Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β.Ι Λένιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β.Ι Λένιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Β.Ι Λένιν Οι τρεις πηγές και τα τρία συστατικά μέρη του Μαρξισμού

Σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο οι διδασκαλίες του Μαρξ προκαλoύν την υπέρτατη εχθρότητα και το μίσος όλης της αστικής επιστήμης (και της επίσημης και της φιλελεύθερης), η οποία θεωρεί τον μαρξισμό ως ένα είδος «βλαβερής αίρεσης». Και δεν μπορεί να αναμένεται καμία άλλη συμπεριφορά, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει καμία «αμερόληπτη» κοινωνική επιστήμη σε μια κοινωνία που βασίζεται στην ταξική πάλη. Με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, όλη η επίσημη και φιλελεύθερη επιστήμη υπερασπίζει τη μισθωτή δουλεία, ενώ ο μαρξισμός έχει κηρύξει ανηλεή πόλεμο στη μισθωτή δουλεία. Το να περιμένουμε από την επιστήμη να είναι αμερόληπτη σε μια κοινωνία μισθωτής δουλείας είναι τόσο ανόητα αφελές όσο το να περιμένουμε αμεροληψία από τους εργοστασιάρχες στο ζήτημα εάν οι αμοιβές των εργατών πρέπει να αυξηθούν με τη μείωση των κερδών του κεφαλαίου.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η ιστορία της φιλοσοφίας και η ιστορία της κοινωνικής επιστήμης δείχνουν με τέλεια σαφήνεια ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μοιάζει με «σεκταρισμό» στον μαρξισμό, με την έννοια του να είναι κάποια κλειστή, αποστεωμένη διδασκαλία που εμφανίστηκε έξω από τη λεωφόρο της εξέλιξης του παγκόσμιου πολιτισμού. Αντίθετα, η μεγαλοφυΐα του Μαρξ έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι έδωσε απαντήσεις σε ερωτήματα που είχαν ήδη εγείρει τα πρωτοπόρα μυαλά της ανθρωπότητας. Η διδασκαλία του προέκυψε ως η ευθεία και άμεση συνέχεια των διδασκαλιών των μεγαλύτερων αντιπροσώπων της φιλοσοφίας, της πολιτικής οικονομίας και του σοσιαλισμού.

Η διδασκαλία του Μαρξ είναι παντοδύναμη επειδή είναι αληθινή. Είναι περιεκτική και αρμονική, και παρέχει στους ανθρώπους μια ακέραια σύλληψη του κόσμου που είναι αδιάλλακτη απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή δεισιδαιμονίας, αντίδρασης ή υπεράσπισης της αστικής καταπίεσης. Είναι ο νόμιμος διάδοχος του καλύτερου που δημιουργήθηκε από την ανθρωπότητα στον 19ο αιώνα με τη μορφή της γερμανικής φιλοσοφίας, της αγγλικής πολιτικής οικονομίας και του γαλλικού σοσιαλισμού.

Σε αυτές τις τρεις πηγές του μαρξισμού, που είναι συγχρόνως τα συστατικά μέρη του, θα σταθούμε εν συντομία.

I

Η φιλοσοφία του μαρξισμού είναι ο υλισμός. Σε όλη την σύγχρονη ιστορία της Ευρώπης, και ειδικά στο τέλος του 18ου αιώνα στη Γαλλία, που ήταν η σκηνή μιας αποφασιστικής μάχης ενάντια σε κάθε είδος μεσαιωνικών σκουπιδιών, ενάντια στη φεουδαρχία και τους θεσμούς της και τις ιδέες της, ο υλισμός έχει αποδείξει ότι είναι η μόνη φιλοσοφία που είναι συνεπής, αληθινή σε όλες τις διδασκαλίες της φυσικής επιστήμης και εχθρική στη δεισιδαιμονία, την ψευτοευλάβεια, κ.λπ. Οι εχθροί της δημοκρατίας επομένως προσπάθησαν με κάθε τρόπο να «καταρρίψουν», να υπονομεύσουν και να δυσφημήσουν τον υλισμό, και υποστήριξαν τις διάφορες μορφές του φιλοσοφικού ιδεαλισμού, ο οποίος πάντα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, καταλήγει σε υπεράσπιση ή υποστήριξη της θρησκείας.

Ο Mαρξ και ο Ένγκελς πάντα υπεράσπισαν το φιλοσοφικό υλισμό με τον πιο αποφασιστικό τρόπο και εξήγησαν επανειλημμένα πόσο βαθιά λαθεμένη είναι κάθε απόκλιση από αυτή τη βάση. Οι απόψεις τους εκτίθενται σαφέστερα και πληρέστερα στα έργα του Ένγκελς, Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και Αντι-Ντίρινγκ1, τα οποία όπως το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, είναι εγχειρίδια για κάθε ταξικά συνειδητό εργάτη.

Αλλά ο Mαρξ δεν σταμάτησε στον υλισμό του 18ου αιώνα· προώθησε τη φιλοσοφία σε ένα ανώτερο επίπεδο, την εμπλούτισε με τα επιτεύγματα της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας, ειδικά του χεγκελιανού συστήματος, το οποίο με τη σειρά του είχε οδηγήσει στον υλισμό του Φόιερμπαχ. Το κύριο επίτευγμα ήταν η διαλεκτική, δηλ., η διδασκαλία της ανάπτυξης στην πληρέστερη και βαθύτερη και πιο περιεκτική μορφή της, η διδασκαλία της σχετικότητας της ανθρώπινης γνώσης, η οποία μας παρέχει μια αντανάκλαση της αιώνια εξελισσόμενης ύλης. Οι πιο πρόσφατες ανακαλύψεις της φυσικής επιστήμης –το ράδιο, τα ηλεκτρόνια, η μεταστοιχείωση των στοιχείων– υπήρξαν μια αξιοσημείωτη επιβεβαίωση του διαλεκτικού υλισμού του Mαρξ, παρά τις διδασκαλίες των αστών φιλοσόφων με τις «νέες» επιστροφές τους στον παλαιό και σάπιο ιδεαλισμό.

Ο Μαρξ βάθυνε και ανέπτυξε πλήρως το φιλοσοφικό υλισμό, και επέκτεινε τη γνώση της φύσης ώστε να συμπεριλάβει τη γνώση της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο ιστορικός υλισμός του ήταν ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της επιστημονικής σκέψης. Το χάος και η αυθαιρεσία που προηγουμένως βασίλευαν στις απόψεις για την ιστορία και την πολιτική έδωσαν τόπο σε μια εντυπωσιακά ακέραια και αρμονική επιστημονική θεωρία, η οποία δείχνει πώς, σαν συνέπεια της αύξησης των παραγωγικών δυνάμεων, από το ένα σύστημα της κοινωνικής ζωής αναπτύσσεται ένα άλλο υψηλότερο – πώς αναπτύσσεται ο καπιταλισμός, παραδείγματος χάριν, από τη φεουδαρχία.

Όπως ακριβώς η γνώση του ανθρώπου αντανακλά τη φύση (δηλαδή, την εξελισσόμενη ύλη), που υπάρχει ανεξάρτητα από τον άνθρωπο, έτσι και η κοινωνική γνώση του ανθρώπου (π.χ., οι διάφορες απόψεις και διδασκαλίες – φιλοσοφικές, θρησκευτικές, πολιτικές, κοκ) αντανακλά το οικονομικό σύστημα της κοινωνίας. Οι πολιτικοί θεσμοί είναι ένα εποικοδόμημα στην οικονομική βάση. Βλέπουμε, παραδείγματος χάριν, ότι οι διάφορες πολιτικές μορφές των σύγχρονων ευρωπαϊκών κρατών υπηρετούν την ενίσχυση της κυριαρχίας της αστικής τάξης πάνω στο προλεταριάτο.

Η φιλοσοφία του Mαρξ είναι ο ωριμασμένος φιλοσοφικός υλισμός, ο οποίος παρείχε στην ανθρωπότητα, και ειδικά στην εργατική τάξη, ισχυρά όργανα γνώσης.

II

Έχοντας αναγνωρίσει ότι το οικονομικό σύστημα είναι η βάση πάνω στην οποία υψώνεται το πολιτικό εποικοδόμημα, ο Μαρξ αφιέρωσε την περισσότερη προσοχή του στη μελέτη αυτού του οικονομικού συστήματος. Το κύριο έργο του Μαρξ, Το Κεφάλαιο, είναι αφιερωμένο στη μελέτη του οικονομικού συστήματος της σύγχρονης, δηλαδή της καπιταλιστικής, κοινωνίας.

Η κλασική πολιτική οικονομία, πριν από τον Μαρξ, εξελίχθηκε στην Αγγλία, την πιο ανεπτυγμένη από τις κεφαλαιοκρατικές χώρες. Ο Άνταμ Σμιθ και ο Ντέιβιντ Ρικάρντο2, με τις έρευνές τους για το οικονομικό σύστημα, έβαλαν τα θεμέλια της εργασιακής θεωρίας της αξίας. Ο Μαρξ συνέχισε το έργο τους· παρείχε μια απόδειξη αυτής της θεωρίας και την ανέπτυξε με συνέπεια. Έδειξε ότι η αξία κάθε εμπορεύματος καθορίζεται από την ποσότητα του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του.

Όπου οι αστοί οικονομολόγοι έβλεπαν μια σχέση μεταξύ πραγμάτων (η ανταλλαγή του ενός εμπορεύματος για ένα άλλο), ο Μαρξ αποκάλυψε μια σχέση μεταξύ ανθρώπων. Η ανταλλαγή εμπορευμάτων εκφράζει το δεσμό μεταξύ μεμονωμένων παραγωγών μέσω της αγοράς. Το χρήμα υποδηλώνει ότι αυτός ο δεσμός γίνεται όλο και πιο στενός, συνδέοντας αξεχώριστα ολόκληρη την οικονομική ζωή των μεμονωμένων παραγωγών σε ένα σύνολο. Το κεφάλαιο υποδηλώνει μια περαιτέρω ανάπτυξη αυτού του δεσμού: η εργατική δύναμη του ανθρώπου γίνεται εμπόρευμα. Ο μισθωτός εργάτης πωλεί την εργατική του δύναμη στον ιδιοκτήτη του εδάφους, των εργοστασίων και των εργαλείων της εργασίας. Ο εργάτης ξοδεύει ένα μέρος της εργάσιμης ημέρας για να καλύψει τα έξοδα της συντήρησης αυτού και της οικογένειάς του (μισθός εργασίας), ενώ στο άλλο μέρος της ημέρας δουλεύει χωρίς ανταμοιβή, δημιουργώντας για τον καπιταλιστή υπεραξία, την πηγή κέρδους, την πηγή του πλούτου της τάξης των καπιταλιστών.

Η διδασκαλία της υπεραξίας είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της οικονομικής θεωρίας του Μαρξ.

Το κεφάλαιο, που δημιουργείται από την εργασία του εργάτη, συντρίβει τον εργάτη, καταστρέφοντας τους μικροαστούς και δημιουργώντας ένα στρατό ανέργων. Στη βιομηχανία, η νίκη της μεγάλης κλίμακας παραγωγής είναι άμεσα προφανής, αλλά παρατηρούμε το ίδιο φαινόμενο στη γεωργία επίσης, όπου η ανωτερότητα της μεγάλης κλίμακας καπιταλιστικής γεωργίας ενισχύεται, η εφαρμογή μηχανημάτων αυξάνεται και το αγροτικό νοικοκυριό, πιασμένο στη θηλιά του χρηματικού κεφαλαίου, ξεπέφτει και βυθίζεται στην καταστροφή, κάτω από το βάρος της καθυστερημένης τεχνικής του. Στη γεωργία, η πτώση της μικρής κλίμακας παραγωγής παίρνει διαφορετικές μορφές, αλλά η ίδια η πτώση της είναι ένα αναμφισβήτητο γεγονός.

Καταστρέφοντας τη μικρής κλίμακας παραγωγή, το κεφάλαιο οδηγεί σε μια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και στη δημιουργία μιας μονοπωλιακής θέσης για τις ενώσεις των μεγάλων καπιταλιστών. Η παραγωγή η ίδια γίνεται όλο και πιο κοινωνική – εκατοντάδες χιλιάδες και εκατομμύρια εργατών συνενώνονται σε έναν εύτακτο οικονομικό οργανισμό– αλλά το προϊόν της συλλογικής εργασίας το ιδιοποιούνται μια χούφτα καπιταλιστές. Η αναρχία της παραγωγής εντείνεται, όπως και οι κρίσεις, το λυσσαλέο κυνηγητό των αγορών και η αβεβαιότητα της ύπαρξης της μάζας του πληθυσμού.

Αυξάνοντας την εξάρτηση των εργατών στο κεφάλαιο, το κεφαλαιοκρατικό σύστημα δημιουργεί τη μεγάλη δύναμη της ενωμένης εργασίας.

Ο Μαρξ παρακολούθησε την ανάπτυξη του καπιταλισμού από τα πρώτα έμβρυα της εμπορευματικής οικονομίας, από την απλή ανταλλαγή, ως τις ανώτερες μορφές του, τη μεγάλης κλίμακας παραγωγή. Και η εμπειρία όλων των καπιταλιστικών χωρών, παλαιών και νέων, καταδεικνύει σαφώς την αλήθεια αυτής της διδασκαλίας του Μαρξ σε αυξανόμενους αριθμούς εργατών.

Ο καπιταλισμός θριάμβευσε σε όλον τον κόσμο, αλλά αυτός ο θρίαμβός του είναι μόνο το προοίμιο του θριάμβου της εργασίας κατά του κεφαλαίου.

III

Όταν η φεουδαρχία ανατράπηκε, και η «ελεύθερη» καπιταλιστική κοινωνία εμφανίστηκε στον κόσμο, έγινε αμέσως προφανές ότι αυτή η ελευθερία σήμαινε ένα νέο σύστημα καταπίεσης και εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Διάφορες σοσιαλιστικές διδασκαλίες εμφανίστηκαν αμέσως ως αντανάκλαση και διαμαρτυρία ενάντια σε αυτήν την καταπίεση. Αλλά ο πρώιμος σοσιαλισμός ήταν ουτοπικός σοσιαλισμός3. Επέκρινε την καπιταλιστική κοινωνία, την καταδίκαζε και την καταριόταν, ονειρευόταν την καταστροφή της, οραματιζόταν μια καλύτερη τάξη και προσπαθούσε να πείσει τους πλουσίους για την ανηθικότητα της εκμετάλλευσης.

Αλλά ο ουτοπικός σοσιαλισμός δεν μπορούσε να υποδείξει την πραγματική λύση. Δεν μπορούσε να εξηγήσει την αληθινή φύση της μισθωτής δουλείας κάτω από τον καπιταλισμό, ούτε να ανακαλύψει τους νόμους της ανάπτυξής του, ούτε να δείξει ποια κοινωνική δύναμη είναι ικανή να γίνει ο δημιουργός μιας νέας κοινωνίας.

Στο μεταξύ, οι θυελλώδεις επαναστάσεις που παντού στην Ευρώπη, και ειδικά στη Γαλλία, συνόδευσαν την πτώση της φεουδαρχίας, της δουλοπαροικίας, αποκάλυπταν όλο και πιο εξόφθαλμα πως βάση όλης της εξέλιξης και κινητήρια δύναμή της είναι η πάλη των τάξεων.

Ούτε μια νίκη της πολιτικής ελευθερίας πάνω στην τάξη των φεουδαρχών δεν κατακτήθηκε χωρίς απεγνωσμένη αντίσταση. Ούτε μια καπιταλιστική χώρα δε διαμορφώθηκε πάνω σε μια λιγότερο ή περισσότερο ελεύθερη, δημοκρατική βάση, χωρίς αγώνα ζωής ή θανάτου ανάμεσα στις διάφορες τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Η μεγαλοφυΐα του Μαρξ έγκειται στο ότι ήταν ο πρώτος που εξήγαγε από εδώ το συμπέρασμα που μας διδάσκει η παγκόσμια ιστορία και το εφάρμοσε με συνέπεια. Το συμπέρασμα αυτό είναι η διδασκαλία για την ταξική πάλη.

Οι άνθρωποι ήταν πάντα και θα είναι πάντα τα απλοϊκά θύματα της εξαπάτησης και της αυτό-έξαπατησης στην πολιτική ωσότου μάθουν να ανακαλύπτουν τα συμφέροντα τούτης ή εκείνης της τάξης πίσω από όλες τις ηθικές, θρησκευτικές, πολιτικές και κοινωνικές φράσεις, διακηρύξεις και υποσχέσεις. Οι υποστηρικτές των μεταρρυθμίσεων και των βελτιώσεων θα εξαπατούνται πάντα από τους υπερασπιστές του παλιού ωσότου συνειδητοποιήσουν ότι κάθε παλιός θεσμός, όσο βάρβαρος και σάπιος μπορεί να φαίνεται πως είναι, διατηρείται από τις δυνάμεις τούτων ή εκείνων των κυρίαρχων τάξεων. Και υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να σπάσουμε την αντίσταση αυτών των τάξεων: να βρούμε μέσα στην ίδια την κοινωνία που μας περιβάλλει τις δυνάμεις εκείνες που μπορούν –και λόγω της κοινωνικής τους θέσης οφείλουν– να αποτελέσουν τη δύναμη την ικανή να σαρώσει το παλιό και να δημιουργήσει το νέο, και να διαφωτίσουμε και να οργανώσουμε αυτές τις δυνάμεις για την πάλη.

Ο φιλοσοφικός υλισμός του Μαρξ μόνο έχει δείξει στο προλεταριάτο την έξοδο από την πνευματική σκλαβιά στην οποία όλες οι καταπιεσμένες τάξεις φυτοζωούσαν ως τώρα. Μόνο η οικονομική θεωρία του Μαρξ έχει εξηγήσει την αληθινή θέση του προλεταριάτου στο γενικό σύστημα του καπιταλισμού.

Οι ανεξάρτητες οργανώσεις του προλεταριάτου πολλαπλασιάζονται σε όλο τον κόσμο, από την Αμερική στην Ιαπωνία και από τη Σουηδία στη Νότια Αφρική. Το προλεταριάτο γίνεται διαφωτισμένο και εκπαιδευμένο διεξάγοντας την ταξική του πάλη· απελευθερώνει τον εαυτό του από τις προκαταλήψεις της αστικής κοινωνίας· συσπειρώνεται όλο και πιο σφικτά και μαθαίνει να εκτιμά σωστά τις επιτυχίες του· ατσαλώνει τις δυνάμεις του και αναπτύσσεται ακατανίκητα.


Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Β.Ι Λένιν Σοσιαλισμός και θρησκεία

Όλη η σύγχρονη κοινωνία είναι θεμελιωμένη πάνω στην εκμετάλλευση των τεράστιων μαζών της εργατικής τάξης από μια μηδαμινή μειοψηφία του πληθυσμού, που ανήκει στις τάξεις των γαιοκτημόνων και των κεφαλαιοκρατών. Η κοινωνία αυτή είναι δουλοκτητική, γιατί οι "ελεύθεροι" εργάτες, που όλη τους τη ζωή δουλεύουν στο κεφάλαιο, "έχουν δικαίωμα" μόνο σε τόσα μέσα ύπαρξης όσα είναι απαραίτητα για τη συντήρηση δούλων που παράγουν κέρδος, για την εξασφάλιση και την διαιώνιση της κεφαλαιοκρατικής δουλείας.

Η οικονομική καταπίεση των εργατών προκαλεί και γεννάει αναπόφευκτα κάθε είδους πολιτική καταπίεση, κοινωνική ταπείνωση, εξαγρίωση και συσκότιση της πνευματικής και ηθικής ζωής των μαζών. Οι εργάτες μπορούν να πετύχουν περισσότερη είτε λιγότερη πολιτική ελευθερία με σκοπό τη διεξαγωγή του αγώνα για την οικονομική τους απελευθέρωση, καμμιά όμως ελευθερία δε θα τους απαλλάξει από την αθλιότητα, την ανεργία και την καταπίεση, όσο δε θα έχει αποτιναχτεί η εξουσία του κεφαλαίου. Η θρησκεία είναι μια από τις μορφές πνευματικής καταπίεσης, που παντού και πάντοτε βάραινε τις λαικές μάζες, τις τσακισμένες από την αιώνια δουλειά για τους άλλους, την ανέχεια και τη μοναξιά. Η αδυναμία των τάξεων που υφίστανται την εκμετάλλευση στην πάλη ενάντια στους εκμεταλλευτές γεννάει αναπόφευκτα την πίστη για μια καλύτερη μετά θάνατον ζωή, όπως ακριβώς και η αδυναμία του αγρίου στην πάλη με τη φύση γεννάει την πίστη στους θεούς, στους διαβόλους, στα θαύματα κτλ. Σ'αυτόν που σ'όλη του τη ζωή δουλεύει και στερείται, η θρησκεία διδάσκει ταπεινοφροσύνη και υπομονή στην επίγεια ζωή, παρηγορώντας τον με την ελπίδα της επουράνιας ανταμοιβής. Και σ'εκείνους που ζουν από ξένη εργασία η θρησκεία διδάσκει την αγαθοεργία στην επίγεια ζωή, προσφέροντάς τους μια πολύ φτηνή δικαίωση για όλη την εκμεταλλευτική τους ύπαρξη και πουλώντας τους σε συμφέρουσα τιμή εισιτήρια για την επουράνια μακαριότητα. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Η θρησκεία είναι ένα είδος πνευματικού αλκοόλ, μέσα στο οποίο οι σκλάβοι του κεφαλαίου πνίγουν την ανθρώπινη μορφή τους, τις διεκδικήσεις τους για μια κάπως ανθρώπινη ζωή.

Ο δούλος όμως που ένιωσε τη δουλεία του και ξεσηκώθηκε στην πάλη για την απελευθέρωση του παύει κιόλας κατά το ήμισυ να είναι δούλος. Ο σύγχρονος συνειδητός εργάτης, διαπαιδαγωγημένος από τη μεγάλη εργοστασιακή βιομηχανία, φωτισμένος από τη ζωή της πόλης, αποτινάζει με περιφρόνηση τις θρησκευτικές προλήψεις, αφήνει τον ουρανό στη διάθεση των παπάδων και των αστών υποκριτών, κατακτώντας μια καλύτερη ζωή εδώ στη γη. Το σύγχρονο προλεταριάτο τάσσεται με το μέρος του σοσιαλισμού, που επιστρατεύει την επιστήμη στην πάλη ενάντια στη θρησκευτική θολούρα και λυτρώνει τον εργάτη από την πίστη στη μετά θάνατον ζωή, συσπειρώνοντάς τον στην πραγματική πάλη για μια καλύτερη επίγεια ζωή.

Η θρησκεία πρέπει να ανακηρυχθεί ατομική υπόθεση. Με τα λόγια αυτά καθιερώθηκε να εκφράζεται συνήθως η στάση των σοσιαλιστών απέναντι στη θρησκεία. Μα η σημασία αυτών των λέξεων πρέπει να καθοριστεί με ακρίβεια, για να μην μπορούν να προκαλούν κανενός είδους παρανοήσεις. Η θρησκεία πρέπει να είναι ατομική υπόθεση για το κράτος, αυτό ζητάμε εμείς, σε καμμιά περίπτωση όμως δεν μπορούμε να θεωρούμε τη θρησκεία ατομική υπόθεση για το Κόμμα μας. Το κράτος δεν πρέπει να έχει καμμία δουλειά με τη θρησκεία, οι θρησκευτικοί σύλλογοι δεν πρέπει να συνδέονται με την κρατική εξουσία. Ο καθένας πρέπει να είναι ολότελα ελεύθερος να πρεσβεύει όποια θρησκεία θέλει ή να μην παραδέχεται καμμιά θρησκεία, δηλ. να είναι άθεος, όπως και είναι συνήθως κάθε σοσιαλιστής. Δεν επιτρέπονται σε καμιά περίπτωση κανενός είδους διακρίσεις δικαιωμάτων ανάμεσα στους πολίτες εξαιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Πρέπει να καταργηθεί απόλυτα ακόμα και κάθε υπόμνηση στα επίσημα έγγραφα σχετικά με το άλφα ή βήτα θρήσκευμα των πολιτών. Δεν πρέπει να δίνεται καμιά επιχορήγηση στην επίσημη εκκλησία του κράτους, καμμιά επιχορήγηση από τα χρήματα του δημοσίου στις εκκλησιαστικές και θρησκευτικές ενώσεις, που πρέπει να γίνουν ενώσεις πολιτών-ομοϊδεατών ολότελα ελεύθερες, ανεξάρτητες από την κρατική εξουσία. Μόνο με την ολοκληρωτική εφαρμογή αυτών των διεκδικήσεων μπορεί να μπει τέρμα στο επαίσχυντο και καταραμένο εκείνο παρελθόν, τότε που η εκκλησία βρισκόταν σε δουλοπαροικιακή εξάρτηση από το κράτος, ενώ οι ρώσοι πολίτες βρίσκονταν σε δουλοπαροικιακή εξάρτηση από την επίσημη εκκλησία, τότε που υπήρχαν και εφαρμόζονταν μεσαιωνικοί ιεροεξεταστικοί νόμοι (που διατηρούνται μέχρι σήμερα στους ποινικούς κώδικες και κανόνες), νόμοι που πρόβλεπαν διωγμούς για την πίστη ή για την απιστία, που ασκούσαν βία στη συνείδηση του ανθρώπου, που συνέδεαν τις δημόσιες θεσούλες και τα δημόσια έσοδα με τη διάδοση κάθε λογής πνευματικού οπίου που διοχετεύει η εκκλησία του κράτους. Ολκληρωτικός χωρισμός της εκκλησίας από το κράτος - αυτή τη διεκδίκηση προβάλλει το σοσιαλ ιστικό προλεταριάτο στο σημερινό κράτος και στη σημερινή εκκλησία.

Η ρωσική επανάσταση πρέπει να πραγματοποιήσει αυτήν τη διεκδίκηση σαν απαραίτητο συστατικό μέρος της πολιτικής ελευθερίας. Η ρωσική επανάσταση, από την άποψη αυτή, βρίσκεται σε εξαιρετικά ευνοικές συνθήκες, γιατί η αηδιαστική ρουτίνα της αστυνομικο-δουλοπαροικιακής απολυταρχίας προκάλεσε δυσαρέσκεια, αναβρασμό και αγανάκτηση ακόμα και μέσα στον κλήρο. Όσο κακομοιριασμένος, όσο αμόρφωτος και αν είναι ο ρωσικός ορθόδοξος κλήρος, ωστόσο και αυτός ακόμα ξύπνησε με τον πάταγο που προξένησε της παλιάς μεσαιωνικής τάξης πραγμάτων στην Ρωσία. Ακόμα και ο κλήρος αυτός προσχωρεί στη διεκδίκηση της ελευθερίας, διαμαρτύρεται ενάντια στη ρουτίνα και στη γραφειοκρατική αυθαιρεσία, ενάντια στον αστυνομικό χαφιεδισμό που επιβλήθηκε στους "λειτουργούς του υψίστου". Εμείς οι σοσιαλιστές πρέπει να υποστηρίξουμε αυτό το κίνημα, ολοκληρώνοντας τις διεκδικήσεις των τίμιων και ειλικρινών ανθρώπων του κλήρου, να τους παρουσιάσουμε τα ίδια τους τα λόγια για ελευθερία και να τους ζητήσουμε να κόψουν αποφασιστικά κάθε δεσμό ανάμεσα στη θρησκεία και στην αστυνομία. Είτε είσθε ειλικρινείς, και τότε πρέπει να υποστηρίζετε τον ολοκληρωτικό χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος και του σχολείου από την εκκλησία, να υποστηρίζετε την πλήρη και χωρίς όρους ανακήρυξη της θρησκείας σε ατομική υπόθεση. Είτε δεν παραδέχεστε αυτές τις συνεπείς διεκδικήσεις της ελευθερίας, και τότε σημαίνει πως είστε ακόμα αιχμάλωτοι των παραδόσεων της ιερής εξέτασης, τότε σημαίνει πως εξακολουθείτε να κολλάτε στις δημόσιες θεσούλες και στο δημόσιο κορβανά, τότε σημαίνει πως δεν πιστεύετε στην πνευματική δύναμη του όπλου σας, πως εξακολουθείτε να δωροδοκείστε από την κρατική εξουσία. Στην περίπτωση αυτή οι συνειδητοί εργάτες όλης της Ρωσίας σας κηρύττουν αμείλικτο πόλεμο.

Για το κόμμα του σοσιαλιστικού προλεταριάτου η θρησκεία δεν είναι ατομική υπόθεση. Το κόμμα μας είναι ένωση συνειδητών, πρωτοπόρων αγωνιστών για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Μια τέτοια ένωση δεν μπορεί και δεν πρέπει να στέκει αδιάφορη απέναντι στην έλλειψη συνειδητότητας, στην καθυστέρηση ή στο σκοταδισμό με τη μορφή θρησκευτικών δοξασιών. Απαιτούμε ολοκληρωτικό χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος για να καταπολεμούμε τη θρησκευτική θολούρα με καθαρά ιδεολογικά, και μόνο ιδεολογικά όπλα, με τον τύπο μας, με το λόγο μας. Άλλωστε εμείς συγκροτήσαμε την ένωση μας, το ΣΔΕΚΡ, για να διεξάγουμε ανάμεσα στ'άλλα, έναν τέτοιο ακριβώς αγώνα ενάντια σε κάθε θρησκευτική αποβλάκωση των εργατών. Για μας η ιδεολογική πάλη δεν είναι ατομική υπόθεση αλλά υπόθεση όλου του κόμματος, όλου του προλεταριάτου.

Αφού είναι έτσι, τότε γιατί δεν δηλώνουμε στο πρόγραμμα μας πως είμαστε άθεοι; γιατί δεν απαγορεύουμε στους χριστιανούς και σ'εκείνους που πιστεύουν στο θεό να μπάινουν στο κόμμα μας;

Η απάντηση σ'αυτό το ερώτημα θα εξηγήσει την πολύ σοβαρή διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην αστικοδημοκρατική και στη σοσιαλδημοκρατική τοποθέτηση του ζητήματος της θρησκείας.

Ολόκληρο το πρόγραμμα μας είναι θεμελιωμένο πάνω σε επιστημονική και, συνάμα, στην υλιστική ακριβώς κοσμοθεωρία. Γι'αυτό η εξήγηση του προγράμματος μας συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά και την εξήγηση για τις πραγματικές ιστορικές και οικονομικές ρίζες της θρησκευτικής θολούρας. Η προπαγάνδα μας συμπεριλαμβάνει υποχρεωτικά και την προπαγάνδα του αθεϊσμού. Η έκδοση της αντίστοιχης επιστημονικής φιλολογίας, που ως σήμερα την απαγόρευε αυστηρά και την καταδίωκε η απολυταρχική-δουλοπαροικιακή κρατική εξουσία, πρέπει ν'αποτελέσει τώρα έναν από τους τομείς της κομματικής μας δουλειάς. Τώρα θα βρεθούμε ίσως στην ανάγκη ν'ακολουθήσουμε τη συμβουλή που έδωσε κάποτε ο Ένγκελς στους γερμανούς σοσιαλιστές: μετάφραση και μαζική διάδοση της γαλλικής διαφωτιστικής και αθεϊστικής φιλολογίας του XVIII αιώνα.

Ταυτόχρονα όμως δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να ξεπέφτουμε σε αφηρημένη, σε ιδεαλιστική τοποθέτηση του θρησκευτικού ζητήματος, ξεκινώντας "από το λόγο" και όχι από την ταξική πάλη, τοποθέτηση που κάνουν συχνά οι ριζοσπάστες δημοκράτες της αστικής τάξης. Θα ήταν ανοησία να νομίζουμε πως, σε μια κοινωνία που στηρίζεται στην απεριόριστη καταπίεση και αποκτήνωση των εργατικών μαζών, είναι δυνατόν να διαλύσουμε τις θρησκευτικές προλήψεις με καθαρά προπαγανδιστικά μέσα. Θα ήταν αστική στενοκεφαλιά να ξεχνάμε πως η θρησκευτική καταπίεση της ανθρωπότητας είναι απλώς προιόν και αντανάκλαση της οικονομικής καταπίεσης στους κόλπους της κοινωνίας. Με κανενός είδους φυλλάδες και με κανενός είδους κήρυγμα δεν μπορείς να διαφωτίσεις το προλεταριάτο, αν δεν το διαφωτίσει η ίδια η πάλη του ενάντια στις σκοτεινές δυνάμεις του καπιταλισμού. Η ενότητα αυτής της πάλης, πάλης πραγματικά επαναστατικής, που διεξάγει η καταπιεζόμενη τάξη για τη δημηουργία ενός επίγειου παραδείσου, είναι σπουδαιότερη για μας από την ενότητα γνωμών των προλεταρίων για τον επουράνιο παράδεισο.

Να γιατί δε μιλάμε, και δεν πρέπει να μιλάμε στο πρόγραμμα μας για τον αθεϊσμό μας. Να γιατί δεν απαγορεύουμε και δεν πρέπει να απαγορεύουμε στους προλεταρίους που έχουν διατηρήσει τούτα ή εκείνα τα υπολείμματα των παλαιών προλήψεων να πλησιάσουν στο κόμμα μας. Εμείς θα προπαγανδίζουμε πάντοτε την επιστημονική κοσμοθεωρία. Μας είναι απαραίτητο να καταπολεμούμε την ασυνέπεια οποιωνδήποτε "χριστιανών", αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως πρέπει να προωθούμε το θρησκευτικό ζήτημα στην πρώτη σειρά, γιατί σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτή η σειρά του, αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να επιτρέπουμε το κομμάτιασμα των δυνάμεων της πραγματικά επαναστατικής, οικονομικής και πολιτικής πάλης για τριτεύουσες απόψεις και φαντασιοπληξίες, που χάνουν γρήγορα κάθε πολιτική σημασία, πετιούνται γρήγορα στην αποθήκη αχρήστων από την ίδια την πορεία της οικονομικής εξέλιξης.

Η αντιδραστική αστική τάξη φρόντιζε παντού, και τώρα αρχίζει να φροντίζει και στην χώρα μας, ν'ανάψει τη θρησκευτική έχθρα για να τραβήξει προς τα κει την προσοχή των μαζών, αποσπώντας την από τα πραγματικώς σοβαρά και θεμελιακά οικονομικά και πολιτικά ζητήματα, τα οποία λύνει τώρα πρακτικά το πανρωσικό προλεταριάτο που ενώνεται στην επαναστατική του πάλη. Η αντιδραστική αυτή πολιτική του κατατεμαχισμού των προλεταριακών δυνάμεων, που σήμερα εκδηλώνεται κυρίως με τη μορφή των πογκρόμ στα οποία προβαίνουν οι μαυροεκατονταρχίτες, ίσως να καταλήξει αύριο σε τίποτα πιο εκλεπτυσμένες μορφές. Εμείς, εν πάση περιπτώσει, θα της αντιτάξουμε το ήρεμο, το σταθερό και υπομονητικό, το απαλλαγμένο από κάθε συδαύλιση διαφωνιών δευτερεύουσας σημασίας κήρυγμα της προλεταριακής αλληλεγγύης και της επιστημονικής κοσμοθεωρίας.

Το επαναστατικό προλεταριάτο θα κατορθώσει ώστε η θρησκεία να γίνει πραγματικά ατομική υπόθεση για το κράτος. Και μέσα σ'αυτό το ξεκαθαρισμένο από την μεσαιωνική μούχλα πολιτικό καθεστώς το προλεταριάτο θ'αρχίσει μια πλατιά, ανοιχτή πάλη για την εξάλειψη της οικονομικής δουλείας, που είναι η αληθινή πηγή της θρησκευτικής αποβλάκωσης της ανθρωπότητας.

Ν. Λένιν

3 Δεκεμβρίου 1905



Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Για τη σημασία του μαχόμενου υλισμού (Β. Ι. Λένιν)


Για τα γενικά καθήκοντα του περιοδικού «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα» ο σύντροφος Τρότσκι στο τεύχος.1-2 είπε ήδη ό,τι έπρεπε να ειπωθεί και τα είπε πολύ καλά. Θα ήθελα να σταθώ σε μερικά ζητήματα που καθορίζουν ακριβέστερα το περιεχόμενο και το πρόγραμμα της δουλειάς που ανάγγειλε η Σύνταξη του περιοδικού στο εισαγωγικό σημείωμα του τεύχους. 1-2.

Στο σημείωμα αυτό αναφέρεται πως όλοι όσοι έχουν συγκεντρωθεί γύρω από το περιοδικό «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα» δεν είναι κομμουνιστές, όλοι όμως είναι συνεπείς υλιστές. Νομίζω ότι μια τέτια συμμαχία κομμουνιστών και μη κομμουνιστών είναι απόλυτα αναγκαία και καθορίζει σωστά τα καθήκοντα του περιοδικού. Ένα από τα πιο μεγάλα και επικίνδυνα λάθη των κομμουνιστών (και γενικά των επαναστατών που άρχισαν με επιτυχία μια μεγάλη επανάσταση) είναι η αντίληψη πως μπορούν τάχα την επανάσταση να την ολοκληρώσουν με τις προσπάθειες των επαναστατών. Αντίθετα, για την επιτυχία κάθε σοβαρής επαναστατικής δουλειάς είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε και να μπορέσουμε να εφαρμόσουμε στην πράξη την αρχή πως οι επαναστάτες μπορούν να παίζουν το ρόλο μόνο της πρωτοπορίας μιας πραγματικά βιώσιμης και πρωτοπόρας τάξης. Η πρωτοπορία μόνο τότε εκπληρώνει τα καθήκοντα της πρωτοπορίας, όταν ξέρει να μην αποσπάται από τη μάζα που καθοδηγεί, αλλά πραγματικά να οδηγεί ολόκληρη τη μάζα προς τα μπρος. Αν δεν γίνει συμμαχία με τους μη κομμουνιστές στους πιο διαφορετικούς τομείς δράσης ούτε λόγος μπορεί να γίνει για οποιαδήποτε επιτυχή κομμουνιστική οικοδόμηση.

Αυτό αφορά και τη δουλειά της υπεράσπισης του υλισμού και του μαρξισμού, που ανέλαβε το περιοδικό «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα». Στις κύριες κατευθύνσεις της πρωτοπόρας κοινωνικής σκέψης της Ρωσίας υπάρχει ευτυχώς σοβαρή υλιστική παράδοση. Αφήνοντας πια τον Γκ. Β. Πλεχάνοφ, αρκεί να αναφέρουμε τον Τσερνισέβσκι, σε σύγκριση με τον οποίο οι σημερινοί ναρόντνικοι (λαϊκοί σοσιαλιστές, Εσέροι, κτλ.) υποχωρούσαν συχνά, κυνηγώντας μοντέρνες αντιδραστικές φιλοσοφικές θεωρίας, παρασυρόμενοι από την ψεύτικη λάμψη της δήθεν «τελευταίας λέξης» της ευρωπαϊκής επιστήμης και μη μπορώντας να διακρίνουν κάτω από την ψεύτικη εκείνη λάμψη τη μια ή την άλλη ποικιλομορφία τής δουλοπρέπειας προς την αστική τάξη, τις προλήψεις της και την αντιδραστικότητα των αστών.

Πάντως, στη Ρωσία υπάρχουν ακόμα –και θα υπάρχουν οπωσδήποτε για πολύ ακόμη καιρό– υλιστές στο στρατόπεδο των μη κομμουνιστών, και επιτακτικό χρέος μας είναι να προσελκύσουμε σε συνεργασία όλους τους οπαδούς του συνεπούς και μαχόμενου υλισμού στην πάλη με την αντιδραστική φιλοσοφία και τις φιλοσοφικές προλήψεις της λεγόμενης «μορφωμένης κοινωνίας». Ο Ντίτσγκεν-πατέρας, που δεν πρέπει να τον συγχέουμε με το γιο του –έναν δημοσιολόγο τόσο υπεροπτικό, όσο και αποτυχημένο– διατύπωσε σωστά, εύστοχα και καθαρά τη βασική άποψη του μαρξισμού σχετικά με τις φιλοσοφικές κατευθύνσεις που κυριαρχούν στις αστικές χώρες και τραβούν το ενδιαφέρον των επιστημόνων και των δημοσιολόγων, λέγοντας πως τις περισσότερες φορές οι καθηγητές της φιλοσοφίας στη σύγχρονη κοινωνία δεν είναι στην ουσία τίποτε άλλο, παρά «διπλωματούχοι λακέδες της παπαδοκρατίας».

Οι ρώσοι μας διανοούμενοι, που αρέσκονται να θεωρούν τον εαυτό τους πρωτοπόρο, όπως άλλωστε και οι συνάδελφοί τους σε όλες τις άλλες χώρες, δεν αγαπούν καθόλου να μεταφερθεί το ζήτημα στο επίπεδο της εκτίμησης που κάνει ο Ντίτσγκεν. Και δεν το αγαπούν, γιατί η αλήθεια τους πειράζει. Αρκεί να αναλογιστούμε κάπως την κρατική εξάρτηση, στη συνέχεια τη γενική οικονομική εξάρτηση, κατόπι την εξάρτηση της καθημερινής ζωής και κάθε άλλη εξάρτηση των μορφωμένων ανθρώπων σήμερα από την κυρίαρχη αστική τάξη, για να καταλάβουμε την απόλυτη ορθότητα αυτού του αυστηρού χαρακτηρισμού του Ντίτσγκεν. Αρκεί να θυμηθούμε τις περισσότερες μοντέρνες φιλοσοφικές κατευθύνσεις που τόσο συχνά εμφανίζονται στις ευρωπαϊκές χώρες, αρχίζοντας έστω από εκείνες που σχετίζονταν με την ανακάλυψη του ραδίου, και τελειώνοντας με εκείνες που πάνε τώρα να πιαστούν από τον Αϊνστάιν, –για να καταλάβουμε το δεσμό που υπάρχει ανάμεσα στα ταξικά συμφέροντα και στις ταξικές απόψεις της αστικής τάξης, ανάμεσα στην υποστήριξη που δίνει στις κάθε λογής θρησκείες και στο ιδεολογικό περιεχόμενο των μοντέρνων φιλοσοφικών κατευθύνσεων.

Απ' όλα τα παραπάνω φαίνεται πως ένα περιοδικό, που θέλει να είναι όργανο του μαχόμενου υλισμού, πρέπει να είναι, πρώτο, όργανο μαχητικό, δηλαδή πρέπει να ξεσκεπάζει και να καταπολεμά με συνέπεια όλους τους σύγχρονους «διπλωματούχους λακέδες της παπαδοκρατίας», αδιάφορο αν εμφανίζονται σαν εκπρόσωποι της επίσημης επιστήμης, ή σαν ελεύθεροι σκοπευτές που αυτοαποκαλούνται δημοσιολόγοι της «δημοκρατικής αριστεράς ή ιδεολόγοι-σοσιαλιστές». Δεύτερο, το περιοδικό αυτό πρέπει να είναι όργανο του μαχόμενου αθεϊσμού. Έχουμε υπηρεσίες ή τουλάχιστο κρατικά ιδρύματα που καταγίνονται με τη δουλειά αυτή. Μα η δουλειά αυτή είναι πολύ αδύνατη, εντελώς ανεπαρκής, γιατί δέχεται, όπως φαίνεται, την καταθλιπτική επίδραση των γενικών συνθηκών της πραγματικά ρωσικής (αν και σοβιετικής) γραφειοκρατίας μας. Γι' αυτό, το περιοδικό που αναλαμβάνει το καθήκον να γίνει όργανο του μαχόμενου υλισμού, πρέπει –κι αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία– δίπλα στο έργο των αντίστοιχων κρατικών ιδρυμάτων για τη βελτίωση και την αναζωογόνηση της δουλειάς να κάνει έντονη αθεϊστική προπαγάνδα και πάλη. Πρέπει να παρακολουθείται με προσοχή όλη η σχετική φιλολογία σε όλες τις γλώσσες, να μεταφράζεται ή τουλάχιστο να μεταδίδεται περιληπτικά καθετί που έχει κάποια αξία σ' αυτό τον τομέα.

Ο Έγκελς από καιρό ακόμη συμβούλευε τους καθοδηγητές του σύγχρονου προλεταριάτου να μεταφράσουν τα μαχητικά αθεϊστικά έργα του τέλους του 18ου αιώνα για να κυκλοφορούν πλατιά μέσα στο λαό. Είναι ντροπή μας που ως τα σήμερα δεν το κάναμε (είναι κι αυτό μια από τις πολυάριθμες αποδείξεις ότι πολύ ευκολότερα μπορεί κανείς να κατακτήσει την εξουσία σε μια επαναστατική περίοδο, παρά να χρησιμοποιήσει σωστά αυτή την εξουσία). Κάποτε γίνονταν προσπάθειες να δικαιολογηθεί αυτή η χαλαρότητα, η αδράνεια και η αδεξιότητά μας μ' ένα σωρό «σοβαροφανείς» ισχυρισμούς, όπως π.χ. ότι τα παλιά αθεϊστικά έργα του 18ου αιώνα έχουν τάχα ξεπεραστεί, δεν είναι επιστημονικά, είναι απλοϊκά κτλ. Δεν υπάρχει πράγμα χειρότερο από κάτι τέτοιες, δήθεν επιστημονικές σοφιστείες, που πάνε να καλύψουν ή το σχολαστικισμό, ή την πλήρη άγνοια του μαρξισμού. Φυσικά, στα αθεϊστικά συγγράμματα των επαναστατών του 18ου αιώνα θα βρεθούν όχι λίγα σημεία και αντιεπιστημονικά και απλοϊκά. Μα κανένας δεν εμποδίζει τους εκδότες αυτών των έργων να τα περικόψουν και να προσθέσουν σ' αυτά σύντομους επίλογους, όπου να φαίνεται η πρόοδος που σημείωσε η ανθρωπότητα από τα τέλη του 18ου αιώνα κι εδώ στον τομέα της επιστημονικής κριτικής της θρησκείας, να αναφέρονται τα σχετικά νεότερα έργα κτλ. Θα κάναμε το μεγαλύτερο και το χειρότερο λάθος που μπορεί να κάνει ένας μαρξιστής, αν λέγαμε πως τα πολλά εκατομμύρια των λαϊκών (ιδιαίτερα των αγροτικών και βιοτεχνικών) μαζών, που ολόκληρη η σύγχρονη κοινωνία τα έχει καταδικάσει στο σκοτάδι, στην αμάθεια και στις προλήψεις, μπορούν να απαλλαγούν από το σκοτάδι αυτό μόνο με την ευθεία γραμμή της καθαρά μαρξιστικής διαφώτισης. Στις μάζες αυτές πρέπει να δώσουμε πολυποίκιλο υλικό για την αθεϊστική προπαγάνδα, να τις κατατοπίσουμε στα γεγονότα που παρουσιάζουν οι πιο διαφορετικές πλευρές της ζωής, να τις πλησιάσουμε με διάφορους τρόπους, για να τους προκαλέσουμε το ενδιαφέρον, να τους ξυπνήσουμε από το θρησκευτικό λήθαργο, να τις τραντάξουμε απ' όλες τις μεριές, με τους πιο διαφορετικούς τρόπους κτλ.

Τα συγγράμματα των παλιών αθεϊστών του 18ου αιώνα, τα γραμμένα με πνεύμα, με ζωντάνια και με ταλέντο, που χτυπούσαν με τρόπο ευφυή και απροκάλυπτο την παπαδοκρατία, θα αποδειχτούν σε μια σειρά περιπτώσεις χίλιες φορές πιο κατάλληλα για να ξυπνήσουν τους ανθρώπους από το θρησκευτικό λήθαργο, παρά τα ανιαρά, μονότονα, χωρίς σχεδόν κανένα καλοδιαλεγμένο στοιχείο, αναμασήματα του μαρξισμού, που κυριαρχούν στη φιλοσοφία μας και που (γιατί να το κρύβουμε) συχνά διαστρεβλώνουν το μαρξισμό. Όλα τα οπωσδήποτε μεγάλα έργα του Μαρξ και του Έγκελς τα έχουμε μεταφράσει. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να φοβόμαστε πως ο παλιός αθεϊσμός και ο παλιός υλισμός δεν θα συμπληρωθούν σε μας με τις διορθώσεις που έκαναν ο Μαρξ και ο Έγκελς. Το πιο σπουδαίο –και αυτό ακριβώς ξεχνούν τις περισσότερες φορές οι δικοί μας οι δήθεν μαρξιστές-κομμουνιστές που στην πραγματικότητα παραμορφώνουν το μαρξισμό– είναι να μπορέσουμε να κεντρίσουμε το ενδιαφέρον των εντελώς καθυστερημένων ακόμη μαζών με τη συνειδητή αντιμετώπιση των θρησκευτικών ζητημάτων και με τη συνειδητή κριτική της θρησκείας.

Από την άλλη μεριά, κοιτάξτε τους εκπροσώπους της σύγχρονης επιστημονικής κριτικής της θρησκείας. Σχεδόν πάντα οι εκπρόσωποι αυτοί της μορφωμένης αστικής τάξης «συμπληρώνουν» τα ίδια τα επιχειρήματά τους που ανασκευάζουν τις θρησκευτικές προλήψεις με τέτοιους συλλογισμούς, που αμέσως τους ξεσκεπάζουν σαν υποτελείς της ιδεολογίας της αστικής τάξης, σαν «διπλωματούχους λακέδες της παπαδοκρατίας».

Ορίστε δυο παραδείγματα. Ο καθηγητής Ρ.Γ.Βίπερ τύπωσε το 1918 ένα βιβλιαράκι με τον τίτλο: «Η εμφάνιση του χριστιανισμού» (έκδοση «Φάρος», Μόσχα). Εκθέτοντας τα βασικά συμπεράσματα της σύγχρονης επιστήμης, ο συγγραφέας όχι μόνο δεν καταπολεμά τις προλήψεις και την απάτη, που είναι το όπλο της εκκλησίας, σαν πολιτικής οργάνωσης, όχι μόνο παρακάμπτει αυτά τα ζητήματα, μα προβάλλει τον εντελώς γελοίο και αντιδραστικότατο ισχυρισμό ότι στέκει πάνω από τις δυο «ακρότητες»: και την ιδεαλιστική και την υλιστική. Αυτό δεν είναι παρά δουλοπρέπεια απέναντι στην κυρίαρχη αστική τάξη, που ξοδεύει εκατοντάδες εκατομμύρια ρούβλια σε όλο τον κόσμο από τα κέρδη που ξεζουμίζει από τους εργαζόμενους για να υποστηρίξει τη θρησκεία.

Ο γνωστός γερμανός επιστήμονας Άρτουρ Ντρεβς, καταπολεμώντας στο βιβλίο του Ο μύθος του Χριστού τις θρησκευτικές προλήψεις και τα παραμύθια, ενώ αποδείχνει πως κανένας Χριστός δεν υπήρξε, στο τέλος του βιβλίου τάσσεται υπέρ της θρησκείας, μόνο που πρέπει να είναι ανανεωμένη αποκαθαρισμένη, εκλεπτυσμένη, ικανή να αντισταθεί στο «νατουραλιστικό ρεύμα που γίνεται από μέρα σε μέρα όλο και πιο ισχυρό» (σελ. 238 της 4ης γερμανικής έκδοσης του 1910). Πρόκειται εδώ για έναν απροκάλυπτο αντιδραστικό, συνειδητό, που βοηθά ανοιχτά τους εκμεταλλευτές να αντικαταστήσουν τις παλιές και σαθρές θρησκευτικές προλήψεις με προλήψεις καινούριες, ακόμη πιο σιχαμερές και χυδαίες.

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έπρεπε να μεταφραστεί ο Ντρεβς. Αυτό σημαίνει ότι οι κομμουνιστές και όλοι οι συνεπείς υλιστές πρέπει, πραγματοποιώντας σ' έναν ορισμένο βαθμό τη συμμαχία τους με την προοδευτική μερίδα της αστικής τάξης, να την ξεσκεπάζουν αδίστακτα, όταν η μερίδα αυτή περνάει σε θέσεις αντιδραστικές. Αυτό σημαίνει πως όποιος φοβάται τη συμμαχία με τους εκπροσώπους της αστικής τάξης του 18ου αιώνα, δηλ. της εποχής που η τάξη αυτή ήταν επαναστατική, προδίδει το μαρξισμό και τον υλισμό, γιατί η «συμμαχία» με τους Ντρεβς με τη μια ή την άλλη μορφή, στον άλφα ή στον βήτα βαθμό, είναι για μας υποχρεωτική στην πάλη ενάντια στον κυρίαρχο θρησκευτικό σκοταδισμό.

Το περιοδικό «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα», που θέλει να είναι όργανο του μαχόμενου υλισμού, οφείλει να δόσει μεγάλη προσοχή στην αθεϊστική προπαγάνδα, στην παρακολούθηση της σχετικής φιλολογίας και στην αναπλήρωση των τεράστιων κενών της κρατικής μας δουλειάς σ' αυτό τον τομέα. Ιδιαίτερη σημασία έχει να χρησιμοποιούνται τα βιβλία και οι μπροσούρες που περιέχουν πολλά συγκεκριμένα στοιχεία και συγκρίσεις και που δείχνουν το δεσμό των ταξικών συμφερόντων και των ταξικών οργανώσεων της σύγχρονης αστικής τάξης με τις οργανώσεις των θρησκευτικών ιδρυμάτων και της θρησκευτικής προπαγάνδας. Ξεχωριστή σπουδαιότητα έχουν όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στις Ενωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής, όπου λιγότερο διαφαίνεται ο επίσημος, ο δημόσιος, ο κρατικός δεσμός ανάμεσα στη θρησκεία και στο κεφάλαιο. Σε αντάλλαγμα όμως βλέπουμε πιο καθαρά πως η λεγόμενη «σύγχρονη δημοκρατία» (που τόσο ανόητα κοψομεσιάζονται μπροστά της οι μενσεβίκοι, οι Εσέροι και ως ένα σημείο και οι αναρχικοί κτλ.) δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ελευθερία να προπαγανδίζεται αυτό που συμφέρει στην αστική τάξη, και την τάξη αυτή τη συμφέρει να διακηρύσσονται οι πιο αντιδραστικές ιδέες, η θρησκεία, ο σκοταδισμός, η υπεράσπιση των εκμεταλλευτών κτλ.

Θα ήθελα να ελπίζω πως το περιοδικό που θέλει να είναι όργανο του μαχόμενου υλισμού, θα δόσει στο αναγνωστικό μας κοινό υλικά της αθεϊστικής φιλολογίας, υποδείχνοντας για ποιες ακριβώς κατηγορίες αναγνωστών και από ποια πλευρά θα ήταν κατάλληλα τα διάφορα έργα, αναφέροντας ποια βιβλία εκδώσαμε ως τώρα (και πρέπει να παρθούν υπόψη μόνο οι κάπως καλές μεταφράσεις που δεν είναι και τόσο πολλές) και ποια πρέπει ακόμη να εκδοθούν.

* * * *

Εκτός από τη συμμαχία με τους συνεπείς υλιστές, που δεν ανήκουν στο Κόμμα των κομμουνιστών, την ίδια, αν όχι μεγαλύτερη, σημασία έχει για τη δουλειά που πρέπει να κάνει ο μαχόμενος υλισμός. η συμμαχία με τους εκπροσώπους των σύγχρονων φυσικών επιστημών, που τείνουν προς τον υλισμό και δεν φοβούνται να τον υπερασπίζουν και να τον διακηρύσσουν, καταπολεμώντας τις μοντέρνες φιλοσοφικές ταλαντεύσεις, οι οποίες επικρατούν στη λεγόμενη «μορφωμένη κοινωνία», ταλαντεύσεις προς την πλευρά του ιδεαλισμού και του σκεπτικισμού.

Το άρθρο του Α.Τιμιριάζεφ για τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 1-2 του περιοδικού «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα», δημιουργεί την ελπίδα πως το περιοδικό θα μπορέσει να πραγματοποιήσει και αυτή τη δεύτερη συμμαχία. Πρέπει να προσέξουμε περισσότερο αυτή τη συμμαχία. Πρέπει να μην ξεχνάμε ότι ακριβώς αυτή η απότομη στροφή που κάνουν τώρα οι σύγχρονες φυσικές επιστήμες δημιουργεί πλήθος αντιδραστικών φιλοσοφικών σχολών και παρασχολών, κατευθύνσεων και παρακατευθύνσεων. Γι' αυτό η παρακολούθηση των ζητημάτων που βάζει η νεότατη επανάσταση στον τομέα των φυσικών επιστημών, και η εξασφάλιση της συνεργασίας των φυσιοδιφών στο φιλοσοφικό περιοδικό, είναι πρόβλημα που χωρίς τη λύση του ο μαχόμενος υλισμός δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι ούτε μαχόμενος, ούτε υλισμός. Ο Τιμιριάζεφ στο πρώτο τεύχος του περιοδικού χρειάστηκε να αναφέρει το γεγονός ότι από τη θεωρία του Αϊνστάιν –ο οποίος όπως λέει ο Τιμιριάζεφ, δεν κάνει καμιά ενεργό εκστρατεία ενάντια στις βάσεις του υλισμού– αρπάχτηκε ήδη ένας πολύ μεγάλος αριθμός εκπροσώπων της αστικής διανόησης όλων των χωρών, μα αυτό δεν αφορά μόνο τον Αϊνστάιν, αλλά μια σειρά, αν όχι τους περισσότερους μεγάλους μεταμορφωτές των φυσικών επιστημών, αρχίζοντας από τα τέλη του 19ου αιώνα.

Και για να μην αντιμετωπίσουμε επιπόλαια ένα παρόμοιο φαινόμενο, πρέπει να καταλάβουμε πως χωρίς σοβαρή φιλοσοφική θεμελίωση καμιά φυσική επιστήμη, κανένας υλισμός δεν μπορεί να αντιπαλέψει την επίθεση των αστικών ιδεών και την αναστήλωση της αστικής κοσμοθεωρίας. Ο φυσιοδίφης για να αποδυθεί στην πάλη αυτή και για να τα βγάλει πέρα με απόλυτη επιτυχία, πρέπει να είναι συγχρονισμένος υλιστής, συνειδητός οπαδός του υλισμού που εκπροσωπεί ο Μαρξ, δηλαδή πρέπει να είναι διαλεκτικός υλιστής. Για να πετύχουν το σκοπό αυτό οι συνεργάτες του περιοδικού «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα» πρέπει να οργανώσουν τη συστηματική μελέτη της διαλεκτικής του Χέγκελ, από υλιστική άποψη, δηλαδή της διαλεκτικής που εφάρμοσε πρακτικά ο Μαρξ τόσο στο Κεφάλαιό του, όσο και στα ιστορικά και πολιτικά έργα του, και την εφάρμοσε με τέτοια επιτυχία, ώστε τώρα η κάθε μέρα που ξυπνούν και πορεύονται για τη ζωή τους οι καινούργιες τάξεις της Ανατολής (Ιαπωνία, Ινδία, Κίνα) –δηλ. οι εκατοντάδες των εκατομμυρίων της ανθρωπότητας, που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της γης και που με την ιστορική τους αδράνεια και τον ιστορικό τους λήθαργο προκαθόριζαν ως τώρα τη στασιμότητα και την αποσύνθεση σε πολλά προηγμένα κράτη της Ευρώπης– ώστε η κάθε μέρα που περνά, μπάζοντας στη ζωή καινούριους λαούς και καινούριες τάξεις, να επιβεβαιώνει ολοένα και περισσότερο το μαρξισμό.

Φυσικά, μια τέτοια δουλειά για τη μελέτη αυτή, για την ερμηνεία και την προπαγάνδα της χεγκελιανής διαλεκτικής είναι εξαιρετικά δύσκολη, και δεν χωράει αμφιβολία πως οι πρώτες προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση θα έχουν και λάθη. Μα λάθη δεν κάνει μόνο εκείνος που δεν φτιάχνει τίποτε. Έχοντας σαν βάση τον τρόπο που χρησιμοποίησε ο Μαρξ τη διαλεκτική τού Χέγκελ, με την υλιστική της έννοια, μπορούμε και οφείλουμε να επεξεργαστούμε αυτή τη διαλεκτική απ' όλες τις πλευρές, να δημοσιεύουμε στο περιοδικό αποσπάσματα από τα κύρια έργα του Χέγκελ και να τα ερμηνεύουμε υλιστικά, να τα σχολιάζουμε, έχοντας σαν βάση τα παραδείγματα εφαρμογής της διαλεκτικής από τον Μαρξ, καθώς και τα παραδείγματα διαλεκτικής από την περιοχή των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων, παραδείγματα που η νεότερη ιστορία, ιδιαίτερα ο σύγχρονος ιμπεριαλιστικός πόλεμος και η επανάσταση δίνουν πάρα πολλά. Η ομάδα των συντακτών και των συνεργατών του περιοδικού «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα» πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αποτελέσει ένα είδος «σύνδεσμο ματεριαλιστών οπαδών της χεγκελιανής διαλεκτικής». Οι σύγχρονοι φυσιοδίφες θα βρουν (αν ξέρουν να ψάξουν, κι αν μάθουμε να τους βοηθάμε) στην υλιστικά ερμηνευόμενη διαλεκτική του Χέγκελ μια σειρά απαντήσεις στα φιλοσοφικά ερωτήματα του Χέγκελ, μια σειρά απαντήσεις στα φιλοσοφικά ερωτήματα που βάζει η επανάσταση στις φυσικές επιστήμες και από τα οποία «παρασύρονται» προς την αντίδραση οι διανοούμενοι θιασώτες της αστικής μόδας.

Αν δεν βάλει μπροστά του αυτό το καθήκον κι αν δεν παλέψει συστηματικά για την εκπλήρωσή τους, ο υλισμός δεν μπορεί να είναι μαχόμενος υλισμός. Ένας τέτοιος υλισμός, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Στσεντρίν, λιγότερο θα πολεμά και περισσότερο θα τον πολεμάνε. Χωρίς αυτό το πράγμα οι μεγάλοι φυσιοδίφες θα είναι το ίδιο συχνά, όπως ως τώρα, αδύνατοι στα φιλοσοφικά τους συμπεράσματα και γενικεύσεις. Γιατί οι φυσικές επιστήμες προοδεύουν τόσο γοργά, περνούν μια τέτοια βαθιά επαναστατική αλλαγή σε όλους τους τομείς, που χωρίς φιλοσοφικά συμπεράσματα οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να προχωρήσουν σε καμιά περίπτωση.

Κλείνοντας θα φέρω ένα παράδειγμα που δεν αφορά τον τομέα της φιλοσοφίας, μα που οπωσδήποτε αφορά τον τομέα των κοινωνικών ζητημάτων που επίσης θέλει να παρακολουθεί το περιοδικό «Ποντ Ζνάμενεμ Μαρξίσμα». Πρόκειται για ένα από τα παραδείγματα που δείχνουν ότι η σύγχρονη δήθεν επιστήμη στην πραγματικότητα γίνεται φορέας των πιο χοντροκομμένων και πρόστυχων αντιδραστικών απόψεων.

Εδώ και λίγο καιρό μου έστειλαν το περιοδικό «Εκονομίστ», τεύχος. 1 (1922) όργανο του ΧΙ τμήματος του «Ρωσικού Τεχνικού Συνδέσμου». Ο νεαρός κομμουνιστής που μου έστειλε το περιοδικό αυτό (που δεν είχε ίσως τον καιρό να κατατοπιστεί στο περιεχόμενο του περιοδικού) είχε την απερισκεψία να εκφραστεί για το περιοδικό με θερμότατα λόγια. Στην πραγματικότητα το περιοδικό, δεν ξέρω ως ποιο βαθμό συνειδητά, είναι όργανο των σύγχρονων φεουδαρχών, που καλύπτονται φυσικά με το μανδύα της επιστήμης, της δημοκρατίας κτλ.

Κάποιος κύριος Π.Α.Σορόκιν δημοσιεύει στο περιοδικό αυτό κάτι ατέλειωτες «κοινωνιολογικές» δήθεν μελέτες «Για την επίδραση του πολέμου». Το επιστημονικό άρθρο βρίθει από επιστημονικές παραπομπές στα «κοινωνιολογικά» έργα του συγγραφέα και των πολυάριθμων δασκάλων και συναδέλφων του από το εξωτερικό. Να τι λογής επιστήμονας είναι:

Στη σελίδα 83 διαβάζω:

«Στην Πετρούπολη σε κάθε 10.000 γάμους αντιστοιχούν τώρα 92,2 διαζύγια –αριθμός απίστευτος, και στα 100 διαζύγια τα 51.1 είναι περιπτώσεις που ο γάμος διατηρήθηκε λιγότερο από 1 χρόνο, τα 11% λιγότερο από 1 μήνα, τα 22% λιγότερο από 2 μήνες, τα 41% λιγότερο από 3-6 μήνες και μόνο τα 26% είναι πάνω από 6 μήνες. Οι αριθμοί αυτοί λένε πως ο σύγχρονος νόμιμος γάμος είναι τύπος που κρύβει στην ουσία εξωγαμικές σεξουαλικές σχέσεις και δίνει τη δυνατότητα σε όσους αγαπάνε τα «ξινά» να ικανοποιούν «νόμιμα» τις ορέξεις τους» («Εκονομίστ», τεύχος. 1, σελ. 83).

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο κύριος αυτός και ο ρωσικός Τεχνικός Σύνδεσμος που εκδίδει το περιοδικό και δημοσιεύει σ' αυτό τέτοιες φαντασίες συγκαταλέγουν τον εαυτό τους στους οπαδούς της δημοκρατίας και θα το θεωρήσουν μέγιστη προσβολή, αν τους φωνάζει κανείς με το πραγματικό τους όνομα, δηλαδή φεουδάρχες, αντιδραστικούς «διπλωματούχους λακέδες της παπαδοκρατίας». Και η ελάχιστη γνώση της νομοθεσίας των αστικών χωρών για το γάμο, το διαζύγιο και τα εξώγαμα παιδιά, όπως και της πραγματικής κατάστασης στο ζήτημα αυτό, θα δείξει στον κάθε ενδιαφερόμενο ότι η σύγχρονη αστική δημοκρατία, ακόμη και στα πιο δημοκρατικά αστικά πολιτεύματα, εμφανίζεται από την άποψη αυτή εντελώς φεουδαρχική απέναντι στη γυναίκα και στα εξώγαμα παιδιά.

Αυτό φυσικά δεν εμποδίζει τους μενσεβίκους τους εσέρους και ένα μέρος των αναρχικών, καθώς και όλα τα αντίστοιχα κόμματα της Δύσης να εξακολουθούν να φωνασκούν για τη δημοκρατία που την παραβιάζουν οι μπολσεβίκοι. Στην πραγματικότητα, η μπολσεβίκικη ακριβώς επανάσταση είναι η μοναδική συνεπής δημοκρατική επανάσταση σε σχέση με τέτια ζητήματα, όπως ο γάμος, το διαζύγιο και η θέση των εξώγαμων παιδιών. Και το ζήτημα αυτό θίγει με τον πιο άμεσο τρόπο τα συμφέροντα του μισού και πλέον πληθυσμού οποιασδήποτε χώρας. Μόνο η μπολσεβίκικη επανάσταση για πρώτη φορά –παρά το γεγονός ότι προηγήθηκαν ένα σωρό αστικές επαναστάσεις που αυτοτιτλοφορήθηκαν δημοκρατικές– έκανε αποφασιστική πάλη προς την κατεύθυνση αυτή τόσο ενάντια στην αντίδραση και στη φεουδαρχία, όσο και ενάντια στην συνηθισμένη υποκρισία των ιθυνόντων και εύπορων τάξεων.

Αν τα 92 διαζύγια σε 10.000 γάμους είναι για τον Σορόκιν αριθμός απίστευτος, πρέπει να προϋποθέσουμε πως ή ο συγγραφέας έζησε και μεγάλωσε σε κάποιο μοναστήρι, τόσο απομονωμένο από τη ζωή, που είναι ζήτημα αν θα πιστέψει κανείς την ύπαρξη ενός τέτοιου μοναστηριού, ή ο συγγραφέας αυτός διαστρεβλώνει την αλήθεια προς όφελος της αντίδρασης και της αστικής τάξης. Καθένας που ξέρει κάπως τις κοινωνικές συνθήκες των αστικών χωρών, ξέρει ότι ο πραγματικός αριθμός των πραγματικών διαζυγίων (που φυσικά δεν έχουν επικυρωθεί από την εκκλησία και το νόμο) είναι παντού ασύγκριτα μεγαλύτερος. Η Ρωσία από την άποψη αυτή διαφέρει από τις άλλες χώρες μόνο κατά το ότι οι νόμοι της δεν καθαγιάζουν την υποκρισία και τη στέρηση των δικαιωμάτων της γυναίκας και του παιδιού της, αλλά ανοιχτά και στον όνομα της κρατικής εξουσίας κάνουν συστηματικό πόλεμο ενάντια σε κάθε υποκρισία και σε κάθε ανομία.

Το μαρξιστικό περιοδικό θα υποχρεωθεί να ανοίξει μέτωπο και ενάντια σε κάτι τέτοιους σύγχρονους «μορφωμένους» φεουδάρχες. Ίσως ένας αρκετός αριθμός απ' αυτούς να παίρνει ακόμη και κρατικά χρήματα και να δουλεύει σε κρατικές υπηρεσίες διαπαιδαγώγησης της νεολαίας, αν και για τη δουλιά αυτή δεν είναι περισσότερο κατάλληλοι απ' ό,τι οι κοινοί προαγωγοί θα ήταν κατάλληλοι για παιδονόμοι στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της μικρής ηλικίας.

Η εργατική τάξη της Ρωσίας κατάφερε να κατακτήσει την εξουσία, μα δεν έμαθε ακόμη να την χρησιμοποιεί, γιατί αν δεν ήταν έτσι, από καιρό θα είχε ευγενικότατα εξαποστείλει στις χώρες της αστικής «δημοκρατίας» κάτι τέτοιους δασκάλους και μέλη επιστημονικών συνδέσμων. Κάτι τέτοιοι φεουδάρχες εκεί θα βρουν τη θέση που τους ταιριάζει.

Μα η εργατική τάξη θα το μάθει κι αυτό, φτάνει να υπάρχει θέληση.

12/03/1922

Ν. ΛΕΝΙΝ





Ουσία και αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας

 του Παναγιώτη Γαβάνα Ένα από τα βασικά ζητήματα που είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί στην αρχή αυτής της σειράς άρθρων που παρουσιάζουμε ανα...