Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαρξισμός - λενινισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαρξισμός - λενινισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

Για την παγκοσμιοποίηση...


Όπως κάθε αντιδραστικός αντικαπιταλισμός στην ιστορία, έτσι κι αυτός ενάντια στην παγκοσμιοποίηση θέλει και μπορεί να βλέπει μόνο τη μια, την καταστροφική πλευρά του κεφάλαιου. Είναι αδύνατο από την φύση των αντιδραστικών αντικαπιταλιστικών τάξεων, να δουν την πλευρά των παραγωγικών δυνάμεων που το κεφάλαιο εκπροσωπεί και που επί ποινή θανάτου οφείλει διαρκώς να επαναστατικοποιεί. Έτσι όχι μόνο επιτίθενται και στην παραγωγική πλευρά του αλλά βασικά επιτίθενται με περισσότερη λύσσα σε αυτήν γιατί αντιλαμβάνονται ότι οι νέες γιγαντιαίες παραγωγικές δυνάμεις είναι αυτές που θα δώσουν το τελειωτικό μοιραίο χτύπημα σε όλες τις αντιδραστικές τάξεις.

Έτσι λοιπόν επιτίθενται στη συγκέντρωση των παραγωγικών δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα, επιτίθενται στην επικοινωνία και το σπάσιμο των συνόρων και τέλος επιτίθενται στις νέες επιστημονικές και τεχνολογικές ανακαλύψεις. Επιτίθενται δηλαδή σε όλους εκείνους τους παράγοντες στους οποίους το συνειδητό διεθνές προλεταριάτο βλέπει την μελλοντική του απελευθέρωση και ευημερία.

Η κα­πι­τα­λι­στι­κή πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση γε­νικά, δη­λα­δή α­ντι­κει­με­νι­κά-ι­στο­ρι­κά, α­πο­τε­λεί μια προ­ο­δευ­τι­κή δια­δι­κα­σί­α που ο­δη­γεί στην ό­λο και στε­νό­τε­ρη αλ­λη­λο­σύν­δε­ση κρα­τών, ε­θνών και λα­ών, την ο­ποί­α το κε­φά­λαιο πραγ­μα­το­ποιεί α­ντι­κει­με­νικά, ξέ­χω­ρα α­πό τη θέ­λη­σή του, σπά­ζο­ντας μέ­σα α­πό την πα­ρα­γω­γι­κή διε­θνο­ποί­η­ση τα ε­θνι­κά σύ­νο­ρα, δια­δι­κα­σί­α που α­πο­τε­λεί, ε­πί­σης α­ντι­κει­με­νι­κά, μέ­σο προ­σέγ­γι­σης στο σο­σιαλι­στι­κή ε­πα­νά­στα­ση και στο α­τα­ξι­κό μέλ­λον, ό­πως τό­νι­ζε πά­ντα ο Λέ­νιν, αλ­λά και οι Μαρ­ξ - Έν­γκελ­ς.

Σημαίνει αυτό ότι το συνειδητό προλεταριάτο χαιρετίζει τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό; Όχι. Αντίθετα θέλει να ανατρέψει τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, στο βαθμό που είναι κι αυτός μια αναπτυγμένη ώριμη εκδήλωση του ιμπεριαλισμού. Όμως θέλει να τον ανατρέψει όχι επειδή είναι παγκοσμιοποιημένος, αλλά αποκλειστικά επειδή είναι καπιταλισμός. Μάλιστα χαιρετίζει την παγκοσμοιοποιημένη του πλευρά, κυρίως γιατί πάνω σ’ αυτήν θα πατήσει για να την ανατρέψει. Γιατί είναι αυτή η πλευρά που θα αποτελέσει την βάση για την διεθνή ενότητα των εργατών. Μόνο μια τέτοια ενότητα σε τελική ανάλυση θα μπορεί να αντιπαρατεθεί και να νικήσει το διεθνές κεφάλαιο. Και μια τέτοια ενότητα είναι δυνατή πάλι σε τελική ανάλυση μόνο αν δημιουργηθούν όχι απλά οι ιδεολογικοί, αλλά κυρίως οι υλικοί όροι για το πραγματικό, υλικό πέσιμο των συνόρων και για τη συντριβή των εθνικισμών που έχουν αποτελέσει ως τώρα το μεγαλύτερο βαρίδι στην προλεταριακή επανάσταση.

Σημαίνει μήπως αυτό ότι το πέσιμο των συνόρων και η διεθνής ενότητα του κεφάλαιου θα μετριάσει και θα κάνει πιο ανώδυνη την διεθνή ταξική πάλη όπως πιστεύουν μερικοί σοσιαλδημοκράτες, οπαδοί της παγκοσμιοποίησης; Όχι. Αντίθετα θα την κάνει πιο ωμή, πιο ανοιχτή και πιο βίαιη. Μάλιστα μερικοί από τους αντικαπιταλιστές εχθρούς της παγκοσμιοποίησης είναι καλυμμένοι ρεφορμιστές που την τρέμουν ακριβώς επειδή αυτή κάνει πιο ξεκάθαρη την ταξική καταπίεση δηλαδή της στερεί τον εθνικό μανδύα ο οποίος τόσο περιπλέκει τα πράγματα.

Αντίθετα λοιπόν ακριβώς από την “αναγκαστική” θέση του αντικαπιταλιστικού επαναστατικού προλεταριάτου υπέρ της παγκοσμιοποίησης, οι μικροαστοί και κυρίως οι σοσιαλφασίστες αντικαπιταλιστές εξεγείρονται ενάντια στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό κύρια επειδή είναι παγκοσμιοποιημένος. Μάλιστα εξεγείρονται πάνω απ’ όλα γιατί “αφομιώνει τα έθνη”, “καταργεί τις εθνικές ταυτότητες και κουλτούρες” τις “παραδόσεις” κ.λπ. Αυτά τα λέγανε πάντα εθνικιστές, παπάδες και αντισημίτες.

Ασφαλώς από τα ρεύματα της αστικής και μικροαστικής ιδεολογίας, δηλαδή από τους εθνικιστές, τους οπαδούς της επιστροφής στη φύση, τους θρησκόληπτους, τους αντισημίτες και τους ιδεαλιστές κάθε είδους δεν μπορεί να περιμένει κανείς κάτι άλλο. Αυτά τα ρεύματα εκφράζουν τουλάχιστον τον αιώνιο τρόμο της καθυστέρησης μπροστά στην πρόοδο.

Όμως πρέπει να είναι κανείς ξεχωριστά αυστηρός απέναντι σε εκείνους που πολεμάνε την παγκοσμιοποίηση σηκώνοντας τη σημαία του μαρξισμού – λενινισμού. Αυτοί είναι απόλυτα ασυνεπείς και ανέντιμοι χώρια από την αντιδραστική τους θέση. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που αυτοί ακριβώς αποτελούν την ακροδεξιά, δηλαδή την σοσιαλφασιστική πλευρά του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης, στον ίδιο βαθμό με τους ανοιχτούς ναζιστές.
Γι’ αυτούς που παριστάνουν τον μαρξιστή – λενινιστή υπάρχουν άφθονες φράσεις σαν αυτή του Λένιν: “Μένει η παγκόσμια ιστορική τάση του καπιταλισμού να σπάζει τους εθνικούς φραγμούς, να σβήσει τις εθνικές διαφορές και να αφομοιώνει τα έθνη, τάση που από δεκαετία σε δεκαετία εκδηλώνεται με όλο και μεγαλύτερη ισχύ και αποτελεί έναν από ισχυρότερους κινητήρες που μετατρέπουν τον καπιταλισμό σε σοσιαλισμό”.

Α­πό γε­νι­κή ι­δε­ο­λο­γι­κή ά­πο­ψη οι α­ντι-πα­γκο­σμιοποι­η­τές το­πο­θε­τού­νται στην ί­δια πλευ­ρά του ι­στο­ρι­κού ο­δο­φράγ­μα­τος με τους α­να­το­λι­κούς ρω­σο­κι­νέ­ζους μο­νο­πω­λι­στές και βέ­βαια με τους α­νά τον κόσμο νε­ο­να­ζι­στές και ε­δώ με τους χρυ­σαυ­γί­τες, που εί­ναι οι πρώ­τοι και βα­θύτε­ροι πο­λέ­μιοι της “ε­θνο­κτό­νου πα­γκο­σμιο­ποι­ή­σε­ως” των “ε­βραιο­φι­λε­λεύ­θερων”.

Σε ό,τι α­φο­ρά ει­δι­κό­τε­ρα τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση, ό­πως α­πο­κα­λούν την πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση που πραγ­μα­το­ποιεί το δυ­τι­κό ι­μπε­ρια­λιστι­κό μο­νο­πω­λια­κό κε­φά­λαιο α­σκώ­ντας πο­λι­τι­κή, οι­κο­νο­μι­κή α­κό­μα και στρα­τιω­τι­κή ε­πέμ­βα­ση στις μη α­νε­πτυγ­μέ­νες ή α­δύ­να­μες χώ­ρες, αυ­τή μπο­ρεί να εί­ναι ο πιο με­γά­λος ε­χθρός των λα­ών μό­νο ό­ταν και μό­νο στο βαθ­μό που αυ­τή έ­χει α­πέ­να­ντί της κυ­ρί­ως την προ­λε­τα­ρια­κή πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση που εί­ναι η επα­να­στα­τι­κή α­ντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή ε­νό­τη­τα των λα­ϊ­κών οι­κο­νο­μιών ή στο βαθμό που έ­χει α­πέ­να­ντί της γε­νι­κό­τε­ρα την α­ντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κή πα­γκο­σμιοποί­η­ση, δη­λα­δή την σχε­τι­κή ε­νο­ποί­η­ση των οι­κο­νο­μιών των λι­γό­τε­ρο κα­πι­ταλι­στι­κά α­νε­πτυγ­μέ­νων κρα­τών στη βά­ση των αρ­χών του α­μοι­βαί­ου ο­φέ­λους και της μη α­νά­μει­ξης των ι­σχυ­ρών και α­νε­πτυγ­μέ­νων χω­ρών στις ε­σω­τε­ρι­κές υ­πο­θέ­σεις τους. Μια τέ­τοια πε­ρί­ο­δος φι­λε­λεύ­θε­ρης ι­μπε­ρια­λι­στι­κής α­ντί­δρα­σης ή­ταν αυ­τή με­τά τον Β’ πα­γκό­σμιο πό­λε­μο ό­που οι Η­ΠΑ, με νι­κη­μέ­νο το να­ζι­σμό, η­γή­θη­καν της πά­λης ε­νά­ντια στο σο­σια­λι­στι­κό στρα­τό­πε­δο και στους ε­θνο-α­νε­ξαρ­τη­σια­κούς και α­ντια­ποι­κια­κούς α­γώ­νες του Τρί­του Κό­σμου.

Αυ­τή η προ­ο­δευ­τι­κού τύ­που πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση εί­ναι α­ντί­θε­τη στην πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση των φι­λε­λεύ­θε­ρων ι­μπε­ρια­λι­στών που με την μο­νο­πω­λιακή τους συ­γκέ­ντρω­ση, την τε­χνο­λο­γι­κή και χρη­μα­τι­στι­κή τους ι­σχύ αλ­λά και με την πο­λι­τι­κή, α­κό­μα και τη στρα­τιω­τι­κή τους ε­πέμ­βα­ση, ε­πι­χει­ρούν να κυ­ριαρ­χή­σουν στις ε­σω­τε­ρι­κές α­γο­ρές των κρα­τών που οι οι­κο­νο­μί­ες τους βρί­σκο­νται σε προ­μο­νο­πω­λια­κό στά­διο, ο­πό­τε τις ε­μπο­δί­ζουν α­ντι­κει­με­νικά να συ­γκε­ντρώ­νουν τις υ­λι­κο­τε­χνι­κές τους δυ­νά­μεις και το ζω­ντα­νό πα­ραγω­γι­κό τους δυ­να­μι­κό τους μέ­σα α­πό την προ­στα­σί­α -για έ­να με­γά­λο διά­στη­μα- της συσ­σώ­ρευ­σης και του εκ­συγ­χρο­νι­σμού του ντό­πιου πα­ρα­γω­γι­κού τους κεφά­λαιου. Μό­νο έτσι αυ­τές θα μπο­ρού­σαν να στα­θούν με ί­σους ό­ρους στον οι­κο­νο­μι­κό α­ντα­γω­νι­σμό του δυ­τι­κού μο­νο­πώ­λιου.

Ό­μως α­κό­μα και η φι­λε­λεύ­θε­ρη ι­μπε­ρια­λι­στι­κή πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση μπο­ρεί να εί­ναι προ­ο­δευ­τι­κή σε ό­σο βαθ­μό α­ντι­πα­ρα­τί­θε­ται στην πα­γκο­σμιοποί­η­ση που ε­πι­χει­ρούν να πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν με την ω­μή ε­ξω­οι­κο­νο­μι­κή βί­α οι μο­νο­πω­λι­στές α­να­το­λι­κού φα­σι­στι­κού τύ­που, δη­λα­δή οι ι­μπε­ρια­λι­στές ρώ­σι­κου και κι­νέ­ζι­κου τύ­που. Αυ­τοί συσ­σω­ρεύ­ουν πο­λι­τι­κο-δι­πλω­μα­τι­κή, στρα­τιω­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή ι­σχύ α­σκώ­ντας ω­μή βί­α στους λα­ούς τους και εξω­τε­ρι­κή βί­α σε άλ­λους υ­πο­τε­λείς τους λα­ούς και χώ­ρες, ε­πι­διώ­κο­ντας τε­λικά μια βί­αι­η α­να­δια­νο­μή του πα­γκό­σμιου πλού­του ε­ξα­πο­λύ­ο­ντας πό­λε­μο λη­στρι­κού, α­ποι­κιο­κρα­τι­κού α­κό­μα και δου­λο­κτη­τι­κού χι­τλε­ρι­κού τύ­που ε­νά­ντια και σε τρι­το­κο­σμι­κές, αλ­λά και σε άλ­λες ι­μπε­ρια­λι­στι­κές χώ­ρες.

Για να υ­πο­νο­μεύ­σουν την πο­λι­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή ι­σχύ των α­ντι­πάλων τους φι­λε­λεύ­θε­ρων ι­μπε­ρια­λι­στών και για να κερ­δί­σουν στρα­τη­γι­κές θέ­σεις πα­ντού στον κό­σμο στα πλαί­σια της προ­ε­τοι­μα­σί­ας του με­γά­λου πο­λέμου τους, οι φα­σι­στι­κοί κρατι­κο­μο­νο­πω­λια­κοί κα­πι­τα­λι­σμοί συμ­μα­χούν με τις πιο ε­πι­θε­τι­κές, τις πιο σο­βι­νι­στι­κές με­ρί­δες των αρ­χου­σών τά­ξε­ων ό­λων των χω­ρών και υ­πο­θάλ­πουν τα πιο α­ντι­δρα­στι­κά “α­ντι­κα­πι­τα­λι­στι­κά” κι­νήμα­τα των μη κυ­ρί­αρ­χων τά­ξε­ων, κι­νή­μα­τα που θέ­λουν να γυ­ρί­σουν πί­σω τον τρο­χό της ι­στο­ρί­ας, ό­πως εί­ναι αυ­τά των πιο πα­ρα­γω­γι­κά κα­θυ­στε­ρη­μέ­νων τμημά­των της μι­κρο­α­στι­κής τά­ξης ή της πιο πα­ρα­σι­τι­κής κρα­τι­κής γρα­φειο­κρατί­ας ή ε­πί­σης αυ­τά των ο­πα­δών της φυ­σι­κής οι­κο­νο­μί­ας και της πα­τριαρ­χί­ας.

Τέ­τοια εί­ναι η συμ­μα­χί­α των ρώ­σων κρα­τι­κο­ο­λι­γαρ­χών με τις καθυ­στε­ρη­μέ­νες μι­κρο­α­στι­κές μά­ζες στις ο­ποί­ες δου­λεύ­ουν την ου­το­πί­α ό­τι μπο­ρούν να κα­τα­στρέ­ψουν τις σύγ­χρο­νες πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις. Στην πρά­ξη, βέ­βαια, κα­τα­στρέ­φουν μό­νο ε­κεί­νες, τις πιο σύγ­χρο­νες, των α­ντα­γω­νι­στών τους και αυ­τές μόνο εν μέ­ρει. Αυ­τά τα κι­νή­μα­τα οι α­να­το­λι­κοί κρα­τι­κο­φα­σίστες τα σέρ­νουν πί­σω α­πό τον δι­κό τους φα­σι­στι­κό κα­πι­τα­λι­σμό-ι­μπε­ρια­λι­σμό που, ε­κτός α­πό πιο κα­τα­πιε­στι­κός, εί­ναι πο­λύ πιο κα­θυ­στε­ρη­μέ­νος πα­ρα­γωγι­κά και γι’ αυ­τό κά­νει πιο ε­πι­σφα­λή μια σο­σια­λι­στι­κή οικο­δό­μη­ση μετά α­πό την ε­πα­νά­στα­ση που θα τον α­να­τρέ­ψει. Α­πό την άλ­λη ό­μως, ε­ξαι­τί­ας της ω­μής βί­ας που α­σκεί στους λα­ούς πά­νω στους ο­ποί­ους κυ­ριαρ­χεί, ο φα­σι­στικός κα­πι­τα­λι­σμός ε­πι­τα­χύ­νει το ξέ­σπα­σμα μιας ε­πα­νά­στα­σης. Η α­ντί­φα­ση δηλα­δή εί­ναι ό­τι μια τέ­τοια επα­νά­στα­ση ό­σο πιο εύ­κο­λα ξε­σπά­ει τό­σο πιο δύσκο­λα μπο­ρεί να στα­θε­ρο­ποι­η­θεί λό­γω σχε­τι­κής κα­θυ­στέ­ρη­σης των πα­ρα­γω­γικών δυ­νά­με­ων, ό­πως θα μπο­ρού­σε σε μια κα­πι­τα­λι­στι­κά πιο α­νε­πτυγ­μέ­νη και πιο δη­μο­κρα­τι­κή χώ­ρα.

Ο Λέ­νιν σε έ­να πε­ρί­φη­μο γράμ­μα του στον Γκόρ­κυ στις 3 του Γε­νά­ρη του 1911 ή­δη ξε­κα­θά­ρι­ζε αυ­τά τα ζη­τή­μα­τα δια­κρί­νο­ντας α­νά­με­σα σε δύ­ο εί­δη κα­πι­τα­λι­σμών, τον μαυ­ρο-ε­κα­το­νταρ­χί­τι­κο και ο­κτω­βρί­στι­κο κα­πι­τα­λι­σμό, τον κα­πι­τα­λι­σμό δη­λα­δή των μο­ναρ­χι­κών και των γαιο­κτη­μό­νων με­γά­λων βιομη­χά­νων, που ή­ταν από μια ά­πο­ψη το ι­στο­ρι­κό πρό­δρο­μο και α­νά­λο­γο του φα­σιστι­κού κα­πι­τα­λι­σμού, και τον να­ρό­ντνι­κο κα­πι­τα­λι­σμό, που εί­ναι το ι­στο­ρικό πρό­δρο­μο και α­νά­λο­γο του φι­λε­λεύ­θε­ρου κα­πι­τα­λι­σμού, που ο Λέ­νιν τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει “δη­μο­κρα­τι­κό”.

“Θα ή­ταν δον­κι­χω­τι­σμός και κλαψού­ρι­σμα”, έ­γρα­φε ο Λέ­νιν, “αν οι σοσιαλ­δη­μο­κρά­τες έ­λε­γαν στους ερ­γά­τες ό­τι θα μπο­ρού­σε να υ­πάρ­χει σω­τη­ρί­α κά­που ξέ­χω­ρα α­πό την α­νά­πτυ­ξη του κα­πι­τα­λι­σμού, και ό­χι μέ­σω της α­νά­πτυξης του κα­πι­τα­λι­σμού. Αλ­λά δεν λέ­με αυ­τό. Λέ­με το κε­φά­λαιο θα σας κα­τα­πιεί, θα κα­τα­πιεί τους Πέρ­σες, θα κα­τα­πιεί τους πά­ντες, και θα συ­νε­χί­σει να κατα­πί­νει ω­σό­του το α­να­τρέ­ψε­τε. Αυ­τή εί­ναι η α­λή­θεια. Και μην ξε­χά­σε­τε να προ­σθέ­σε­τε: Χω­ρίς την α­νά­πτυ­ξη του κα­πι­τα­λι­σμού δεν υ­πάρ­χει εγ­γύ­η­ση για νίκη πά­νω του.
Οι μαρ­ξι­στές δεν υ­πο­στη­ρί­ζουν ού­τε έ­να α­ντι­δρα­στι­κό μέ­τρο, όπως εί­ναι η α­πα­γό­ρευ­ση των τρά­στ, ο πε­ριο­ρι­σμός του ε­μπο­ρί­ου κλπ. Στον κα­θένα τα δι­κά του. Ας α­φή­σου­με τους Κο­μια­κόφ και Σια να χτί­ζουν σι­δη­ρο­δρό­μους δια­μέ­σου της Περ­σί­ας, ας τους στέλ­νου­με τους Λια­κόβ, ό­μως η δου­λειά των μαρ­ξι­στών εί­ναι να τους εκ­θέ­τουν στους ερ­γά­τες. Αν αυ­τό τρώ­ει τους ερ­γάτες λέ­νε οι μαρ­ξι­στές, ε­άν τους στραγ­γα­λί­ζει, α­ντα­πο­δώ­στε.
Η α­ντί­στα­ση στην α­ποι­κια­κή πο­λι­τι­κή και στη διε­θνή λε­η­λα­σί­α μέσω της ορ­γά­νω­σης του προ­λε­τα­ριά­του, μέ­σω της υ­πε­ρά­σπι­σης της ελευ­θε­ρί­ας του προ­λε­τα­ρια­κού α­γώ­να δεν κα­θυ­στε­ρεί την α­νά­πτυ­ξη του κα­πι­τα­λι­σμού, αλ­λά την ε­πι­τα­χύ­νει, α­να­γκά­ζο­ντάς τον να κα­τα­φύ­γει σε πιο πο­λι­τι­σμέ­νες, τε­χνι­κά ψη­λό­τε­ρες κα­πι­τα­λι­στι­κές με­θό­δους. Υ­πάρ­χει κα­πι­τα­λι­σμός και κα­πι­τα­λι­σμός. Υ­πάρ­χει ο μαυ­ρο-­ε­κα­το­νταρ­χί­τι­κος ο­κτω­βρί­στι­κος κα­πι­ταλι­σμός και ο να­ρό­ντνι­κος (“ρε­α­λι­στι­κός, δη­μο­κρα­τι­κός”, σφύ­ζων α­πό “δρα­στη­ριό­τη­τα”) κα­πι­τα­λι­σμός. Ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο εκ­θέ­του­με τον κα­πι­τα­λι­σμό μπρο­στά στους ερ­γά­τες για την “α­πλη­στί­α και την ω­μό­τη­τα του” τό­σο πιο δύ­σκο­λο εί­ναι για τον κα­πι­τα­λι­σμό του πρώ­του εί­δους να συ­νε­χί­ζε­ται, τό­σο πιο σί­γου­ρα υ­πο­χρε­ώ­νε­ται να περ­νά­ει στον κα­πι­τα­λι­σμό δεύ­τε­ρου εί­δους. Και αυ­τό ακρι­βώς μας βο­λεύ­ει, αυ­τό α­κρι­βώς βο­λεύ­ει το προ­λε­τα­ριά­το.
Το διε­θνές προ­λε­τα­ριά­το πιέ­ζει τον κα­πι­τα­λι­σμό με δυο τρό­πους: α­πό τη μια με­τα­τρέ­πει τον ο­κτω­βρί­στι­κο κα­πι­τα­λι­σμό σε δη­μο­κρα­τι­κό κα­πιτα­λι­σμό και α­πό την άλ­λη ε­πει­δή διώ­χνει τον ο­κτω­βρί­στι­κο κα­πι­τα­λι­σμό μακρυά α­πό τον ε­αυ­τό του, με­τα­φέ­ρει αυ­τόν τον κα­πι­ταλι­σμό στους ά­γριους. Όμως αυ­τό διευ­ρύ­νει την βά­ση του κα­πι­τα­λισμού και φέρ­νει κο­ντύ­τε­ρα τον θά­να­τό του. Πρα­κτι­κά δεν υ­πάρ­χει ο­κτω­βρί­στι­κος κα­πι­τα­λι­σμός που να έ­χει μεί­νει στην Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη, πρα­κτι­κά ό­λος ο κα­πι­τα­λι­σμός εί­ναι δη­μο­κρα­τικός. Ο ο­κτω­βρί­στι­κος κα­πι­τα­λι­σμός έ­χει φύ­γει α­πό την Βρε­τα­νί­α και την Γαλλί­α και έχει πά­ει στη Ρω­σί­α και στην Α­σί­α. Η ρώ­σι­κη ε­πα­νά­στα­ση και οι επα­να­στά­σεις στην Α­σί­α εί­ναι οι α­γώ­νες να διω­χτεί ο ο­κτω­βρί­στι­κος κα­πι­ταλι­σμός και να α­ντι­κα­τα­στα­θεί α­πό τον δη­μο­κρα­τι­κό κα­πι­τα­λι­σμό. Και ο δη­μοκρα­τι­κός κα­πι­τα­λι­σμός εί­ναι ο τε­λευ­ταί­ος του εί­δους του. Δεν έ­χει άλ­λο στά­διο να πά­ει. Το ε­πό­με­νο στά­διο εί­ναι ο θά­να­τός του”.

Αυ­τό που κά­νουν σή­με­ρα οι σο­σιαλ­φα­σί­στες στην Ελ­λά­δα και σε ό­λο τον κό­σμο, εί­τε εί­ναι πρά­κτο­ρες των νέ­ων τσά­ρων, εί­τε α­διόρ­θω­τοι μι­κρο­αστοί - α­ντι­δρα­στι­κοί, δεν εί­ναι να πα­λεύ­ουν για να α­να­τρέ­ψουν με ε­πα­νά­σταση τον δη­μο­κρα­τι­κό κα­πι­τα­λι­σμό, που εί­ναι πια πα­ρα­γω­γι­κά υ­πε­ρώ­ρι­μος, για να φέ­ρουν το σο­σια­λι­σμό, αλ­λά πα­λεύ­ουν για να α­ντι­κα­τα­στή­σουν τον “δη­μοκρα­τι­κό” κα­πι­τα­λι­σμό με τον φα­σι­στι­κό κα­πι­τα­λι­σμό ή πιο συ­γκε­κρι­μέ­να παλεύ­ουν να αντι­κα­τα­στή­σουν την φι­λε­λεύ­θε­ρη πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση με την φασι­στι­κή πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση. Θέ­λουν δη­λα­δή να κα­τα­στρέ­ψουν τις α­νώ­τε­ρες παρα­γω­γι­κές κα­πι­τα­λι­στι­κές σχέ­σεις, τις σχε­τι­κά πιο δη­μο­κρα­τι­κές κά­τω α­πό τις ο­ποί­ες α­να­πτύσ­σο­νται πα­ρα­πέ­ρα και πιο εύ­κο­λα οι πα­ρα­γωγι­κές δυ­νάμεις, κα­θώς και το βιο­τι­κό ε­πί­πε­δο και η πο­λι­τι­κο­συν­δι­κα­λι­στι­κή ορ­γά­νω­ση των προ­λε­τά­ριων.

Με λί­γα λό­για θέ­λουν να γυ­ρί­σουν πί­σω τον τρο­χό της ι­στο­ρί­ας.

(Κομμάτια από κείμενα της ΟΑΚΚΕ)

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2018

ΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ : Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1946)

Από Κόκκινο Μετερίζι



Ένας από τους βασικούς λόγους που μπήκε μπροστά η δημιουργία τούτου του ιστολογίου, όπως γίνεται φανερό και στη σύντομη εκείνη πρώτη ανάρτησή του, ήταν η υπεράσπιση της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας και της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος από κάθε λογής πολιτικούς απατεώνες, που τις διαστρεβλώνουν και τις πλάθουνε καταπώς τους βολεύει.

Τούτο δε σημαίνει –όπως ίσως μπορεί να θεώρησε κάποιος εσφαλμένα από μιαν ασάφεια εκείνης της ανάρτησης- πως δεν υπάρχουν οργανωμένες δυνάμεις που τιμούν το σφυροδρέπανο που βρίσκεται δίπλα στο όνομά τους, ούτε πως το ΚΜ, που είναι ένα ιστολόγιο και τίποτε περισσότερο ή λιγότερο, επιφύλασσε για τον εαυτό του το ρόλο του επαρμένου, μοναχικού, δήθεν μοναδικού «υπερασπιστή» του μαρξισμού στη χώρα μας (άλλωστε, για να λέμε την αλήθεια, μια τέτοια έπαρση και μεγαλομανία δε θα τη σήκωναν, πέρα από το πολιτικά γελοίο του ζητήματος, τα ιδεολογικά και γνωστικά κυβικά του). Σήμαινε απλώς μια ιδεολογική κήρυξη πολέμου (πιο σωστά την έναρξη της συμμετοχής σε έναν πόλεμο που ήδη διεξαγόταν) ενάντια στον υπερδεξιό ψευτομαρξισμό που ξέβρασαν οι ΚΟΒες του ψευτοΚΚΕ ιδιαίτερα μετά το 1989, και ο οποίος εκφράζεται τόσο από τους νεοτροτσκιστές του ΝΑΡ και της σημερινής καθοδήγησης του Περισσού, όσο και από τους «αριστερορευματίες» του ΣΥΝ και τους αλαβανικούς του ΜΑΑ, με όλες τις εξωκοινοβουλευτικές τροτσκιστικές ουρές τους.

Αυτός ο ψευτομαρξισμός, πού ‘χει το θράσος να περνάει και για «μαρξιστική ορθοδοξία», εχτός της σχέσης νύχι-κρέας που τον συνδέει με το ρώσικο σοσιαλιμπεριαλισμό και τη διεθνή στρατηγική και ταχτική του (άσχετα αν αυτό το ξέρουν ή όχι τα συντριπτικά περισσότερα μέλη και στελέχη αυτών των οργανώσεων) έχει και μια σειρά «ενδιαφέροντα» ιδεολογικά χαραχτηριστικά: αποτελεί μια εκλεκτικίστικη σούπα – συρραφή της καουτσκικής δευτεροδιεθνιστικής μετά το 1914 θεωρίας περί υπεριμπεριαλισμού (υποτίμηση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, άσχετα αν στα λόγια τις δέχονται), δογματικών στοιχείων από το ρεύμα του «αριστερού κομμουνισμού», τόσο μέσα στο ΚΚΡ(μπολσεβίκοι) όσο και στα δυτικοευρωπαϊκά ΚΚ τη δεκαετία του 1920-1930, της οπορτουνιστικής εκείνης άγουρης αντίληψης μιας πτέρυγας του ΚΚ Γερμανίας που για μια περίοδο τη δεκαετία του ’20 θεωρούσε το χιτλερισμό «μικροαστικό αντικαπιταλιστικό ρεύμα» - δυνάμει σύμμαχο και μικρότερο κίνδυνο από την κλασσική βαϊμαρική αστική τάξη, του αντικειμενικά –πέρα από προθέσεις- φιλοχιτλερικού και φιλοϊαπωνικού τροτσκισμού του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, της μεταπολεμικής κρατικιστικής σοσιαλδημοκρατίας και του νεοφασιστικού «αντινεοφιλελεύθερου» μπρεζνιεφισμού 1965-1985, με τις «αναγκαίες αντιιμπεριαλιστικές» φασιστικές επεμβάσεις του σε Τσεχοσλοβακία, Αφγανιστάν.

Μέσα σε αυτό το «ποτ πουρί» μπαίνουν και τα στοιχεία από την «αριστερή» κρατικοκαπιταλιστική - σοσιαλφασιστική πλατφόρμα Λιν Πιάο, αλλά σε ένα βαθμό και από την «αριστερή» ρεβιζιονιστική - νεοτροτσκιστική γραμμή της «Συμμορίας των 4» μέσα στην κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση (1966-1976), που συνοψίζονται στο άθλιο αντιμαρξιστικό - αντιϋλιστικό σόφισμα «οι παραγωγικές σχέσεις είναι τα πάντα, οι παραγωγικές δυνάμεις τίποτα», το οποίο στην Ελλάδα έχει αναγάγει σε δόγμα ο αλτουσσερικός (άρα μη μαρξιστής) Γ. Μηλιός και το περιοδικό «Θέσεις», με τον Μηλιό να είναι εδώ και λίγο καιρό στέλεχος του ΣΥΝ.


Κοινό χαρακτηριστικό όλων των παραπάνω είναι το (κρυμμένο ή φανερό) άσβεστο μίσος τους για το ΚΚΕ και συνολικά για την Γ’ Διεθνή, και ειδικότερα για τον μεγαλύτερο μαζί με το Δημητρόφ επαναστάτη που έβγαλαν τα Βαλκάνια στον 20ό αιώνα, το Νίκο Ζαχαριάδη. Αν αναφέρουμε, έστω σταχυολογώντας, τις ιδεολογικές ακροβασίες και χυδαιότητες με τις οποίες τα πολιτικά αυτά παιδιά του Φλωράκη προσπαθούν να βρωμίσουν την ιστορία του ΚΚΕ, να μειώσουν στα μάτια των προοδευτικών μαζών την κληρονομιά του σε επίπεδο θεωρίας, στρατηγικής και ταχτικής, θα χρειαστεί να γράψουμε βιβλίο κι όχι εισαγωγή άρθρου. Μάλιστα, οι του ΣΥΝ που έχουν και την ευχέρεια να είναι και κληρονόμοι της «6ης Ολομέλειας» του 1956, τώρα που το ψευτοΚΚΕ έγινε ξανά δήθεν «σταλινικό», πού και πού «ρίχνουν» πυρά και από τα  κλασσικά "δεξιά", με τις θεωρίες για τον «τυχοδιωχτισμό» και «αριστερισμό» του Ζαχαριάδη.

Ωστόσο, στην εποχή μας και ειδικά στη χώρα μας, τα κύρια πυρά στο μαρξισμό έρχονται από «τ’ αριστερά», με υπερδεξιό φυσικά -ξαναλέμε- περιεχόμενο.

Πυρήνας της αναθεώρησης;; Η άρνηση της στρατηγικής του 7ου Συνεδρίου της Γ’ ΚΔ για το αντιφασιστικό μέτωπο ως «δεξιάς» και στο βάθος  «αστικής» με «υπεραντικαπιταλιστικά» επιχειρήματα (ψευτοΚΚΕ, ΝΑΡ) ή, κατά Λαφαζάνη – Καζάκη, η «αντιαριστερίστικη» ψευτοαποδοχή της στο σήμερα αλλά με κύριο εχθρό το «νεοφιλελευθερισμό», οπότε μπορούμε να ενωθούμε «μετωπικά» με τους φασίστες κατά των νεοφιλελεύθερων (π.χ. συμμετοχή μέχρι πρότινος του «αντιαριστεριστή μετωπικού» Καζάκη στη φασιστική «Σπίθα»). Στην ουσία μιλάμε για τις δύο όψεις του ενός και αυτού νομίσματος.

Από το πραγματικό ΚΚΕ όλοι αυτοί οι αρλεκίνοι κρατάνε ένα  «γενικό αντικαθεστωτισμό» της πλάκας με κρατικές πλάτες, βαυκαλιζόμενοι (η βάση τους) σε γιορτές, πανηγύρια ή σε «συγκρούσεις στο δρόμο» παρέα με όλο το κοινωνικό λούμπεν του σπασιματικού φασισμού ότι είναι «παιδιά του ΔΣΕ», «παιδιά του ΕΛΑΣ», ότι «σπάνε τη Συμφωνία της Βάρκιζας» κλπ. ανοησίες. Όλα αυτά φυσικά με την κάλυψη των διάφορων Παπανδρέου, Σαμαρά και σία, που ποτέ δεν τους καταγγέλλουν. Πρόκειται για την πιο γελοία παράσταση, που κάνει κάθε έντιμο άνθρωπο που θέλει να αυτοαποκαλείται αριστερός ή και μαρξιστής, να οργίζεται. Τουλάχιστο οι κλασσικοί δεξιοί οπορτουνιστές, οι δευτεροδιεθνιστές σοσιαλδημοκράτες και οι ευρωρεβιζιονιστές των δυτικών πρώην ΚΚ, γίνανε τσιράκια της κλασσικής αστικής τους τάξης κι αφήσαν το πεδίο ελεύθερο στην επανάσταση να συγκροτήσει τα νέα πρωτοπόρα αποσπάσματά της (άλλο το τι συνέβη τελικά). Εδώ την επανάσταση τη λυμαίνονται σχεδόν μονομερώς οι απόγονοι ό,τι χειρότερου έχει γεννήσει το παγκόσμιο εργατικό κίνημα από άποψη ρευμάτων (τα αναφέραμε νωρίτερα).


Το παρακάτω άρθρο του σ. Νίκου Ζαχαριάδη γράφτηκε με αφορμή τη συμπλήρωση 25 χρόνων από την έναρξη της έκδοσης του θεωρητικού περιοδικού της ΚΕ του ΚΚΕ «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» (1921-1946). Θεωρείται και είναι από τα πιο μεστά και βαθιά άρθρα του, καθώς συναρθρώνει την κριτική στον πυρήνα της σιχαμερής αστοτσιφλικάδικης «εθνικής» νεοελληνικής ιδεολογίας, χωρίς καμιά παραχώρηση ή κανάκεμα των προλήψεων που αυτή η ιδεολογία  γεννούσε και στους κόλπους του λαού, με την οριοθέτηση των καθηκόντων των Ελλήνων μαρξιστών – λενινιστών, επαναστατών κομμουνιστών, σε θεωρητικό αλλά και σε πραχτικό επίπεδο.

Λαϊκή γλώσσα, καθόλου φλυαρία (από την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, το ιστολόγιο πάσχει και απολογείται γι΄ αυτό), ξεκαθάρισμα των ζητημάτων χωρίς φιοριτούρες, ιεράρχηση καθηκόντων και κρίκων στο ιδεολογικό μέτωπο, ιδεολογική γραμμή  πάλης για το κέρδισμα της ιδεολογικής ηγεμονίας μέσα στο εργαζόμενο έθνος, παράλληλα και διαλεχτικά δεμένου με την πάλη για τη λαϊκοδημοκρατική και στο βάθος σοσιαλιστική Ελλάδα.

Πώς να μη νιώσεις αηδία, για όλα αυτά τα σημερινά νεοτροτσκιστικά  τυπάκια, που ενώ έχουν το μαντήλι, τη μολότοφ και την «αντικαπιταλιστική εξέγερση» ψωμοτύρι (παρέα με τους ψευτοαναρχικούς), δεν έχουν τολμήσει να γράψουν πέντε αράδες στις εφημεριδούλες τους για να διαλύσουν τους εθνικούς μύθους με τους οποίους το κυρίαρχο, ξενόδουλο τμήμα της ντόπιας αστικής τάξης κοιμίζει ακόμα και σήμερα τον εργαζόμενο λαό και το έθνος.

Χαλάγανε όμως πολύ μελάνι και χαρτί μέχρι πρόσφατα για να μας πείσουν ότι η Ελλάδα ήταν λέει «ιμπεριαλιστική χώρα». Εκεί ήταν όλος-όλος ο «αντιεθνικισμός» τους. Στο να μας πείσουν ότι πλέον δεν τίθεται θέμα εθνικής ανεξαρτησίας. Φυσικά ούτε λόγος για την ύπαρξη τούρκικης και εθνικά μακεδόνικης μειονότητας στη χώρα μας. Για τους κρατικούς, ως επί το πλείστον, υπαλλήλους των μικροαστικών εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων, αυτά είναι «επικίνδυνα πράγματα», άσε που (σε πλήρη αντίθεση με το παλιό ΚΚΕ) θεωρούν πως για μειονότητες μπορεί να μιλάει «αποκλειστικά» ο ιμπεριαλισμός, και δη ο «επάρατος» αμερικάνικος, κι όχι το προλεταριάτο. Όλοι αυτοί οι προδότες του μαρξισμού είναι στο βάθος αντιδιεθνιστές και σύμμαχοι του ελληνικού εθνοσωβινισμού (όσο φυσικά αυτός εξυπηρετεί τη σοσιαλιμπεριαλιστική Ρωσία), και των κάθε φορά ξένων αφεντικών του, κι έτσι αφήνουν  και τις μειονότητες όντως έρμαια του ιμπεριαλισμού και του σοσιαλιμπεριαλισμού.


Χώρια που, με θεωρητικές ακροβασίες, αρνούνται τον προοδευτικό χαρακτήρα του οποιουδήποτε αστικοδημοκρατικού εκσυγχρονισμού σε σχέση με τον μισοφεουδαρχικό ντόπιο μεσαίωνα, με πρόσχημα τον «αντιιμπεριαλισμό» τους. Ενάντια σε κάθε μαρξισμό, προτιμούν έναν μεσαιωνιστή παπά που καταγγέλλει την «παγκοσμιοποίηση» και τον «καπιταλισμό» από τα δεξιά  σαν «αντιιμπεριαλιστή», από έναν άθεο ευρωπαϊστή αστό ή μικροαστό. Άραγε, ο Ζαχαριάδης που μιλάει για δημοκρατικό συγχρονισμό με επικεφαλής το προλεταριάτο, σε στενή ενότητα με τις πιο δημοκρατικές δυνάμεις της Ευρώπης, όχι μόνο τις λαϊκοδημοκρατικές αλλά και τις συνεπείς αστικές δημοκρατικές – αντιφασιστικές, ήταν «προδότης που εξωράιζε την αστική δημοκρατία» ή «πρόδινε τη σοσιαλιστική επανάσταση», την ίδια ώρα (αρχές 1946) που άρχιζε σιγά σιγά ο αγώνας του ΔΣΕ, με την έξοδο των πρώτων αποσπασμάτων παλιών ΕΛΑΣιτών ανταρτών στο βουνό;;

Ή μήπως το ξέσχισμα της προγονοπληξίας, όταν ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ λέει πως ο δρόμος για την Ακρόπολη περνάει από το Παρίσι, το Βερολίνο, το Άμστερνταμ κι όχι από την Πλάκα και πως η Ελλάδα είναι από τις χώρες που έχουν αναπτύξει λιγότερο τη μελέτη της προοδευτικής αρχαιοελληνικής κληρονομιάς, είναι «κοσμοπολίτικος απατριδισμός που εξωραΐζει τον ιμπεριαλισμό», όπως σίγουρα θα κατηγορούσε ο κάθε Μαϊλης στον ψευτοΡιζοσπάστη οποιονδήποτε μαρξιστή έλεγε κάτι τέτοιο σήμερα, στα 2011;; Κάθε άλλο.


Όπως πολύ σωστά σημείωνε ο αστοδημοκράτης διανοούμενος Διονύσιος Σολωμός, το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό.

Να πάψει να λατρεύει ψεύτικα είδωλα, να αποχτήσει αυτογνωσία, να μάθει να περηφανεύεται για τη ζωντανή δημιουργία του στο σήμερα, για ό,τι καταθέτει ΣΗΜΕΡΑ στο θησαυροφυλάκιο του παγκόσμιου υλικού και πνευματικού πολιτισμού, για τις πιο προοδευτικές από τις ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ παραδόσεις του κι όχι να προσπαθεί να καλύψει την τωρινή του καθυστέρηση, στην οποία τον ρίχνει πλανεύοντάς τον ο ιμπεριαλισμός και η ξενόδουλη αστική τάξη, με ονειροφαντασίες. Αυτή είναι η διεθνιστική, και γι’ αυτό βαθιά πατριωτική θέση.

Το άρθρο είναι παρμένο από τη συλλογή «Ν. Ζαχαριάδης – Συλλογή Έργων», που εξέδωσε η ΚΕ του ΚΚΕ με αφορμή τα 50ά γενέθλια του Αρχηγού του ΚΚΕ, στις 27 τ’ Απρίλη του 1953. Τη συλλογή την έχουμε σε ανατύπωση από ζαχαριαδικούς πολιτικούς πρόσφυγες που επέστρεψαν από την Τασκένδη,  μετά από 3 και πλέον δεκαετίες μακριά από την πατρίδα…

Υ.Γ. Οι βαρετοί εκείνοι "κριτικοί" του Ζαχαριάδη που του αποδίδουν ακόμα και σήμερα τον τίτλο του "δογματικού", ας προσέξουν πόση βάση δίνει ο μεγάλος αυτός επαναστάτης στην αποφυγή του μηχανικισμού και των αστόχαστων μεταφορών ξένης πείρας ή τσιτάτων σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη και δυναμική ρέουσα πραγματικότητα. Αν είχαν επιστημονικό και πολιτικό ήθος και δε τους τύφλωναν τα "ταξικά γυαλιά" τους, θα έπρεπε τουλάχιστο να το παραδεχτούν...


Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ - ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (ΓΕΝΑΡΗΣ 1946)

1. Η «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» συμπληρώνει 25 χρόνια ζωής και μια ανακεφαλαίωση, ένα συμπέρασμα για την πορεία και ανάπτυξη, που παρουσίασε στα χρόνια αυτά η μαρξιστική λενινιστική σκέψη στην Ελλάδα δε θα ’ταν παράκαιρη. Αντίθετα, ένα τέτοιο πράγμα είναι κάτι που χρειάζεται και μπορεί να ωφελήσει.
Συνοψίζοντας τις παρατηρήσεις για την εξέλιξη και την ανάπτυξη της μαρξιστικής λενινιστικής θεωρίας στην Ελλάδα στα τελευταία 25 χρόνια, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι παρουσιάζει στη χώρα μας μεγάλη καθυστέρηση.


Η καθυστέρηση αυτή παρουσιάζεται, πρώτο, με το γεγονός ότι η διάδοση και μελέτη της μαρξιστικής λενινιστικής ιδεολογίας προχωρεί στην Ελλάδα πολύ σιγά. Ένα χτυπητό παράδειγμα είναι ότι στη γλώσσα μας δεν έχουν ακόμα μεταφραστεί τα βασικά έργα του μαρξισμού – λενινισμού, λόγου χάρη το «Κεφάλαιο» του Μαρξ και ο «Εμπειριοκριτικισμός» του Λένιν, για να μην πάρουμε τα Άπαντα των μεγάλων δασκάλων μας Μαρξ – Ένγκελς – Λένιν - Στάλιν. Δεύτερο, έμεινε πολύ πίσω η επιστημονική μαρξιστική – λενινιστική επεξεργασία, μελέτη, φώτισμα για τα βασικά νεοελληνικά προβλήματα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ότι και ο μαρξισμός, που μας έρχονταν και όσο μας έρχονταν απ’ όξω, έμεινε ξένος, στείρος, όχι δημιουργικός.


Επαναλαμβάνουμε μονάχα ξένα αποσπάσματα και φράσεις, χωρίς να ζητάμε να βρούμε επαλήθευση της μαρξιστικής – λενινιστικής θεωρίας μέσα στην ελληνική πραγματικότητα. Χωρίς να κοιτάμε να πετύχουμε καρποφόρησή της πάνω στο χώμα της νεοελληνικής πραγματικότητας. Έτσι ο μαρξισμός σαν επαναστατική επιστημονική θεωρία και πράξη έμενε -για ό,τι αφορά το φώτισμα των βασικών νεοελληνικών προβλημάτων και το χάραγμα των κύριων κατευθύνσεων για το νεοελληνικό πολιτικοοικονομικό και κοινωνικό ξετύλιγμα- μηχανικός, στείρος, όχι γόνιμος και καρποφόρος, όχι δημιουργικός, προλεταριακός, λαϊκός - επαναστατικός.
Η καθυστέρηση, που παρουσίασε η διάδοση, ανάπτυξη και γονιμοποίηση της μαρξιστικής – λενινιστικής σκέψης στην Ελλάδα έχει την εξήγησή της, τους λόγους της, λόγους ιδιότυπους, νεοελληνικούς.

Πρώτ’ απ’ όλα η αστικοτσιφλικάδικη ιδεολογία της «Μεγάλης Ιδέας», που εξαρτούσε την ευημερία και πρόοδο της Ελλάδας απ’ την αναβίωση του αρχαιοελληνικού μεγαλείου και την ανασύσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, είχε πιάσει τόσο βαθιά, είχε σκοτίσει τόσο πολύ τα μυαλά του λαού, ώστε κυριαρχούσε απόλυτα στην πνευματική μας ζωή και το ιδεολογικό εποικοδόμημά μας και έπνιγε ασφυκτικά κάθε ιδεολογική εκδήλωση, που ζητούσε να ξεφύγει απ’ το μονοπώλιο και την κηδεμονία της. Και όσοι διανοούμενοι και σπουδαγμένοι μας έρχονταν απ’ το εξωτερικό επηρεασμένοι απ’ το δυτικοευρωπαϊκό σοσιαλισμό, που τότε ανθούσε, παραμέριζαν τις νέες ιδέες τους, τις κρύβαν στα ντουλάπια και έμπαιναν κι αυτοί, έτσι είτε αλλιώς, στην υπηρεσία της «Μεγάλης Ιδέας», περιμένοντας ύστερα απ’ την πραγματοποίησή της να ξεθάψουν το σοσιαλισμό τους και να δουλέψουν, τότε μόνο για την επικράτησή του!


Η αστικοτσιφλικάδικη ιδεολογία της «Μεγάλης Ιδέας» τά ‘χε καταφέρει τόσο καλά -με την πολιτική που απ’ αυτήν εμπνεόταν- να κρατήσει την Ελλάδα στην πιο χαμηλή οικονομική βαθμίδα, στην ξενική εξάρτηση και την πιο μεγάλη κοινωνικοπολιτική καθυστέρηση, ώστε ο κόσμος να πιστεύει, γιατί δεν έβλεπε άλλη διέξοδο και άλλο φως, πως μονάχα με την πραγματοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας» θα μπορούσε να δει «θεού πρόσωπο».

Περισσότερο ίσως απ’ ό,τι συνέβαινε με κάθε άλλο βαλκανικό είτε ευρωπαϊκό λαό, προκειμένου για τον ελληνικό, το νεοελληνικό αστικοτσιφλικάδικο ιδεολογικό εποικοδόμημα βάραινε σε τέτοιο βαθμό πάνω στην πνευματική πρόοδο και ανάπτυξη του τόπου, που εμπόδιζε τη χειραφέτηση του λαού απ’ την ιδεολογική υποδούλωση και χαλιναγώγηση των κυρίαρχων τάξεων. Κι αυτό συνέβαινε γιατί η «Μεγάλη Ιδέα» κατόρθωσε, δημιουργώντας την αφάνταστη φτώχια και κακομοιριά της ψωροκώσταινας και του λαού και πλάθοντας το παραμύθι της αρχαιοελληνικής συνέχειας και της βυζαντινής παλιγενεσίας, να πείσει τα πιο πλατιά στρώματα του λαού, ότι άλλος δρόμος, απ’ το ν’ αφιερωθούν όλες οι δυνάμεις και όλα τα μέσα του λαού και του τόπου, για να πραγματοποιηθεί η ουτοπία της, δεν υπήρχε. Και μονάχα μέσα στη μακρόχρονη πείρα της ζωής, πληρώνοντας την πείρα αυτή πολύ ακριβά, θα μπορούσε ο λαός ν’ απαλλαγεί απ’ την μεγαλοϊδεάτικη νάρκωση, να συνέλθει, ν’ ανασυνταχτεί και να προχωρήσει σε πιο θετικές , πιο ζωντανές και πιο ελληνικές πραγματοποιήσεις.

Δεύτερο, και όσοι απ’ τους έλληνες -κυρίως διανοούμενοι, σπουδαγμένοι στο εξωτερικό, που βλέπαν το χαντάκωμα όπου οδηγούσε τον τόπο η πνευματική αρχαιοκαπηλία και βυζαντινολογία- δεν παρατούσαν τις νεωτεριστικές ιδέες και το σοσιαλισμό τους, δεν κάναν παρά μια μηχανική, νεκρή μεταφορά των προοδευτικών ιδεών απ’ όξω. Δεν κοίταζαν ούτε προσπαθούσαν να ανακαλύψουν το σοσιαλισμό μέσα στην Ελλάδα και να ξεφυτρώσουν το μαρξισμό μέσα από την ελληνική πραγματικότητα. Δεν είχαν, ούτε μπορούσαν να αντιπαραθέσουν στη «Μεγάλη Ιδέα» μια ντόπια, νεοελληνική, επιστημονική, σοσιαλιστική γραμμή, θεωρία, ιδεολογία που να ξεσκεπάζει τη μεγαλοϊδεάτικη ουτοπία, και που να πείθει, μέσα τη ζωή και στην πράξη, για την ορθότητά της. Έτσι μέναν αποσπασμένοι από τη νεοελληνική ζωή, απομονωμένοι από τον κόσμο, σαν περίεργα όντα και παράξενα φαινόμενα.

Αυτή η επιστημονική ανεπάρκεια και ανικανότητά τους αντικειμενικά αποτελούσε μια συνθηκολόγηση μπροστά στη «Μεγάλη Ιδέα» και τους οδηγούσε, έτσι είτε αλλιώς, σε ένα συμβιβασμό με αυτή. Δεν μπορούσαν να θεμελιώσουν επιστημονικά τη μαρξιστική θέση, ότι η Ελλάδα μπορεί να ζήσει και να προοδεύσει όταν στηριχτεί στις δικές της δυνάμεις και αναπτύξει τις εσωτερικές της δυνατότητες. Έτσι η διακήρυξη της σοσιαλιστικής, είτε σοσιαλίζουσας ιδεολογίας τους, έμενε «φωνή βοώντος εν τη ερήμω» και δίχως πρακτική απόδοση.

Αυτοί είναι οι βασικοί λόγοι, που εξηγούν την καθυστέρηση που παρουσίασε η μαρξιστική, η επιστημονική, σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα σε σχέση τόσο με την Ευρώπη γενικά όσο και με τα Βαλκάνια ιδιαίτερα, και παρά το γεγονός ότι η χώρα μας από την οικονομική πλευρά, από την πλευρά της εκβιομηχάνισης και της ανάπτυξης της εργατικής τάξης όχι μονάχα δεν υστερούσε από τις άλλες μονάχα βαλκανικές χώρες αναλογικά με τον πληθυσμό της, μα και σε ένα βαθμό τις ξεπερνούσε. Για να δείξουμε ακόμα την καταθλιπτική κυριαρχία που είχε εξασφαλίσει η ιδεολογία της «Μεγάλης Ιδέας» θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και τα προοδευτικά αστικοδημοκρατικά κινήματα, που παρουσιάστηκαν κυρίως στα χρονικά πλαίσια, που συμπίπτουν με το πέρασμα από τον περασμένο στο δικό μας αιώνα, και που μη μπορώντας και αυτά να αντιπαραταχθούν στη «Μεγάλη Ιδέα» δέχονταν την επίδρασή της και έπαιρναν έτσι, το θέλαν είτε όχι, έναν αντιδραστικό χρωματισμό.
Η βασική αδυναμία, που παρουσίασε στη χώρα μας το αστικοδημοκρατικό κίνημα για τη γλωσσική και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και το συστηματικό συγχρονισμό, βρίσκεται στο ότι πολεμούσε με όπλα που δεν ανταποκρινόντουσαν στην κοινωνική, στην υλική και πνευματική πραγματικότητα της εποχής μας. Θέλησαν να αναστήσουν καθυστερημένα τον ουμανισμό στην Ελλάδα και να πετύχουν την ανόρθωση και αναγέννηση του λαού και του τόπου από τα πάνω, αποβλέποντας να μορφώσουν, να εκπολιτίσουν πρώτα το λαό, και ύστερα, με μορφωμένο πια το λαό να ανασυγκροτήσουν, να διορθώσουν τα κακά της κοινωνίας.

Επηρεασμένοι από τη φιλοσοφία του ουμανισμού, από το φιλοσοφικό ιδεαλισμό, που κρατά τις ρίζες του από την αρχαιοελληνική ιδεαλιστική φιλοσοφία, οι γλωσσικοί μεταρρυθμιστές θέλαν να αλλάξουν το πνευματικό εποικοδόμημα χωρίς πρώτα να μεταβάλουν τις υλικές προϋποθέσεις της κοινωνικής ζωής. Έτσι αγνοούσαν τη βασική αρχή της κοινωνικής ύπαρξης και προόδου – «πρώτα ζει κανένας και ύστερα φιλοσοφεί»- και αυτό προδίκαζε την αποτυχία τους.
Δε βλέπαν ότι το γλωσσικό και πιο γενικά, το πνευματικό πρόβλημα, ήταν παράγωγο, είτε ένα κομμάτι μονάχα από το όλο κοινωνικό νεοελληνικό ζήτημα και δε μπορούσε να λυθεί μεμονωμένα. Ύστερα το φιλοσοφικό τους βάθρο ήταν κοινό με αυτό, που είχε η «Μεγάλη Ιδέα», δηλαδή ο ιδεαλισμός. Αν αυτοί πήγαιναν να λύσουν από τα πάνω το γλωσσικό ζήτημα, η «Μεγάλη Ιδέα» πήγαινε να λύσει με τον ίδιο τρόπο, ξεκινώντας από ιδεαλιστικές, ιδεολογικές προϋποθέσεις, το όλο νεοελληνικό πρόβλημα. Και κατά φυσικό τρόπο, το μερικό πρόβλημα υποτασσότανε, υπάγονταν στο γενικότερο, το γλωσσικό κίνημα στο μεγαλοϊδεατικό. Έτσι έχανε την ανεξαρτησία του, έπαιρνε αντιδραστικό χρώμα, και η λύση του καταντούσε ουτοπία, όπως ουτοπία ήταν και η «Μεγάλη Ιδέα».
Οι καθυστερημένοι στην Ελλάδα ονειροπόλοι του ουμανισμού, δε βλέπαν, ότι -στην εποχή μας της πάλης για το δημοκρατικό συγχρονισμό και το σοσιαλισμό, όπου οι κατώτερες λαϊκές μάζες με επικεφαλής το προλεταριάτο καταλαμβάνουν το προσκήνιο της κοινωνικοπολιτικής ζωής και παίρνουν στα χέρια την ηγεμονία της πάλης για τον κοινωνικό ανακαινισμό– ο ουμανισμός αυτός, με το ιδεολογικό οπλοστάσιό του, στην καλύτερη περίπτωση, δε μπορούσε παρά να ‘ναι ένα φρένο για τα λαϊκά κινήματα, φρένο που δούλευε για τις κυρίαρχες τάξεις και τους εκμεταλλευτές του λαού.

2. Αυτά σχετικά με την προϊστορία του μαρξισμού στην Ελλάδα. Το πραγματικό δούλεμα και ακόνισμα της μαρξιστικής – λενινιστικής σκέψης στην Ελλάδα αρχίζει, με την πολιτική χειραφέτηση της πιο πρωτοπόρας τάξης στη χώρα μας, της εργατιάς, όταν αυτή δημιουργεί πια το δικό της πολιτικό κόμμα, το σοσιαλιστικό εργατικό, που ακολουθώντας μια «φυσιολογική» εσωτερική εξέλιξη, γένηκε λίγα χρόνια ύστερα από την ίδρυσή του το ΚΚΕ.


Όμως και στο ΚΚΕ στα πρώτα χρόνια της ύπαρξής του έχουμε μια βαθιά εσωτερική κρίση, που γεννήθηκε πάνω στη βασική αντίθεση που χαρακτηρίζει τη ζωή του, στα πρώτα δέκα πάνω- κάτω χρόνια της ύπαρξής του.

Η αντικειμενική κατάσταση στην Ελλάδα είναι ώριμη στον καιρό της ίδρυσης του ΚΚΕ, για ριζικές κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές μεταβολές.

Οι άρχουσες τάξεις και τα παλιά πολιτικά τους κόμματα στέκονται φορτωμένα με όλο το βάρος της αντιδραστικής τους πολιτικής, που έφερε γραμμή – κορδόνι στη μικρασιατική καταστροφή. Λαός και τόπος διψούν για αποφασιστική μεταβολή. Και το καινούργιο κόμμα –που το γεννά αυτή η αντικειμενική ωρίμανση και το άντρωμα, η συνειδητοποίηση της εργατιάς- το κόμμα αυτό, που είναι από αυτή την ανάγκη των πραγμάτων ο κινητήρας της μεταβολής αυτής, ενώ στην πάλη για τα καθημερινά ζητήματα των μαζών παρουσιάζει μια πρωτοπόρα δραστηριότητα και προχωρεί με επιτυχία, όμως στο φώτισμα των βασικών κατευθύνσεων, πάνω στις οποίες θα πρέπει να βαδίσει η νεοελληνική οικονομική και κοινωνικοπολιτική μεταβολή, καθυστερεί, μένει πίσω, δεν στέκεται στο ύψος της αποστολής του. Η αντίθεση ανάμεσα στο αντικειμενικό μέστωμα και στην υποκειμενική αδυναμία του «φυσικού» φορέα της μεταβολής αυτής να τη δει, να τη φωτίσει σωστά και να την πραγματοποιήσει οργανώνοντας και καθοδηγώντας τις μάζες, η αντίθεση αυτή γεννά την εσωτερική κρίση του ΚΚΕ.

Η κρίση αυτή. -  Μέσα από τον οπορτουνισμό των πρώτων του καθοδηγήσεων, που συνθηκολογούσαν μπροστά στην αστικοτσιφλικάδικη ψευτοδημοκρατία. Μέσα από το λικβινταρισμό που τρομοκρατημένος από την ανικανότητά του να φωτίσει σωστά τα θεμελιακά νεοελληνικά προβλήματα σάλπιζε τη διάλυση του ΚΚΕ, πράγμα που ήταν η βασική επιδίωξη της ενωμένης εσωτερικής και εξωτερικής αντίδρασης στη χώρα μας. Μέσα από το σεχταρισμό και την αποσυνθετική δίχως αρχές εσωκομματική πάλη, που με δάχτυλο του ταξικού εχθρού, ξαπόλησε μέσα στο κόμμα η διοίκησή του στα 1929-31, η κρίση αυτή, ξεπεράστηκε μέσα στην πράξη της επαναστατικής δουλιάς του κόμματος αφού το είχε φθείρει εσωτερικά.

Όμως, το ΚΚΕ μέσα στην κρίση αυτή άντρωσε, μορφώθηκε, μέστωσε και έφτασε στην υπερνίκησή της, όταν με την 6η Ολομέλεια της ΚΕ (Γενάρης 1934) έδωσε την επιστημονική ανατομία της νεοελληνικής κοινωνικής διάρθρωσης και καθόρισε τους δρόμους για τη λαϊκοδημοκρατική και σοσιαλιστική μεταβολή στην Ελλάδα, που θα βγάζαν τη χώρα μας οριστικά στη μεγάλη λεωφόρο της ολόπλευρης αναγέννησης, ανασυγκρότησης, προόδου και πολιτισμού. Απ’ τα τότε το κόμμα πραχτικά και θεωρητικά τράβηξε το δρόμο αυτό σταθερά και επίμονα, και παρ’ όλα τα λάθη, μικρά και μεγάλα, που παρουσίασε, βασικά σωστά οδήγησε το λαό στο δρόμο της απελευθέρωσής του. Μόνον η ένοπλη και άνιση εξωελληνική επέμβαση ανάκοψε προσωρινά τη νεοελληνική πορεία προς τη λαϊκή δημοκρατία και το σοσιαλισμό.


3. Η μακρόχρονη εσωτερική κρίση του ΚΚΕ εξηγιέται από μια ορισμένη πλευρά και με την καθυστέρηση, που παρουσίασε η διάδοση και ανάπτυξη του επιστημονικού σοσιαλισμού, του μαρξισμού στην Ελλάδα, η καθυστέρηση στο νεοελληνικό μαρξιστικό- λενινιστικό φώτισμα για τα βασικά μας προβλήματα.

Σήμερα με την ευκαιρία που μας δίνει η «ΚΟΜΕΠ» με τα εικοσιπεντάχρονά της πρέπει να ρίξουμε μια εξεταστική ματιά στο δρόμο που περάσαμε. Με την «ΚΟΜΕΠ», σαν έναν από τους πιο σημαντικούς συντελεστές στο δούλεμα και ανάπτυξη της μαρξιστικής – λενινιστικής ιδεολογίας στη χώρας μας, περάσαμε ένα τέταρτο αιώνα και είχαμε και θετικά αποτελέσματα και στον ιδεολογικό τομέα. Όμως το θεωρητικό φώτισμα των μικρών και μεγάλων προβλημάτων μέσα στη ζωή και σαν αναγκαία προϋπόθεση για τη γόνιμη καθημερινή πραχτική δράση είναι κάτι, που δεν πρέπει ποτέ να σταματήσει γιατί η ζωή και ο αγώνας δε σταματούν ποτέ, θέτουν κάθε μέρα προβλήματα, που απαιτούν και το θεωρητικό τους φώτισμα και δούλεμα, και όταν ένας πρωτοπόρος πολιτικός οργανισμός παραμελεί το βασικό αυτό καθήκον του, τότε μένει πίσω από τη ζωή και από την εκπλήρωση της αποστολής του. Και το καθήκον αυτό μπορεί να λυθεί σωστά όχι όταν μένει προσπάθεια λίγων «εκλεκτών», μα όταν πηγάζει σαν συνισταμένη της θεωρητικής κολλεχτιβιστικής δουλιάς από όλο το κόμμα, την πρωτοπόρα μαρξιστική – λενινιστική σκέψη στην Ελλάδα.

Δύο βασικά αντίπαλες ιδεολογίες παλεύουν στη χώρα μας. Η μία είναι η ιδεολογία της λαϊκής δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, η ιδεολογία της εργατιάς που είναι ο πρωτοπόρος όλου του εργαζόμενου λαού. Η ιδεολογία που δημιούργησαν οι Μεγάλοι μας Μαρξ – Ένγκελς – Λένιν- Στάλιν. Αυτή τη διδασκαλία πρέπει να τη δουλεύουμε και να την ενστερνιζόμαστε σαν καθοδήγηση στην πάλη μας, προφυλάγοντας το άσπιλό της, την αγνότητά της από κάθε προσπάθεια να λερωθεί και να νοθευτεί, από κάθε προσπάθεια να διαστρεβλωθεί από το πολυποίκιλο ιδεολογικό λαθρεμπόριο, που παρουσιάζεται ακόμα και με «σοσιαλιστική», «μπολσεβίκικη», «λενινιστική», «διεθνιστική» μάσκα. Και η δεύτερη είναι η ιδεολογία της «Μεγάλης Ιδέας» με όλα τα φυσικά και αφύσικα παρακλάδια της. Ο αγώνας στο ιδεολογικό τομέα είναι ένας από τους βασικούς τομείς της ταξικής πάλης δίπλα στον οικονομικό και πολιτικό.

Και ο αγώνας αυτός είναι υποχρέωση για τον κάθε πρωτοπόρο και συνειδητό Έλληνα. Ο μαρξιστής λενινιστής είναι πρώτα από όλα μαχητής, μαχητής στην πράξη, και στη θεωρία, και παρεξηγάν το μαρξισμό - λενινισμό όσοι ζητάν σε αυτόν κοσμοθεωρητικό καταφύγιο για εσωτερική ψυχική ισορροπία, επανάπαυση και ικανοποίηση. Θα μοιάζαμε τότε τον ευσεβή ιταλό χωρικό, που αναφέρει ο Ροΐδης στον «Ασμοδαίο» του και που γίνεται καπουτσίνος, όχι για να πάει στον παράδεισο, μα για να τρώει δίχως να σκάβει, δηλαδή δίχως να παλεύει. Ένα τέτοιο πνεύμα είναι απόλυτα αντίθετο με την ουσία της ιδεολογίας μας. Η ζωή μάς καλεί χωρίς ανάπαυση στην πάλη. Και στον ιδεολογικό τομέα και σήμερα μας περιμένουν σειρά από σοβαρές υποχρεώσεις.
Θα μπορούσε κανένας να διαγράψει στις γενικές γραμμές τους τομείς, όπου κυρίως θα έπρεπε στο κοντινό μέλλον να στραφεί η ιδεολογική μας προσπάθεια.

Α) Να στερεώσουμε και αποδείξουμε επιστημονικά ότι η νεοελληνική αναγέννηση μπορεί να προέλθει και να στηριχθεί μόνο στις ντόπιες δυνάμεις και στις εσωτερικές μας προϋποθέσεις, βρίσκοντας εξωτερικό ιδεολογικό αντέρισμα στις προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης, που αποβλέπουν σε μια λαϊκή δημοκρατική μεταπολεμική ταχτοποίηση της ζωής και συνεργασίας των λαών της ηπείρου μας.

Β) Να αποδείξουμε ιστορικά, επιστημονικά ότι η «Μεγάλη Ιδέα» προξένησε στην Ελλάδα τις πιο μεγάλες καταστροφές της ιστορίας της, υποδουλώνοντας το λαό στη ντόπια πλουτοκρατία και ξεπουλώντας τη χώρα στο ξένο, και κατά πρώτο λόγο στο αγγλικό κεφάλαιο. Ότι η «Μεγάλη Ιδέα» σήμερα εκπροσωπεί το μεγαλύτερο κίνδυνο για την ιδεολογική αποπλάνηση του λαού και ότι καλύπτει και στεγάζει τη συνασπισμένη νεοελληνική αντίδραση, το δωσιλογισμό και το νεοφασισμό.

Γ) Να ερευνήσουμε και φωτίσουμε επιστημονικά τις πηγές και τις αρχές του νεοελληνικού έθνους, ανατρέποντας την αντεπιστημονική αστικοτσιφλικάδικη θέση για ενότητα του ελληνικού έθνους από την Αρχαία Ελλάδα, μέσα από την Ελληνιστική εποχή και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ως τις μέρες μας με το νεοελληνικό έθνος, θέση που το μαύρο μέτωπο σήμερα ξαναζεσταίνει (βλ. Δ. Ζακυνθινού « Η ενότης της Ελληνικής Ιστορικής Παραδόσεως», περιοδ. «Νέα Εστία», τεύχος 441, 1 Νοέμβρη 1945), για να διαιωνίσει τα χάλια και το χαντάκωμα όπου έφερε τον τόπο μας η αστικοτσιφλικάδικη πολιτική, εξυπηρετώντας ντόπια και ξένα πλουτοκρατικά συμφέροντα.

Το νεοελληνικό έθνος, δημιούργημα των νεότερων χρόνων, άρχισε να διαμορφώνεται μέσα στους κόλπους του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, κι από την εποχή που το ανατολικό αυτό ρωμαϊκό κράτος διαμορφώθηκε σε μια νέα, άσχετη με την παλιά ρωμαϊκή αυτοκρατορία, την ιστορική επίσης Βυζαντινή αυτοκρατορία, για να πάρει την οριστική του εθνική συνείδηση και συγκρότηση στα χρόνια της τουρκοκρατίας, στην πάλη ενάντια στον Οθωμανό καταχτητή και το Ρωμιό κοτζαμπάση συνεργάτη του κατακτητή. Η αρχαιοελληνική κληρονομιά, πανανθρώπινη στην ουσία της, όχι μόνο δεν αποτελεί ελληνικό μονοπώλιο, μα αντίθετα εμείς πήραμε απ’ όξω –από τους ξένους, Γερμανούς, Γάλλους, Άγγλους, Ολλανδούς κ.ά.– τα αρχαιοελληνικά φώτα, και όπως έλεγε ένας γνωστός καθηγητής μας, ο δρόμος προς την Ακρόπολη περνά από το Παρίσι, το Βερολίνο κλπ. και όχι από την Πλάκα.

Η Ελλάδα που για αυτήν η «Μεγάλη Ιδέα» διεκδικεί το μονοπώλιο της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς είναι από τις πιο καθυστερημένες χώρες στη μελέτη και αξιοποίηση της κληρονομιάς αυτής. Σχετικά με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αυτή ποτέ δεν υπήρξε ελληνική, αντίθετα, στα ιδεολογικά της βάθρα στάθηκε αρνητής και διώχτης του αρχαιοελληνικού πνεύματος.

Και την προοδευτική π.χ. θρησκευτική χριστιανική παράδοση του Βυζαντίου, τη συνεχίζουν σήμερα πολύ καλύτερα και πιότερο από μας οι άλλοι ορθόδοξοι λαοί. Οι νεοελληνικές εθνικές παραδόσεις, τραγούδια, διηγήσεις, χοροί, πανηγύρια, προλήψεις, ήθη, έθιμα στο βασικό και αποφασιστικό τους μέρος ανάγονται στην περίοδο της εθνικής νεοελληνικής διαμόρφωσης και σχετίζονται άμεσα είτε έμμεσα με την ανάπτυξη των καινούργιων, των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, σχετίζονται δηλαδή με τη γέννηση , την ανάπτυξη, τη διαμόρφωση της αστικής νεοελληνικής συνείδησης και συγκρότησης. Από αυτή βασικά την εθνική μας ιστορία –που παραμόρφωσε και διαστρέβλωσε η αστοτσιφλικάδικη μεγαλοϊδεάτικη ιδεολογία– αντλούμε εμείς και την πίστη για τη δημιουργικότητα, τη ζωντάνια, το μέλλον, την αναγέννηση και την πρόοδο του έθνους μας, και όχι από τη σύνδεση και αναγωγή του στην κοινωνία των δούλων της Αρχαίας Ελλάδας και των δουλοπάροικων του Βυζαντίου.

Δ) Να αποδείξουμε μέσα στη σύγχρονη νεοελληνική ζωή , πράξη και πάλη ότι η ιδεολογία του δυτικοευρωπαϊκού σοσιαλισμού, που πάει να δώσει καινούργια ιδεολογική βάση για το ξεπούλημα της χώρας στο δυτικό ιμπεριαλισμό, αποτελεί ουσιαστικά «σοσιαλιστικό» παρακλάδι της «Μεγάλης Ιδέας».

Ε) Να απογυμνώσουμε το αντεπαναστατικό πραχτορείο του τροτσκισμού που αποβλέπει να διασπάσει τις δυνάμεις της εργατικής πρωτοπορίας στο λαϊκοδημοκρατικό κίνημα και έτσι να το εξασθενήσει προς όφελος της ντόπιας και ξένης αντίδρασης. Αυτό, που η θεωρία του δυτικού σοσιαλισμού επιδιώκει από τα δεξιά, ο τροτσκισμός το συμπληρώνει από τα «αριστερά» μέσα στο κίνημα της λαϊκής δημοκρατίας.

Ο στρατευμένος μαρξισμός – λενινισμός στην Ελλάδα φέρει στις πλάτες του τις πιο βαριές ευθύνες για την υπόσταση και το μέλλον του έθνους. Δε θέλουμε μηχανική – στείρα – άγονη – αρνητική – δογματική μεταφορά απ’ όξω. Χρέος μας είναι, εξοπλισμένοι με τη θεωρία και τη μέθοδο των Μαρξ – Ένγκελς – Λένιν – Στάλιν, με το ιδεολογικό οπλοστάσιο του μαρξισμού – λενινισμού - σταλινισμού, να μελετάμε και να ανατέμνουμε την ελληνική ζωή και πραγματικότητα με τις κάθε φορά μεταβολές και εξελίξεις της, να αναλύουμε και γνωρίζουμε τις νεοελληνικές, ντόπιες ιδιοτυπίες και ιδιομορφίες, να φωτίζουμε τον ελληνικό δρόμο πορείας προς τη λαϊκή δημοκρατία και το σοσιαλισμό - κομμουνισμό, δρόμο που στη μορφή του θα είναι ελληνικός – εθνικός και στο περιεχόμενό του λαϊκοδημοκρατικός – ΕΑΜικός – σοσιαλιστικός, κομμάτι της βαλκανικής ευρωπαϊκής και παγκόσμιας πορείας προς τη λαϊκή δημοκρατία και το σοσιαλισμό. Και ακόμα, οργανώνουμε και καθοδηγούμε την πραχτική πολιτική δράση των μαζών για να πραγματοποιήσουν τις μερικές και γενικές οικονομικές και πολιτικές επιδιώξεις τους. Για το στρατευμένο μαρξιστή – λενινιστή δεν υπάρχει χωρισμός, μα ενότητα θεωρίας και πράξης. Κάθε χωρισμός εδώ οδηγά αναπόφευχτα στην αποτυχία.

Στην προώθηση του μαρξισμού- λενινισμού στην Ελλάδα η «ΚΟΜΕΠ» στα 25 χρόνια της στάθηκε στην πρώτη γραμμή. Σήμερα πρέπει να συνεχίσει πιο έντονα, πιο θαρραλέα, πιο αποφασιστικά. Βασική της επιδίωξη πρέπει να είναι να δημιουργήσει, να διαμορφώσει, κατά εκατοντάδες και χιλιάδες, πρωτοπόρους σκαπανείς της πιο πρωτοπόρας και μοναδικά επιστημονικής ιδεολογίας που γνώρισε μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα, του μαρξισμού – λενινισμού – σταλινισμού.

Πάρθηκε από http://kokkinometerizi.blogspot.com/2011/04/1946.html

Ουσία και αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας

 του Παναγιώτη Γαβάνα Ένα από τα βασικά ζητήματα που είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί στην αρχή αυτής της σειράς άρθρων που παρουσιάζουμε ανα...