impotência do selvagem em sua batalha contra a natureza dá luz à crença em deuses, demônios, milagres, e semelhantes.”

Neste ponto, já podemos compreender que a questão do ateísmo marxista repousa mais na ideia de religião do que de Deus em si, apesar de uma crítica à religião já se assemelha a critica à ideia de Deus, numa perspectiva social. Essa perspectiva social também pode ser trabalhada no burguês, ao crer que, com a religião, pode justificar a exploração de seus funcionários com atos de caridade e doações esporádicas, um dos pilares para a salvação. A caridade religiosa é, antes de tudo, uma legitimação da exploração do proletariado pelo burguês e a aceitação da desigualdade social, perdoada a um preço barato e benéfico para a burguesia. De acordo com Lenine:

“Aqueles que labutam e vivem em miséria durante toda sua vida são ensinados pela religião a serem submissos e pacientes enquanto na terra, e para terem conforto na esperança de uma recompensa celestial. Mas aqueles que vivem do trabalho dos outros são ensinados pela religião a praticar a caridade enquanto na terra, por conseguinte oferecendo a eles uma maneira barata de justificar toda a sua existência como exploradores e vendendo a eles por preço moderado passagens para o bem-estar no céu.”

O ateísmo e a defesa da ideia de um ópio do povo são a pedra angular do marxismo, pois o Estado deve desconstruir a religião para levar os operários a acreditarem em sua força social. Sem a dependência religiosa, o proletariado pode tomar consciência de sua importância e modificar o ambiente de exploração em que vive.

Agora, não pretendo me prender no ateísmo marxista-leninista, e peço que se aprofundem muito neste tema. Mostraremos, a partir de então, como um Estado marxista deve proceder para eliminar a religião do povo e construir a moral proletária como preenchimento desse aspecto.

Durante longos períodos, a Igreja foi o órgão que mais ditou as ordens da sociedade e da política. Na Europa, por séculos a Igreja foi a força legitimadora das desigualdades e da exploração das pessoas, em especial a servidão. O secularismo foi o primeiro passo para a exaltação da preferência pelo homem, onde ele passa a ser seu próprio Sol. A Revolução Francesa começou essa tendência que se espalharia pela Europa na queda das monarquias.

Já na Rússia, desde o século X a Igreja Ortodoxa era a maior força religiosa, seguida pelos evangélicos. Seus ideais de introspecção reforçaram a perca do senso de comunidade e do individualismo, o que não permitiu a união dos trabalhadores até a chegada das ideias marxistas. A propagação das ideias marxistas permitiu que a cultura religiosa fosse suplantada por uma cultura proletária imediatamente após a Revolução de Outubro, O Estado Soviético, assim como qualquer marxista, teve que seguir o caminho de um ateísmo de Estado, buscando eliminar um parasita muito disseminado no mundo, a religião.

De acordo com o historiador Nikolai Dejevsky, “em 1921 mais de metade dos mosteiros da Rússia estava fechada, um número incalculável de igrejas tinha sido destruído ou transformado em prédios seculares”. Numa ação rápida, a União Soviética conseguiu poupar dinheiro com obras, necessário para a época, com a substituição de igrejas por prédios seculares como clubes sociais, cinemas, mercados e até silos de grãos. Isso permitiu que com os próprios componentes da religião ela pudesse ser eliminada.

Baseados no pensamento de Marx e Lenine, os soviéticos também se utilizaram de armas da própria religião para acabar com ela e valorizar o proletariado. Um dos melhores exemplos dessa política é o “batismo soviético”, que de acordo com Dejevsky tinha o objetivo de juramento de fidelidade ao regime, e da dedicação e estudo da teoria comunista.

Outros Estados seguiram essa tendência, como a Albânia, a China, o Camboja e o Afeganistão. Por isso o ateísmo de Estado é tão importante para o marxismo, promovendo uma ação a favor do próprio proletariado. A religião só promove a inércia e a aceitação passiva das atuais condições de exploração, numa teoria de libertação a partir de atos fracos e calados, e abandono da ideia de revolução com a crença no mundo superior.

Ao aniquilar a religião, o proletariado estará ajudando a si mesmo. O ateísmo no marxismo permite a libertação da atitude contrarrevolucionária, e qualquer aliança com movimentos religiosos de qualquer tipo se apresenta como uma desfiguração completa do marxismo.

Portanto, podemos dizer que é um processo de “desintoxicação social”, uma tentativa de eliminar o ópio do povo, um dever do socialismo. Todo Estado socialista deve obter essa política social, levando à população a confiança em seu próprio poder, em sua força social modificadora das estruturas e das explorações.

Esse também é um passo que outrossim devemos levar como principal no comunismo, pois a militância ateísta é tão importante quanto a comunista. A abolição de crenças leva à libertação proletária. Como disse uma operária do mesmo livro citado no início deste texto: “Quando a justiça está do meu lado, luto até morrer. Que diabo! Nós também temos direito a um pouco de bem-estar!”.

- Caio Jardim-Sousa

http://vermelhoaesquerda.blogspot.com/2013/02/ateismo-pedra-angular-do-marxismo.html

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2018

Η υλική ενότητα του κόσμου

του Παναγιώτη Γαβάνα


Η επιστήμη απέδειξε βήμα-βήμα ότι υπάρχει ένας κόσμος, ο υλικός, ότι η αντίληψη περί ενός δεύτερου άυλου κόσμου είναι εσφαλμένη. Ποια είναι η θέση του διαλεκτικού υλισμού σ’ αυτό το ζήτημα;

Η αντίληψη του υλισμού και του ιδεαλισμού για την ενότητα του κόσμου 

Η ανθρώπινη συνείδηση δεν είναι αυτόνομη οντότητα, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη της ύλης. Είναι η ανώτατη μορφή της αντανάκλασης. «Είναι αλήθεια ότι σκέψη και ύπαρξη είναι ξέχωρα», γράφει ο Marx, «αλλά ταυτόχρονα βρίσκονται σε ενότητα μεταξύ τους» [1]. Γι’ αυτό και η αντίθεση ύλης και συνείδησης, με την οποία καταπιάνεται ο διαλεκτικός υλισμός για να ορίσει τη σχέση μεταξύ τους, είναι δικαιολογημένη μέσα σε όρια. «Βέβαια, και η αντίθεση ύλης και συνείδησης έχει απόλυτη σημασία μόνο μέσα στα όρια μιας πολύ περιορισμένης περιοχής: στην προκειμένη περίπτωση αποκλειστικά μέσα στα όρια του βασικού γνωσιολογικού προβλήματος: ποιο πρέπει να θεωρηθεί πρωτεύον και ποιο δευτερεύον. Έξω απ’ αυτά τα όρια η σχετικότητα της δοσμένης αντίθεσης είναι αναμφισβήτητη.» [2]. Ο Lenin εκφράζει έτσι ότι ο κόσμος δεν διασπάται σε δυό οντότητες, σε μια υλική και σε μια ιδεατή «ουσία».

Έναν τέτοιο χωρισμό είχε ισχυριστεί στην ιστορία της φιλοσοφίας ο δυϊσμός. Ένας από τους εκπροσώπους αυτής της κατεύθυνσης ήταν ο René Descartes, ο οποίος αντιπαρέθετε την res extensa (την εκτατή, υλική ουσία) και την res cogitans (την σκεπτόμενη ουσία). Δυό άλλοι σημαντικοί εκπρόσωποι του δυϊσμού στον 20ο αιώνα ήταν οι νευροφυσιολόγοι Chales Scott Sherrington και ο John Carew Eccles. Ο Sherrington ήταν της άποψης ότι το ψυχικό, το πνευματικό, δεν προκύπτει από το υλικό, αλλά ότι «ξυπνά» μόνο τον εγκέφαλο. Ο Eccles, ένας από τους μαθητές του, οδηγεί ακόμη πιο πέρα αυτό τον δυϊκό παραλληλισμό, υποστηρίζοντας ότι η θέση αυτή για τη νευροφυσιολογία είναι μέχρι σήμερα η μοναδικά αποδεκτή. Ταυτόχρονα όμως προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα, πως μπορεί να ερμηνευτεί η συμφωνία μεταξύ σωματικού και πνευματικού και, τελικά, με την απαίτησή του για μια «θρησκευτική αντίληψη περί ψυχής» καταλήγει σε θέσεις του αντικειμενικού ιδεαλισμού. Η εξέλιξη αυτή, όπως δείχνει όλη η ιστορία της φιλοσοφίας, είναι ασφαλώς λογική. Ο δυϊσμός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με συνέπεια επειδή, σε τελική ανάλυση, δεν μπορεί να παρακαμφθεί το ερώτημα, ποιο είναι το βασικό, το πρωτεύον, η ύλη ή η συνείδηση. Μέχρι αυτού του σημείου ο δυϊσμός οδηγεί ξανά στον ιδεαλισμό.

Μονισμός, γενικά, είναι η ονομασία για μια κατηγορία κοσμοαντιλήψεων οι οποίες αναγνωρίζουν την ενότητα του κόσμου ως βασικό προσδιορισμό της πραγματικότητας. Η ονομασία «μονισμός» όπως και «δυϊσμός», δεν χαρακτηρίζει μια φιλοσοφική κατεύθυνση, αλλά μόνο την τοποθέτηση μιας φιλοσοφίας απέναντι στο πρόβλημα της ενότητας του κόσμου. Μέχρι αυτού του σημείου ο χαρακτηρισμός μιας φιλοσοφίας ως «μονισμός» δεν σημαίνει τίποτα για το αν αυτή απαντά υλιστικά ή ιδεαλιστικά στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, σε ποιες από τις δυό φιλοσοφικές κατευθύνσεις ανήκει.

Παραπέρα. Πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ υλιστικού και ιδεαλιστικού μονισμού. Αν ξεκινά κάποιος από τη θέση ότι η ενότητα του κόσμου βρίσκεται στην υλικότητά του, τότε πρόκειται για υλιστικό μονισμό. Αν, αντίθετα, η ενότητα του κόσμου αναζητείται στην ιδεαλιστικότητα (Θεός, παγκόσμιο πνεύμα, μια πνευματική αρχή γενικά) , τότε κάνουμε λόγο για ιδεαλιστικό μονισμό.

Σύμφωνα με τον Lenin: «Η υλιστική άρση “του δυϊσμού πνεύματος και σώματος” (δηλ. ο υλιστικός μονισμός) συνίσταται στη θέση ότι το πνεύμα δεν υπάρχει ανεξάρτητα από το σώμα, ότι το πνεύμα είναι το δευτερεύον, ότι είναι λειτουργία του εγκεφάλου, αντανάκλαση του εξωτερικού κόσμου» [3].

Αντίθετα, οι εκπρόσωποι του αντικειμενικού ιδεαλισμού δίδασκαν ότι η ενότητα του κόσμου θεμελιώνεται στον Θεό (θωμισμός) ή ότι βρίσκει την έκφρασή του στο ίδιο το παγκόσμιο πνεύμα. (Hegel). Οι υποκειμενικοί ιδεαλιστές, οι οποίοι αρνούνται γενικά την αντικειμενική ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου, είναι της άποψης ότι η ενότητα του κόσμου υπάρχει μόνο στην ανθρώπινη συνείδηση (Fichte) ή ότι είναι δοσμένη μόνο στις αισθήσεις (Barkeley, Mach) [4]. Μια ειδική μορφή του ιδεαλιστικού μονισμού εκπροσωπούσε ο Karl Eugen Dühring ο οποίος επιχειρηματολογούσε ως εξής: Επειδή το σκεπτόμενο Είναι, ως η έννοια του κόσμου, είναι ενιαίο, πρέπει και το πραγματικό Είναι (ο πραγματικός κόσμος) να υπάρχει ως ενότητα. Η ουσία όλης της σκέψης κατά τον Dühring υπάρχει ακριβώς στην ενοποίηση των στοιχείων της συνείδησης σε μια ενότητα, και η ενότητα του κόσμου υπάρχει στο Είναι του. Η επιχειρηματολογία αυτή αντικρούστηκε από τον Engels. Πρώτο, είναι εσφαλμένο, διαπιστώνει ο Engels, να αποδίδεται στη σκέψη μόνο μια συνοπτική λειτουργία. Η νοητική σύνοψη, η σύνθεση, βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με το νοητικό τεμαχισμό, την ανάλυση. Δεύτερο, η σκέψη, αν θέλει να φτάσει σε αληθείς γνώσεις, πρέπει να συνοψίσει ό,τι υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από αυτή την ίδια ως ενότητα. «Αν περιλάβω μια βούρτσα παπουτσιών στην ενότητα των θηλαστικών, δεν αποκτάει μ’ αυτό γαλακτικούς αδένες» [5]. Ο υλικός κόσμος δεν προσανατολίζεται σύμφωνα με τη συνείδηση, αλλά αντίστροφα, η συνείδηση πρέπει να αντιστοιχεί στον υλικό κόσμο, να συμφωνεί μ’ αυτόν. Σ’ αυτό το πλαίσιο ο Engels τονίζει ταυτόχρονα ότι ο όρος «Είναι» είναι ακαθόριστος επειδή δεν εκφράζει βασικά τίποτα άλλο παρά την απλή ύπαρξη. Υπάρχουν επίσης οι ιδέες, η συνείδηση. Το Είναι μπορεί να ερμηνευτεί τόσο υλικά όσο και ιδεατά. Για αυτό το λόγο ο Engels τονίζει: «Η ενότητα του κόσμου δε συνίσταται στο Είναι του, παρ’ όλο που το Είναι του αποτελεί προϋπόθεση της ενότητάς του, αφού πρώτα πρέπει να είναι, πριν μπορέσει να είναι ενιαίο […] Η πραγματική ενότητα του κόσμου συνίσταται στην υλικότητά του και αυτή δεν αποδείχτηκε με μερικές ταχυδακτυλουργικές φράσεις, αλλά μετά από μια μακρόχρονη και επίμονη εξέλιξη της φιλοσοφίας και των φυσικών επιστημών» [6].

Ήδη οι προμαρξιστικοί υλιστές εκπροσωπούσαν έναν υλιστικό μονισμό. Είχαν την αντίληψη ότι ο κόσμος είναι ενιαίος και ότι ο άνθρωπος με τη συνείδησή του αποτελεί μέρος του κόσμου. Μολαταύτα δεν μπορούσαν ακόμη να τεκμηριώσουν τη θέση τους. Είτε συνήγαγαν την ενότητα του κόσμου από μια ενιαία «αρχική ουσία», όπως οι φυσικοί φιλόσοφοι της αρχαίας Ελλάδας, είτε αποδέχονταν μια ενιαία «ουσία», η οποία έχει επίσης την ιδιότητα να σκέφτεται. «Ακόμη κι ο σχολαστικός του, ο Νταν Σκωτ [Duns Scotus] αναρωτήθηκε “μήπως μπορούσε να σκέφτεται η ύλη”;» [7]. Εδώ πρέπει να αναφερθεί κυρίως ο σημαντικός υλιστής Spinoza ο οποίος προσπάθησε να τεκμηριώσει την αδιάσπαστη ενότητα φύσης και πνεύματος, Είναι και σκέψης, σώματος και ψυχής με την αποδοχή μιας ουσίας στην οποία θα πρέπει να προσιδιάζουν δυό ιδιότητες: η εκτατότητα και η σκέψη. Έτσι αφαιρέθηκε το έδαφος από τις βάσεις της χριστιανικής θρησκείας, ο ισχυρισμός ενός αξιωματικού δυϊσμού σώματος και πνεύματος: «Κι είναι μεγάλη η τιμή της φιλοσοφίας εκείνου του καιρού», γράφει ο Engels, «πως δεν αφέθηκε να παρασυρθεί από τις περιορισμένες γνώσεις που είχαν τότε για τη φύση και επέμενε –από τον Σπινόζα ως τους μεγάλους υλιστές της Γαλλίας- να εξηγήσει τον κόσμο με τον ίδιο τον κόσμο, αφήνοντας στις φυσικές επιστήμες του μέλλοντος τη φροντίδα να επαληθεύσουν τις λεπτομέρειες.» [8]


Ο μονισμός του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού 

Η μαρξιστική φιλοσοφία ήταν εκείνη που μπόρεσε να δώσει μια επιστημονική απάντηση στο παλιό πρόβλημα της φιλοσοφίας για την ενότητα του κόσμου, στηριζόμενη σ’ ένα πλήθος υλικού που πρόσφεραν τόσο οι φυσικές όσο και οι κοινωνικές επιστήμες.

Για την τεκμηρίωση του διαλεκτικού-υλιστικού μονισμού μεγάλη σημασία είχαν πολλές ανακαλύψεις των φυσικών επιστημών. Έτσι, ο Nikolaus Kopernikus με την ηλιοκεντρική αντίληψή του για τον κόσμο συνεισέφερε στην υλική ενότητα του κόσμου κλονίζοντας ισχυρά την κυρίαρχη θρησκευτική αντίληψη. Οι θεολόγοι και σχολαστικιστές της τότε εποχής, ισχυρίζονταν ότι η Γη είναι το κέντρο του κόσμου, γύρω απ’ την οποία περιστρέφονται «ιδεατά ουράνια σώματα» συμπεριλαμβανομένου της «ουράνιας σφαίρας». Ενόσω η ουράνια σφαίρα, σύμφωνα με την αντίληψή τους, αποτελεί έκφραση του αιώνιου και αμετάβλητου, η Γη, αντίθετα, εμφανίζει αλλαγές και παροδικότητα. Σε αντίθεση μ’ αυτό, ο Nikolaus Kopernikus απέδειξε ότι η Γη είναι μόνο ένας από τους πλανήτες οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τον ήλιο. Έτσι, η αντιπαραβολή του «γήινου» και του «ουράνιου» κόσμου αποδείχτηκε ατεκμηρίωτη. Αυτό που είχε αρχίσει ο Kopernikus το συνέχισαν ο Galileo Galilei με τις μελέτες του για τα ουράνια σώματα και ο Giordano Bruno, αναπτύσσοντας την αντίληψή του περί ύπαρξης πολλαπλών υλικών κόσμων στον άπειρο χώρο του σύμπαντος.

Με τα έργα του Isaac Newton αποδείχτηκε ότι οι νόμοι της μηχανικής των γήινων και των ουράνιων σωμάτων είναι οι ίδιοι. Ο διαχωρισμός σ’ έναν γήινο και σ’ έναν ουράνιο κόσμο που έκανε η θρησκεία, κλονίστηκε ξανά. Η εφαρμογή της φασματοσκοπικής ανάλυσης είχε επίσης μεγάλη σημασία για την αντίκρουση της αντίληψης περί δυό διαφορετικών κόσμων. Η εξέταση της χημικής σύνθεσης των σωμάτων με βάση τον χαρακτήρα του φωτός που εκπέμπουν όταν βρίσκονται σε πυρακτωμένη αέρια κατάσταση, έδειξε ότι: Τα ουράνια σώματα αποτελούνται από τα ίδια στοιχεία όπως και η Γη. Βασικές φυσικο-επιστημονικές ανακαλύψεις, όπως η αρχή διατήρησης της ενέργειας, της μάζας, της ορμής κτλ, η αμοιβαία μετάβαση από την ουσία στην ακτινοβολία και αντίστροφα, η αμοιβαία μετατρεψιμότητα των στοιχειωδών σωματίων κτλ, προσκόμισαν τεκμήρια για την διαλεκτική-υλιστική αντίληψη περί ενότητας του κόσμου στην ανόργανη σφαίρα της ύλης. Το ότι υπάρχει υλική ενότητα μεταξύ ανόργανων και οργανικών ενώσεων, αυτό το απέδειξε η σύνθεση της ουρίας του Friedrich Wöhler. Μεγάλη σημασία απ’ αυτή την άποψη είχε επίσης η ανακάλυψη της δομής του κυττάρου στα φυτά και στα ζώα, μέσω της οποίας αποδείχτηκε η ενότητα της δομικής οργάνωσης στην έμβια φύση. Σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις οι πρωτεΐνες και τα νουκλεϊκά οξέα είναι οι φορείς της ζωής. Τέλος, η δαρβινική θεωρία της εξέλιξης απέδειξε τη συνάφεια και τη διαδοχική σειρά των ειδών. Ο Charles Robert Darwin προσκόμισε την φυσικο-επιστημονική απόδειξη ότι όλοι οι οργανισμοί (συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου) είναι το αποτέλεσμα ενός μακρού εξελικτικού προτσές.

Ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός δεν τεκμηριώνει τη μονιστική του αντίληψη με το ότι συναγάγει την ποικιλία των αντικειμένων και των προτσές από ένα ενιαίο αρχικό υλικό ή από μια νοητική ουσία ως φορέα ιδιοτήτων. Πολύ περισσότερο, δείχνει τη συμφωνία με τα αποτελέσματα των επιμέρους επιστημών, ότι τα αντικείμενα και τα προτσές βρίσκονται μεταξύ τους σε μια αμοιβαία και νομοτελειακή αλληλοσύνδεση, ότι προκύπτουν το ένα από το άλλο και ότι μεταβαίνουν το ένα στο άλλο. Η ενότητα του κόσμου φαίνεται στις διάφορες μορφές κίνησης, στον τρόπο επίδρασης των γενικών νόμων (των βασικών νόμων της διαλεκτικής) σ’ όλες τις σφαίρες της αντικειμενικής πραγματικότητας, καθώς και στην ύπαρξη γενικών σχέσεων, όπως για παράδειγμα, μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος (αιτιότητα) και στην ύπαρξη γενικών δομών. Σ’ αυτή τη διαλεκτική καθολική αλληλοσύνδεση περιλαμβάνεται η ανθρώπινη κοινωνία συμπεριλαμβανομένου και της συνείδησης. «Μια ακριβής παράσταση του συνόλου του κόσμου, της εξέλιξής του και της ανθρωπότητας, καθώς και η αντανάκλαση αυτής της εξέλιξης στο κεφάλι των ανθρώπων, μπορούν, επομένως, να επιτευχθούν μόνο με διαλεκτικό τρόπο, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τη γενική αλληλεπίδραση του γίγνεσθαι και της φθοράς, των αλλαγών προς τα μπρος και προς τα πίσω.» [9].

Η νέα ποιότητα του διαλεκτικού-υλιστικού μονισμού αποδεικνύεται κυρίως στην επιστημονική ερμηνεία της σχέσης φύσης και κοινωνίας. Και ο προμαρξιστικός υλισμός είχε κατανοήσει τον άνθρωπο ως μέρος του ενιαίου κόσμου. Επειδή όμως τον όρισε ως φυσική ή αφηρημένη ανθρώπινη ουσία (Feuerbach), δεν μπόρεσε να συλλάβει σωστά τη θέση του στον κόσμο. Ο Marx, αναφερόμενος άμεσα σ’ αυτή την αντίληψη, την υπέβαλε σε κριτική: «Ο άνθρωπος όμως δεν είναι μια αφηρημένη ουσία κουρνιασμένη κάπου έξω από τον κόσμο. Ο άνθρωπος είναι ο κόσμος του ανθρώπου, το Κράτος, η κοινωνία» [10]. Η ουσία του ανθρώπου δεν είναι επομένως κάτι το αφηρημένο που ενυπάρχει στο άτομο. Φέρει κοινωνικό χαρακτήρα και καθορίζεται απ’ το ότι ο άνθρωπος πραγματοποιεί αυτή την αλληλοσύνδεσή του με τη φύση στο προτσές της εργασίας μέσω της δικής του πράξης. Ως αποτέλεσμα αυτής της ανάλυσης, οι Marx και Engels έδειξαν ότι η κοινωνία εξελίχτηκε από τη φύση και ότι βρίσκεται μ’ αυτήν σε μια διαρκή αλληλεπίδραση.

Όπως διαπίστωσαν ήδη στη «Γερμανική Ιδεολογία», την Ιστορία «μπορεί να την κοιτάξει κανείς από δυό πλευρές και να τη διαιρέσει στην ιστορία της φύσης και την ιστορία των ανθρώπων. Οι δυό πλευρές είναι ωστόσο αξεχώριστες. Η ιστορία της φύσης και η ιστορία των ανθρώπων εξαρτιέται η μια από την άλλη, όσο υπάρχουν άνθρωποι.» [11]. Με την απόδειξη της ενότητας φύσης και κοινωνίας προσκομίστηκε ταυτόχρονα η βεβαίωση ότι και η ανθρώπινη συνείδηση ως αρχικό κοινωνικό φαινόμενο δεν έχει απόλυτη αυτονομία ύπαρξης. Η συνείδηση είναι μεν διαφορετική από την ύλη εξαιτίας του ιδεατού χαρακτήρα της, έχει όμως αυτήν ως προϋπόθεση.

Συνοπτικά, μπορούμε να διαπιστώσουμε: Η ενότητα του κόσμου βρίσκεται στην υλικότητά του. Η συμφωνία μ’ αυτή τη θέση περιλαμβάνει την αποδοχή ότι η ύλη δεν μπορεί να δημιουργηθεί εκ του μηδενός και ότι είναι άφθαρτη, τη συνάφεια και τον αμοιβαίο αλληλοκαθορισμό των μορφών κίνησης της ύλης, την άπειρη ποικιλία των αμοιβαίων μετατροπών των υλικών αντικειμένων, τη γένεση και την εξέλιξη της έμβιας ύλης από την άβια και, όχι τελευταία, το σχηματισμό της ανθρώπινης κοινωνίας και της συνείδησης από τη φύση.

Η διαλεκτική-υλιστική αντίληψη περί ενότητας του κόσμου είναι ιδιαίτερα σημαντική για την κατανόηση της σχέσης και των αλληλεξαρτήσεων μεταξύ των επιμέρους επιστημών. Καθήκον των επιστημών είναι να απεικονίζουν τον κόσμο θεωρητικά. Εδώ, η φιλοσοφική κατανόηση περί ενότητας του κόσμου παρέχει στους εκπροσώπους της τη γνώση για την αναγκαιότητα να παραγάγουν συνειδητά την αντικειμενικά υπό όρους αλληλοσύνδεση των επιμέρους επιστημών.


Ο διαλεκτικός υλισμός ως επιστημονικός αθεϊσμός 

Ο διαλεκτικός-υλιστικός μονισμός είναι ταυτόχρονα επιστημονικός αθεϊσμός. Όταν αναγνωρίζεται ότι η ενότητα του κόσμου βρίσκεται στην υλικότητά του, τότε πρέπει να υπάρχει και συμφωνία στη θέση ότι δεν μπορούν να υπάρχουν «υπερφυσικές αιτίες» ή κινητήριες δυνάμεις για την εξέλιξη της φύσης και της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο Engels χαρακτήρισε την ασυμφιλίωτη σχέση της υλιστικής φιλοσοφίας και της θρησκείας, γράφοντας: «Το ζήτημα της σχέσης της νόησης με το Είναι […] οξύνθηκε στη διαμάχη με την εκκλησία: Έπλασε ο Θεός τον κόσμο ή υπήρχε ο κόσμος αιώνια; [12]. Σε αντίθεση με όλες τις θρησκείες ο διαλεκτικός υλισμός κατανοεί την εξέλιξη της φύσης και της κοινωνίας ως ένα αντικειμενικά νομοτελειακό προτσές. Αυτό δεν κατευθύνεται ούτε κυριαρχείται από κάποιον Θεό ή από κάποια εξωκοσμική πνευματική αρχή˙ μπορεί να ερμηνευτεί επιστημονικά μόνο από τις υλικές αιτίες.

Η μαρξιστική φιλοσοφία έχει συνεπή αθεϊστικό χαρακτήρα επειδή είναι υλιστική φιλοσοφία. Είναι ασυμφιλίωτη με όλες τις παραλλαγές του φιντεϊσμού, δηλαδή μιας κατά βάση καλυμμένης θρησκείας, η οποία θέτει την πίστη πάνω από τη λογική, βλέποντας σ’ αυτόν την πραγματική βάση της ανθρώπινης γνώσης. Παρ’ όλο που μεταξύ φιλοσοφίας και θρησκείας υπάρχουν διαφορές, η τελευταία συνδέεται με την Ιστορία και το παρόν με πολλούς τρόπους με την ιδεαλιστική φιλοσοφία. Αυτό εκφράζεται με το ότι όλες οι θρησκείες απαντούν στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας ιδεαλιστικά.

Στον αθεϊστικό χαρακτήρα της επιστημονικής κοσμοαντίληψης της εργατικής τάξης αντανακλάται σε τελευταία ανάλυση ο επαναστατικός χαρακτήρας αυτής της τάξης. Το μαρξιστικό κόμμα δεν μπορεί να παραιτηθεί σε καμιά βαθμίδα της πάλης του απ’ το τράβηγμα μιας διαχωριστικής γραμμής μεταξύ επιστημονικής κοσμοαντίληψης και θρησκευτικής συνείδησης.

Ταυτόχρονα, όμως, αντιπαρατίθεται στις δημαγωγικές προσπάθειες των αστών ιδεολόγων καθώς και συγκεκριμένων αντικομουνιστικών δυνάμεων του κλήρου, οι οποίοι από την κοσμοθεωρητική αντίθεση μεταξύ μαρξιστικής φιλοσοφίας και θρησκευτικής πίστης συνάγουν μια πολιτική αντίθεση, μια αντίθεση μεταξύ κομμουνιστών και πιστών. Τέτοιου είδους προσπάθειες, οι οποίες συχνά διαστρεβλώνουν τη μαρξιστική θεωρία, δεν είναι καινούριες. Στοχεύουν στη διατάραξη της συνεργασίας μεταξύ μαρξιστών και θρησκευόμενων εργαζομένων. Στην πραγματικότητα, στις βασικές αρχές της μαρξιστικής πολιτικής ανήκε ανέκαθεν και το να πειστούν οι θρησκευόμενοι εργάτες για την αναγκαιότητα ανατροπής της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ο Lenin γράφει σχετικά μ’ αυτό: «Πρέπει όχι μονάχα να δεχόμαστε, μα και να τραβούμε με κάθε τρόπο στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα όλους τους εργάτες που διατηρούν την πίστη στο Θεό, είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι στην παραμικρότερη προσβολή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, μα τους τραβούμε για να τους διαπαιδαγωγήσουμε στο πνεύμα του προγράμματός μας και όχι για να το καταπολεμήσουν ενεργά.» [13].


Σημειώσεις

[1] Καρλ Μαρξ: Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα, σ. 130, εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1975

[2] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα, τόμ. 18, σ. 154

[3] Ό.π., , σ. 89

[4] Ό.π., σ. 178-184

[5] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ. Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Ευγένιο Ντίρινγκ, σ. 53, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006

[6] Ό.π., σ. 55

[7] Κ. Μαρξ / Φ. Ένγκελς: Η αγία οικογένεια. Η κριτική της κριτικής κριτικής, σ. 160, εκδ. Φιλοσοφία, Αθήνα

[8] Φρίντριχ Ένγκελς: Η διαλεκτική της φύσης, σ. 8, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2008.

[9] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ, σ. 29

[10] Karl Marx: Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου, σ. 17, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1978

[11] Κ. Μαρξ / Φ. Ένγκελς: Η γερμανική ιδεολογία, τόμ. 1ος, σ. 60, (απόσπασμα), εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1997

[12] Φρίντριχ Ένγκελς: Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, σ. 22, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2007. Βλ. επίσης σ’ αυτό το ιστολόγιο.

[13] Β. Ι. Λένιν: Σχετικά με τη στάση του εργατικού κόμματος απέναντι στη θρησκεία, Άπαντα, τόμ. 17, σ. 430. Βλ. επίσης σ’ αυτό το ιστολόγιο.

Από
https://orizondas.blogspot.gr/2017/09/blog-post_30.html

Ουσία και αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας

 του Παναγιώτη Γαβάνα Ένα από τα βασικά ζητήματα που είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί στην αρχή αυτής της σειράς άρθρων που παρουσιάζουμε ανα...