Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαλεκτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαλεκτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

Η πηγή της εξέλιξης

Η μαρξιστική διαλεκτική μέθοδος εξετάζει τα φαινόμενα της φύσης σαν κάτι που κινείται αιώνια κι αλλάζει αιώνια, ενώ την εξέλιξη της φύσης την θεωρεί αποτέλεσμα της εξέλιξης των αντιθέσεων στη φύση, αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των αντίθετων δυνάμεων.

Στη διάρκεια όλης της ιστορίας της φιλοσοφίας το ζήτημα της πηγής της εξέλιξης στη φύση υπήρξε η πέτρα του σκανδάλου για τους ιδεαλιστές και τους μεταφυσικούς. Μη όντας σε θέση να δώσουν επιστημονική λύση σ' αυτό το ζήτημα οι ιδεαλιστές και οι μεταφυσικοί επικαλούνταν τις υπερφυσικές δυνάμεις ή και παρέκαμπταν αυτό το ζήτημα.

Ο διαλεκτικός υλισμός σε αντίθεση προς τον ιδεαλισμό και τη μεταφυσική,βλέπει την πηγή της εξέλιξης στην εσωτερική πάλη των αντιθέτων, που ενυπάρχουν αντικειμενικά σε κάθε αντικείμενο, σε κάθε φαινόμενο.[.....]

Από την άποψη της υλιστικής διαλεκτικής η ίδια η φύση περιέχει μέσα της τις πηγές και τις αιτίες της εξέλιξής της. Η μαρξιστική διαλεκτική μέθοδος ανασκευάζει τους ισχυρισμούς των ιδεαλιστών ότι τις πραγματικές αιτίες της εξέλιξης των αντικειμένων και των φαινομένων δεν πρέπει δήθεν να τις αναζητούμε στην ύλη, αλλά έξω απ' αυτήν, δηλ. στο πνεύμα, σε κάποια υπερφυσική δύναμη. Η μεταφυσική άρνηση των εσωτερικών αντιθέσεων, που υπάρχουν στη φύση και στην κοινωνία, οδηγεί στην αντιεπιστημονική, ιδεαλιστική παραδοχή υπερφυσικών, άυλων πηγών κίνησης. [.....]

Ο διαλεκτικός υλισμός είναι αντίθετος προς το μεταφυσικό αντίκρυσμα της φύσης και της κοινωνίας. Το ξεσκέπασμα της μεταφυσικής σ' ότι αφορά τις αντιθέσεις του προτσές εξέλιξης σήμαινε πλήγμα και κατά του ιδεαλισμού.

Οι κλασικοί του μαρξισμού - λενινισμού, υποβάλλοντας σε ανελέητη κριτική το μεταφυσικό τρόπο εξέτασης της φύσης και της κοινωνίας, έδειξαν ότι η μεταφυσική μέθοδος με το ν' αρνείται την εσωτερική αντιφατικότητα των αντικειμένων και των φαινομένων, οδηγεί τελικά στην ιδεαλιστική ερμηνεία του κόσμου.

Ο Φ. Ένγκελς, στο έργο του ''Αντι - Ντύρινγκ'', ξεσκέπασε το μεταφυσικό ισχυρισμό του Ντύρινγκ ότι ο κόσμος βρισκόταν κάποτε σε ''όμοια με τον εαυτό του κατάσταση'' απόλυτης ηρεμίας και ότι στη φύση δεν υπάρχουν τάχα κανενός είδους εσωτερικές αντιθέσεις. Ο Ένγκελς έδειξε ότι αν και στα λόγια ο Ντύρινγκ πρότεινε ν' απαγορευθεί η θρησκεία στο ουτοπιστικό του ''κοινωνιστικό κράτος του μέλλοντος'', ωστόσο στην πράξη με το ν' αρνείται τις εσωτερικές αντιθέσεις στη φύση, πρόσφερε έδαφος για να βγει το ιδεαλιστικό συμπέρασμα ότι η πηγή της κίνησης του κόσμου είναι ο θεός.

Επί αιώνες οι ιδεολογικοί εκπρόσωποι των εκμεταλλευτικών τάξεων, της δουλοκτητικής, της φεουδαρχικής και της αστικής τάξης, πραγματεύονταν κατά τρόπο αντιεπιστημονικό, μεταφυσικό και ιδεαλιστικό το ζήτημα της εξέλιξης της κοινωνίας. Έβλεπαν την κινητήρια δύναμη της εξέλιξης της κοινωνίας όχι μέσα στην ίδια την κοινωνία, αλλά έξω απ' αυτήν, στη ''θεία πρόνοια'', στο ''πεπρωμένο'', στη ''μοίρα'', δεν την έβλεπαν στις συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας, αλλά στη ''βούληση'' μεμονωμένων ηρώων, κατακτητών, υποδουλωτών κρατών κτλ.



Πηγή : Διαλεκτικός υλισμός, Ακαδημία επιστημών ΕΣΣΔ [σελ 215- 219 ]

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018

Φιλοσοφία. Κάποια βασικά και εισαγωγικά...

Η λέξη ''φιλοσοφία'' είναι ελληνικής προέλευσης και, κατά γράμμα, σημαίνει ''αγάπη της σοφίας''. Η φιλοσοφία αποτελεί σύστημα αντιλήψεων για τη γύρω πραγματικότητα, σύστημα των πιο γενικών εννοιών για τον κόσμο και για τη θέση του ανθρώπου σ' αυτόν. Από την εμφάνισή της, η φιλοσοφία προσπάθησε να εξηγήσει τι αντιπροσωπεύει ο κόσμος σαν ενιαίο σύνολο, να κατανοήσει τη φύση του ίδιου του ανθρώπου, να καθορίσει τη θέση του μέσα στην κοινωνία, να διαπιστώσει αν μπορεί ο άνθρωπος να διεισδύσει στα μυστικά του σύμπαντος, να γνωρίσει και να στρέψει προς το καλό των ανθρώπων τις πανίσχυρες δυνάμεις της φύσης. Η φιλοσοφία, συνεπώς, θέτει τα πιο γενικά και συνάμα πολύ σπουδαία, θεμελιακά ζητήματα που καθορίζουν τον τρόπο εξέτασης από τον άνθρωπο των πιο ποικιλόμορφων τομέων της ζωής και της γνώσης. Σε όλα αυτά τα ζητήματα, οι φιλόσοφοι δίνουν διαφορετικές και αλληλοαποκλειόμενες, ακόμα απαντήσεις.

Η φιλοσοφία υπάρχει από τρεις χιλιετηρίδες περίπου, και σ' όλο αυτό το διάστημα στους κόλπους της διεξάγεται μια πάλη αντίθετων απόψεων, που μήτε σήμερα σταμάτησε. Γιατί διεξάγεται λοιπόν η πάλη αυτή ; ποια τα αίτια ;



Κεντρική θέση στη σύγκρουση των φιλοσοφικών απόψεων κατέχει το ζήτημα που αφορά τη σχέση της συνείδησης προς το Είναι, ή με άλλα λόγια, τη σχέση ιδεατού - υπαρκτού. Σχετικά μ' αυτό πρέπει να τονίσουμε πως όταν μιλάμε για συνείδηση, για ιδεατό, δεν εννοούμε τίποτα άλλο από τις σκέψεις μας, τα αισθήματά μας. Όταν πάλι πρόκειται για το Είναι, το υπαρκτό, συγκαταλέγουμε σ' αυτό κάθε τι που υπάρχει αντικειμενικά, ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας, δηλαδή τα πράγματα και τα αντικείμενα του έξω κόσμου, τα φαινόμενα και τα προτσές, που συντελούνται στη φύση και στην κοινωνία. Κατά τη φιλοσοφική αντίληψη, το ιδεατό [η συνείδηση] και το Είναι [το υπαρκτό] είναι οι πιο πλατιές επιστημονικές έννοιες [κατηγορίες] οι οποίες αντανακλούν τις πιο γενικές και συνάμα τις αντιθετικές ιδιότητες των αντικειμένων, των φαινομένων και των προτσές του σύμπαντος.

Το ζήτημα της σχέσης νόησης - Είναι και πνεύματος - φύσης αποτελεί το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας. Από τη λύση αυτού του προβλήματος εξαρτάται σε τελευταία ανάλυση η ερμηνεία όλων των άλλων προβλημάτων, που καθορίζουν τη φιλοσοφική αντίληψη για τη φύση, για την κοινωνία, και κατά συνέπεια και για τον ίδιο τον άνθρωπο.

Κατά την εξέταση του βασικού αυτού προβλήματος της φιλοσοφίας έχει μεγάλη σημασία να διακρίνουμε τις δύο πλευρές του. Πρώτο, ποιο πρωτεύει, το ιδεατό ή το υπαρκτό ; Η μία ή η άλλη απάντηση στο ερώτημα αυτό παίζει στη φιλοσοφία σπουδαιότατο ρόλο, διότι για να είναι πρωτεύον -  σημαίνει να υπάρχει πριν από το δευτερεύον, να προηγείται αυτού, και σε τελευταία ανάλυση να το καθορίζει.



Δεύτερο, μπορεί άραγε ο άνθρωπος να γνωρίσει τον γύρω κόσμο, τους νόμους εξέλιξης της φύσης και της κοινωνίας ; Η ουσία της δεύτερης αυτής πλευράς του βασικού προβλήματος της φιλοσοφίας ανάγεται, συνεπώς, στη διασαφήνιση της ικανότητας της ανθρώπινης νόησης να αντανακλάει σωστά την αντικειμενική πραγματικότητα.

Από τη λύση του βασικού αυτού προβλήματος, οι φιλόσοφοι χωρίστηκαν σε δύο μεγάλα στρατόπεδα, ανάλογα με το τι παίρνουν σαν αφετηρία - το υπαρκτό ή το ιδεατό. Οι φιλόσοφοι που παραδέχονται σαν πρωτεύον την ύλη, το Είναι, τη φύση, και δευτερεύον - τη συνείδηση, τη νόηση, το πνεύμα  αντιπροσωπεύουν τη φιλοσοφική κατεύθυνση, που ονομάζεται υλιστική.

Οι υλιστές φιλόσοφοι, στηριζόμενοι στα δεδομένα της επιστήμης και στα αποτελέσματα της πολύπλευρης πρακτικής δράσης των ανθρώπων, αποδείχνουν, ότι τον κόσμο δεν τον δημιούργησε κανείς, ότι αυτός είναι αιώνιος και απειρόμορφος : τα αντικείμενα και τα φαινόμενα του υλικού κόσμου, που περιβάλλουν τον άνθρωπο, ισχυρίζονται αυτοί, υπάρχουν ανεξάρτητα από αυτόν, δηλαδή αντικειμενικά.

Οι υλιστές φιλόσοφοι υποστηρίζουν ότι ο υλικός κόσμος προϋπήρξε του ιδεατού και ότι η νόηση του ανθρώπου δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την ύλη. Η σκέψη είναι προϊόν του εγκεφάλου ο οποίος, συνεπώς, αποτελεί όργανο της σκέψης. Η ίδια η νόηση σαν ιδεατό εκφράζει την ικανότητα του εγκέφαλου να αντανακλά τον αντικειμενικό κόσμο. Γι' αυτό το ιδεατό, η συνείδηση δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτα αυτόνομα, ανεξάρτητα από τον αντικειμενικό κόσμο.



Στη φιλοσοφία υπάρχει και η αντίθετη προς την υλιστική, η ιδεαλιστική κατεύθυνση. Οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι αναγνωρίζουν σαν αρχή όλης της ύπαρξης τη συνείδηση, τη νόηση, το πνεύμα, δηλαδή το ιδεατό.

Η ιδεαλιστική κατεύθυνση έχει δύο βασικές παραλλαγές : τον υποκειμενικό ιδεαλισμό και τον αντικειμενικό ιδεαλισμό.Οι υποκειμενικοί ιδεαλιστές θεωρούν πρωτεύον τη συνείδηση του ανθρώπου, του υποκειμένου. Ο υποκειμενικός ιδεαλιστής σκέφτεται έτσι περίπου : εμείς βλέπουμε, ακούμε, αισθανόμαστε δια της αφής τα πράγματα και τα φαινόμενα, και γι' αυτό μας φαίνεται, ότι αυτά υπάρχουν έξω από μας, στην πραγματικότητα όμως όλα τα πράγματα, τα αντικείμενα, τα φαινόμενα, αποτελούν απλώς ένα σύνολο, ένα σύμπλεγμα των αισθημάτων μας. Έτσι, οι υποκειμενικοί ιδεαλιστές θέτουν την ύπαρξη του έξω κόσμου σε εξάρτηση από τη συνείδηση, από το σκεπτόμενο Εγώ, ενώ τις αντικειμενικές ιδιότητες των πραγμάτων τις ανάγουν στις αισθήσεις του υποκειμένου. Η διαστρεβλωμένη αυτή φιλοσοφική κοσμοαντίληψη αντιπαραθέτει τη συνείδηση του ανθρώπου στον υλικό κόσμο. Οι υποκειμενικοί ιδεαλιστές δηλώνουν, ότι στον άνθρωπο είναι δοσμένες άμεσα μόνο οι ιδέες του, οι αισθήσεις του, τα προϊόντα του λογικού του. Στη δοσμένη περίπτωση, παίρνεται σαν αφετηρία η ανθρώπινη συνείδηση απ' όπου προκύπτει κατόπιν η φύση και πάνω στη βάση αυτή αμφισβητείται έτσι ή αλλιώς η αντικειμενική, ανεξάρτητη από τον άνθρωπο ύπαρξη των πραγμάτων και όλου του κόσμου με τη νομοτέλεια της ανάπτυξής του.

Οι αντικειμενικοί ιδεαλιστές θεωρούν τις σκέψεις, τις ιδέες του ανθρώπου, ακόμα και την ίδια τη φύση ένα μέρος μόνο κάποιας απόλυτης ιδέας, του υπερκόσμιου λόγου. Σ' αντιδιαστολή με τους υποκειμενικούς ιδεαλιστές θεωρούν πρωτεύον όχι την αυτοσυνείδηση του υποκειμένου ή τα αισθήματα του ανθρώπου, αλλά την ιδέα γενικά, την '' παγκόσμια ιδέα''. Η απόλυτη αυτή ιδέα είναι, κατά τη γνώμη τους, η βάση κάθε υπαρκτού. Αυτή μετατρέπεται σε φύση και πλάθει το γύρω μας Είναι.



Έτσι λοιπόν ο αντικειμενικός και ο υποκειμενικός ιδεαλισμός είναι δύο παραλλαγές της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας. Στα κύρια, στα βασικά σημεία δεν διαφέρουν μεταξύ τους. Και ο μεν και ο δε παίρνουν σα βάση την ιδεατή πρώτη αρχή, αναγνωρίζουν την ιδέα, το πνεύμα, τη συνείδηση ως πρωτεύον, ενώ τον πραγματικό κόσμο, τη φύση - ως δευτερεύον. Και ο μεν και ο δε συνάπτονται περίφημα με τη θρησκεία που με τον τρόπο τους υποστηρίζουν.

Οφείλουμε να σημειώσουμε, ότι ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός δεν είναι ανοησία, δεν είναι απλή παρεξήγηση, δεν είναι τυχαία πλάνη του ανθρώπινου νου. Η ιδεαλιστική κοσμοαντίληψη έχει βαθιές ρίζες τόσο στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων, όσο και στην ίδια την αρκετά πολύπλοκη από τη φύση της ανθρώπινη γνώση.

Από τις πρώτες ακόμα βαθμίδες της ιστορικής εξέλιξης, όταν εμφανίστηκε η περιουσιακή ανισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους και διαμορφώθηκε το δουλοκτητικό σύστημα η πνευματική εργασία έγινε προνόμιο της άρχουσας τάξης, της τάξης των δουλοκτητών, ενώ η βαριά σωματική εργασία κατάντησε κακό ριζικό των καταπιεζομένων, των δούλων. Στις συνθήκες αυτές, η σωματική εργασία υποβιβαζόταν και περιφρονιόταν με κάθε τρόπο ενώ η σημασία της πνευματικής εργασίας, μεγαλοποιούνταν στο έπακρο μια και η ενασχόληση με την επιστήμη και την τέχνη ήταν σε πολύ μεγάλη υπόληψη. Για την μεγαλοποίηση του ρόλου της πνευματικής εργασίας και της διανοητικής δράσης του ανθρώπου ενδιαφέρονταν πάντα οι κυρίαρχες τάξεις που καλλιεργούσαν την αυταπάτη ότι οι συντελούμενες στη φύση και στην κοινωνία αλλαγές εξαρτούνταν δήθεν από την υπερφυσική ιδέα, από το υπέρτατο πνεύμα.



Πρέπει επίσης να έχουμε υπόψη, ότι η ιδεαλιστική κοσμοαντίληψη [όπως και η θρησκεία] εμφανίστηκε σε συνθήκες πάρα πολύ χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης της παραγωγής, όταν οι άνθρωποι είχαν πολύ φτωχές γνώσεις και αρκετά πρωτόγονες, καθυστερημένες αντιλήψεις για τον γύρω κόσμο. Τα αυθόρμητα ξεσπάσματα της φύσης [σεισμοί, ξηρασίες, πλημμύρες και άλλες θεομηνίες] φαίνονταν τότε στον άνθρωπο σαν κάτι το μυστηριώδες και απόλυτα αναπόφευκτο. Μη γνωρίζοντας σχεδόν τίποτα για τις δυνάμεις της φύσης, οι άνθρωποι απέδιδαν σ' αυτές υπερφυσικό ρόλο, τις θεοποιούσαν.

Εκτός αυτού οι άνθρωποι παρατηρούσαν παντού μια καταπληκτική αρμονία, μια αυστηρή τάξη και νομοτέλεια των φαινομένων της φύσης : τακτική αλληλοδιαδοχή της ημέρας και της νύχτας, ρυθμική κίνηση των ουρανίων σωμάτων, τελειότητα και λυσιτέλεια της υφής των ζωντανών οργανισμών κλπ. Αυτό οδηγούσε άθελα στη σκέψη για την ύπαρξη ενός σοφού δημιουργού της φύσης ή κάποιας πανίσχυρης υπερφυσικής δύναμης, από την οποία εξαρτούνταν τα πάντα στον κόσμο, μαζί και η τύχη του κάθε ανθρώπου.



Ο δρόμος της φιλοσοφικής κατανόησης του κόσμου είναι πολύ περίπλοκος. Η γνώση περικλείει πάντα μέσα της μια δόση φαντασίας. Γι' αυτό όπως θα ειπωθεί σε συνέχεια, προκύπτει η πιθανότητα της μονόπλευρης μεγαλοποίησης, της απολυτοποίησης κάποιου χαρακτηριστικού γνωρίσματος, κάποιας πλευράς του προτσές της γνώσης, πράγμα που επίσης οδηγεί στον ιδεαλισμό. Και ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός, όπως τόνιζε ο Β. Ι. Λένιν, είναι ο δρόμος προς τη θρησκεία, προς τον παπαδισμό.

Με την εμφάνιση των εκμεταλλευτριών τάξεων, οι κοινωνικές δυνάμεις απόκτησαν για τους ανθρώπους ένα μυστηριώδες νόημα. Η θρησκεία για το χατήρι των πλουσίων, παρουσίαζε το σύστημα της καταπίεσης και τς υποδούλωσης σαν θεόπεμπτη τάξη πραγμάτων, εκθειάζοντας την εξουσία των αρχόντων, την ατομική ιδιοκτησία, την κοινωνική ανισότητα.

Έτσι διαμορφώθηκε ιστορικά η στενή συμμαχία του ιδεαλισμού και της θρησκείας, που χρησιμοποιείται και σήμερα από τις αντιδραστικές δυνάμεις της κοινωνίας για την υπεράσπιση και την δικαίωση των ποικίλων μορφών εκμετάλλευσης που έχουν ξεφτίσει από καιρό. Το κάθε εκμεταλλευτικό κράτος υποστηρίζει τη μια ή την άλλη μορφή θρησκευτικό - ιδεαλιστικής κοσμοαντίληψης καταβάλλοντας έντονες προσπάθειες για τη διάδοση των φιλοσοφικών αντιλήψεων που δικαιολογούν την κοινωνική ανισότητα.

Αφού ο ιδεαλισμός και η θρησκεία εξυπηρετούν ουσιαστικά από τους πανάρχαιους χρόνους, τις αντιδραστικές δυνάμεις, τότε ο υλισμός εκφράζει κατά κανόνα τα συμφέροντα των πρωτοπόρων δυνάμεων της κοινωνίας. Η υλιστική φιλοσοφία βοηθάει να γενικευθούν τα δεδομένα της επιστήμης και της κοινωνικοϊστορικής πράξης, συντελεί στην ανάπτυξή τους.



Όπως ειπώθηκε ήδη, το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας έχει δύο πλευρές. Η δεύτερη πλευρά του απαντάει στο ερώτημα σχετικά με την γνωσιμότητα του κόσμου. Στη λύση του προβλήματος αυτού, συγκρούονται οι αντίθετες απόψεις. Οι υλιστές απέδειξαν πάντα, ότι η νόηση του ανθρώπου μπορεί να μας δώσει έγκυρες γνώσεις για το γύρω κόσμο. Η παραδοχή της δυνατότητας γνώσης του κόσμου μας εμπνέει εμπιστοσύνη στη δύναμη του ανθρώπινου λογικού, κεντρίζει το ενδιαφέρον για την απόχτηση γνώσεων και μας παρακινεί σε δραστήρια μεταμορφωτική δράση.

Οι φιλόσοφοι που αμφισβητούν τη δυνατότητα της γνώσης του κόσμου και τέτοιοι είναι πολλοί στο στρατόπεδο των ιδεαλιστών, ονομάζονται αγνωστικιστές [από το ελληνικό ''α'' - όχι και ''γνώσις'']. Οι αγνωστικιστές φρονούν ότι γενικά δεν μπορούμε να ελέγξουμε την εγκυρότητα των γνώσεών μας αφού τα αντικείμενα, τα φαινόμενα, τα πράγματα, δεν μπορούν δήθεν να συγκριθούν με την ιδεατή τους αντανάκλαση. Ισχυρίζονται ότι όλες οι πληροφορίες μας για τα αντικείμενα, τα φαινόμενα είναι οι ίδιες οι προσλήψεις των αισθήσεών μας και γι' αυτό δεν έχουμε τη σιγουριά ότι τα πράγματα, οι ιδιότητές τους εκλαμβάνονται έτσι ακριβώς όπως είναι στην πραγματικότητα. Είναι αλήθεια ότι ορισμένοι αγνωστικιστές, παραδέχονται, πως στη πραγματικότητα τα πράγματα υπάρχουν αντικειμενικά, όμως ταυτόχρονα αμφιβάλλουν για τη δυνατότητα γνώσης τους. Η ''αιδήμων'' αυτή παραδοχή του υλισμού τους βοηθάει να βολευτούν ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό, να δικαιολογήσουν την απόπειρά τους να υψωθούν ''υπεράνω'' των μεν και των δε. Ωστόσο η τέτοια ''ουδετερότητα'' στη φιλοσοφία αφήνει πάντοτε αρκετά περιθώρια στον ιδεαλισμό και αναπόφευκτα οδηγεί στη σύγχυση των αντιτιθέμενων απόψεων.

Στη σύγχρονη αστική ιδεαλιστική φιλοσοφία όλο και συχνότερα ακολουθείται η γραμμή του δεδηλωμένου αγνωστικισμού, της δυσπιστίας απέναντι στη δύναμη του λογικού. Ο αγνωστικισμός περιορίζοντας τις δυνατότητες της ανθρώπινης γνώσης, αφοπλίζει τον άνθρωπο, τον καταδικάζει σε παθητικότητα κάνοντας συνάμα τόπο στην πίστη σε κάτι τι το μυστικιστικό, το υπερφυσικό. Γι' αυτό ο αγνωστικισμός είναι στενά συνδεμένος με τον ιδεαλισμό και τη θρησκεία.



Η ουσία της φιλοσοφικής κοσμοθεωρίας δεν εξαντλείται με την απάντηση στο ερώτημα τι θεωρείται πρωτεύον - το υπαρκτό ή το ιδεατό και με το αν αναγνωρίζεται ή όχι η γνωσιμότητα του κόσμου. Στην αξιολόγηση ενός φιλοσοφικού συστήματος έχει σπουδαία σημασία να παρθεί επίσης υπόψη ποια μέθοδος γνώσης, χρησιμοποιείται κατά τη φιλοσοφική εξέταση του γύρω κόσμου. Αν προστρέξουμε στην ιστορία της φιλοσοφίας θα δούμε, ότι υπάρχουν δύο βασικές μέθοδες γνώσης, δύο αντίθετοι μεταξύ τους τρόποι σκέψης - η διαλεκτική και η μεταφυσική.

Η διαλεκτική είναι ελληνική λέξη. Οι αρχαίοι στοχαστές με τη διαλεκτική εννοούσαν τον τρόπο εκείνο διεξαγωγής της συζήτησης, της λογομαχίας, με τον οποίο φανερώνονται οι αντιφάσεις στις γνώμες του συνομιλητή, διευκρινίζεται η αλήθεια και διασαφηνίζονται οι έννοιες. Αργότερα, με τη διαλεκτική άρχισαν να εννοούν τη φιλοσοφική μέθοδο, δηλαδή τους γενικούς κανόνες και τα μέσα γνώσης του γύρω κόσμου, τον τρόπο εκείνον, με τη βοήθεια του οποίου η νόηση μελετάει το δοσμένο αντικείμενο.

Η διαλεκτική εξετάζει το σύμπαν σαν ενιαίο, συναφές σύνολο. Ξεκινάει από την αρχή ότι όλα τα πράγματα, τα φαινόμενα, ακόμα και οι έννοιές μας, σαν νοητικές τους αντανακλάσεις, είναι αλληλένδετες, βρίσκονται σε συνεχή κίνηση και αντιφατική ανάπτυξη. Η διαλεκτική άποψη για τη φύση, την ιστορία και την ανθρώπινη νόηση προϋποθέτει τη μελέτη του εξεταζόμενου αντικειμένου σε όλες τις συναρτήσεις και σχέσεις του, την παρακολούθηση της πραγματικής πορείας ανάπτυξής του, την αποκάλυψη των αληθινών αιτιών του περίπλοκου και αντιφατικού προτσές αλλαγής του.



Η μεταφυσική είναι επίσης ελληνική λέξη. Στην αρχαιότητα σήμαινε διδασκαλία για την απαρχή κάθε υπαρκτού. Αργότερα με τη μεταφυσική άρχισαν να εννοούν τον τρόπο σκέψης που εξετάζει τα αντικείμενα και τα φαινόμενα έξω από την αλληλουχία τους σαν αμετάβλητα, δοσμένα μια για πάντα, στερούμενα εσωτερικών αντιθέσεων.

Κατά τον XVI-XVII αιώνα η μεταφυσική μέθοδος γνώσης δικαιώνονταν ιστορικά και έπαιξε θετικό ρόλο στη φυσιογνωσία. Όπως σημειώνει ο Φ.Ένγκελς στο έργο του ''Αντι-Ντύρινγκ'' , στην αρχική περίοδο ανάπτυξης των φυσικών επιστημών - φυσικής, χημείας, βιολογίας - υπήρχε ανάγκη να εξεταστεί η φύση κομματιαστά, να διαιρεθούν τα διάφορα προτσές σε καθορισμένες κατηγορίες και να διερευνηθούν μεμονωμένα, έξω από τη σύνδεσή τους με άλλα φαινόμενα και προτσές. Όλα αυτά, έλεγε ο Ένγκελς υπήρξαν απαραίτητες προϋποθέσεις για τις γιγαντιαίες επιτεύξεις που χαρακτηρίζουν την ανάπτυξη της φυσιογνωσίας εκείνη την εποχή.



Εν τούτοις από τον XVIII ακόμα αιώνα, φάνηκε η ανεπάρκεια της μεταφυσικής, δεδομένου ότι τα στενά της πλαίσια άρχισαν να αναχαιτίζουν την ανάπτυξη της επιστήμης. Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από τις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες, έδειξαν την στενότητα και την μονομέρεια της μεταφυσικής αντίληψης για τον κόσμο.

Αλλά η αστική φιλοσοφία δεν εγκατέλειψε τη μεταφυσική, την ασπάζεται και σήμερα ακόμα. Είναι γεγονός πως στις μέρες μας δύσκολα μπορεί να βρεθεί φιλόσοφος που να αρνείται απόλυτα και αναντίρρητα την ανάπτυξη της φύσης και της κοινωνίας. Μα δεν πρόκειται γι' αυτό. Κατά κανόνα, οι σύγχρονοι μεταφυσικοί αντιλαμβάνονται απλοϊκά το χαρακτήρα της γενικής αλληλουχίας και την ουσία της ανάπτυξης. Οι εν λόγω φιλόσοφοι παρακάμπτουν το ζήτημα που αφορά την πραγματική πάλη της κίνησης και της ανάπτυξης, κι όταν το θίγουν, είτε το ανάγουν στη δράση μη υλικών δυνάμεων, είτε το κηρύττουν μη γνώσιμο. Έτσι η μεταφυσική συνταυτίζεται με τον ιδεαλισμό και τον αγνωστικισμό.

Η μεταφυσική μέθοδος σκέψης αποδεικνύεται ανίκανη να μελετήσει τις αντιφατικές πτυχές των πραγμάτων και φαινομένων, τις αλληλεπιδράσεις τους, να καθορίσει την ουσία των θεμελιωδών, ποιοτικών αλλαγών.

Οι σύγχρονοι μεταφυσικοί, ερμηνεύοντας τα κοινωνικά φαινόμενα, συγκαλύπτουν τις ταξικές αντιθέσεις, αρνούνται το αναπόφευκτο των κοινωνικών επαναστάσεων ή τις αποκαλούν αυθόρμητες αναταραχές που είναι αδύνατο να προβλεφθούν. Με τον τρόπο αυτό παραγνωρίζονται οι αντικειμενικές νομοτέλειες ανάπτυξης της κοινωνίας, αποσπούνται από το σύνολο και απολυτοποιούνται οι δευτερεύοντες ή απλώς οι εξωτερικοί παράγοντες, αμφισβητείται η κοινωνική πρόοδος, διακηρύσσεται η ιδέα της αιωνιότητας του καπιταλιστικού συστήματος.

Ο αντεπιστημονικός, μεταφυσικός τρόπος σκέψης, που διατηρείται στη σύγχρονη αστική φιλοσοφία εξυπηρετεί τις εκμεταλλεύτριες τάξεις, που ενδιαφέρονται για τη διαιώνιση και τη δικαίωση των ξεπερασμένων καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Για τους σκοπούς αυτούς καθώς και για τους σκοπούς της πάλης ενάντια στο μαρξισμό - λενινισμό οι αστοί φιλόσοφοι διαβρώνουν τη διαλεκτική με το ιδεαλιστικό πνεύμα, ή συνενώνουν στα φιλοσοφικά τους συστήματα ετερογενείς, αλλά και αντίθετες κάποτε απόψεις.



Η διαλεκτική και μεταφυσική είναι δύο αντίθετες μέθοδες γνώσης της πραγματικότητας, δύο αλληλοαποκλειούμενοι τρόποι εξήγησης του κόσμου και συνεπώς και ερμηνείας των πιο γενικών φιλοσοφικών αρχών και εννοιών. Τόσο ο υλισμός, όσο και ο ιδεαλισμός μπορεί να είναι διαλεκτικός ή μεταφυσικός. Όμως ο συνεπής υλισμός αποκλείεται να ταυτισθεί με τη μεταφυσική. Επίσης και η διαλεκτική μπορεί να είναι τόσο ιδεαλιστική, όσο και υλιστική. Όμως η επιστημονική διαλεκτική είναι ασυμβίβαστη με τον ιδεαλισμό.

Η ιστορία της φιλοσοφίας, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, είναι μια αδιάκοπη πάλη ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό, ανάμεσα στη διαλεκτική και τη μεταφυσική. Πίσω από την πάλη αυτή των φιλοσοφικών αντιλήψεων, των φιλοσοφικών κοσμοθεωριών κρύβεται, σε τελευταία ανάλυση, η πάλη των πραγματικών κοινωνικών δυνάμεων - των συγκεκριμένων κοινωνικών τάξεων και ομάδων.

Κάνοντας γνωριμία με τα βασικά στάδια ανάπτυξης της φιλοσοφικής σκέψης, οφείλουμε να πάρουμε υπόψη τις ιστορικές ιδιομορφίες της κάθε εποχής, το συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων, το βαθμό ανάπτυξης της παραγωγής και της επιστήμης. Η ορθή εκτίμηση των παραγόντων αυτών μας βοηθάει να κατανοήσουμε, γιατί στη δοσμένη ιστορική περίοδο προβάλλει σε πρώτη γραμμή ένα ορισμένο κοσμοθεωρητικό πρόβλημα, πώς επιδρούν πάνω στη φιλοσοφία το οικονομικό σύστημα της κοινωνίας και το επίπεδο ανάπτυξης των επιστημών, γιατί αλλάζουν το αντικείμενο της φιλοσοφίας, ο ρόλος της και η σημασία της στη ζωή της κοινωνίας. σε τι οφείλεται η αδιάκοπη πάλη των φιλοσοφικών κατευθύνσεων, ρευμάτων και σχολών.

Η ιστορία δεν πρέπει να περνάει χωρίς να μας αφήνει ίχνη, διότι το παρελθόν ζει πάντα, με τον ένα ή άλλο τρόπο, στο παρόν, ενώ το παρόν θα αποτελέσει αναπόφευκτα συστατικό του μέλλοντος. Η γνώση της ιστορικής ανάπτυξης της φιλοσοφίας μπορεί και πρέπει να μας προφυλάξει από την επανάληψη των λαθών και παραπλανήσεων στις οποίες περιέπεσαν οι στοχαστές του παρελθόντος. Η γνώση αυτή μπορεί να φανεί αρκετά χρήσιμη και στο ξεσκέπασμα της σύγχρονης αστικής φιλοσοφίας, οι εκπρόσωποι της οποίας στην πάλη τους κατά της κομμουνιστικής ιδεολογίας, χρησιμοποιούν κάθε τι το ξεπερασμένο και αντιδραστικό.





Πηγή : ''Βασικές αρχές υλιστικής φιλοσοφίας'' , Ινστιτούτο φιλοσοφίας ΕΣΣΔ, Εκδόσεις Σύγχρονη εποχή




Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

Domingo Sevilla: Οι νόμοι της διαλεκτικής & η οικοδόμηση του κομμουνιστικού κόμματος

Η μαρξιστική – λενινιστική φιλοσοφία βασίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες: την αντίληψη για τον κόσμο και τη μέθοδο ανάλυσης των φαινομένων που λαμβάνουν χώρα σε τρία πεδία: τη φύση, την κοινωνία και τη σκέψη, παρότι αυτή η διάκριση γίνεται μόνο για διδακτικούς σκοπούς, καθότι η αντίληψη και η μέθοδος είναι στενά αλληλοσυνδεόμενες τόσο που η ιδεαλιστική αντίληψη αντιστοιχεί στη μεταφυσική μέθοδο και η υλιστική στη διαλεκτική. Επιπρόσθετα, κάθε μια από αυτές, αντιστοιχούν στα συμφέροντα της τάξης που τις υιοθετεί: η μία για να διατηρήσει το εκμεταλλευτικό σύστημα και η άλλη για να το καταστρέψει.
Ας θυμηθούμε επιγραμματικά τις αντιλήψεις για τον κόσμο: υπάρχουν μόνο δύο, η ιδεαλιστική και η υλιστική, οι οποίες συνίστανται απλούστατα στην διατύπωση του τι είναι πρωταρχικό ή ποιο πράγμα παράγει ποιο, η ύλη και το πνεύμα ή η ύλη και η νόηση.
Για τους ιδεαλιστές, η ιδέα ή ένα “καθολικό πνεύμα” είναι η πηγή της ύλης, δημιούργησε το σύμπαν και τα ανθρώπινα όντα. Ως εκ τούτου, η ύλη είχε μια αρχή και, κατά συνέπεια, θα έχει και τέλος.
Για τους υλιστές, η ύλη είναι αιώνια και μπορεί αυτό να αποδειχθεί από το γεγονός ότι είναι αδύνατο να δημιουργήσει κανείς ύλη από το τίποτα ή να την κάνει να εξαφανιστεί, καθώς αν αυτό ήταν εφικτό, όπως ισχυρίζονται οι ιδεαλιστές, οι λαοί θα είχαν επιλύσει τα υλικά τους προβλήματα, αφού, μόνο με την ιδέα ή τη σκέψη θα μπορούσε να δημιουργηθεί στέγη, τροφή, οχήματα και άλλα αναγκαία για τη ζωή στοιχεία.
Υποστηρίζουμε, επομένως, ότι η ύλη πάντοτε υπήρχε και πάντοτε θα υπάρχει, φυσικά, σε διαφορετικές μορφές· ότι τίποτε δεν τη δημιούργησε, αλλά βρισκόταν σε συνεχή αλλαγή και ανάπτυξη, μέχρι του σημείου να φτάσει τη μέγιστη έκφρασή της που είναι μέχρι στιγμής γνωστή, τον ανθρώπινο εγκέφαλο, τη μόνη ύλη που είναι ικανή να γεννήσει τη σκέψη, την ιδέα ή τη συνείδηση. Για αυτό, αποδεχόμενοι το φαινόμενο του Big Bang, αυτό δεν σημαίνει, όπως ισχυρίζονται οι ιδεαλιστές, την αποδοχή της απαρχής της ύπαρξης της ύλης, παρά την αποδοχή της αρχής μιας ανάπτυξης της ίδιας μέχρις ότου να φτάσει τη σημερινή της κατάσταση.

Η διαλεκτική

Ο μαρξισμός ισχυρίζεται ότι είναι η “επιστήμη η οποία πραγματεύεται τους πιο γενικούς νόμους της ανάπτυξης της φύσης, της κοινωνίας και της ανθρώπινης σκέψης”, με τέτοιο τρόπο που όλα τα φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα στα τρία πεδία που προαναφέρθηκαν μπορούν να αναλυθούν με τη διαλεκτική μέθοδο, η οποία προέρχεται από την ελληνική λέξη “διαλέγομαι”, που σημαίνει διάλογος αλλά και πολεμική. Στην αρχαιότητα λεγόταν ότι μέσω του διαλόγου ή της σύγκρουσης ιδεών ανακαλύπτεται η αλήθεια. Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για το ότι η πάλη ανάμεσα σε αντίθετα πράγματα είναι ο νόμος που βρίσκεται στη βάση της ανάπτυξης οποιουδήποτε φαινομένου σε οποιοδήποτε από τα τρία προαναφερθέντα πεδία.
Σε αντίθεση με τη μεταφυσική, ο διαλεκτικός υλισμός έχει τρία ιδιαίτερα χαρακτηριστικά:
1.Δεν βλέπει τα αντικείμενα ή τα φαινόμενα απομονωμένα το ένα από τα άλλα, αλλα ως συνδεόμενα μεταξύ τους, καθώς, σε διαφορετική περίπτωση, θα είχαμε φαινόμενα μη εξηγήσιμα, μεμονωμένα. Δεν υπάρχει, επομένως, φαινόμενο χωρίς αιτία, ούτε αιτία που δεν παράγει κάποιο νέο φαινόμενο.
2.Βλέπει ότι μέσα σε κάθε φαινόμενο υπάρχουν δύο στοιχεία αντίθετα, ευρισκόμενα σε διαπάλη και μόνιμη σύγκρουση, η οποία συνιστά την κινητήρια δύναμη ανάπτυξης του φαινομένου.
3.Πραγματεύεται τη φύση, την κοινωνία και τη σκέψη ωσάν αυτές να βρίσκονται σε μόνιμη κίνηση και αλλαγή. Τίποτα δεν είναι σε ηρεμία: η ακινησία είναι επιφανειακή, γιατί η ύλη βρίσκεται σε μόνιμη κίνηση και, ως εκ τούτου, σε διαρκή αλλαγή και ανάπτυξη.
4.Θεωρεί ότι υπάρχουν δύο τύποι στις αλλαγές που προκαλούνται κατά τη διαδικασία της ανάπτυξης της ύλης: ποιοτικοί και ποσοτικοί· αλλαγές στην ποσότητα, οι ίδιες που συσσωρεύονται στο φαινόμενο και καθορίζουν, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, μία αλλαγή στην ποιότητα του ίδιου του φαινομένου, το οποίο αποκτά μια νέα διακριτή από την προηγούμενη ποιότητα και ενός σταδίου ανώτερου.

Έννοια του νόμου

Κατά το μαρξισμό – λενινισμό, είναι η βαθιά, ουσιαστική, σταθερή, επαναλαμβανόμενη σχέση ανάμεσα σε φαινόμενα ή σε πτυχές του ίδιου φαινομένου. Ο νόμος είναι η αντανάκλαση του ουσιαστικού στην κίνηση του καθολικού.
Οι νόμοι, ανάλογα με τα πεδία που επενεργούν, μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε καθολικούς, γενικούς και ιδιαίτερους. Σε αυτό το κείμενο θα αναφερθούμε στους καθολικούς νόμους, οι οποίοι επενεργούν στα πεδία της φύσης, της κοινωνίας και της σκέψης, δηλαδή, στους νόμους της διαλεκτικής και την εφαρμογή τους στην οικοδόμηση του κόμματος του προλεταριάτου.

Οι τρεις νόμοι της διαλεκτικής και η οικοδόμηση του κόμματος

Πρώτος νόμος: ενότητα και πάλη των αντιθέτων

Είναι η πηγή της ανάπτυξης των φαινομένων και εκφράζεται με το ότι σε κάθε φαινόμενο υπάρχουν δύο αντιτιθέμενα, δύο αντίθετα, τα οποία υπάρχουν υπό τον όρο ότι υπάρχει το άλλο, δηλαδή αποκαλείται ενότητα για αυτό το λόγο· όμως δεν συμφιλιώνονται, αλλά βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση, επιχειρώντας το ένα να αντικαταστήσει το άλλο· και αυτή η σύγκρουση είναι που καθορίζει την ανάπτυξη του φαινομένου.
Όμως ας δούμε πώς αυτός ο νόμος διέπει την ανάπτυξη ενός φαινομένου όπως είναι το κόμμα του προλεταριάτου, το κομμουνιστικό κόμμα.
Το κομμουνιστικό κόμμα είναι αυτό που εκπροσωπεί τα οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, σε αντιπαράθεση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης, με δεδομένο ότι πρόκειται για τις δύο σημαντικότερες (όχι τις μοναδικές) τάξεις που υπάρχουν στην καπιταλιστική κοινωνία.
Σε κοινωνικό, πολιτικό, εκλογικό επίπεδο, η αστική και η εργατική τάξη είναι τα δύο ανταγωνιστικά αντίθετα για τα οποία κάνει λόγο ο πρώτος νόμος και για αυτό βρίσκονται σε μια διαλεκτική ενότητα, δηλαδή, στην καπιταλιστική κοινωνία, όμως ευρισκόμενες σε μόνιμη σύγκρουση και διαπάλη: η μία για να διατηρήσει το σύστημά της και η εργατική τάξη για να το καταστρέψει και να το αντικαταστήσει από ένα άλλο, το σοσιαλισμό.
Όμως, καθώς αυτός ο νόμος, ο οποίος έχει καθολικό χαρακτήρα, επενεργεί επίσης στη σφαίρα της σκέψης, αυτή η πάλη των τάξεων ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο αναπαράγεται και στο ιδεολογικό πεδίο, τόσο εντός κοινωνίας όσο και εντός κομμουνιστικού κόμματος. Πώς; Εντός κοινωνίας, με την παρουσία της αστικής τάξης και την επιβολή από πλευράς της των ιδεών της, των πεποιθήσεών της, των αντιλήψεών της κλπ. Και, από την άλλη, με την παρουσία – στην ίδια καπιταλιστική κοινωνία – των ιδεών του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Και οι δύο συγκρούονται στον καπιταλισμό, με την αστική τάξη να έχει το πλεονέκτημα, καθώς, κατέχει την εξουσία.
Επίσης εκφράζεται εντός κομμουνιστικού κόμματος, με την ιδεολογική διαπάλη ανάμεσα σε ιδέες, αντιλήψεις, πρακτικές και δράσεις αστικές και μικροαστικές, τις οποίες υιοθετούν κάποια μέλη του κόμματος, και τις προλεταριακές αντιλήψεις, πρακτικές και δράσεις των άλλων. Δεν πρόκειται απλώς για μια φυσική ή φραστική σύγκρουση: πρόκειται για μια βαθιά σύγκρουση ανάμεσα σε ιδεολογικές αντιλήψεις και πρακτικές αντιτιθέμενων τάξεων.
Ποιες είναι αυτές οι μη προλεταριακές αντιλήψεις, πρακτικές και δράσεις που υιοθετούν κάποια μέλη του κόμματος;
Ο υποκειμενισμός, ρεύμα που βλέπει και αναλύει τα φαινόμενα σύμφωνα με τις επιθυμίες μας και όχι με την πραγματικότητα, δηλαδή, μια ιδεαλιστική εκτίμηση της πραγματικότητας, η οποία τοποθετεί πιο ψηλά την ιδέα, τη σκέψη μας, πιο πάνω από αυτό που είναι πραγματικό. Ως εκ τούτου, δεν επιτρέπει να αναλύουμε με αντικειμενικό τρόπο το ή τα φαινόμενα, την ουσία τους, ώστε να μετασχηματίσουμε αυτή την πραγματικότητα· και με το να μη μπορούμε να τη μετασχηματίσουμε, αυτή συνεχίζει απαράλλαχτη προς όφελος της αστικής τάξης, η οποία κυριαρχεί. Όταν δρούμε κατ’ αυτό τον τρόπο, τα τίμια μέλη, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, υπηρετούμε τα συμφέροντα της αστικής τάξης.
Ένα από τα στυλ δουλειάς μας που αντιμετωπίζουμε μόνιμα με την ιδεολογική πάλη είναι ο γραφειοκρατισμός, το οποίο είναι ένα αντιδραστικό ρεύμα που αποσπά την ηγεσία από τα μέλη του κόμματος, αποσπά τον αγωνιστή της βάσης από τις μάζες, επιδιώκει με ιδεαλιστικό τρόπο να “διευθύνει και να ελέγχει” την επαναστατική δουλειά από την καρέκλα, το γραφείο, το σπίτι ή με τις νέες τεχνολογίες, μέσω του διαδικτύου, με το κινητό ή το facebook, αφήνοντας στην άκρη μια προλεταριακή πρακτική άμεσης σύνδεσης για την καλύτερη γνώση της πραγματικότητας όπου εργαζόμαστε και για να μπορούμε έγκαιρα να κάνουμε τροποποιήσεις και αλλαγές πορείας. Πρόκειται για μια ιδεαλιστική μέθοδο, γιατί θέτει σε πρώτο πλάνο την περιορισμένη, επιφανειακή και όχι επιστημονική γνώση της πραγματικότητας.
Άλλη έκφραση επίσης ιδεαλιστικών αντιλήψεων μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα είναι ο βολονταρισμός, ο οποίος εκφράζεται με το να θέλουμε να εκπληρώσουμε καθήκοντα εκτός πραγματικότητας, πέραν των δυνατοτήτων, μόνο με την “απόφαση και θέληση” να τα εκπληρώσουμε. Και, συγκρουόμενες με την πραγματικότητα, οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί, δεν μπορούν να υλοποιηθούν ή υλοποιούνται μόνο μερικώς, προκαλώντας έτσι στον αγωνιστή απογοήτευση, αποθάρρυνση, με συνέπεια τη μη ανάληψη ευθυνών. Και, με την επιμονή σε αυτή την πρακτική, ενίοτε επέρχεται ως και η έξοδος από την κομματική οργάνωση, αφού τότε κυριαρχεί το μικροαστικό πνεύμα της αποκαρδίωσης μπροστά στα πρώτα εμπόδια, μία ταξική πρακτική η οποία αντιτίθεται στο επίμονο και ανθεκτικό πνεύμα της εργατικής τάξης. Η καταπολέμηση αυτής της πρακτικής αποτελεί επίσης τμήμα της ταξικής πάλης που λαμβάνει χώρα εντός κόμματος.
Άλλη πρακτική η οποία καταπολεμάται με την μαρξιστική – λενινιστική ιδεολογία μας είναι ο εμπειρισμός, ένα ρεύμα το οποίο θεωρεί μόνο την “εμπειρία” μέσο γνώσης, περιφρονεί τη μελέτη και την έρευνα, και το οποίο επίσης εκφράζει μια μικροαστική πρακτική, καθώς οι επιστημονικές γνώσεις για την επίλυση των πρακτικών προβλημάτων της επανάστασης δεν μελετώνται, δεν αφομοιώνονται και δεν τίθενται στην πράξη από τους αγωνιστές, κάτι που σημαίνει περιφρόνηση ενός πολύ σημαντικού εργαλείου για τη γνώση και την καλύτερη ανάλυση της πραγματικότητας που επιθυμούμε να αλλάξουμε.
Αυτή η αντίληψη δουλειάς στις τάξεις των επαναστατών βρίσκει μια ξεκάθαρη έκφραση στον πρακτικισμό, ένα ρεύμα το οποίο μετατρέπει το μέλος σε απλό εκτελεστή καθηκόντων, σε άνθρωπο που δεν εκπονεί πολιτική ούτε πρωτοβουλίες για το μέτωπο ή τον τομέα δουλειάς που βρίσκεται, και το οποίο έτσι μετατρέπει τη δράση του σε ένα σύνολο ατομικιστικών ενεργειών οι οποίες είναι απομονωμένες από τις μάζες, άσκοπες, χωρίς συγκεκριμένο στόχο ο οποίος να συμβάλλει στην επαναστατική διαδικασία, και οι οποίες τελικά καταλήγουν να το εξουθενώσουν, το κάνουν να χάσει την επαναστατική προοπτική και, σε όχι λίγες περιπτώσεις, να εγκαταλείψει τις τάξεις του κόμματος της εργατικής τάξης.
Πρόκειται για μια ακόμα μικροαστική πρακτική η οποία έλκει, όπως και στις άλλες κοινωνικές τάξεις, την καταγωγή της στην παραγωγή. Ο μικροαστός, όπως ο μικροϊδιοκτήτης, ο χειροτέχνης, ο ιδιοκτήτης μικρού εργαστηρίου, η μοδίστρα, ο ράφτης, ο τσαγκάρης και άλλοι μικροπαραγωγοί εκτελούν όλα τα καθήκοντα της παραγωγής: προετοιμάζουν την πρώτη ύλη, την επεξεργάζονται και τελικά αποκτούν ένα προϊόν προορισμένο για ανταλλαγή, δηλαδή ένα εμπόρευμα το οποίο ήταν το προϊόν της μοναχικής δράσης του καθενός από αυτούς. Πέραν αυτού, ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παραγωγής είναι ότι είναι χωρίς τάξη, μη σχεδιασμένη, αυθόρμητη και, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ατελής την ώρα που προσφέρεται στους πελάτες. Τελικά, το χαρακτηριστικό του χειροτέχνη είναι ότι αισθάνεται ευχαριστημένος με το καθήκον του που ολοκλήρωσε μοναχικά.
Αυτό αντιτίθεται προς τη συλλογική, συντεταγμένη και σχεδιασμένη δράση της ίδιας της αστικής τάξης στην οποία υποτάσσει και υποχρεώνει το προλεταριάτο στην παραγωγική διαδικασία εμπορευμάτων σε ένα εργοστάσιο. Όλοι οι εργάτες εισέρχονται με ακρίβεια για να υλοποιήσουν τους “στόχους” της παραγωγής που έχουν τεθεί από τον εκμεταλλευτή, με ωράρια και δράση που τοποθετούν τον εργαζόμενο σχεδόν σε κατάσταση “επέκτασης” των μηχανών που χειρίζεται. Αντίθετα με το μικροαστό χειροτέχνη, κανένας εργάτης δεν μπορεί να πει ότι παρήγαγε αυτός μόνος το ζευγάρι παπούτσια, ρούχα, καρέκλες κλπ, καθώς επρόκειτο για μία συλλογική δράση των εργαζομένων για να παράγουν πολλά εμπορεύματα.
Στην επαναστατική μας δουλειά εκφράζονται με σαφήνεια αυτά τα δύο αντιτιθέμενα ρεύματα: Το ένα, το χειροτεχνικό, το οποίο εμφανίζεται όταν αρνούμαστε να συνδέσουμε επαναστατικά καθήκοντα και τις πιο πρωτοπόρες μάζες και τμήματα, να τα κερδίσουμε ιδεολογικά και πολιτικά στις θέσεις του κόμματος και να τα πείσουμε ότι τα καθήκοντα που τίθενται είναι τμήμα της επαναστατικής διαδικασίας ώστε συλλογικά να μπορούμε να προχωρήσουμε σε αυτή τη διαδικασία. Θυμίζοντας τον χειροτέχνη που είναι ευχαριστημένος, όταν δρούμε ως μικροαστοί, προκειμένου να έχουμε εκπληρώσει τα καθήκοντα, αισθανόμαστε μια “επαναστατική ικανοποίηση”, όμως, όπως και ο χειροτέχνης, είμαστε μονάχοι.
Αυτή η πρακτική, η οποία έχει μια ιδεολογική προέλευση, δίνει τροφή στο να εμφανιστεί σε πολλά στελέχη ο προσωποκεντρισμός, τα οποία πιστεύουν ότι είναι απαραίτητα για την επαναστατική διαδικασία, τα οποία πιστεύουν ότι “χωρίς εμένα τίποτα δεν ολοκληρώνεται, τίποτα δεν βγαίνει”, υιοθετώντας πολλές φορές πρακτικές “αυτάρκειας”, αλαζονίας, υπεροχής, σύγκρουσης ανάμεσα στα ίδια τα μέλη, για το “ποιος θα είναι στην πρώτη γραμμή”, ή “ποιος θα καταλαμβάνει το πρώτο πλάνο στον Τύπο ή τα τηλεοπτικά μέσα”, και τα οποία εκφυλίζονται ενίοτε σε θέσεις οπορτουνιστικές. Η πάλη ενάντια σε αυτή την παρέκκλιση αποτελεί τμήμα μιας ιδεολογικής πάλης: πρέπει να αντιτάξουμε σε αυτό τον τύπο εκφράσεων την επαναστατική ταπεινότητα, την επαναστατική απλότητα, την ευελιξία για να ξεπερνάμε δυσμενείς καταστάσεις, δηλαδή, να αντιτάξουμε τις προλεταριακές στάσεις απέναντι στις αστικές και μικροαστικές στάσεις, οι οποίες είναι εσφαλμένες.
Όμως επίσης, ως τμήμα μη προλεταριακών εκφράσεων, συναντούμε και το φορμαλισμό, το μικροαστικό εκείνο κίνημα της βολικότητας, της “εκπλήρωσης” των καθηκόντων χωρίς επαναστατική πρωτοβουλία, όταν δουλεύουμε “με τη δύναμη της συνήθειας”, δηλαδή, αφήνουμε τα πράγματα ως έχουν παρότι είμαστε κομμουνιστές, “προκειμένου να μη μας ασκηθεί κριτική”. Η σύγκρουση σε αυτή την τάση είναι επίσης τμήμα της πάλης των τάξεων στο εσωτερικό του κόμματος.
Αυτές δεν είναι οι μοναδικές ιδεολογικές εκφράσεις που απαντώνται κατά την ιδεολογική πάλη που αναπτύσσεται στο εσωτερικό του κόμματος, όμως είναι οι πιο σημαντικές και, ως εκ τούτου, είναι αυτές που πρέπει να αντιπαλεύουμε έχοντας μια θεμελιώδη αντίληψη: οι μαρξιστές – λενινιστές δεν είμαστε μάζα, είμαστε επαναστάτες ηγέτες, οργανωτές και καθοδηγητές της επαναστατικής διαδικασίας, δηλαδή – ας το αποσαφηνίσουμε αυτό – πηγαίνουμε με μια διαφορετική νοοτροπία να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, να τις κάνουμε κτήμα των μεσαίων στελεχών, των μελών του κόμματος, των υποψήφιων μελών, των μελών των αριστερών μετώπων, πηγαίνουμε με μια πρακτική οργανωτών της διαδικασίας, να κάνουμε τα καθήκοντα κτήμα κάθε φορά όλο και πιο πλατιών στρωμάτων των μαζών.
Αν πραγματευόμαστε αυτά τα ιδεολογικά καθήκοντα με προλεταριακές αντιλήψεις, αναπτύσσοντας μια δίκαιη, επίμονη και βαθιά ιδεολογική διαπάλη στους κόλπους μας, θα τα εκπληρώσουμε και θα επιβάλλουμε τη μαρξιστική – λενινιστική πρακτική και, συνεπώς, θα βάλουμε το κόμμα σε μια άλλη κατάσταση, που θα σημάνει μια αλματική πρόοδο στην οικοδόμηση του κόμματος.

Δεύτερος νόμος: νόμος της μετατροπής των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές

Ας αρχίσουμε ορίζοντας αυτό το οποίο στη φιλοσοφία συνιστά ποιότητα: είναι το σύνολο των ιδιοτήτων που κάνει ένα φαινόμενο ή ένα αντικείμενο αυτό που είναι. Δηλαδή, το σύνολο χαρακτηριστικών που κάνουν ένα σκύλο να είναι σκύλος, μια εστία να είναι μια εστία και ένα κοινωνικό σύστημα να είναι κοινωνικό σύστημα, για παράδειγμα, ο καπιταλισμός.
Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι τα φαινόμενα, τα πράγματα, ή γενικά η ύλη δεν βρίσκονται σε ηρεμία, αλλά είναι σε διαρκή αλλαγή. Για ποιο λόγο προκαλείται αυτή η αλλαγή; Ας πούμε, βασικά, από τη σύγκρουση ανάμεσα στα αντίθετα που υπάρχουν στο εν λόγω φαινόμενο. Όμως εδώ πρέπει να διακρίνουμε τι τύποι αλλαγών υπάρχουν: αλλαγές ποσοτικές, οι οποίες δεν αλλάζουν την ουσία του φαινομένου, και αλλαγές στην ποιότητά του, δηλαδή, μια αλλαγή στην ουσία του.
Ωστόσο, οι αλλαγές στην ουσία ενός φαινομένου δεν λαμβάνουν χώρα με τρόπο αυθόρμητο, αλλά είναι το αποτέλεσμα συσσώρευσης αλλαγών στην ποσότητα. Για παράδειγμα, η αλλαγή από την ποιότητα ενός εμβρύου σε αυτή ενός νεογέννητου ανθρώπου, αποτελεί προϊόν μηνών εγκυμοσύνης, μέχρις ότου η συσσώρευση αλλαγών θα δημιουργήσει σε μια πολύ σύντομη στιγμή την αλλαγή σε μια νέα ποιότητα. Αυτή η ξαφνική, βίαιη, κομβική αλλαγή ονομάζεται διαλεκτικό άλμα.
Το κομμουνιστικό κόμμα είναι ένα φαινόμενο, μια διαλεκτική ενότητα όπου, όπως είδαμε προηγουμένως, συγκρούονται σε ιδεολογικό επίπεδο οι δύο κοινωνικές τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας και, σε αυτό, συναντούμε ηγετικά κλιμάκια όπως και δεκάδες, εκατοντάδες και χιλιάδες μελών που, ως σύνολο, και με την επαναστατική τους πρακτική, διαμορφώνουν, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, μια ποιότητα.
Το κομμουνιστικό κόμμα έχει συνείδηση του ότι δεν μπορεί από μόνο του να αποκτήσει την ιδιότητα του οδηγητή της επαναστατικής διαδικασίας και να τη φτάσει στην κορύφωσή της με την κατάληψη της εξουσίας: χρειάζεται να καταλάβουμε ότι η συσσώρευση ποσοτικών αλλαγών τόσο στην πολιτική, όσο και στο οργανωτικό σκέλος του κόμματος θα οδηγήσει σε μία νέα ποιότητά του· ως εκ τούτου, επιβάλλεται να κατανοήσουμε την υποχρεωτικότητα της διαδικασίας συσσώρευσης δυνάμεων οι οποίες έχουν συμφέρον από την κοινωνική αλλαγή, οι οποίες επιδιώκουν την εγκαθίδρυση ενός νέου κοινωνικού καθεστώτος, χωρίς εκμεταλλευτές. Για όσο αυτό δεν συμβαίνει, απλούστατα, η “έφοδος στον ουρανό” δεν θα μπορεί να αποτελεί πραγματικότητα.
Το πρώτο βήμα για αυτή τη διαδικασία είναι το να διαρθρωθεί η σπονδυλική στήλη της ίδιας, όπως είναι η συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά, κυρίως τη φτωχή· όμως επίσης σημαίνει να εντάξουμε σε αυτό το σχέδιο όλες τις εργαζόμενες κοινωνικές τάξεις και στρώματα και τους καταπιεσμένους λαούς του Ισημερινού που νιώθουν κοινωνική και γενική περιθωριοποίηση, αποστρέφονται την εκμετάλλευση των φυσικών μας πλούτων και την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, θύματα του ιμπεριαλισμού, όλους τους άντρες και τις γυναίκες του Εκουαδόρ που αισθάνονται την αναγκαιότητα να φτάσουμε σε μια κοινωνία που δημιουργεί ένα νέο άτομο, ένα νέο πρόσωπο, χωρίς μικροπρέπειες και βλαβερούς ατομικισμούς. Το να καταλαβαίνουμε έτσι την επαναστατική δουλειά σημαίνει πως εφαρμόζουμε σωστά το δεύτερο νόμο της διαλεκτικής, καθώς το αποτέλεσμα θα είναι ένα άλμα στο συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων το οποίο προφανώς θα φέρει πιο κοντά τη στιγμή της εξέγερσης στο Εκουαδόρ και την ανατροπή της αστικής τάξης ως τάξης.
Ως τμήμα αυτής της ενιαίας διαδικασίας, είναι υποχρεωτικό οι δυνάμεις της επαναστατικής αριστεράς να μεγαλώσουν ταχύτατα και σε μεγάλη ποσότητα, με τρόπο ώστε να διασφαλιστεί η καθοδήγηση από πλευράς εργατικής τάξης αυτής της ενιαίας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, πρέπει να καταλαβαίνουμε επίσης αυτό το νόμο ως την ανάγκη οι διάφορες τακτικές του κόμματος του προλεταριάτου να επιφέρουν μία μετεωρική ανάπτυξη σε οργανωτικό επίπεδο· και, τέλος, στο εσωτερικό του κόμματος του προλεταριάτου, να αναπτύσσεται η συνείδηση του ότι η διαδικασία της συσπείρωσης, επιλογής και στρατολόγησης αποτελεί επίσης και μια διαδικασία συσσώρευσης ποιοτικών αλλαγών ώστε, σε μια δεδομένη στιγμή, αυτή η συσσωρευμένη ποσότητα να επιφέρει ένα διαλεκτικό άλμα στην ποιότητα του κόμματος, και αυτό να φτάνει σε νέο στάδιο για να πραγματεύεται με καλύτερο τρόπο την επαναστατική διαδικασία και τις πολιτικές προϋποθέσεις που αυτή απαιτεί.
Συνεπάγεται, επομένως, ότι πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτή η διαδικασία συσπείρωσης μελλοντικών μελών του κομμουνιστικού κόμματος πρέπει να λαμβάνει χώρα με πραγματικά κύματα, με μεγάλο τρόπο, ώστε αυτό να επιτρέψει στο μέλος να επιλέξει τους καλύτερους άντρες και γυναίκες της εργατικής τάξης και του λαού, ώστε να πετύχει την μεγέθυνση του κόμματος.
Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις αυτή η πρακτική ευτελίζεται, συσπειρώνονται λίγοι και φυσικά απομένουν τόσο λίγοι για στρατολόγηση στο τέλος μιας διαδικασίας που αυτές οι στρατολογήσεις δεν διαμορφώνουν πραγματικά ένα άλμα στην ποιότητα. Έτσι, πρέπει να αναμένουμε χρόνια πολλά για να πετύχουμε μία αρκετά σημαντική μεγέθυνση.
Το να μην κατανοούμε, επομένως, ότι η πολιτική και ιδεολογική δουλειά με τις μάζες μας πρέπει να μας κάνει να καθοδηγούμε τους αγώνες για τις υλικές και πολιτικές διεκδικήσεις και ότι, σε αυτή τη διαδικασία, πρέπει να συσπειρώνουμε τους φυσικούς αγωνιστές αυτών των μαζών, τους πιο σκληρά εργαζόμενους, τους πιο εξεγερμένους, αυτούς ακόμα που ενίοτε δεν συμφωνούν με ό,τι λέμε, όμως είναι από σκαρί μαχητών και καθοδηγητών, σημαίνει πως δεν κατανοούμε στην πράξη το δεύτερο νόμο της διαλεκτικής.
Η συσπείρωση δεκάδων, εκατοντάδων, χιλιάδων προσώπων για τη διαμόρφωση πυρήνων υποψηφίων για μέλη του κόμματος, θα επιλύει, εξάλλου, προβλήματα όπως την ανάπτυξη και την πώληση του επαναστατικού Τύπου, τα οικονομικά της οργάνωσης, την ύπαρξη ανθρώπων για τις διάφορες τακτικές και, το πιο σημαντικό: μια νέα και πολυάριθμη στρατιά κομμουνιστών.
Αυτή η μορφή εργασίας για την οικοδόμηση του κόμματος θα έχει ως συνέπεια μια μεγαλύτερη επιρροή στις λαϊκές μάζες, θα πολλαπλασιάσει τον αγώνα στα άλλα κοινωνικά τμήματα, θα δημιουργήσει όρους για αγώνες όλο και πιο μεγάλους, διεκδικητικούς και, πάνω από όλα, το κόμμα, σε μια αδιάσπαστη διαδικασία, θα μεγεθύνεται με μεγάλα άλματα. Κατανοώντας έτσι αυτό το νόμο, θα διασφαλίζουμε ένα κόμμα όλο και πιο μεγάλο και ποιοτικότερο, το οποίο να είναι σε καλύτερες συνθήκες για να εκπληρώσει την ιστορική του αποστολή να οδηγήσει την εργατική τάξη και τους λαούς του Εκουαδόρ στην κατάκτηση της εξοσυάις και στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.

Τρίτος νόμος: ο νόμος της άρνησης της άρνησης

Πρώτα πρέπει να ορίσουμε την έννοια της άρνησης στη διαλεκτική: άρνηση είναι η απαραίτητη, υποχρεωτική αντικατάσταση μιας παλιάς ποιότητας από μια νέα, η οποία γεννήθηκε μέσα στην παλιά, όμως είναι σε ένα στάδιο και ποιοτικά ανώτερη από την προηγούμενη. Έτσι, για παράδειγμα, η πρωτόγονη κομμουνιστική κοινωνία αντικαταστάθηκε από τη δουλοκτητική, αυτή από τη φεουδαρχία, αυτή από τον καπιταλισμό και ο καπιταλισμός από το σοσιαλισμό. Αυτό σημαίνει πως η δουλοκτητική ήταν άρνηση της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας, η φεουδαρχία άρνηση της δουλοκτητικής, ο καπιταλισμός άρνηση της φεουδαρχίας και ο σοσιαλισμός άρνηση του καπιταλισμού, για να φτάσουμε τελικά, στη μετάβαση στον κομμουνισμό. Όλες οι νέες ποιότητες, οι οποίες είναι προϊόν της κοινωνικής ανάπτυξης, συνιστούν ένα ανώτερο στάδιο σε αυτή την ανάπτυξη. Είναι αυτό που αποκαλείται σπειροειδής ανάπτυξη.
Ας εργαστούμε λοιπόν για να αντικαταστήσουμε την παλιά, διεφθαρμένη και εκμεταλλευτική καπιταλιστική αστική κοινωνία από μια νέα κοινωνία, χωρίς εκμετάλλευση, τη σοσιαλιστική κοινωνία, την κοινωνία της ευημερίας. Για κάτι τέτοιο, χρειαζόμαστε επίσης ένα κόμμα με μια νέα ποιότητα, το οποίο έχει τις ιδεολογικές, πολιτικές και οργανωτικές προϋποθέσεις για να εκπληρώσει το πιο σύνθετο ως τώρα καθήκον, αυτό του να προχωρήσει προς τη διαδικασία που να θέτει τις βάσεις για την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού στο Εκουαδόρ.
Κάθε φορά που υπάρχει μια σημαντική ποσοτική ανάπτυξη, με τη μορφή που αναπτύχθηκε προηγουμένως, αυτό οδηγεί σε μια νέα ποιότητα που, με τη σειρά της, αποτελεί άρνηση της προηγούμενης, η οποία όμως θέτει το κομμουνιστικό κόμμα σε ένα στάδιο κάθε φορά ανώτερο, το οποίο επιτρέπει, επίσης, ως προϊόν της αριθμητικής του ανάπτυξης, μία καθοδήγηση όλο και πιο ικανή, με μεγαλύτερη αφοσίωση και ανάπτυξη, όπως επίσης και μία βάση όλο και πιο αφοσιωμένη στη διαδικασία που αναφέρεται μια καθοδήγηση του κόμματος, με μεγαλύτερη δεξιότητα για την εκπόνηση επαναστατικών πολιτικών, με καλύτερες ιδεολογικές προϋποθέσεις για την υλοποίηση αυτής της γραμμής, με μέλη όλο και πιο διακεκριμένα και θαρραλέα, για την ανταπόκριση στις νέες προκλήσεις που θέτει η επαναστατική διαδικασία.
Πρέπει να καταλάβουμε επίσης ότι αυτή η διαδικασία δεν ανακόπτεται: η διαλεκτική ανάπτυξη του κομμουνιστικού κόμματος θα συνεχίσει και μετά την κατάληψη της εξουσίας, με τα καθήκοντα της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας· και κάτι τέτοιο θα απαιτεί ένα κόμμα ανώτερης ποιότητας, το οποίο θα σταματήσει να υπάρχει με την οικοδόμηση του κομμουνισμού, η οποία θα προκαλέσει την εξαφάνιση των κοινωνικών τάξεων και την εξαφάνιση τόσο του σοσιαλιστικού κράτους όσο και του ίδιου του κόμματος, καθώς αυτό εκπροσωπεί τα πολιτικά και ιδεολογικά συμφέροντα της εργατικής τάξης· και, καθώς αυτή θα έχει εξαφανιστεί, ούτε το κόμμα θα είναι πλέον απαραίτητο.
Οι νόμοι της διαλεκτικής θα συνεχίσουν να δρουν στην ανθρώπινη κοινωνία σε άλλες σφαίρες και όχι πλέον στην πάλη των τάξεων.
Νοέμβρης 2014

Περιοδικό Revista Politica, Θεωρητικό Περιοδικό της Κεντρικής Επιτροπής του Μαρξιστικού Λενινιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος Εκουαδόρ, τ. 29, Δεκέμβρης 2014, σ.σ. 111-126
Μετάφραση:  parapoda.wordpress.com

Από http://anasintaxi.blogspot.gr/2017/02/domingo-sevilla.html

Τρίτη 16 Μαΐου 2017

Η αντίθεση της διαλεκτικής προς τη μεταφυσική στην κατανόηση της εξέλιξης

Η ανακάλυψη της καθολικής αλληλεξάρτησης των αντικειμένων, των φαινομένων είναι το πρώτο βήμα στο δρόμο για τη γνώση της διαλεκτικής της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης. Η εξέταση των φαινομένων στην αλλαγή, στην ανανέωση, στην εξέλιξή τους είναι ένα παραπέρα βάθαιμα της γνώσης του αντικειμενικού κόσμου από τον άνθρωπο.

Η θέση της διαλεκτικής για την κίνηση, την ανανέωση, την εξέλιξη όλων των αντικειμένων και των φαινομένων συνδέεται οργανικά με τη θέση για την αλληλουχία των φαινομένων. Ο Ένγκελς έγραφε :"Όλη η προσιτή σε μας φύση απαρτίζει κάποιο σύστημα, κάποια συνολική σύνδεση σωμάτων...Στο γεγονός ότι τα σώματα αυτά βρίσκονται σε αμοιβαία σύνδεση περικλείνεται κιόλας το ότι επιδρούν το ένα στο άλλο,και η αμοιβαία αυτή επίδραση του ενός πάνω στο άλλο είναι ίσα-ίσα η κίνηση".
Η σύνδεση και η αλληλεπίδραση είναι αναπόσπαστες από την κίνηση, την αλλαγή και την εξέλιξη.
Η διαλεκτική αντίληψη για την εξέλιξη σαν προτσές γέννησης του καινούργιου και εξαφάνισης του παλιού είναι μια από τις σπουδαιότερες θέσεις στο θεωρητικό βάθρο της επαναστατικής πάλης του προλεταριάτου κατά του καπιταλισμού, για το σοσιαλισμό, στη θεωρητική θεμελίωση της στρατηγικής και της τακτικής του προλεταριάτου.


Οι θεμελιωτές του μαρξισμού - λενινισμού επεξεργάστηκαν ολόπλευρα το ζήτημα του διαλεκτικού χαρακτήρα της εξέλιξης, το ζήτημα της αλλαγής της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης. Ο Μαρξ έδειξε ότι η κοινωνία βρίσκεται σε αέναη εξέλιξη και αλλαγή. Όλα τα κοινωνικά φαινόμενα ο Μαρξ τα εξετάζει στην εξέλιξη και την αλλαγή τους. Το κλασικό έργο του Μαρξ "Το Κεφάλαιο" είναι πρότυπο δημιουργικής εφαρμογής του διαλεκτικού υλισμού στην ανάλυση των νόμων εξέλιξης του καπιταλισμού.


Η διαλεκτική,διδάσκει ο Ένγκελς, περιλαμβάνει όλες τις μορφές κίνησης από την απλή μετατόπιση των αντικειμένων στο χώρο ως την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο Ένγκελς έδωσε τον χαρακτηρισμό της διαλεκτικής κατανόησης των βασικών μορφών της κίνησης της ύλης και του συσχετισμού κίνησης και ηρεμίας. Στηριγμένος στα δεδομένα της επιστήμης για τη φύση και την κοινωνία, ο Ένγκελς έδειξε ότι η κίνηση είναι μορφή, είναι τρόπος ύπαρξης της ύλης, αναφαίρετη ιδιότητά της. Δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει ύλη χωρίς κίνηση. Αυτό είναι το σπουδαιότατο συμπέρασμα του διαλεκτικού υλισμού.

Ο Λένιν, υπερασπίζοντας τη μαρξιστική διαλεκτική από τις διαστρεβλώσεις, αναπτύσσοντας την και πλουτίζοντας την με βάση τα νέα δεδομένα των επιστημών για τη φύση και τη νέα πρακτική πείρα της επαναστατικής πάλης, πλούτισε τη διαλεκτική αντίληψη της εξέλιξης. Ο Β.Ι.Λένιν ξεσκέπασε τους ναρόντνικους που διεκήρυτταν ότι η διαλεκτική είναι σοφιστική και τους ρεβιζιονιστές που προπαγανδιζαν έναν αγοραίο εξελικτικισμό. Στο βιβλίο του "Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός" ο Λένιν κατετρόπωσε τους μαχιστές, που αποσπούσαν την κίνηση από την ύλη, που εξέταζαν την κίνηση έξω από την ύλη.Γενικεύοντας τα νέα δεδομένα της φυσικής, ο Λένιν έδειξε ότι η μαρξιστική διδασκαλία για την κίνηση σαν αναφαίρετη ιδιότητα της ύλης βρήκε ξανά επιβεβαίωση στη φυσική.


"Σε αντίθεση προς τη μεταφυσική -γράφει ο Ι.Β Στάλιν- η διαλεκτική εξετάζει τη φύση όχι σαν κατάσταση ηρεμίας και ακινησίας, στασιμότητας και αμεταβλητότητας, μα σαν κατάσταση αδιάκοπης κίνησης και αλλαγής ,αδιάκοπης ανανέωσης και εξέλιξης, όπου πάντα κάτι γεννιέται και αναπτύσσεται, κάτι καταστρέφεται και τραβάει προς το χαμό του. Γι'αυτό η διαλεκτική μέθοδος απαιτεί να εξετάζονται τα φαινόμενα όχι μόνο από την άποψη της αμοιβαίας σύνδεσής τους και του αλληλοκαθορισμού τους, μα κι από την άποψη της κίνησης τους, της αλλαγής τους, της εξέλιξής τους, από την άποψη της εμφάνισης και της εξαφάνισή τους."


Σύμφωνα με τη μεταφυσική άποψη όλα στη φύση μένουν όπως ήταν, αμετάβλητα, αποστεωμένα.

Ο Ένγκελς, βγάζοντας στο φως τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της φυσιογνωσίας του 17ου-18ου αιώνα, τόνιζε ότι η επιστήμη εκείνης της περιόδου εξέταζε τη φύση σε κατάσταση ηρεμίας. Οι επιστήμονες εκείνης της περιόδου φαντάζονταν τη φύση αμετάβλητη. Είχαν τη γνώμη ότι οι πλανήτες περιστρέφονται κατά αμετάβλητες ελλείψεις, ενώ οι απλανείς στέκονται αιωνίως ακίνητοι στις θέσεις τους. Υπέθεταν ότι υπήρχαν πάντα οι σημερινές πέντε ήπειροι του κόσμου, υπήρχαν πάντα τα ίδια βουνά, πεδιάδες, θάλασσες, ποτάμια, λίμνες. Το κλίμα, η χλωρίδα, η πανίδα, τα είδη των φυτών και των ζώων εθεωρούντο επίσης απολύτως σταθερά και αμετάβλητα.

Το πόσο ισχυρή ήταν η επίδραση της μεταφυσικής στις απόψεις των φυσιοδιφών μπορούμε να το κρίνουμε από τις αντιλήψεις του γνωστού Γάλλου ζωολόγου Κυβιέ. Μελετώντας τα απολιθώματα των ζώων, ο Κυβιέ ανακάλυψε ότι τα ζώα που υπήρχαν παλιότερα διαφέρουν από τα τωρινά. Από το γεγονός αυτό έβγαινε μόνο του το συμπέρασμα για την εξέλιξη των ειδών. Ωστόσο ο Κυβιέ δεν ακολούθησε αυτό το δρόμο, αλλά ισχυριζόταν ότι τα είδη είναι αμετάβλητα. Θεωρούσε ότι η γη πέρασε κάμποσες καταστροφές, "κατακλυσμούς'', που το αποτέλεσμα τους ήταν πως κάθε φορά χάνονταν τα ζώα και τα φυτά και ότι έμενε για πολύ καιρό ακατοίκητη, ώσπου να τα ξαναδημιουργήσει κάποια "θεϊκή" δύναμη.

Παραλλαγή των μεταφυσικών αντιλήψεων ήταν η αντιεπιστημονιική θεωρία του προμορφισμού, που πολύν καιρό την προπαγάνδιζαν στη βιολογία, σύμφωνα μ`αυτή την παραλλαγή το έμβρυο του οργανισμού έχει όλα τα γνωρίσματα και όλα τα όργανα του ενηλίκου ζώου ή ανθρώπου.

Η κατοπινή εξέλιξη της επιστήμης ανασκεύασε ολότελα τις απόψεις αυτού του είδους.

Ωστόσο θα ήταν λάθος να θεωρείται η μεταφυσική απλώς και μόνο ιστορικό παρελθόν. Στην αστική επιστήμη η μεταφυσική κυριαρχεί και σήμερα. Είναι αλήθεια πώς στην εποχή μας είναι δύσκολο ν αρνηθεί κανείς την εξέλιξη, γι'αυτό οι αστοί φιλόσοφοι, επιθυμώντας να διατηρήσουν κάποια επίφαση επιστημονικότητας των απόψεων τους, δεν αρνούνται κατηγορηματικά και ανοικτά την εξέλιξη, μα διαστρεβλώνουν την ουσία της. Αυτή είναι μια από τις ιδιομορφίες της μεταφυσικής στο σύγχρονο στάδιο της.

Ορισμένοι αστοί επιστήμονες επιχειρούν, λόγου χάρη, "ν`αποδείξουν'' ότι το σύμπαν έχει αρχή μέσα στο χρόνο και, συνεπώς, θα έχει και τέλος. Οι αντιδραστικοί ισχυρίζονται ότι η εξέλιξη της φύσης έχει τάχα σταματήσει. Οι απόψεις αυτού του είδους αποτελούν υπεράσπιση της παπαδοσύνης και δεν έχουν τίποτε το κοινό με την επιστήμη. Έτσι ο αστός ιδεαλιστής επιστήμονας Τζ. Τζήνς κηρύχνει τη μεταφυσική και δηλώνει ότι η φύση δεν εξελίσσεται μέσα στο χρόνο και το χώρο.

Η σύγχρονη αντιδραστική ιδεολογία προσπαθεί με κάθε τρόπο ν`αναστήσει τη μεταφυσική, να εξοστρακίσει από την επιστήμη την ιδέα της εξέλιξης. Για το σκοπό αυτό καταβάλλει εντατική προσπάθεια ν`ανασκευασθεί ο δαρβινισμός, ν`ανασκευασθεί η ίδια η ιδέα της εξέλιξης της ζωντανής φύσης. Ο δαρβινισμός χαρακτηρίζεται τέχνασμα και προβάλλεται ο ισχυρισμός πως η ιδέα της εξέλιξης έχει δήθεν χρεωκοπήσει.

Οι τέτοιες ψευτοθεωρίες σαν το μεντελισμό - βαϊσμανισμό - μοργκανισμό, αποτελούν τυπική μεταφυσική. Οι βαϊσμανιστές - μοργκανιστές στα λόγια παραδέχονται την εξέλιξη, και μάλιστα κρύβονται πίσω από την ταμπέλα του νεοδαρβινισμού. Στην πράξη όμως αρνούνται το καινούργιο στο προτσές της εξέλιξης της οργανικής φύσης. Ισχυρίζονται ότι υπάρχει κάποια ιδιαίτερη κληρονομική ουσία, που είναι δήθεν αιώνια, αμετάβλητη, αθάνατη και δεν εξαρτάται από τις συνθήκες του περιβάλλοντος. Ο Βάισμαν έγραφε : "Μόνο το σώμα είναι θνητό με την έννοια του φυσικού θανάτου, ενώ η κληρονομική βάση είναι αθάνατη. Η βάση αυτή εκτείνεται από γενεά σε γενεά σαν ερπυστικό ρίζωμα."

Αν η κληρονομική ουσία είναι αιώνια και αμετάβλητη, αυτό σημαίνει πως στο προτσές της εξέλιξης των οργανισμών δε δημιουργείται τίποτε το καινούργιο, μα απλώς και μόνο εκδηλώνονται οι από προηγούμενα εναποθεμένες μέσα τους ιδιότητες. Έτσι ο βαϊσμανισμός είναι απαράλλακτος ο προμορφισμός, που αρνείται την εξέλιξη,τη γέννηση του καινούργιου και παραδέχεται μόνο την απλή αύξηση. Οι βαϊσμανιστές καταπολεμούν ανοικτά την διαλεκτική ιδέα της εξέλιξης και ισχυρίζονται ότι δήθεν η εξέλιξη της οργανικής φύσης "σταματά", "σβήνει", λόγω του ότι οι οργανισμοί χάνουν τα "αποθέματα μεταλλαγών"

Η  μεταφυσική αντίληψη της εξέλιξης κυριαρχεί και στη σύγχρονη αστική κοινωνιολογία. Επί αιώνες οι αντιδραστικοί επανελάμβαναν το τροπάρι της αιωνιότητας του χωρισμού της κοινωνίας σε τάξεις, το τροπάρι του απαραβίαστου των αρχών της ατομικής ιδιοκτησίας, το τροπάρι των αιώνων αρχών της ηθικής, της καθολικότητας του "θρησκευτικού συναισθήματος" κλπ. Οι μεταφυσικές αυτές θεωρίες διαδόθηκαν ιδιαίτερα πλατιά στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Οι συνήγοροι του καπιταλισμού που έφαγε το ψωμί του, του καπιταλισμού που πεθαίνει, προσπαθούν μ`όλες τους τις δυνάμεις ν`αποδείξουν την αιωνιότητα του καπιταλισμού, το απαρασάλευτο της διαίρεσης της κοινωνίας σε καταπιεζόμενους και καταπιεστές,σε "κατώτερες" και "ανώτερες" φυλές.

Η μεταφυσική διαποτίζει απ`άκρη σ `άκρη όλη την αντιδραστική αστική φιλοσοφία. Λόγου χάρη οι πραγματιστές ισχυρίζονται ότι ο κόσμος αυτός καθ`εαυτόν δεν υπόκειται σε κανενός είδους αλλαγές. Γι'αυτούς η κίνηση, η αλλαγή δεν είναι τίποτε περισσότερο από τρόπος διάκρισης των φαινομένων, τρόπος που εφαρμόζεται,επειδή είναι βολικός για το γνωρίζον υποκείμενο.

Στην εποχή μας η μεταφυσική αποτελεί,για οποιονδήποτε τομέα γνώσης κι αν πρόκειται, μια από τις εκδηλώσεις της αστικής κοσμοθεωρίας. Η σύγχρονη αντίδραση προσπαθεί να βρει τη δικαίωσή της στη μεταφυσική ερμηνεία της εξέλιξης. Η εργατική τάξη βρίσκει στη διαλεκτική αντίληψη της εξέλιξης την επιστημονική θεμελίωση της πάλης της για το καινούργιο, για τον σοσιαλισμό. Αυτό σημαίνει ότι στη σύγχρονη κοινωνία η μεταφυσική και το αντίθετό της η διαλεκτική αντίληψη της εξέλιξης, αντανακλούν τη ριζική αντίθεση αστικής και προλεταριακής κοσμοθεωρίας.

Από τις δύο αντιλήψεις για την εξέλιξη επιστημονική είναι μόνο η διαλεκτικο - υλιστική. Η αντίληψη αυτή επικυρώνεται εξ ολοκλήρου από τα συμπεράσματα της σύγχρονης φυσιογνωσίας και απ`όλη την κοινωνικο - παραγωγική δράση των ανθρώπων.

Από το βιβλίο ''Διαλεκτικός Υλισμός'' της ακαδημίας επιστημών ΕΣΣΔ








Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Β.Ι Λένιν Οι τρεις πηγές και τα τρία συστατικά μέρη του Μαρξισμού

Σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο οι διδασκαλίες του Μαρξ προκαλoύν την υπέρτατη εχθρότητα και το μίσος όλης της αστικής επιστήμης (και της επίσημης και της φιλελεύθερης), η οποία θεωρεί τον μαρξισμό ως ένα είδος «βλαβερής αίρεσης». Και δεν μπορεί να αναμένεται καμία άλλη συμπεριφορά, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει καμία «αμερόληπτη» κοινωνική επιστήμη σε μια κοινωνία που βασίζεται στην ταξική πάλη. Με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, όλη η επίσημη και φιλελεύθερη επιστήμη υπερασπίζει τη μισθωτή δουλεία, ενώ ο μαρξισμός έχει κηρύξει ανηλεή πόλεμο στη μισθωτή δουλεία. Το να περιμένουμε από την επιστήμη να είναι αμερόληπτη σε μια κοινωνία μισθωτής δουλείας είναι τόσο ανόητα αφελές όσο το να περιμένουμε αμεροληψία από τους εργοστασιάρχες στο ζήτημα εάν οι αμοιβές των εργατών πρέπει να αυξηθούν με τη μείωση των κερδών του κεφαλαίου.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η ιστορία της φιλοσοφίας και η ιστορία της κοινωνικής επιστήμης δείχνουν με τέλεια σαφήνεια ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μοιάζει με «σεκταρισμό» στον μαρξισμό, με την έννοια του να είναι κάποια κλειστή, αποστεωμένη διδασκαλία που εμφανίστηκε έξω από τη λεωφόρο της εξέλιξης του παγκόσμιου πολιτισμού. Αντίθετα, η μεγαλοφυΐα του Μαρξ έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι έδωσε απαντήσεις σε ερωτήματα που είχαν ήδη εγείρει τα πρωτοπόρα μυαλά της ανθρωπότητας. Η διδασκαλία του προέκυψε ως η ευθεία και άμεση συνέχεια των διδασκαλιών των μεγαλύτερων αντιπροσώπων της φιλοσοφίας, της πολιτικής οικονομίας και του σοσιαλισμού.

Η διδασκαλία του Μαρξ είναι παντοδύναμη επειδή είναι αληθινή. Είναι περιεκτική και αρμονική, και παρέχει στους ανθρώπους μια ακέραια σύλληψη του κόσμου που είναι αδιάλλακτη απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή δεισιδαιμονίας, αντίδρασης ή υπεράσπισης της αστικής καταπίεσης. Είναι ο νόμιμος διάδοχος του καλύτερου που δημιουργήθηκε από την ανθρωπότητα στον 19ο αιώνα με τη μορφή της γερμανικής φιλοσοφίας, της αγγλικής πολιτικής οικονομίας και του γαλλικού σοσιαλισμού.

Σε αυτές τις τρεις πηγές του μαρξισμού, που είναι συγχρόνως τα συστατικά μέρη του, θα σταθούμε εν συντομία.

I

Η φιλοσοφία του μαρξισμού είναι ο υλισμός. Σε όλη την σύγχρονη ιστορία της Ευρώπης, και ειδικά στο τέλος του 18ου αιώνα στη Γαλλία, που ήταν η σκηνή μιας αποφασιστικής μάχης ενάντια σε κάθε είδος μεσαιωνικών σκουπιδιών, ενάντια στη φεουδαρχία και τους θεσμούς της και τις ιδέες της, ο υλισμός έχει αποδείξει ότι είναι η μόνη φιλοσοφία που είναι συνεπής, αληθινή σε όλες τις διδασκαλίες της φυσικής επιστήμης και εχθρική στη δεισιδαιμονία, την ψευτοευλάβεια, κ.λπ. Οι εχθροί της δημοκρατίας επομένως προσπάθησαν με κάθε τρόπο να «καταρρίψουν», να υπονομεύσουν και να δυσφημήσουν τον υλισμό, και υποστήριξαν τις διάφορες μορφές του φιλοσοφικού ιδεαλισμού, ο οποίος πάντα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, καταλήγει σε υπεράσπιση ή υποστήριξη της θρησκείας.

Ο Mαρξ και ο Ένγκελς πάντα υπεράσπισαν το φιλοσοφικό υλισμό με τον πιο αποφασιστικό τρόπο και εξήγησαν επανειλημμένα πόσο βαθιά λαθεμένη είναι κάθε απόκλιση από αυτή τη βάση. Οι απόψεις τους εκτίθενται σαφέστερα και πληρέστερα στα έργα του Ένγκελς, Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και Αντι-Ντίρινγκ1, τα οποία όπως το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, είναι εγχειρίδια για κάθε ταξικά συνειδητό εργάτη.

Αλλά ο Mαρξ δεν σταμάτησε στον υλισμό του 18ου αιώνα· προώθησε τη φιλοσοφία σε ένα ανώτερο επίπεδο, την εμπλούτισε με τα επιτεύγματα της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, ειδικά του χεγκελιανού συστήματος, το οποίο με τη σειρά του είχε οδηγήσει στον υλισμό του Φόιερμπαχ. Το κύριο επίτευγμα ήταν η διαλεκτική, δηλ., η διδασκαλία της ανάπτυξης στην πληρέστερη και βαθύτερη και πιο περιεκτική μορφή της, η διδασκαλία της σχετικότητας της ανθρώπινης γνώσης, η οποία μας παρέχει μια αντανάκλαση της αιώνια εξελισσόμενης ύλης. Οι πιο πρόσφατες ανακαλύψεις της φυσικής επιστήμης –το ράδιο, τα ηλεκτρόνια, η μεταστοιχείωση των στοιχείων– υπήρξαν μια αξιοσημείωτη επιβεβαίωση του διαλεκτικού υλισμού του Mαρξ, παρά τις διδασκαλίες των αστών φιλοσόφων με τις «νέες» επιστροφές τους στον παλαιό και σάπιο ιδεαλισμό.

Ο Μαρξ βάθυνε και ανέπτυξε πλήρως το φιλοσοφικό υλισμό, και επέκτεινε τη γνώση της φύσης ώστε να συμπεριλάβει τη γνώση της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο ιστορικός υλισμός του ήταν ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της επιστημονικής σκέψης. Το χάος και η αυθαιρεσία που προηγουμένως βασίλευαν στις απόψεις για την ιστορία και την πολιτική έδωσαν τόπο σε μια εντυπωσιακά ακέραια και αρμονική επιστημονική θεωρία, η οποία δείχνει πώς, σαν συνέπεια της αύξησης των παραγωγικών δυνάμεων, από το ένα σύστημα της κοινωνικής ζωής αναπτύσσεται ένα άλλο υψηλότερο – πώς αναπτύσσεται ο καπιταλισμός, παραδείγματος χάριν, από τη φεουδαρχία.

Όπως ακριβώς η γνώση του ανθρώπου αντανακλά τη φύση (δηλαδή, την εξελισσόμενη ύλη), που υπάρχει ανεξάρτητα από τον άνθρωπο, έτσι και η κοινωνική γνώση του ανθρώπου (π.χ., οι διάφορες απόψεις και διδασκαλίες – φιλοσοφικές, θρησκευτικές, πολιτικές, κοκ) αντανακλά το οικονομικό σύστημα της κοινωνίας. Οι πολιτικοί θεσμοί είναι ένα εποικοδόμημα στην οικονομική βάση. Βλέπουμε, παραδείγματος χάριν, ότι οι διάφορες πολιτικές μορφές των σύγχρονων ευρωπαϊκών κρατών υπηρετούν την ενίσχυση της κυριαρχίας της αστικής τάξης πάνω στο προλεταριάτο.

Η φιλοσοφία του Mαρξ είναι ο ωριμασμένος φιλοσοφικός υλισμός, ο οποίος παρείχε στην ανθρωπότητα, και ειδικά στην εργατική τάξη, ισχυρά όργανα γνώσης.

II

Έχοντας αναγνωρίσει ότι το οικονομικό σύστημα είναι η βάση πάνω στην οποία υψώνεται το πολιτικό εποικοδόμημα, ο Μαρξ αφιέρωσε την περισσότερη προσοχή του στη μελέτη αυτού του οικονομικού συστήματος. Το κύριο έργο του Μαρξ, Το Κεφάλαιο, είναι αφιερωμένο στη μελέτη του οικονομικού συστήματος της σύγχρονης, δηλαδή της καπιταλιστικής, κοινωνίας.

Η κλασική πολιτική οικονομία, πριν από τον Μαρξ, εξελίχθηκε στην Αγγλία, την πιο ανεπτυγμένη από τις κεφαλαιοκρατικές χώρες. Ο Άνταμ Σμιθ και ο Ντέιβιντ Ρικάρντο2, με τις έρευνές τους για το οικονομικό σύστημα, έβαλαν τα θεμέλια της εργασιακής θεωρίας της αξίας. Ο Μαρξ συνέχισε το έργο τους· παρείχε μια απόδειξη αυτής της θεωρίας και την ανέπτυξε με συνέπεια. Έδειξε ότι η αξία κάθε εμπορεύματος καθορίζεται από την ποσότητα του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του.

Όπου οι αστοί οικονομολόγοι έβλεπαν μια σχέση μεταξύ πραγμάτων (η ανταλλαγή του ενός εμπορεύματος για ένα άλλο), ο Μαρξ αποκάλυψε μια σχέση μεταξύ ανθρώπων. Η ανταλλαγή εμπορευμάτων εκφράζει το δεσμό μεταξύ μεμονωμένων παραγωγών μέσω της αγοράς. Το χρήμα υποδηλώνει ότι αυτός ο δεσμός γίνεται όλο και πιο στενός, συνδέοντας αξεχώριστα ολόκληρη την οικονομική ζωή των μεμονωμένων παραγωγών σε ένα σύνολο. Το κεφάλαιο υποδηλώνει μια περαιτέρω ανάπτυξη αυτού του δεσμού: η εργατική δύναμη του ανθρώπου γίνεται εμπόρευμα. Ο μισθωτός εργάτης πωλεί την εργατική του δύναμη στον ιδιοκτήτη του εδάφους, των εργοστασίων και των εργαλείων της εργασίας. Ο εργάτης ξοδεύει ένα μέρος της εργάσιμης ημέρας για να καλύψει τα έξοδα της συντήρησης αυτού και της οικογένειάς του (μισθός εργασίας), ενώ στο άλλο μέρος της ημέρας δουλεύει χωρίς ανταμοιβή, δημιουργώντας για τον καπιταλιστή υπεραξία, την πηγή κέρδους, την πηγή του πλούτου της τάξης των καπιταλιστών.

Η διδασκαλία της υπεραξίας είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της οικονομικής θεωρίας του Μαρξ.

Το κεφάλαιο, που δημιουργείται από την εργασία του εργάτη, συντρίβει τον εργάτη, καταστρέφοντας τους μικροαστούς και δημιουργώντας ένα στρατό ανέργων. Στη βιομηχανία, η νίκη της μεγάλης κλίμακας παραγωγής είναι άμεσα προφανής, αλλά παρατηρούμε το ίδιο φαινόμενο στη γεωργία επίσης, όπου η ανωτερότητα της μεγάλης κλίμακας καπιταλιστικής γεωργίας ενισχύεται, η εφαρμογή μηχανημάτων αυξάνεται και το αγροτικό νοικοκυριό, πιασμένο στη θηλιά του χρηματικού κεφαλαίου, ξεπέφτει και βυθίζεται στην καταστροφή, κάτω από το βάρος της καθυστερημένης τεχνικής του. Στη γεωργία, η πτώση της μικρής κλίμακας παραγωγής παίρνει διαφορετικές μορφές, αλλά η ίδια η πτώση της είναι ένα αναμφισβήτητο γεγονός.

Καταστρέφοντας τη μικρής κλίμακας παραγωγή, το κεφάλαιο οδηγεί σε μια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και στη δημιουργία μιας μονοπωλιακής θέσης για τις ενώσεις των μεγάλων καπιταλιστών. Η παραγωγή η ίδια γίνεται όλο και πιο κοινωνική – εκατοντάδες χιλιάδες και εκατομμύρια εργατών συνενώνονται σε έναν εύτακτο οικονομικό οργανισμό– αλλά το προϊόν της συλλογικής εργασίας το ιδιοποιούνται μια χούφτα καπιταλιστές. Η αναρχία της παραγωγής εντείνεται, όπως και οι κρίσεις, το λυσσαλέο κυνηγητό των αγορών και η αβεβαιότητα της ύπαρξης της μάζας του πληθυσμού.

Αυξάνοντας την εξάρτηση των εργατών στο κεφάλαιο, το κεφαλαιοκρατικό σύστημα δημιουργεί τη μεγάλη δύναμη της ενωμένης εργασίας.

Ο Μαρξ παρακολούθησε την ανάπτυξη του καπιταλισμού από τα πρώτα έμβρυα της εμπορευματικής οικονομίας, από την απλή ανταλλαγή, ως τις ανώτερες μορφές του, τη μεγάλης κλίμακας παραγωγή. Και η εμπειρία όλων των καπιταλιστικών χωρών, παλαιών και νέων, καταδεικνύει σαφώς την αλήθεια αυτής της διδασκαλίας του Μαρξ σε αυξανόμενους αριθμούς εργατών.

Ο καπιταλισμός θριάμβευσε σε όλον τον κόσμο, αλλά αυτός ο θρίαμβός του είναι μόνο το προοίμιο του θριάμβου της εργασίας κατά του κεφαλαίου.

III

Όταν η φεουδαρχία ανατράπηκε, και η «ελεύθερη» καπιταλιστική κοινωνία εμφανίστηκε στον κόσμο, έγινε αμέσως προφανές ότι αυτή η ελευθερία σήμαινε ένα νέο σύστημα καταπίεσης και εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Διάφορες σοσιαλιστικές διδασκαλίες εμφανίστηκαν αμέσως ως αντανάκλαση και διαμαρτυρία ενάντια σε αυτήν την καταπίεση. Αλλά ο πρώιμος σοσιαλισμός ήταν ουτοπικός σοσιαλισμός3. Επέκρινε την καπιταλιστική κοινωνία, την καταδίκαζε και την καταριόταν, ονειρευόταν την καταστροφή της, οραματιζόταν μια καλύτερη τάξη και προσπαθούσε να πείσει τους πλουσίους για την ανηθικότητα της εκμετάλλευσης.

Αλλά ο ουτοπικός σοσιαλισμός δεν μπορούσε να υποδείξει την πραγματική λύση. Δεν μπορούσε να εξηγήσει την αληθινή φύση της μισθωτής δουλείας κάτω από τον καπιταλισμό, ούτε να ανακαλύψει τους νόμους της ανάπτυξής του, ούτε να δείξει ποια κοινωνική δύναμη είναι ικανή να γίνει ο δημιουργός μιας νέας κοινωνίας.

Στο μεταξύ, οι θυελλώδεις επαναστάσεις που παντού στην Ευρώπη, και ειδικά στη Γαλλία, συνόδευσαν την πτώση της φεουδαρχίας, της δουλοπαροικίας, αποκάλυπταν όλο και πιο εξόφθαλμα πως βάση όλης της εξέλιξης και κινητήρια δύναμή της είναι η πάλη των τάξεων.

Ούτε μια νίκη της πολιτικής ελευθερίας πάνω στην τάξη των φεουδαρχών δεν κατακτήθηκε χωρίς απεγνωσμένη αντίσταση. Ούτε μια καπιταλιστική χώρα δε διαμορφώθηκε πάνω σε μια λιγότερο ή περισσότερο ελεύθερη, δημοκρατική βάση, χωρίς αγώνα ζωής ή θανάτου ανάμεσα στις διάφορες τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Η μεγαλοφυΐα του Μαρξ έγκειται στο ότι ήταν ο πρώτος που εξήγαγε από εδώ το συμπέρασμα που μας διδάσκει η παγκόσμια ιστορία και το εφάρμοσε με συνέπεια. Το συμπέρασμα αυτό είναι η διδασκαλία για την ταξική πάλη.

Οι άνθρωποι ήταν πάντα και θα είναι πάντα τα απλοϊκά θύματα της εξαπάτησης και της αυτό-έξαπατησης στην πολιτική ωσότου μάθουν να ανακαλύπτουν τα συμφέροντα τούτης ή εκείνης της τάξης πίσω από όλες τις ηθικές, θρησκευτικές, πολιτικές και κοινωνικές φράσεις, διακηρύξεις και υποσχέσεις. Οι υποστηρικτές των μεταρρυθμίσεων και των βελτιώσεων θα εξαπατούνται πάντα από τους υπερασπιστές του παλιού ωσότου συνειδητοποιήσουν ότι κάθε παλιός θεσμός, όσο βάρβαρος και σάπιος μπορεί να φαίνεται πως είναι, διατηρείται από τις δυνάμεις τούτων ή εκείνων των κυρίαρχων τάξεων. Και υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να σπάσουμε την αντίσταση αυτών των τάξεων: να βρούμε μέσα στην ίδια την κοινωνία που μας περιβάλλει τις δυνάμεις εκείνες που μπορούν –και λόγω της κοινωνικής τους θέσης οφείλουν– να αποτελέσουν τη δύναμη την ικανή να σαρώσει το παλιό και να δημιουργήσει το νέο, και να διαφωτίσουμε και να οργανώσουμε αυτές τις δυνάμεις για την πάλη.

Ο φιλοσοφικός υλισμός του Μαρξ μόνο έχει δείξει στο προλεταριάτο την έξοδο από την πνευματική σκλαβιά στην οποία όλες οι καταπιεσμένες τάξεις φυτοζωούσαν ως τώρα. Μόνο η οικονομική θεωρία του Μαρξ έχει εξηγήσει την αληθινή θέση του προλεταριάτου στο γενικό σύστημα του καπιταλισμού.

Οι ανεξάρτητες οργανώσεις του προλεταριάτου πολλαπλασιάζονται σε όλο τον κόσμο, από την Αμερική στην Ιαπωνία και από τη Σουηδία στη Νότια Αφρική. Το προλεταριάτο γίνεται διαφωτισμένο και εκπαιδευμένο διεξάγοντας την ταξική του πάλη· απελευθερώνει τον εαυτό του από τις προκαταλήψεις της αστικής κοινωνίας· συσπειρώνεται όλο και πιο σφικτά και μαθαίνει να εκτιμά σωστά τις επιτυχίες του· ατσαλώνει τις δυνάμεις του και αναπτύσσεται ακατανίκητα.


Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016

Από τον Μηχανιστικό στον Διαλεκτικό Υλισμό

Στην προηγούμενη ομιλία είδαμε πώς γεννήθηκε η υλιστική ιδέα στην οποία ο άνθρωπος με θάρρος αναζήτησε την αλήθεια στη φύση, τους νόμους και κατάλαβε τις δυνατότητές του. Ο άνθρωπος του μεσαίωνα, έζησε το αιώνιο σκοτάδι μέσα στην πλατωνική του σπηλιά, αναγνωρίζοντας στο παπά της ενορίας του τον φυσικό, τον γιατρό, τον δικαστή και τον δάσκαλο στον οποίο εμπιστεύτηκε τα παιδιά του! Με γυρισμένη την πλάτη στο φως και την αλήθεια, αγνόησε τη φωτεινή πραγματικότητα για αιώνες.

Όμως η αλήθεια δεν έσβησε στο διάβα των αιώνων, ούτε και με τον ανελέητο διωγμό που επέβαλαν οι εξουσιαστές του σκότους και της απάτης. Πάνω από χίλια χρόνια διήρκεσε ο διωγμός αυτός, χιλιάδες αναζητητές της αλήθειας οδηγήθηκαν στα κολαστήρια της ιερής εξέτασης και τα ικριώματα στα οποία έκαιγαν ανυπεράσπιστα τα θύματά τους και με ελαφρά την καρδία, οι βασανιστές του πνεύματος, διακήρυτταν ότι έκαναν το ιερό τους καθήκον. Από τα τέλη του 16ο αιώνα όμως ο άνθρωπος αποφάσισε να στρίψει πίσω και να αντιμετωπίσει την αλήθεια κατάματα, χωρίς τύψεις και φόβο, ανακαλύπτοντας τους νόμους που κινούσαν τις σκιές και θώπευαν τη λογική και τη συνείδησή του.
Ο «νέος άνθρωπος», με την πλατιά έννοια του όρου, συνεπαρμένος από τις νέες ανακαλύψεις της εποχής που μέρα με τη μέρα πια ανακαλύπτονται λυτρώνεται από το «προπατορικό αμάρτημα».
Ανεξαρτητοποιείται από την ιδέα του θεού και ζώντας τη φρενίτιδα των νέων επιστημονικών ανακαλύψεων φλέγεται από το πάθος του ορθολογισμού. Ζώντας την επιστημονική αναζήτηση, σαν μία πρωτόγνωρη συγκινησιακή εμπειρία, οι πνευματικοί ορίζοντες του ανθρώπου μεγαλώνουν ακόμα πιο πολύ.
Μετά την ουμανιστική εποχή ο άνθρωπος νιώθει την ελευθερία λες και οι τοίχοι που για αιώνες περιόριζαν την οπτική του με πάταγο γκρεμίζονται, λούζοντας τους θαρραλέους του πνεύματος με άπλετο φως.
Το ελληνικό θαύμα, όπως το κατονόμασε ο Ρενάν αργότερα, ξεπρόβαλε από το λήθαργο του μεσαίωνα. Σίγουρα, οι θρησκευτικές προκαταλήψεις που πολώνουν τη σκέψη του ανθρώπου, μπορούν να εξαφανιστούν μόνο με την εμπέδωση της υλιστικής φιλοσοφίας που, ο εμπειρισμός στην αρχή και η διαλεκτική μετά, εξασφαλίζει την επιτυχία των νέων ανακαλύψεων παρέχοντας την εγγύηση για την σωστή ερμηνεία του κόσμου.
Η κίνηση αποδείχτηκε ότι ήταν ιδιότητα της ύλης. Το θεϊκό «κινούν αίτιο» της αριστοτελικής φιλοσοφίας δέχτηκε θανάσιμο πλήγμα. Η ύλη είναι αιώνια. Η ηθική δεν έχει σαν πηγή το θεό και οι νόμοι δεν καθορίζονται από αυτόν. Ο θεός σαν δημιουργός ήταν περιττός και στην καλύτερη περίπτωση δεν υπήρχε.
Μα όλα αυτά ήταν γνωστά από την αρχαιότητα. Κάποιοι τα απέκρυψαν επιβάλλοντας στυγνό θεοκρατικό σύστημα. Η θρησκευτική και πολιτική εξουσία επέβαλε τη θέλησή της με τον πιο επαίσχυντο τρόπο: το βασανισμό και την καταδίκη σε θάνατο όσων αμφισβητούσαν την Απόλυτη Ιδέα των Γραφών.
Ας κάνουμε πάλι ένα ιστορικό ταξίδι στο χρόνο για να δούμε πώς το φως ξέσχισε τα ράσα της αποβλάκωσης φωτίζοντας τις σκοτεινιασμένες κόγχες του ανθρώπινου εγκέφαλου.

Το 1625 ο Πιέρ Γκασεντί (1592-1655) καταπιανόταν με την αστρονομία και την επικούρεια φιλοσοφία και οι υλιστικές ιδέες αναβιώνουν και πάλι. Εμπλουτίζονται με τον Τόμας Χομπς (1588-1679) που θεωρείται ο θεμελιωτής του μηχανιστικού υλισμού.
Όλα πια έχουν σχέση με την κίνηση της ύλης σύμφωνα με τους μηχανικούς νόμους. Στην προεπαναστατική Γαλλία οι φιλόσοφοι δημιουργούν τομές στην προϋπάρχουσα χριστιανική σκέψη. Η πραγματικότητα αποτελείται μόνο από ύλη, στηρίζοντας κάθε αντίληψη αποκλειστικά στη λογική και την εμπειρία. Άλλωστε το ον, το πράγμα δηλαδή, είναι υλικό και μόνο αυτό απαρτίζει το πραγματικό. Αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής στον τρόπο της σκέψης ήταν η ραγδαία ανάπτυξη των φυσικών επιστημών τον επόμενο αιώνα. Ο άνθρωπος επιτέλους αφυπνίστηκε και κατάλαβε ότι έπρεπε να προσηλωθεί στην αγάπη του για τη φύση και τον άνθρωπο.
Παρακολουθώντας την εξέλιξη της Φιλοσοφικής σκέψης, μετά το 16ο αιώνα, παρατηρούμε ραγδαία εξάπλωση του Ντεϊσμού, των φυσικών θρησκειών και των πανθεϊστικών αντιλήψεων. Οι τελευταίες είναι νατουραλιστικές τάσεις που εμφανίστηκαν σαν αντίδραση στη θρησκευτική καθεστηκυία τάξη του μεσαίωνα, όταν εμφανίστηκε το ουμανιστικό κίνημα, στρέφοντας το βλέμμα του ανθρώπου από τον ουρανό στη φύση και τα ατομικά του προβλήματα. Κατάλαβε το καθήκον του απέναντι στον εαυτό του και την κοινωνία του, που είναι μέλος της. Απαλλάχτηκε από τα δεσμά της παράδοσης και της πρόληψης και αντιλήφθη τις υποχρεώσεις του προς τα δικαιώματα του ανθρώπου.
Όμως η διάδοση της υλιστικής θεωρίας οφείλεται αποκλειστικά στην σαφήνεια και στην ενότητα της μηχανιστικής του αντίληψης. Κατάλαβε ότι η ανθρώπινη συνείδηση όχι μόνο εξαρτάται από τη λειτουργία του εγκεφάλου αλλά είναι και προϊόν της (Ντιντερώ 1713-1784, Λαμετρί 1709-1751). Ο άνθρωπος είναι μια μηχανή και η νόησή του μία λειτουργία του εγκεφάλου. Η φύσις επίσης διέπεται από φυσικούς νόμους (Χόλμπαχ 1723-1789).

Ο Πάουλ Χάινριχ Ντίτριχ γνωστός και σαν βαρόνος Χόλμπαχ (1723-1789) υποστήριξε το συστηματικό υλισμό και απορρίπτοντας κάθε μορφή θρησκείας έγινε εκπρόσωπος του αθεϊσμού. Ό,τι υπάρχει βρίσκεται μέσα στην φύση, έλεγε, οτιδήποτε αναφέρεται έξω από αυτήν είναι δημιούργημα της φαντασίας. Πίστευε ότι ολόκληρο το σύμπαν ήταν ένα σύνολο ύλης, κίνησης και απεριόριστης αλληλουχίας αιτίων και αιτιατών. Ώριμος αθεϊστής ο Χόλμπαχ, απορρίπτοντας τη μέλλουσα ζωή και τη θεία κρίση, πίστευε επίσης ότι ο άνθρωπος πρέπει να στρέφει τις προσπάθειές του για να κάνει ευκολότερη τη δική του ζωή και να ευτυχεί προσπαθώντας να φανεί αντάξιος της αγάπης των υπολοίπων.
Πράγματι, όπως είπαμε πιο πάνω, από την αρχαιότητα ακόμα, ο υλισμός, σαν κοινωνικό φαινόμενο και αλληλένδετος με τη δημοκρατία, αποτελούσε πάντα την προοδευτικότερη κίνηση στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Ο θεός την εποχή του διαφωτισμού, σαν Μονάδα και Διάνοια, εμψυχώνει τον κόσμο και γίνεται στήριγμα των ορθολογιστών. Δεν αρκεί όμως μόνον αυτή η πλευρά. Σαν αρχή του κόσμου επιβάλει την ηθική της. Ο θεός γίνεται ξανά ιδέα. Ιδέα του Αγαθού. Αιώνιος σαν τη Φύση και ηθικός όπως διακαώς επιθυμεί ο άνθρωπος. Ο θεός της νέας εποχής αυτοδημιουργείται και τελειοποιείται όπως η φύση. Μόνο η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου συντελεί στο τελικό «πεπρωμένο». Το τελευταίο δεν είναι γεγραμμένο αλλά συντελείται από εμάς. Εμείς έχουμε την ευθύνη. Ο άνθρωπος απελευθερώνεται!

Οι θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις έδωσαν νέα ώθηση! Ο άνθρωπος επιτέλους κατάφερε να αντισταθεί στο ράσο.
Αλλά εκεί όπου ο υλισμός έπεισε για την ανυπαρξία του θεού, η ηθική είχε και πάλι την τιμητική της. Χωρίς να υπάρχει αναγκαίος σύνδεσμος μεταξύ θρησκείας και ηθικής, γίνεται κατανοητό ότι οι άθεοι είναι εναρετώτεροι των πιστών γιατί «καθοδηγούνται» από μία συλλογική συνείδηση που την «επιβάλλουν» στην κοινωνία με την εκμάθηση και την εκπαίδευση, σαν χρέος και καθήκον του ανθρώπου, και όχι με κίνητρο την ανταμοιβή και τα εκβιαστικά διλήμματα της τιμωρίας που εφευρίσκει η θρησκεία.
Τη διαπίστωση αυτή είχε κάνει και ο Πιέρ Μπάυλ (1647-1706). Ήταν Γάλλος φιλόσοφος, πρώιμος εκπρόσωπος του Διαφωτισμού που με το έργο του «Ιστορικό και Κριτικό Λεξικό» άσκησε σημαντική επίδραση στον Βολτέρο, τον Ντιντερό και τον Φώερμπαχ. Επειδή πίστευε ότι η γνώση δεν μπορεί να θεωρηθεί αναμφίβολα αξιόπιστη, παρά μόνο πιθανή άρα και τα θρησκευτικά δόγματα δεν μπορούν να θεμελιωθούν ορθολογικά και γι’ αυτό υποστήριζε ότι την ηθική δεν πρέπει να την ταυτίζουμε με τη θρησκεία. «Η λαϊκή ηθική που ωθεί τον άθεο προς τον ενάρετο βίο» έλεγε «είναι τόσο αυστηρή, όσο και κάθε πειθαρχία θρησκευτικής έμπνευσης». Επίσης με παρρησία διακήρυττε ότι ο άθεος μπορεί να είναι ηθικός και έντιμος άνθρωπος. Ο άνθρωπος, έλεγε, γίνεται κατώτερος όχι με τον αθεϊσμό αλλά με τις δεισιδαιμονίες!
Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι την Γαλλική επανάσταση και το Διαφωτισμό που άλλαξε το νόημα του ανθρώπου, αλλάζοντας παράλληλα και τον ίδιο.
Κάτι έλλειπε όμως ακόμα. Ο μηχανιστικός υλισμός είχε ελλείψεις που ενοχλούσαν και δεν μπορούσε να αποδώσει στο μέγιστο την αλήθεια για τον κόσμο.
Πρώτο και κύριο εκείνοι οι μηχανιστικοί υλιστές ερμήνευαν τον κόσμο υλιστικά, όμως την πρώτη κίνηση την απέδιδαν ακόμα στο Θεό.
Ο Χέγκελ και ο Φώερμπαχ (μαζί με τον Καντ) εκπροσωπούν την κλασική γερμανική φιλοσοφία. Ανήκουν όμως και οι τρεις σε διαφορετικά φιλοσοφικά στρατόπεδα.
Αυτοί που μας ενδιαφέρουν για την ώρα είναι οι δυο πρώτοι κυρίως, μέσω των οποίων ο Μαρξ και ο Ένγκελς θα διατυπώσουν πιο ολοκληρωμένα τον διαλεκτικό υλισμό για να ξεπεράσουν και τα τελευταία εμπόδια.
Ο Τζωρτζ Χέγκελ (1770-1831) ήταν Γερμανός φιλόσοφος που εκπροσώπησε τον αντικειμενικό ιδεαλισμό και θεμελίωσε τη συστηματική θεωρία της διαλεκτικής. Η διαλεκτική είναι μια διαδικασία γίγνεσθαι. Αντικειμενικός ιδεαλιστής, ο Χέγκελ, θεωρούσε τον κόσμο και τα φαινόμενά του σαν μία Απόλυτη Ιδέα ή Παγκόσμιο Πνεύμα. Η φύση, η κοινωνία και η νόηση είναι η εξέλιξη του Παγκόσμιου Πνεύματος που στη θρησκεία παίρνει τη θέση του θεού. Κάτω από την οπτική αυτή, η ιδέα στον άνθρωπο, αποκτά συνείδηση, βούληση και προσωπικότητα και στη φύση πραγματώνεται σαν εσωτερική νομοτελειακή αναγκαιότητα.

Η μέγιστη συμβολή του Χέγκελ αναμφισβήτητα είναι η διαλεκτική στην οποία η ενότητα των αντιθέτων, σαν πολικές έννοιες αλληλοσυμπληρώνονται ή αλληλοαποκλείονται. Η αντίφαση αυτή είναι η κινητήριος δύναμη του πνεύματος, που σαν εσωτερικός παλμός, δημιουργεί τη διαδικασία ενός αδιάκοπου γίγνεσθαι (σταδιακή ανάπτυξη του πνεύματος).
Η στρέβλωση ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τη διαλεκτική δεν ξεπεράστηκε ποτέ από το μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο, δημιουργώντας μία μεγαλειώδη αντίφαση που αναβίωσε αντεστραμμένη στην Διαλεκτική του Μαρξ, όπου στη θέση του Απόλυτου Πνεύματος, ο θεμελιωτής του διαλεκτικού υλισμού, όπως θα δούμε πιο κάτω, τοποθέτησε τον υλικό κόσμο! Την αντίφαση αυτή όμως, πριν από τον Μαρξ, ανακάλυψε ένας άλλος μεγάλος φιλόσοφος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, ο Φώερμπαχ, που ξεσκόνισε με την κριτική του τη φιλοσοφία του Χέγκελ.
Ο Λουδοβίκος Φώερμπαχ (1804-1872) ήταν υλιστής. Δεχόταν την πραγματικότητα υλιστικά και αντικειμενικά. Τον κόσμο, έλεγε, δεν τον έφτιαξε κανένας θεός, γιατί αυτός υπήρχε ανέκαθεν, ούτε τον όριζε καμιά δύναμη αλλά οι φυσικές δυνάμεις που τις αναγνωρίζουμε με νόμους. Η σκέψη, τόνιζε, εξαρτάται από τον εγκέφαλο και γι αυτό, πίστευε ότι, η νόηση είναι αναπόσπαστη από την ύλη.
Το πρώτο μεγάλο βήμα προς τον διαλεκτικό υλισμό είχε γίνει. Το πνεύμα είναι προϊόν της ύλης και όχι το αντίθετο που μας οδηγεί στον ιδεαλισμό. Ο τελευταίος, έλεγε, είναι μία μεγάλη ανοησία. Πέρα όμως απ’ όλα αυτά τα θετικά, θεωρώντας τις ανθρώπινες αισθήσεις σαν την κινητήρια δύναμη της ιστορίας, παρέβλεψε τα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής, όπως επίσης και τις νομοτέλειές τους. Με λίγα λόγια εξετάζοντας το θέμα μόνο θεωρητικά, παρέβλεψε την ανθρώπινη δράση, σαν πράξη, μέσα στην ιστορία του ανθρώπου.
Η νόηση έχει πραγματική δύναμη και γι αυτό δεν πρέπει να μένει έξω από τα φαινόμενα. Ο Φώερμπαχ μπορεί να εξηγούσε καλά τον κόσμο, όμως χωρίς τη γνώση και τη δράση του ανθρώπου δεν προέβλεπε πώς αυτός μπορούσε να αλλάξει. Αυτό δηλαδή που έκανε ο Μαρξ, όταν από τον Χέγκελ πήρε τη διαλεκτική και από τον Φώερμπαχ υιοθέτησε τον υλισμό που τόσο θαυμαστά περιέγραψε εμπλουτίζοντάς τον. Από τον Φώερμπαχ διδάχτηκε ακόμα πώς με τη θρησκεία ο άνθρωπος ολοκληρωτικά αποξενώνεται από τον κόσμο του.
Ο Καρλ Μαρξ (1818-1883) μαζί με τον Φρειδερίκο Ένγκελς (1820-1895) ήταν οι φιλόσοφοι που θεμελίωσαν τον διαλεκτικό υλισμό. Ο Μαρξ αμφισβήτησε τον Χέγκελ μεταξύ άλλων και μέσα από την κριτική που έκανε στον Νταβίντ Στράους και τον Μπρούνο Μπάουερ, όταν ο πρώτος διαχώρισε τη φιλοσοφία από τη θρησκεία και την λογική από την ιστορία. Παράλληλα, δέχεται και την κριτική του Φώερμπαχ προς τον Χέγκελ. Το Είναι δεν μπορεί να μείνει χωρισμένο από τη συνείδηση. Ούτε η συνείδηση από το Είναι. Έχοντας τα υλιστικά όπλα του Φώερμπαχ και τη διαλεκτική του Χέγκελ, την οποία θα αντιστρέψει όπως είπαμε, για να δείξει όχι τη σταδιακή εξέλιξη του πνεύματος αλλά το μηχανισμό για την ανάπτυξη της κοινωνίας. Με τα εφόδια αυτά, δίκαια ονομάστηκε θεμελιωτής του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, αναπτύσσοντας επιστημονικά τη νομοτελειακή ανάπτυξη της φύσης, εντοπίζοντας παράλληλα και το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας που είναι αυτό της σχέσης του Είναι και της Νόησης.
Το μεγάλο αυτό πρόβλημα έχει τις ρίζες του στη θρησκεία, στις φτωχές και περιορισμένες παραστάσεις του πρωτόγονου ανθρώπου. Το ερώτημα που έθεσε ήταν τι προϋπήρξε, η ύλη ή το πνεύμα; Υπήρχε ο κόσμος προαιώνια ή είναι δημιούργημα κάποιου θεού;

Όμως το ζήτημα δεν είναι μόνο η διαφορά ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό αλλά κυρίως αν η νόηση μπορεί να γνωρίσει τον πραγματικό κόσμο και αν οι αντιλήψεις και οι παραστάσεις μας είναι οι αληθινές του αντανακλάσεις. Αυτά κυρίως μας ενδιαφέρουν σε αυτήν την επισκόπηση.
Η θρησκεία, με την ανάπτυξη του διαλεκτικού υλισμού, αποδείχτηκε, πέρα ως πέρα μια απατηλή θεωρία. Η κοσμοαντίληψή της παραμορφώνει τον κόσμο, διαστρεβλώνοντας την ερμηνεία των φαινομένων της φύσης και της κοινωνίας. Όμως, στον αγώνα της να εκτοπίσει την επιστήμη και την αλήθεια, έστω και μετά από αρκετούς αιώνες, η θρησκεία βρέθηκε βαριά λαβωμένη.
Στον υλισμό, η ύλη αναγνωρίζεται σαν η μοναδική βάση του κόσμου (μονισμός). Ο διαλεκτικός υλισμός θεωρεί τη συνείδηση λειτουργία του εγκεφάλου που αντανακλά τον αντικειμενικό κόσμο. Όμως σαν επιστήμη ερευνά τους πιο γενικούς νόμους της κίνησης και της ανάπτυξης της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης. Σαν γενική μέθοδος γνώσης του κόσμου αναγνωρίζει α) την αμοιβαία σχέση των φαινομένων και των αντικειμένων, β) την κίνηση και την ανάπτυξη του κόσμου σαν αποτέλεσμα των εσωτερικών αντιθέσεων που δρουν μέσα του. Η διαλεκτική, απαλλαγμένη από το μυστικισμό, θα γίνει αναγκαιότητα για τις φυσικές επιστήμες, και το χρηστικότερο εργαλείο για τη διερεύνησή τους.
Η πορεία εξέλιξης της επιστήμης και της κοινωνίας επιβεβαιώνει την ορθότητα του φιλοσοφικού υλισμού, του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, με τον καλύτερο τρόπο.

Σε συζητήσεις με θέμα τις θρησκείες και το Θεό κυριαρχεί η άποψη ότι αυτές δεν βγάζουν πουθενά, επειδή όσα λέει ο ένας αντικρούονται από τον άλλο σε μία ατέρμονη συζήτηση πολλών και διαφορετικών θεμάτων χωρίς να βγαίνει ουσιαστικό συμπέρασμα.
Μπορεί να αλλάξει αυτό, τι λέτε;
Μπορούμε να καταλήξουμε κάπου, μπορούμε να αποστομώσουμε κάποιον που με αφέλεια δέχεται πράγματα που δεν μπορούν να αποδειχτούν;
Η απάντηση είναι ναι και στα δυο ερωτήματα, αρκεί να υιοθετήσουμε τη λογική του διαλεκτικού υλισμού. Μόνο με τη λογική αυτή μπορεί να επιχειρηματολογήσει κάποιος κι αυτό γιατί ο κόσμος μας είναι υλιστικός.
Όμως, ας αρχίσουμε από τους ορισμούς ώστε να γνωρίσουμε τους όρους με τους οποίους θα ασχοληθούμε, δηλαδή τι είναι μονισμός, δυϊσμός, βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας, υλισμός, ιδεαλισμός και διαλεκτική.
Ο μονισμός είναι μία φιλοσοφική αντίληψη που δέχεται σαν βάση του υπαρκτού κόσμου μία πηγή, μια αρχή και θεμελιώδη. Δέχεται ότι αυτή είναι υλική.
H πρώτη αρχή, το «όντως ον» που ενέπνευσε τους πρώτους υλιστές φιλόσοφους της αρχαιότητας είναι ένα υλικό στοιχείο (το Νερό για παράδειγμα στον Θαλή τον Μιλήσιο ή η Φωτιά για τον Ηράκλειτο) και από αυτό προήλθαν όλα τα άλλα..
Υπάρχει και μονισμός που δέχεται σαν αρχή το πνεύμα, την ιδέα (Πλάτων).
Οι πρώτοι λέγονται Υλιστές, οι δεύτεροι Ιδεαλιστές. Μεταξύ τους όμως υπάρχει ανειρήνευτη φιλοσοφική διαμάχη ορίζοντας το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας.

Ο δυϊσμός είναι η φιλοσοφική αντίληψη που δέχεται σαν βάση του υπαρκτού κόσμου δυο αδιαίρετες πηγές, την ύλη και το πνεύμα, σαν μια προσπάθεια συμφιλίωσης των δυο φιλοσοφικών κατευθύνσεων. Οι δυϊστές δέχονται την ύλη και το πνεύμα σαν ανεξάρτητες οντότητες που δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους (Ρενέ Ντεκάρτ). Όμως αυτή η φιλοσοφική κοσμοθεώρηση οδηγεί αναπόφευκτα στον ιδεαλισμό, στον αντίποδα του οποίου βρίσκεται ο υλισμός και φυσικά ανάμεσά τους η προαιώνια διαμάχη. Ποια η διαφορά μεταξύ τους;
Το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας είναι αυτό που ερευνά τη σχέση της Νόησης με το Είναι. Την σχέση της συνείδησης και του κόσμου, για να το πούμε πιο απλά.
Το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, όπως αλλιώς λέγεται, θέλει τη φιλοσοφία χωρισμένη σε δυο μεγάλα στρατόπεδα, αυτό του υλισμού και εκείνο του ιδεαλισμού.
Τα στρατόπεδα αυτά αφορούν κατευθύνσεις σκέψης.
Γιατί όμως η φιλοσοφία χωρίζεται ανάμεσα στις δυο αυτές κατευθύνσεις;
Την απάντηση στο ερώτημα αυτό την δίνει η ίδια η φιλοσοφία. Οι βασικές φιλοσοφικές κατευθύνσεις κάθε σχολής έχουν διαφορετικό προσανατολισμό, γιατί η πάλη μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού είναι η κινητήρια δύναμη της φιλοσοφικής σκέψης και νομοτέλεια της ιστορικής της πορείας. Ο φιλόσοφος και γενικά ο άνθρωπος ωριμάζει μέσα στην κοινωνική πάλη και στις αντιθέσεις της και γι αυτό από την οπτική αυτή εξαρτώνται όλα του τα συμπεράσματα για τον κόσμο.
Ο τρόπος που σκέπτεται αφορά την ερμηνεία που θα δώσει ο ίδιος για τον κόσμο του.
Μπορεί να τον γνωρίσει… πόσο και γιατί…

Ο υλισμός θεωρεί τον κόσμο μας καθοριστικό, θεμελιακό και πρωτεύων, τη δε συνείδηση, τη σκέψη και το πνεύμα δευτερεύοντα. Συνεπώς η ύλη προηγείται, ενώ η συνείδηση σαν δευτερεύων παράγοντας είναι προϊόν εξέλιξης της ύλης, του εγκέφαλου δηλαδή. Η συνείδηση είναι η ιδεατή αντανάκλαση του υλικού κόσμου (ανθρώπινος εγκέφαλος) και στον άνθρωπο χρησιμεύει σαν μέσο για να τον ερμηνεύει, γι’ αυτό είναι αδιανόητο να νοηθεί αποσπασμένη από τον εγκέφαλο που την γεννά. Οι υλιστές φιλόσοφοι δέχονται ότι τον κόσμο μας δεν τον δημιούργησε κανένας. Είναι αιώνιος (αΐδιος) και απειρόμορφος και ό,τι υπάρχει γύρω του υπάρχει αντικειμενικά και ανεξάρτητα από αυτόν. Τα αντικείμενα υπάρχουν ανεξάρτητα απ’ τη σκέψη μας, δηλαδή είναι αντικειμενικά. Υπάρχουν είτε τα σκεφτόμαστε είτε όχι. Είτε υπάρχουμε εμείς είτε όχι!
Στον ιδεαλισμό η ιδέα, η σκέψη, η συνείδηση, το πνεύμα και ο θεός είναι το καθοριστικό, το θεμελιακό και το πρωτεύον. Ο κόσμος, η φύση, η ύλη παράγονται ή εξαρτούνται από τη συνείδηση, το πνεύμα και το θεό. Οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι δέχονται ότι το πνεύμα υπήρχε πριν τον υλικό μας κόσμο. Αυτόν τον δημιούργησε το πνεύμα, το ιδεατό, δηλαδή ο θεός (εν αρχή ην ο Λόγος) και συνεπώς δεν είναι παντοτινός αλλά πρόσκαιρος και προσωρινός που εξαρτάται απόλυτα από το θεό.
Να πού ευθύνεται ο διαφορετικός προσανατολισμός της κάθε σχολής! Αυτός είναι ο λόγος που η ιδεαλιστική θεώρηση του Πλάτωνα, παρόλο που ακολούθησε παράλληλη πορεία με το Δημόκριτο και αργότερα με τον Επίκουρο, δε συναντήθηκαν ποτέ. Γι αυτό και η υλιστική θεώρηση του κόσμου είναι ασυμβίβαστη με την ιδέα της ύπαρξης του θεού. Κάθε ανάμειξη μεταξύ τους είναι «μπασταρδεμένη φιλοσοφία» που οδηγεί αναπόφευκτα στον ιδεαλισμό.
Ετυμολογικά ο όρος «διαλεκτική» προέρχεται από το «διαλέγομαι» που εκφράζει την τέχνη της ομιλίας ή της συζήτησης, στην προσπάθειά μας να βρεθεί ένας τρόπος να αποδείξουμε κάτι ή να το διαψεύσουμε.
Πώς γίνεται όμως αυτό;
Επειδή πολλοί δεν το κατανοούν ή αγνοούν τελείως την μεθοδολογία αυτή, θα προσπαθήσω να βρω έναν τρόπο κατανόησης ώστε μεταξύ μας να χρησιμοποιούμε κοινή γλώσσα και λογική.
Από την εποχή του Επίκουρου, ο μεγάλος φιλόσοφος απαιτούσε ανάμεσα στους συζητητές να χρησιμοποιούνται για τις λέξεις οι ίδιες έννοιες. Σ’ αυτό μερικές φορές μπορεί να βοηθήσουν και οι συμβάσεις που κάνουμε μεταξύ μας. Βέβαια σαν έννοια η «διαλεκτική» στη διάρκεια της ιστορίας πήρε πολλές μορφές. Ο Αριστοτέλης λέει εμφανίζεται από την Ελεατική σχολή των προσωκρατικών όπου ο Ζήνων επεδίωξε την αναίρεση των Πυθαγορείων. Ο Ηράκλειτος όμως την χρησιμοποίησε κάνοντας λόγο για την αέναη κίνηση των πραγμάτων.
Νομίζω στον Ηράκλειτο πρέπει να αποδώσουμε την επινόηση της διαλεκτικής που πρώτος αντιλήφθη την αδιάκοπη πάλη των αντιθέτων. Η Ελεατική σχολή ήταν απόλυτα αντίθετη στην αντίληψη του Ηράκλειτου για την κίνηση. Ο Παρμενίδης δεχόταν την κίνηση σαν ψευδαίσθηση και το Σύμπαν μοναδικό, συνεχές και ακίνητο. Όμως σαν πρόλογο αρκούν αυτά, αφού το θέμα μας αλλού αποσκοπεί.

Η διαλεκτική σαν μεθοδολογία και λογική επιχειρηματολογία έχει εφαρμογή στη σκέψη, στη φύση και στην ιστορία. Θέματα δηλαδή που συνεχώς θίγει ο αναζητητής της αλήθειας. Πρέπει ακόμα να αναφέρω ότι μέσα από τις αντιθέσεις αναζητούμε να βρούμε την αλήθεια και γι αυτό τις θεωρώ όχι σαν λόγο για να διαφωνήσουμε αλλά σαν τρόπο για να τις ξεπεράσουμε και να βρούμε την αλήθεια ή έστω, αν θέλετε, να συνεννοηθούμε. Ο εριστικός διάλογος δεν ωθεί προς την αλήθεια, το ξεπέρασμα δηλαδή των αντιθέσεων, αλλά μας σπρώχνει προς το διχασμό και τον πόλεμο. Δημιουργεί διαφωνία και μίσος, σαν αυτό που μόνιμα βρίσκεται στις καρδιές των πιστών, ανάμεσα σε διαφορετικές θρησκείες ή και μέσα στην ίδια, ανάμεσα στην «ορθή» δόξα και την αίρεση.

Στην διαλεκτική τα δυο αντίθετα αποτελούν την θέση και την αντίθεση που αίρονται σε κάτι ανώτερο: στην σύνθεση. Έτσι ξεπερνούμε τις αντιθέσεις στη σκέψη μας και στην αντίληψή μας για τον κόσμο. Σαν φιλοσοφική μέθοδος η διαλεκτική αποκαλύπτει την κινητήρια δύναμη και την πηγή κάθε εξελικτικής διαδικασίας στην φύση και την κοινωνία.
Βασικές της θέσεις είναι.
α) Θεωρεί την ύλη σαν το μοναδικό θεμέλιο του κόσμου.
β) Δέχεται την καθολική αλληλουχία των πραγμάτων και των φαινομένων.
γ) Υποστηρίζει ότι η κίνηση και η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα των εσωτερικών αντιθέσεων.
Τόσο ο υλισμός όσο και ο ιδεαλισμός μπορεί να είναι διαλεκτικός ή μεταφυσικός, όμως ο υλισμός ποτέ δεν ταυτίζεται με την μεταφυσική γιατί η επιστημονική πρακτική ποτέ δεν συνδέθηκε με τον ιδεαλισμό.
Οι ιδεαλιστές, την διαλεκτική δεν την εφαρμόζουν ούτε στην εξήγηση των φαινομένων της φύσης, ούτε στην γνώση. Δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι ο κόσμος δεν είναι δημιούργημα, αλλά αΐδιος και παντοτινός. Ούτε μπορούν να αντιληφθούν την αναγκαιότητα των νόμων ή την ύπαρξη των αντικειμενικών νομοτελειών της φύσης και γι αυτό δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι η κίνηση της ύλης είναι το αναγκαίο αποτέλεσμα της ύπαρξης και της ουσίας της!
Την φύση δεν την έφτιαξε κανένας θεός και γι αυτό δεν κατευθύνεται από θεούς, αλλά από φυσικές δυνάμεις και τους νόμους που την ορίζουν.
Επίσης, δεν κατανοούν γιατί η νόηση είναι αναπόσπαστη από την ύλη και αποτέλεσμα της λειτουργίας του εγκεφάλου. Γι αυτό και θεωρούν την ύλη… προϊόν του πνεύματος κι όχι το αντίθετο.
Πρέπει να το βάλουμε καλά στο μυαλό: Η ενότητα του κόσμου, συνίσταται στην υλικότητά του και η νόηση είναι προϊόν του ανθρώπινου εγκεφάλου, ενώ ο ίδιος ο άνθρωπος είναι με τη σειρά του προϊόν της νομοτελειακής ανάπτυξη της φύσης και της κοινωνίας.
Με λίγα λόγια, όπως έλεγε και ο Φώερμπαχ ο υλισμός, ο αισθητός κόσμος, στον οποίο ανήκουμε και εμείς οι ίδιοι, είναι ο μοναδικός πραγματικός και υπαρκτός κόσμος, ενώ όλα τα άλλα είναι ιδεαλιστικές ανοησίες.
Να γιατί ο διαλεκτικός υλισμός είναι το θεωρητικό όπλο του αναζητητή της αλήθειας και το ανώτατο επίτευγμα της φιλοσοφικής σκέψης. Μόνο χάριν αυτής μπορούμε να αποκτήσουμε τη λογική που αντιστέκεται στην αλλοτριωμένη μας συνείδηση και μας αποξενώνει από τον κόσμο.
Διαφορετικά, χαμένοι στον ίδιο μας τον κόσμο, θα υπνοβατούμε στο υπερβατικό και την ουτοπία και συζητώντας και φιλοσοφώντας για το θεό τα συμπεράσματά μας δεν θα μας οδηγούν πουθενά.
Πώς όμως συνδέεται η διαλεκτική με την επιστήμη;
Όταν λέμε ότι ερμηνεύουμε σωστά τον κόσμο μας εννοούμε ότι κατανοούμε ότι τα πράγματα είναι αντικειμενικά και μεταξύ τους συνδέονται με κάποιες σχέσεις που αλλάζουν με την κίνηση. Οι σχέσεις των πραγμάτων λοιπόν εκδηλώνονται στην κίνησή τους, στην διαδικασία της εμφάνισης και εξαφάνισής τους.
Η επιστήμη εστιάζεται ειδικά στο πρόβλημα αποκαλύπτοντας τις σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα που βρίσκονται σε διαδικασίες αλλαγής, με τις οποίες αυτά αποκτούν νέες ιδιότητες μεταβάλλοντας αυτές που έχουν. Στη θεωρία της εξέλιξης για παράδειγμα ο Δαρβίνος εντόπισε την αλληλοσύνδεση του οργανισμού με το περιβάλλον του στην διαδικασία της εξέλιξής τους, ανακαλύπτοντας ότι μεταξύ τους υπάρχει μια αλληλένδετη σύνδεση όπου το ένα επηρεάζει το άλλο, όπως στη φωτοσύνθεση των φυτών ή την αναπνοή τους ανάμεσα στην μετατροπή του Οξυγόνου και το διοξείδιο του άνθρακα.
Ας πάρουμε και ένα νόμο, ας πούμε αυτών των αντιθέτων.
Η αντίφαση είναι η κινητήρια δύναμη της αλλαγής γιατί μόνο αυτή σε μια διαδικασία παρέχει τις εσωτερικές συνθήκες που κάνουν αναγκαία αυτή την αλλαγή. Κίνηση χωρίς αντιφάσεις θα ήταν απλά μια επανάληψη του εαυτού της, χωρίς καμιά αλλαγή, πρόοδο και εξέλιξη. Μέσω των αντιφάσεων επικρατούν νέες συνθήκες και αλλάζουν την προηγούμενη κατάσταση.
Το Σύμπαν είναι γεμάτο αντιφάσεις: έλξης και απώθησης που μελετά η φυσική, σύνδεσης και αποσύνθεσης που μελετά η χημεία, εξέλιξη των ειδών ανάμεσα στους οργανισμούς και το περιβάλλον, όπως είπαμε πιο πάνω, που μελετά η βιολογία. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα αντίθετα είναι αυτός που προκύπτει από την ενότητά τους. Αυτό δείχνει ότι όπου υπάρχει αντίθεση αργά η γρήγορα θα γεννηθεί κάτι καινούριο που θα αντικαταστήσει το παλιό. Όμως οι αντιθέσεις που δημιουργούν τα φαινόμενα του υλικού κόσμου είναι πάντα υλικές.
Ας πάρουμε και ένα παράδειγμα ξεπεράσματος της διαλεκτικής αντίθεσης: Στην κλασική φυσική η ύλη και το κενό αποτελούν την αντίθεση (το ον και το μη ον της αρχαιότητας). Το ένα από το άλλο φαίνεται να είναι ξεκομμένο. Εύκολα εδώ ο αδαής μπορεί να ισχυριστεί ότι από το τίποτα μπορεί να προκύψει κάτι, ύλη για παράδειγμα και να ισχυροποιήσει το ενδεχόμενο της δημιουργίας του κόσμου από το τίποτα.
Έτσι, κινδυνεύουμε να παρεκτραπούμε σε ιδεαλιστικές ανοησίες και ο ιδεαλιστής δεν διαθέτει τα μέσα για να απαλλαγεί από την οντολογική αβεβαιότητα, υιοθετώντας στη λογική του το θεό για να καλύψει τα κενά.
Τα κενά αυτά, οι ιδεαλιστές τα αναπληρώνουν με τον μυστικισμό, τις δεισιδαιμονίες, την μαγεία, την αστρολογία, ακόμα και με την υιοθέτηση του μηχανιστικού υλισμού, αγνοώντας την φιλοσοφία του Διαλεκτικού Υλισμού, όπως οι «Αγνωστικιστές» ή κάτι εξυπνάκηδες «Ελληνολάτρες» του Πλατωνισμού ή αυτοί που με έπαρση διακηρύσσουν ότι τάχατες μελέτησαν κβαντομηχανική και κάνοντας αναγωγισμούς ανάμεσα στα επίπεδα της ύπαρξης της ύλης ερμηνεύουν λανθασμένα τον κόσμο εξυπηρετώντας, ποιους άλλους… παρά τους ιδεαλιστές, εσκεμμένα πια ή και χωρίς να το αντιλαμβάνονται.
Λανθασμένα συμπεράσματα προκύπτουν από κάθε λογής παραλογισμό όταν χωρίς γνώσεις φιλοσοφίας και επιστημονικής κατάρτισης ερμηνεύουμε λανθασμένα τον κόσμο ή πιστεύουμε ότι οι νόμοι εκπορεύονται με μυσταγωγικό τρόπο από κάποια δύναμη ή θεό.
Στην κβαντομηχανική πράγματι γίνεται λόγος της δημιουργίας της ύλης από την «διακύμανση του κενού», όμως η «διακύμανση του κενού», χρειάζεται διαλεκτική λογική προκειμένου να κατανοηθεί!
Στην κβαντομηχανική το κενό θεωρείται «μέσον», είναι φορέας ενέργειας που μετέχει στους μετασχηματισμούς των σωματιδίων. Έτσι, η διακύμανση του κενού δεν νοείται σαν «τίποτα», αλλά σαν ενέργεια, ύλη δηλαδή, σε μια διαφορετική κατάσταση, σε ένα υψηλότερο επίπεδο που την συμπεριφορά του την καθορίζουν οι νόμοι της φύσης.
Ο φυσικός κόσμος, λοιπόν, διέπεται από νόμους που αποκλείουν οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση. Καμιά φυσική εξίσωση δεν προβλέπει θεϊκή παρέμβαση.
Ο υλισμός θεμελιώνεται στα αξιώματα της αντικειμενικότητας και γι αυτό θεωρεί ότι νόηση, χωρίς υλικό υπόβαθρο, δεν μπορεί να υπάρξει. Η νόηση είναι προϊόν της λειτουργίας του εγκεφάλου και όχι υλική ουσία και γι αυτό δεν μπορεί να έχει αυτοτελή ύπαρξη.
Οι ιδέες και τα αισθήματα είναι υποκειμενικά δεδομένα και όχι πραγματικές οντότητες. Με λίγα λόγια: τα υποκειμενικά δεδομένα δεν έχουν φυσικό αντίκρισμα.
Η ιστορία του ανθρώπου, σύμφωνα και με τον Μπακούνιν είναι μια εξελικτική διαδικασία, από το βασίλειο των ζώων στο βασίλειο της ελευθερίας. Αυτό που τους διαφοροποιεί είναι η νόηση, όμως ένα από τα χαρακτηριστικά που βρίσκονται στις κατώτατες βαθμίδες είναι αυτό που αναγκάζει τον άνθρωπο να πιστεύει ακόμα στο θεό. Μέσα από την ιδεαλιστική θεώρηση και λογική ο άνθρωπος χειραγωγείται ακόμα πιο καλά.
Να γιατί η θρησκεία και ο μυστικισμός είναι η φενακισμένη αντίληψη της πραγματικότητας και όσοι εγκλωβίζονται σ’ αυτήν, εκτός του ότι ερμηνεύουν λανθασμένα τον κόσμο, ζουν αποξενωμένοι σ’ αυτόν υπονομεύοντας την επίγεια ζωή και υποταγμένοι στο ψέμα, ζουν με την ψευδαίσθηση της μετά θάνατον ανταμοιβής ή με τον φόβο μιας αιώνιας τιμωρίας που γελοιοποιεί τη λογική και την αισθητική του νοήμονος ανθρώπου, επιτρέποντας στους λίγους να τον χειραγωγούν, να του περιορίζουν την ελευθερία του και οικονομικά να τον εξευτελίζουν και να τον εκμεταλλεύονται.


Από ''Η ΑΘΕΪΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΕΤΗ''  http://epic-atheist.blogspot.gr/2013/03/nosotros_27.html

Ουσία και αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας

 του Παναγιώτη Γαβάνα Ένα από τα βασικά ζητήματα που είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί στην αρχή αυτής της σειράς άρθρων που παρουσιάζουμε ανα...