Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

Θρησκεία, δουλικότητα και ταπείνωση

Στα κηρύγματα των κληρικών και στις θείες λειτουργίες συνεχώς βεβαιώνουν τους πιστούς ότι είναι δούλοι του θεού, της θεομήτορος και των αγίων.

Οι θρησκευτικές τελετές, οι λιτανείες και οι ακολουθίες όλων των εκκλησιών - χριστιανικής, βουδιστικής, ιουδαϊκής, μουσουλμανικής και άλλων συνδέονται με τη δουλική στάση του ανθρώπου στα γόνατα μπροστά στην εικόνα του θεού, υποκλίσεις και εδαφιαίες μετάνοιες.

Πώς εμφανίστηκαν και από πού προέρχονται αυτές οι δουλικές ιεροτελεστίες και λιτανείες που μειώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ;

Η χριστιανική, η ιουδαϊκή, η βουδιστική, η μουσουλμανική και οι άλλες θρησκείες διαμορφώθηκαν κατά την περίοδο του δουλοκτητικού ή του φεουδαρχικοδουλοπαροικιακού συστήματος. Στις διδασκαλίες και στις ιερουργίες τους αυτές οι θρησκείες καθρέφτιζαν τις κοινωνικές σχέσεις κατά τις οποίες οι εργαζόμενοι ήταν δούλοι ή δουλοπάροικοι, βρίσκονταν σε πλήρη εξάρτηση από τους δουλοκτητες ή τους φεουδάρχες, από τον τσάρο, το βασιλιά, τους πρίγκηπες και τους αξιωματούχους του. Οι άνθρωποι ονειρευόμενοι την ευτυχία έστω και "μετά θάνατο", δημιουργώντας τις αντιλήψεις για τους θεούς, με τη φαντασία τους μετέφεραν στο φανταστικό μετά θάνατο βασίλειο όλες τις κοινωνικές σχέσεις που υπήρχαν τότε.

Οι επίγειοι δεσπότες - βασιλιάδες, τσάροι και πρίγκηπες, δουλοκτήτες και φεουδάρχες - απαιτούσαν από τους αφοσιωμένους τους ταπεινοφροσύνη και υπακοή, λατρεία και δώρα. Αυτά δε τα γνωρίσματα - φιλοδοξία και απληστία προς τα υλικά αγαθά - η θρησκεία τα αποδίδει και στους ουράνιους δεσπότες : ο θεός και οι άγιοι του έχουν ανάγκη από εγκώμια και δώρα - θυσίες, κεριά, θυμίαμα. Όπως μπροστά στον επίγειο τσάρο έτσι και μπροστά στις εικόνες του θεού και των αγίων πρέπει να γονατίζουμε, να υποκλινόμεθα βαθιά και να είμαστε δούλοι.

Να από που ξεκινούν οι ιδέες της ταπεινοφροσύνης και της δουλοφροσύνης, οι εκκλησιαστικοί κανόνες να γονατίζουμε και να υποκλινόμεθα ώσπου να φθάνει το μέτωπό μας στη γη. Αυτές οι ταπεινωτικές για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ιεροτελεστίες διατηρήθηκαν σε όλες τις θρησκείες σαν επιβιώσεις της εποχής που στην ανθρώπινη κοινωνία υπήρχε η δουλεία και το δουλοπαροικιακό δίκαιο.

Οι άριστοι μεταξύ των ανθρώπων, τα φιλελεύθερα πνεύματα από παλιά εξεγείρονταν εναντίον αυτής της δουλικής ταπεινότητας και χαμέρπειας.

Οι πρωτοπόροι άνθρωποι όλων των εποχών δεν θεωρούσαν τον άνθρωπο μουγγό εμπόρευμα, ούτε σκουλήκι και δούλο, αλλά δημιουργό της ζωής, που με την εργασία του δημιουργεί μεγάλες αξίες. Η θρησκεία και η εκκλησία όμως προς όφελος των εκμεταλλευτριών τάξεων αγωνίζονταν εναντίον της ιδέας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ελευθερίας, προσπαθώντας να καθυποτάξουν την ελεύθερη σκέψη και τις δημιουργικές τάσεις και παρορμήσεις.

Π. Α. Παβέλκιν ''Τι είναι θρησκεία''

Κυριακή 25 Μαρτίου 2018

Να αποσυρθεί η υπουργική εγκύκλιος που επαναφέρει την προηγούμενη κατάσταση για την εξαίρεση από το μάθημα των θρησκευτικών Οι δημοκράτες πρέπει επίσης πάντα να επιμένουν: Να καταργηθεί το μάθημα των θρησκευτικών

Η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία ήταν πάντα ένα ζήτημα πάλης ανάμεσα στην πρόοδο και την αντίδραση, ανάμεσα στην αριστερά και το συντηρητισμό. Ιδιαίτερα μάλιστα στη χώρα μας η διδασκαλία αυτή αποσκοπεί αποκλειστικά στην κατήχηση και τον προσηλυτισμό της νεολαίας στο ανατολικό ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα.
Το μάθημα των θρησκευτικών με τα παραπάνω χαρακτηριστικά μπήκε στα σχολεία από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, σε αντίθεση με τα τότε ιστορικά δημιουργημένα κράτη στη δυτική Ευρώπη στα οποία η άνοδος στην εξουσία της αστικής τάξης συνοδεύτηκε και από μια μεγάλη πάλη ενάντια στον κληρικαλισμό που έκφραζε τότε ιδεολογικά και πολιτικά τη φεουδαρχία. Η ιστορική δηλαδή πορεία της συγκρότησης του ελληνικού κράτους καθόρισε και την εισαγωγή της διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία. Γιατί εδώ, σε αντίθεση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, δεν δημιουργήθηκε οικονομικά και δεν εξελίχθηκε ιστορικά μια ισχυρή αστική τάξη που διεκδίκησε και πήρε επαναστατικά και για λογαριασμό της την πολιτική εξουσία ενάντια στους φεουδάρχες και την οθωμανική εξουσία, αλλά το κράτος αυτό πρώτα φτιάχτηκε κάτω από την καθοδήγηση του τσάρου και της Ρωσίας και η αστική τάξη αναπτύχθηκε κάτω από τη σκιά του και την ιδιότυπη κρατικο-κομματική νεοφεουδαρχική ιδεολογία του. Αυτό το νεαρό «κράτος-φάντασμα» σύμφωνα με το Μαρξ, φρόντισε από την αρχή να υποτάξει διοικητικά την εκκλησία και από τότε η κρατική εξουσία χρησιμοποιεί την εκκλησιαστική ιδεολογική επιρροή για να κρατά το λαό και τους εκμεταλλευόμενους κάτω από τη δική της πολιτική, οικονομική και ιδεολογική εξουσία. Έτσι λοιπόν μπήκαν τα θρησκευτικά στα σχολεία.

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ - ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΥ 

Ο Λένιν γράφει:
«Η θρησκεία είναι μια από τις μορφές πνευματικής καταπίεσης, που παντού και πάντοτε βάραινε τις λαϊκές μάζες, τις τσακισμένες από την αιώνια δουλειά για τους άλλους, την ανέχεια και τη μοναξιά. Η αδυναμία των τάξεων που υφίστανται την εκμετάλλευση στην πάλη ενάντια στους εκμεταλλευτές γεννάει αναπόφευκτα την πίστη για μια καλύτερη μετά θάνατον ζωή, όπως ακριβώς και η αδυναμία του πρωτόγονου ανθρώπου στην πάλη με τη φύση γεννάει την πίστη στους θεούς, στους διαβόλους, στα θαύματα κτλ. Σ’ αυτόν που σ’ όλη του τη ζωή δουλεύει και στερείται, η θρησκεία διδάσκει ταπεινοφροσύνη και υπομονή στην επίγεια ζωή, παρηγορώντας τον με την ελπίδα της επουράνιας ανταμοιβής. Και σ’ εκείνους που ζουν από ξένη εργασία η θρησκεία διδάσκει την αγαθοεργία στην επίγεια ζωή, προσφέροντάς τους μια πολύ φτηνή δικαίωση για όλη την εκμεταλλευτική τους ύπαρξη και πουλώντας τους σε συμφέρουσα τιμή εισιτήρια για την επουράνια μακαριότητα. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Η θρησκεία είναι ένα είδος πνευματικού αλκοόλ, μέσα στο οποίο οι σκλάβοι του κεφαλαίου πνίγουν την ανθρώπινη μορφή τους, τις διεκδικήσεις τους για μια κάπως ανθρώπινη ζωή» (Λένιν: Σοσιαλισμός και θρησκεία, Άπαντα, τόμος 12, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987, σελ. 142).

«O μαρξισμός όλες τις σύγχρονες θρησκείες και εκκλησίες, όλες τις κάθε λογής θρησκευτικές οργανώσεις, τις βλέπει πάντα σαν όργανα της αστικής αντίδρασης, που χρησιμεύουν για την υπεράσπιση της εκμετάλλευσης και την αποχαύνωση της εργατικής τάξης» (Λένιν: Σχετικά με τη στάση του Εργατικού Κόμματος απέναντι στη θρησκεία, Άπαντα, τόμος 12, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1987, σελ. 424). Αναφέρει επίσης ο Λένιν: «Το κράτος δεν πρέπει να έχει καμιά δουλειά με τη θρησκεία, οι θρησκευτικοί σύλλογοι δεν πρέπει να συνδέονται με την κρατική εξουσία. Ο καθένας πρέπει να είναι ολότελα ελεύθερος να πρεσβεύει όποια θρησκεία θέλει ή να μην παραδέχεται καμιά θρησκεία, δηλ. να είναι άθεος, όπως και είναι συνήθως κάθε σοσιαλιστής. Δεν επιτρέπονται σε καμιά περίπτωση κανενός είδους διακρίσεις δικαιωμάτων ανάμεσα στους πολίτες εξαιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Πρέπει να καταργηθεί απόλυτα ακόμα και κάθε υπόμνηση στα επίσημα έγγραφα σχετικά με το άλφα ή βήτα θρήσκευμα των πολιτών» (Λένιν: Σοσιαλισμός και θρησκεία, ο.π. σελ. 143). Στο ίδιο έργο του γράφει σχετικά με ένα κίνημα των παπάδων την εποχή εκείνη στη Ρωσία γράφει: «Είτε είσθε ειλικρινείς, και τότε πρέπει να υποστηρίζετε τον ολοκληρωτικό χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος και του σχολείου από την εκκλησία, να υποστηρίζετε την πλήρη και χωρίς όρους ανακήρυξη της θρησκείας σε ατομική υπόθεση» (τα έντονα δικά μας). Χρόνια νωρίτερα ο Μαρξ στην «Κριτική του προγράμματος της Γκότα» και αναφερόμενος στο σύνθημα του γερμανικού εργατικού κόμματος που ζητούσε «την καθολική και ίση λαϊκή εκπαίδευση από το κράτος. Τη γενική υποχρεωτική σχολική φοίτηση. Δωρεάν εκπαίδευση» έγραψε: «Μάλλον θα έπρεπε να αποκλειστούν τόσο το κράτος όσο και η εκκλησία από κάθε επιρροή στο σχολειό». Και είναι βέβαια σαφές ότι η διδασκαλία των Θρησκευτικών είναι ένα μέρος της εκκλησιαστικής επιρροής στα σχολεία.

Η ΠΑΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 

Η πρώτη μεγάλη μάχη για τα θρησκευτικά δόθηκε μέσα στον Εκπαιδευτικό Όμιλο με το στρατόπεδο της αριστεράς να έχει επικεφαλής του το μεγάλο κομμουνιστή παιδαγωγό Δ. Γληνό. Γράφει σχετικά ο Γληνός: «από τη στιγμή όμως που δημιουργήθηκε μέσα στον Όμιλο το ζήτημα των θρησκευτικών σα ζήτημα αρχής, τότε δε χωρούσε σε ένα σωματείο πραγματικών προοδευτικών ανθρώπων άλλη λύση παρά εκείνη που δόθηκε. Η θρησκεία είναι ζήτημα συνείδησης, κάτι τόσο εσωτερικό και ατομικό, που καμιά γενική αναγκαστική λύση δεν είναι ανεχτή. Γι’ αυτό ο Όμιλος δε μπορεί παρά να διακηρύξει, ότι η υποχρεωτική διδασκαλία ορισμένου θρησκευτικού δόγματος δεν είναι αναπόσπαστη από την έννοια της δημόσιας αγωγής. Η αντίληψη αυτή διατυπώθηκε από τους προοδευτικούς στην ακόλουθη αρχή:
Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος επιδιώκοντας ως τώρα την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, ποτέ δε δημιούργησε ζήτημα διδασκαλίας θρησκευτικών. Επειδή όμως αντικρίζει επίμονα για εμπόδιο στο έργο του αδιάκοπες κατηγορίες για αθεΐα, αντιθρησκευτικότητα κλπ. νομίζει χρέος του να διακηρύξει, ότι το θρησκευτικό ζήτημα το θεωρεί κατ’ εξοχήν ζήτημα ελευθερίας της συνείδησης και επομένως δεν θεωρεί αναπόσπαστη από την έννοια της δημόσιας αγωγής τη διδασκαλία θρησκευτικών μαθημάτων στα Σχολεία» (Δ. Γληνού: Η διακήρυξη της διοικούσας επιτροπής του «Εκπαιδευτικού Ομίλου, 1927» Εκλεκτές σελίδες, τόμος τρίτος).

Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού το 1949 και του λαϊκού κινήματος, ο μοναρχοφασισμός επέβαλλε την πολιτική του και στην εκπαίδευση. Στο Σύνταγμα του 1952 και στο άρθρο 16 παράγραφος 2 αναφέρεται: «Εις πάντα τα σχολεία μέσης και στοιχειώδους εκπαιδεύσεως η διδασκαλία αποσκοπεί την ηθικήν και πνευματικήν αγωγήν και την ανάπτυξιν της εθνικής συνειδήσεως των νέων επί τη βάσει των ιδεολογικών κατευθύνσεων του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού». Στο σύνταγμα του 1975 στο ίδιο άρθρο και στην ίδια παράγραφο έχει γίνει μόνο μια μικρή διόρθωση. «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες». Με αυτή τη διατύπωση δεν διαφώνησε κανένα κόμμα κατά την τότε συζήτηση στη Βουλή για την αναθεώρηση του συντάγματος. Η διατήρηση αυτού του άρθρου 16 θυμίζουμε ότι έγινε η σημαία του αγώνα για τον σοσιαλφασισμό που έκαιγε τον περασμένο χρόνο την Αθήνα για να υπερασπίσει την κρατική παιδεία. Έχουμε αναλύσει σε παλιότερα άρθρα μας σχετικά με αυτό.

Αυτή λοιπόν η πολιτική γραμμή απαγορεύει να μπει σαν αίτημα από τα συνδικάτα των εκπαιδευτικών που ελέγχονταν σε μεγάλο βαθμό από το σοσιαλφασισμό το δημοκρατικό αίτημα για κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία. Και όχι μόνο. Οι πολιτικές συμμαχίες της χώρας μας με την ορθόδοξη χριστιανικά Ρωσία και με την επίσης ορθόδοξη Σερβία και οι σχέσεις του σοσιαλφασισμού με την εκκλησία και το φασίστα Χριστόδουλο συμβάλανε όχι μόνο στην ενίσχυση του θρησκευτικού συναισθήματος των μαζών αλλά και στη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος για την αποδοχή της συμμαχίας με τη Ρωσία και βέβαια κανείς δεν έθιξε το θέμα θρησκευτικών στα σχολεία.

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΕΠΘ 

Όμως η δημοκρατική Ευρώπη μεταξύ άλλων έβαλε ζήτημα ότι τα θρησκευτικά δεν μπορεί να είναι υποχρεωτικά για κάποιον που δεν θέλει να τα παρακολουθήσει. Σύμφωνα με αυτήν τη θέση το υπουργείο παιδείας εξέδωσε την εγκύκλιο Γ2/ 61723-13/6/2002 η οποία δίνει τη δυνατότητα σε αλλόθρησκους και ετερόδοξους να απαλλάσσονται από το μάθημα των θρησκευτικών με απλή αίτηση, όπου θα δηλώνεται η αιτία και άρα το δόγμα και οι πεποιθήσεις του αιτούντος. Μετά από προσφυγές στο Συνήγορο του Πολίτη και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΕ), το ΥΠΕΠΘ με ένα δελτίο τύπου το 2005 (http://www.ypepth.gr/docs/24_2_05_d_t3.doc) επιχειρεί να αποτρέψει νέες διαμαρτυρίες και προσφυγές και απαλείφει τη δήλωση της αιτίας. Αλλά το δελτίο τύπου δεν είναι εγκύκλιος για να συμμορφώνεται κανείς με αυτήν και έτσι ίσχυε η προηγούμενη κατάσταση. Εννοείται ότι τις «προοδευτικές δυνάμεις» δεν τις απασχόλησε το ζήτημα. Όμως το Φεβρουάριο του 2008 το ΕΔΑΕ με αφορμή την προσφυγή Αλεξανδρίδη εκδίδει καταδικαστική απόφαση σε βάρος της Ελλάδας. Με καθυστέρηση αρκετών μηνών το υπουργείο παιδείας με την εγκύκλιο 91109/Γ2/10.7.2008 αναφέρει ότι για τη συμπλήρωση της αίτησης απαλλαγής από το μάθημα και τις λοιπές σχετικές υποχρεώσεις δεν απαιτείται η αναγραφή οιασδήποτε αιτιολογίας. Έτσι ο γονέας ή ο ενήλικας μαθητής δεν υποχρεούται να δηλώσει ούτε καν ότι δεν ανήκει στο Ορθόδοξο δόγμα, όπως πριν. Αμέσως άρχισαν οι πιέσεις του σκοταδισμού (εκκλησίας, θεολόγων, ακροδεξιών του ΛΑΟΣ κλπ) και το υπουργείο εκδίδει νέα εγκύκλιο την 109744/Γ1/26/8/2008 (http://www.ypepth.gr/docs/apasxolisi_mathitwn_080826.doc) με την οποία στην πραγματικότητα επανέρχεται στην προηγούμενη κατάσταση. Με προσχηματικό λόγο την εύρεση τρόπου απασχόλησης των μαθητών που απαλλάσσονται επανέρχεται η λογική της εγκυκλίου του 2002. Γράφει η πρώτη παράγραφος: «Σας ενημερώνουμε ότι οι μη Ορθόδοξοι μαθητές δηλ. οι αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι, οι οποίοι σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 104071/Γ2/4.8.2008 εγκύκλιο του ΥπΕΠΘ απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών για λόγους συνείδησης …». Έτσι για άλλη μια φορά κατηγοριοποιούνται οι μαθητές σύμφωνα με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, ενώ οι μαθητές που δεν θέλουν να παρακολουθήσουν θρησκευτικά θα πρέπει να αυτοπροσδιορίζονται οπωσδήποτε ως αλλόθρησκοι, είτε ετερόδοξοι, αλλά ως όχι άθεοι, αγνωστικιστές ή ότι άλλο. Το χειρότερο είναι ότι υποχρεώνονται να αυτοπροσδιορίζονται ως προς τη σχέση τους με τη θρησκεία, δηλαδή ο εκδημοκρατισμός ποδοπατείται.

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ 

Οι εγκύκλιοι αυτοί του ΥΠΕΠΘ και οι αντιδράσεις που στην αρχή προκάλεσαν ανάγκασαν κόμματα και οργανώσεις εκπαιδευτικών να τοποθετηθούν για ένα θέμα το οποίο το απέφευγαν όπως «ο διάβολος το λιβάνι». Και το απέφευγαν για τους πολιτικούς λόγους που αναφέραμε παραπάνω. Ας δούμε τις δηλώσεις τους.
Η εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ για θέματα Παιδείας, Διαμαντοπούλου, δήλωσε σχετικά: «…η άσκηση του δικαιώματος απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών δεν μπορεί να συνοδεύεται από αξίωση αποκάλυψης έστω και αρνητικής των θρησκευτικών πεποιθήσεων… Το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει διαχρονικά την ανάγκη σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας θεωρώντας ότι υπάρχουν πολλά πεδία θετικής συνεργασίας πολιτείας και εκκλησίας αλλά πάντοτε με δεδομένη την αναφαίρετη και επιβεβλημένη υποχρέωση της πολιτείας να κατοχυρώνει τα δικαιώματα όλων των πολιτών» (ΑΠΕ,2-9-08). Όμως το ΠΑΣΟΚ όταν ήταν ήδη στην κυβέρνηση δεν προχώρησε όχι μόνο σε κατάργηση των Θρησκευτικών αλλά ούτε και στην παραπάνω ενέργεια στην οποία υποχρέωσε η Ευρωπαϊκή Ένωση το ΥΠΕΠΘ. Και βέβαια όπως φαίνεται και στο τέλος της ανακοίνωσης το ΠΑΣΟΚ θέλει και την πίτα γερή και το σκύλο χορτάτο. Να τα έχουμε καλά και με την Ευρώπη και με την εκκλησία. Άλλωστε η αστική τάξη δεν μπορεί να ξεφύγει από τη θρησκεία και την -αναγκαία γι’ αυτήν- ιδεολογική της επιρροή στις καταπιεζόμενες μάζες.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και το κόμμα της καθεστωτικής “αριστεράς” ο Συνασπισμός. Στη σχετική δήλωση του λέει: «το Τμήμα Δικαιωμάτων επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι ανεπαρκής και ατελής, διότι ο σεβασμός της διαφορετικότητας και η πραγματική προστασία των δικαιωμάτων των θρησκευτικών μειονοτήτων θα απαιτούσαν την υιοθέτηση ενός από τα δύο σημερινά μοντέλα που κυριαρχούν και στις άλλες χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου: Είτε …μετατροπή των θρησκευτικών σε μάθημα επιλογής με υποβολή δήλωσης μόνο από τους μαθητές που επιθυμούν να το παρακολουθήσουν, είτε, ακόμη καλύτερα, αυτό της αντικατάστασης των θρησκευτικών από ένα μάθημα Θρησκειολογίας» (ανακοίνωση του Τμήματος Δικαιωμάτων του ΣΥΝ, 03/08/2008). Αυτή η τελευταία εναλλακτική πρόταση του ΣΥΝ δεν θέλει την κατάργηση κάθε θρησκευτικής διδασκαλίας στα σχολεία.

Το ψευτοΚΚΕ κινήθηκε όπως πάντα ακόμη πιο δεξιά από το Συνασπισμό. Διαβάζουμε σχετικά στο Ριζοσπάστη της 1-8-08: «Ήδη γίνεται λόγος για αντιδράσεις από διάφορους κύκλους… τη στιγμή που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη η προαιρετική απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών, αφού το δικαίωμα της ανεξιθρησκίας κατοχυρώνεται και συνταγματικά. Είναι ξεκάθαρο ότι αν το θέμα των θρησκευτικών κυριαρχήσει στην υπόθεση της Παιδείας, αυτό θα βολεύει πολλούς, ιδίως όσους έχουν σοβαρότατες ευθύνες για την κατάντια της». Το κόμμα αυτό εδώ και χρόνια βρίσκεται σε πολιτική συμμαχία με τους ορθοδοξοφασίστες τύπου Ζουράρι και κατά συνέπεια δεν μπορεί να ζητήσει ευθέως την κατάργηση των θρησκευτικών χωρίς τη ρήξη μαζί τους. Έτσι προτιμά να ζητά να σταματήσει η συζήτηση για το θέμα αυτό παρά να πάρει ξεκάθαρη θέση.
Σε αυτά τα πλαίσια βρίσκονται επίσης και οι υποτιθέμενοι «επαναστάτες» που κινούνται στα απόνερα του ΣΥΝ και του ψευτοΚΚΕ. Σε μια ανακοίνωσή τους οι «Παρεμβάσεις κλπ» γράφουν: «Για αυτό ζητάμε την αντικατάσταση του μαθήματος των θρησκευτικών από το μάθημα της θρησκειολογίας, το οποίο θα προσεγγίζει κριτικά και επιστημονικά το φαινόμενο της θρησκείας στην κοινωνιολογική, ιστορική, αισθητική, πολιτιστική και πολιτική του διάσταση. Με αυτόν τον τρόπο θα προφυλαχθούν και τα εργασιακά δικαιώματα των θεολόγων εκπαιδευτικών» (ανακοίνωση που αναρτήθηκε στο www.alfavita.gr στις 2-9). Ακριβώς τα ίδια αναφέρει και η ανακοίνωση της 19-9 της ΟΛΜΕ. Η προσωποποίηση της υποκρισίας! Διότι το ζήτημα είναι ότι δεν πρέπει κανένα μάθημα θρησκευτικού χαρακτήρα να δηλητηριάζει τη σκέψη των νέων ανθρώπων και να τους μπάζει στα μονοπάτια της μεταφυσικής και του θεού. Αλλά και από την άλλη είναι δυνατόν σήμερα σε συνθήκες αστικής εξουσίας να είναι αντικειμενικό ένα τέτοιο μάθημα σαν μάθημα «θρησκειολογίας»; Τι θα λένε οι ορθόδοξοι χριστιανοί θεολόγοι (για τους οποίους δεν θέλουν οι ψευτοεπαναστάτες και οι γραφειοκράτες της ΟΛΜΕ να χάσουν τι δουλειά τους στο σχολείο) στους μαθητές; Θα τους κάνουν καμιά ανάλυση των θρησκειών στα πλαίσια του ιστορικού και διαλεχτικού υλισμού και θα καταλήγουν στο γνωστό μαρξιστικό απόφθεγμα «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού»; Η θα τους δηλητηριάζουν ακόμη περισσότερο όταν κάθε αναφορά θα γίνεται κάτω από το πνεύμα του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος που ξέρουν και υπηρετούν τόσα χρόνια;
Αστειότητες και υποκρισίες του αισχίστου είδους. Απλά οι ψευτοεπαναστάτες δεν θέλουν να τα χαλάσουν με τον ορθοδοξοφασισμό που τους ενώνει με την αγαπημένη τους Ρωσία που της δείξανε τη λατρεία τους στην υποστήριξή τους στην εισβολή και διαμελισμό-προσάρτηση της μισής Γεωργίας.


Η ΘΕΣΗ ΜΑΣ

Αντίθετα με τους παραπάνω το επαναστατικό κόμμα του προλεταριάτου δεν μπορεί παρά να έχει τη μόνη δημοκρατική και ξεκάθαρη θέση: «όχι στη διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία», που σημαίνει όχι στον επίσημο κρατικό θρησκευτικό προσηλυτισμό της νεολαίας. Επίσης πρέπει να απαιτούμε:
-κατάργηση τώρα κάθε θρησκευτικής τελετουργίας στα σχολεία
-κατάργηση τώρα της πρωινής προσευχής
-καμιά θρησκευτική εικόνα στις σχολικές αίθουσες
-αύξηση των ωρών των μαθημάτων των φυσικών επιστημών
Από εκεί και πέρα στη συγκεκριμένη κατάσταση πρέπει τουλάχιστον να μην αναιρεθεί η απόφαση που πήρε το κράτος κάτω από την πίεση της ΕΕ, δηλαδή να μην υποχρεώνονται οι μαθητές να δικαιολογούν την αίτηση εξαίρεσής τους από το μάθημα των θρησκευτικών. Πρέπει λοιπόν όλοι οι δάσκαλοι, οι μαθητές και οι γονείς σε όλα τα σχολεία, στα 15μελή, στους συλλόγους γονιών και των καθηγητών να καταγγείλουν την κατάπτυστη εγκύκλιο υπ’ αριθμ. 104071/Γ2/4.8.2008 εγκύκλιο του ΥπΕΠΘ που επιτρέπει στους αντιδραστικούς στα σχολεία να επαναφέρουν την παλιά κατάσταση και να ζητούν την απόσυρσή της.


Από http://www.oakke.gr/na439_440/thriskef440.htm





Πέμπτη 22 Μαρτίου 2018

Η υλική ενότητα του κόσμου

του Παναγιώτη Γαβάνα


Η επιστήμη απέδειξε βήμα-βήμα ότι υπάρχει ένας κόσμος, ο υλικός, ότι η αντίληψη περί ενός δεύτερου άυλου κόσμου είναι εσφαλμένη. Ποια είναι η θέση του διαλεκτικού υλισμού σ’ αυτό το ζήτημα;

Η αντίληψη του υλισμού και του ιδεαλισμού για την ενότητα του κόσμου 

Η ανθρώπινη συνείδηση δεν είναι αυτόνομη οντότητα, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη της ύλης. Είναι η ανώτατη μορφή της αντανάκλασης. «Είναι αλήθεια ότι σκέψη και ύπαρξη είναι ξέχωρα», γράφει ο Marx, «αλλά ταυτόχρονα βρίσκονται σε ενότητα μεταξύ τους» [1]. Γι’ αυτό και η αντίθεση ύλης και συνείδησης, με την οποία καταπιάνεται ο διαλεκτικός υλισμός για να ορίσει τη σχέση μεταξύ τους, είναι δικαιολογημένη μέσα σε όρια. «Βέβαια, και η αντίθεση ύλης και συνείδησης έχει απόλυτη σημασία μόνο μέσα στα όρια μιας πολύ περιορισμένης περιοχής: στην προκειμένη περίπτωση αποκλειστικά μέσα στα όρια του βασικού γνωσιολογικού προβλήματος: ποιο πρέπει να θεωρηθεί πρωτεύον και ποιο δευτερεύον. Έξω απ’ αυτά τα όρια η σχετικότητα της δοσμένης αντίθεσης είναι αναμφισβήτητη.» [2]. Ο Lenin εκφράζει έτσι ότι ο κόσμος δεν διασπάται σε δυό οντότητες, σε μια υλική και σε μια ιδεατή «ουσία».

Έναν τέτοιο χωρισμό είχε ισχυριστεί στην ιστορία της φιλοσοφίας ο δυϊσμός. Ένας από τους εκπροσώπους αυτής της κατεύθυνσης ήταν ο René Descartes, ο οποίος αντιπαρέθετε την res extensa (την εκτατή, υλική ουσία) και την res cogitans (την σκεπτόμενη ουσία). Δυό άλλοι σημαντικοί εκπρόσωποι του δυϊσμού στον 20ο αιώνα ήταν οι νευροφυσιολόγοι Chales Scott Sherrington και ο John Carew Eccles. Ο Sherrington ήταν της άποψης ότι το ψυχικό, το πνευματικό, δεν προκύπτει από το υλικό, αλλά ότι «ξυπνά» μόνο τον εγκέφαλο. Ο Eccles, ένας από τους μαθητές του, οδηγεί ακόμη πιο πέρα αυτό τον δυϊκό παραλληλισμό, υποστηρίζοντας ότι η θέση αυτή για τη νευροφυσιολογία είναι μέχρι σήμερα η μοναδικά αποδεκτή. Ταυτόχρονα όμως προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα, πως μπορεί να ερμηνευτεί η συμφωνία μεταξύ σωματικού και πνευματικού και, τελικά, με την απαίτησή του για μια «θρησκευτική αντίληψη περί ψυχής» καταλήγει σε θέσεις του αντικειμενικού ιδεαλισμού. Η εξέλιξη αυτή, όπως δείχνει όλη η ιστορία της φιλοσοφίας, είναι ασφαλώς λογική. Ο δυϊσμός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με συνέπεια επειδή, σε τελική ανάλυση, δεν μπορεί να παρακαμφθεί το ερώτημα, ποιο είναι το βασικό, το πρωτεύον, η ύλη ή η συνείδηση. Μέχρι αυτού του σημείου ο δυϊσμός οδηγεί ξανά στον ιδεαλισμό.

Μονισμός, γενικά, είναι η ονομασία για μια κατηγορία κοσμοαντιλήψεων οι οποίες αναγνωρίζουν την ενότητα του κόσμου ως βασικό προσδιορισμό της πραγματικότητας. Η ονομασία «μονισμός» όπως και «δυϊσμός», δεν χαρακτηρίζει μια φιλοσοφική κατεύθυνση, αλλά μόνο την τοποθέτηση μιας φιλοσοφίας απέναντι στο πρόβλημα της ενότητας του κόσμου. Μέχρι αυτού του σημείου ο χαρακτηρισμός μιας φιλοσοφίας ως «μονισμός» δεν σημαίνει τίποτα για το αν αυτή απαντά υλιστικά ή ιδεαλιστικά στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, σε ποιες από τις δυό φιλοσοφικές κατευθύνσεις ανήκει.

Παραπέρα. Πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ υλιστικού και ιδεαλιστικού μονισμού. Αν ξεκινά κάποιος από τη θέση ότι η ενότητα του κόσμου βρίσκεται στην υλικότητά του, τότε πρόκειται για υλιστικό μονισμό. Αν, αντίθετα, η ενότητα του κόσμου αναζητείται στην ιδεαλιστικότητα (Θεός, παγκόσμιο πνεύμα, μια πνευματική αρχή γενικά) , τότε κάνουμε λόγο για ιδεαλιστικό μονισμό.

Σύμφωνα με τον Lenin: «Η υλιστική άρση “του δυϊσμού πνεύματος και σώματος” (δηλ. ο υλιστικός μονισμός) συνίσταται στη θέση ότι το πνεύμα δεν υπάρχει ανεξάρτητα από το σώμα, ότι το πνεύμα είναι το δευτερεύον, ότι είναι λειτουργία του εγκεφάλου, αντανάκλαση του εξωτερικού κόσμου» [3].

Αντίθετα, οι εκπρόσωποι του αντικειμενικού ιδεαλισμού δίδασκαν ότι η ενότητα του κόσμου θεμελιώνεται στον Θεό (θωμισμός) ή ότι βρίσκει την έκφρασή του στο ίδιο το παγκόσμιο πνεύμα. (Hegel). Οι υποκειμενικοί ιδεαλιστές, οι οποίοι αρνούνται γενικά την αντικειμενική ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου, είναι της άποψης ότι η ενότητα του κόσμου υπάρχει μόνο στην ανθρώπινη συνείδηση (Fichte) ή ότι είναι δοσμένη μόνο στις αισθήσεις (Barkeley, Mach) [4]. Μια ειδική μορφή του ιδεαλιστικού μονισμού εκπροσωπούσε ο Karl Eugen Dühring ο οποίος επιχειρηματολογούσε ως εξής: Επειδή το σκεπτόμενο Είναι, ως η έννοια του κόσμου, είναι ενιαίο, πρέπει και το πραγματικό Είναι (ο πραγματικός κόσμος) να υπάρχει ως ενότητα. Η ουσία όλης της σκέψης κατά τον Dühring υπάρχει ακριβώς στην ενοποίηση των στοιχείων της συνείδησης σε μια ενότητα, και η ενότητα του κόσμου υπάρχει στο Είναι του. Η επιχειρηματολογία αυτή αντικρούστηκε από τον Engels. Πρώτο, είναι εσφαλμένο, διαπιστώνει ο Engels, να αποδίδεται στη σκέψη μόνο μια συνοπτική λειτουργία. Η νοητική σύνοψη, η σύνθεση, βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με το νοητικό τεμαχισμό, την ανάλυση. Δεύτερο, η σκέψη, αν θέλει να φτάσει σε αληθείς γνώσεις, πρέπει να συνοψίσει ό,τι υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από αυτή την ίδια ως ενότητα. «Αν περιλάβω μια βούρτσα παπουτσιών στην ενότητα των θηλαστικών, δεν αποκτάει μ’ αυτό γαλακτικούς αδένες» [5]. Ο υλικός κόσμος δεν προσανατολίζεται σύμφωνα με τη συνείδηση, αλλά αντίστροφα, η συνείδηση πρέπει να αντιστοιχεί στον υλικό κόσμο, να συμφωνεί μ’ αυτόν. Σ’ αυτό το πλαίσιο ο Engels τονίζει ταυτόχρονα ότι ο όρος «Είναι» είναι ακαθόριστος επειδή δεν εκφράζει βασικά τίποτα άλλο παρά την απλή ύπαρξη. Υπάρχουν επίσης οι ιδέες, η συνείδηση. Το Είναι μπορεί να ερμηνευτεί τόσο υλικά όσο και ιδεατά. Για αυτό το λόγο ο Engels τονίζει: «Η ενότητα του κόσμου δε συνίσταται στο Είναι του, παρ’ όλο που το Είναι του αποτελεί προϋπόθεση της ενότητάς του, αφού πρώτα πρέπει να είναι, πριν μπορέσει να είναι ενιαίο […] Η πραγματική ενότητα του κόσμου συνίσταται στην υλικότητά του και αυτή δεν αποδείχτηκε με μερικές ταχυδακτυλουργικές φράσεις, αλλά μετά από μια μακρόχρονη και επίμονη εξέλιξη της φιλοσοφίας και των φυσικών επιστημών» [6].

Ήδη οι προμαρξιστικοί υλιστές εκπροσωπούσαν έναν υλιστικό μονισμό. Είχαν την αντίληψη ότι ο κόσμος είναι ενιαίος και ότι ο άνθρωπος με τη συνείδησή του αποτελεί μέρος του κόσμου. Μολαταύτα δεν μπορούσαν ακόμη να τεκμηριώσουν τη θέση τους. Είτε συνήγαγαν την ενότητα του κόσμου από μια ενιαία «αρχική ουσία», όπως οι φυσικοί φιλόσοφοι της αρχαίας Ελλάδας, είτε αποδέχονταν μια ενιαία «ουσία», η οποία έχει επίσης την ιδιότητα να σκέφτεται. «Ακόμη κι ο σχολαστικός του, ο Νταν Σκωτ [Duns Scotus] αναρωτήθηκε “μήπως μπορούσε να σκέφτεται η ύλη”;» [7]. Εδώ πρέπει να αναφερθεί κυρίως ο σημαντικός υλιστής Spinoza ο οποίος προσπάθησε να τεκμηριώσει την αδιάσπαστη ενότητα φύσης και πνεύματος, Είναι και σκέψης, σώματος και ψυχής με την αποδοχή μιας ουσίας στην οποία θα πρέπει να προσιδιάζουν δυό ιδιότητες: η εκτατότητα και η σκέψη. Έτσι αφαιρέθηκε το έδαφος από τις βάσεις της χριστιανικής θρησκείας, ο ισχυρισμός ενός αξιωματικού δυϊσμού σώματος και πνεύματος: «Κι είναι μεγάλη η τιμή της φιλοσοφίας εκείνου του καιρού», γράφει ο Engels, «πως δεν αφέθηκε να παρασυρθεί από τις περιορισμένες γνώσεις που είχαν τότε για τη φύση και επέμενε –από τον Σπινόζα ως τους μεγάλους υλιστές της Γαλλίας- να εξηγήσει τον κόσμο με τον ίδιο τον κόσμο, αφήνοντας στις φυσικές επιστήμες του μέλλοντος τη φροντίδα να επαληθεύσουν τις λεπτομέρειες.» [8]


Ο μονισμός του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού 

Η μαρξιστική φιλοσοφία ήταν εκείνη που μπόρεσε να δώσει μια επιστημονική απάντηση στο παλιό πρόβλημα της φιλοσοφίας για την ενότητα του κόσμου, στηριζόμενη σ’ ένα πλήθος υλικού που πρόσφεραν τόσο οι φυσικές όσο και οι κοινωνικές επιστήμες.

Για την τεκμηρίωση του διαλεκτικού-υλιστικού μονισμού μεγάλη σημασία είχαν πολλές ανακαλύψεις των φυσικών επιστημών. Έτσι, ο Nikolaus Kopernikus με την ηλιοκεντρική αντίληψή του για τον κόσμο συνεισέφερε στην υλική ενότητα του κόσμου κλονίζοντας ισχυρά την κυρίαρχη θρησκευτική αντίληψη. Οι θεολόγοι και σχολαστικιστές της τότε εποχής, ισχυρίζονταν ότι η Γη είναι το κέντρο του κόσμου, γύρω απ’ την οποία περιστρέφονται «ιδεατά ουράνια σώματα» συμπεριλαμβανομένου της «ουράνιας σφαίρας». Ενόσω η ουράνια σφαίρα, σύμφωνα με την αντίληψή τους, αποτελεί έκφραση του αιώνιου και αμετάβλητου, η Γη, αντίθετα, εμφανίζει αλλαγές και παροδικότητα. Σε αντίθεση μ’ αυτό, ο Nikolaus Kopernikus απέδειξε ότι η Γη είναι μόνο ένας από τους πλανήτες οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τον ήλιο. Έτσι, η αντιπαραβολή του «γήινου» και του «ουράνιου» κόσμου αποδείχτηκε ατεκμηρίωτη. Αυτό που είχε αρχίσει ο Kopernikus το συνέχισαν ο Galileo Galilei με τις μελέτες του για τα ουράνια σώματα και ο Giordano Bruno, αναπτύσσοντας την αντίληψή του περί ύπαρξης πολλαπλών υλικών κόσμων στον άπειρο χώρο του σύμπαντος.

Με τα έργα του Isaac Newton αποδείχτηκε ότι οι νόμοι της μηχανικής των γήινων και των ουράνιων σωμάτων είναι οι ίδιοι. Ο διαχωρισμός σ’ έναν γήινο και σ’ έναν ουράνιο κόσμο που έκανε η θρησκεία, κλονίστηκε ξανά. Η εφαρμογή της φασματοσκοπικής ανάλυσης είχε επίσης μεγάλη σημασία για την αντίκρουση της αντίληψης περί δυό διαφορετικών κόσμων. Η εξέταση της χημικής σύνθεσης των σωμάτων με βάση τον χαρακτήρα του φωτός που εκπέμπουν όταν βρίσκονται σε πυρακτωμένη αέρια κατάσταση, έδειξε ότι: Τα ουράνια σώματα αποτελούνται από τα ίδια στοιχεία όπως και η Γη. Βασικές φυσικο-επιστημονικές ανακαλύψεις, όπως η αρχή διατήρησης της ενέργειας, της μάζας, της ορμής κτλ, η αμοιβαία μετάβαση από την ουσία στην ακτινοβολία και αντίστροφα, η αμοιβαία μετατρεψιμότητα των στοιχειωδών σωματίων κτλ, προσκόμισαν τεκμήρια για την διαλεκτική-υλιστική αντίληψη περί ενότητας του κόσμου στην ανόργανη σφαίρα της ύλης. Το ότι υπάρχει υλική ενότητα μεταξύ ανόργανων και οργανικών ενώσεων, αυτό το απέδειξε η σύνθεση της ουρίας του Friedrich Wöhler. Μεγάλη σημασία απ’ αυτή την άποψη είχε επίσης η ανακάλυψη της δομής του κυττάρου στα φυτά και στα ζώα, μέσω της οποίας αποδείχτηκε η ενότητα της δομικής οργάνωσης στην έμβια φύση. Σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις οι πρωτεΐνες και τα νουκλεϊκά οξέα είναι οι φορείς της ζωής. Τέλος, η δαρβινική θεωρία της εξέλιξης απέδειξε τη συνάφεια και τη διαδοχική σειρά των ειδών. Ο Charles Robert Darwin προσκόμισε την φυσικο-επιστημονική απόδειξη ότι όλοι οι οργανισμοί (συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου) είναι το αποτέλεσμα ενός μακρού εξελικτικού προτσές.

Ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός δεν τεκμηριώνει τη μονιστική του αντίληψη με το ότι συναγάγει την ποικιλία των αντικειμένων και των προτσές από ένα ενιαίο αρχικό υλικό ή από μια νοητική ουσία ως φορέα ιδιοτήτων. Πολύ περισσότερο, δείχνει τη συμφωνία με τα αποτελέσματα των επιμέρους επιστημών, ότι τα αντικείμενα και τα προτσές βρίσκονται μεταξύ τους σε μια αμοιβαία και νομοτελειακή αλληλοσύνδεση, ότι προκύπτουν το ένα από το άλλο και ότι μεταβαίνουν το ένα στο άλλο. Η ενότητα του κόσμου φαίνεται στις διάφορες μορφές κίνησης, στον τρόπο επίδρασης των γενικών νόμων (των βασικών νόμων της διαλεκτικής) σ’ όλες τις σφαίρες της αντικειμενικής πραγματικότητας, καθώς και στην ύπαρξη γενικών σχέσεων, όπως για παράδειγμα, μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος (αιτιότητα) και στην ύπαρξη γενικών δομών. Σ’ αυτή τη διαλεκτική καθολική αλληλοσύνδεση περιλαμβάνεται η ανθρώπινη κοινωνία συμπεριλαμβανομένου και της συνείδησης. «Μια ακριβής παράσταση του συνόλου του κόσμου, της εξέλιξής του και της ανθρωπότητας, καθώς και η αντανάκλαση αυτής της εξέλιξης στο κεφάλι των ανθρώπων, μπορούν, επομένως, να επιτευχθούν μόνο με διαλεκτικό τρόπο, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τη γενική αλληλεπίδραση του γίγνεσθαι και της φθοράς, των αλλαγών προς τα μπρος και προς τα πίσω.» [9].

Η νέα ποιότητα του διαλεκτικού-υλιστικού μονισμού αποδεικνύεται κυρίως στην επιστημονική ερμηνεία της σχέσης φύσης και κοινωνίας. Και ο προμαρξιστικός υλισμός είχε κατανοήσει τον άνθρωπο ως μέρος του ενιαίου κόσμου. Επειδή όμως τον όρισε ως φυσική ή αφηρημένη ανθρώπινη ουσία (Feuerbach), δεν μπόρεσε να συλλάβει σωστά τη θέση του στον κόσμο. Ο Marx, αναφερόμενος άμεσα σ’ αυτή την αντίληψη, την υπέβαλε σε κριτική: «Ο άνθρωπος όμως δεν είναι μια αφηρημένη ουσία κουρνιασμένη κάπου έξω από τον κόσμο. Ο άνθρωπος είναι ο κόσμος του ανθρώπου, το Κράτος, η κοινωνία» [10]. Η ουσία του ανθρώπου δεν είναι επομένως κάτι το αφηρημένο που ενυπάρχει στο άτομο. Φέρει κοινωνικό χαρακτήρα και καθορίζεται απ’ το ότι ο άνθρωπος πραγματοποιεί αυτή την αλληλοσύνδεσή του με τη φύση στο προτσές της εργασίας μέσω της δικής του πράξης. Ως αποτέλεσμα αυτής της ανάλυσης, οι Marx και Engels έδειξαν ότι η κοινωνία εξελίχτηκε από τη φύση και ότι βρίσκεται μ’ αυτήν σε μια διαρκή αλληλεπίδραση.

Όπως διαπίστωσαν ήδη στη «Γερμανική Ιδεολογία», την Ιστορία «μπορεί να την κοιτάξει κανείς από δυό πλευρές και να τη διαιρέσει στην ιστορία της φύσης και την ιστορία των ανθρώπων. Οι δυό πλευρές είναι ωστόσο αξεχώριστες. Η ιστορία της φύσης και η ιστορία των ανθρώπων εξαρτιέται η μια από την άλλη, όσο υπάρχουν άνθρωποι.» [11]. Με την απόδειξη της ενότητας φύσης και κοινωνίας προσκομίστηκε ταυτόχρονα η βεβαίωση ότι και η ανθρώπινη συνείδηση ως αρχικό κοινωνικό φαινόμενο δεν έχει απόλυτη αυτονομία ύπαρξης. Η συνείδηση είναι μεν διαφορετική από την ύλη εξαιτίας του ιδεατού χαρακτήρα της, έχει όμως αυτήν ως προϋπόθεση.

Συνοπτικά, μπορούμε να διαπιστώσουμε: Η ενότητα του κόσμου βρίσκεται στην υλικότητά του. Η συμφωνία μ’ αυτή τη θέση περιλαμβάνει την αποδοχή ότι η ύλη δεν μπορεί να δημιουργηθεί εκ του μηδενός και ότι είναι άφθαρτη, τη συνάφεια και τον αμοιβαίο αλληλοκαθορισμό των μορφών κίνησης της ύλης, την άπειρη ποικιλία των αμοιβαίων μετατροπών των υλικών αντικειμένων, τη γένεση και την εξέλιξη της έμβιας ύλης από την άβια και, όχι τελευταία, το σχηματισμό της ανθρώπινης κοινωνίας και της συνείδησης από τη φύση.

Η διαλεκτική-υλιστική αντίληψη περί ενότητας του κόσμου είναι ιδιαίτερα σημαντική για την κατανόηση της σχέσης και των αλληλεξαρτήσεων μεταξύ των επιμέρους επιστημών. Καθήκον των επιστημών είναι να απεικονίζουν τον κόσμο θεωρητικά. Εδώ, η φιλοσοφική κατανόηση περί ενότητας του κόσμου παρέχει στους εκπροσώπους της τη γνώση για την αναγκαιότητα να παραγάγουν συνειδητά την αντικειμενικά υπό όρους αλληλοσύνδεση των επιμέρους επιστημών.


Ο διαλεκτικός υλισμός ως επιστημονικός αθεϊσμός 

Ο διαλεκτικός-υλιστικός μονισμός είναι ταυτόχρονα επιστημονικός αθεϊσμός. Όταν αναγνωρίζεται ότι η ενότητα του κόσμου βρίσκεται στην υλικότητά του, τότε πρέπει να υπάρχει και συμφωνία στη θέση ότι δεν μπορούν να υπάρχουν «υπερφυσικές αιτίες» ή κινητήριες δυνάμεις για την εξέλιξη της φύσης και της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο Engels χαρακτήρισε την ασυμφιλίωτη σχέση της υλιστικής φιλοσοφίας και της θρησκείας, γράφοντας: «Το ζήτημα της σχέσης της νόησης με το Είναι […] οξύνθηκε στη διαμάχη με την εκκλησία: Έπλασε ο Θεός τον κόσμο ή υπήρχε ο κόσμος αιώνια; [12]. Σε αντίθεση με όλες τις θρησκείες ο διαλεκτικός υλισμός κατανοεί την εξέλιξη της φύσης και της κοινωνίας ως ένα αντικειμενικά νομοτελειακό προτσές. Αυτό δεν κατευθύνεται ούτε κυριαρχείται από κάποιον Θεό ή από κάποια εξωκοσμική πνευματική αρχή˙ μπορεί να ερμηνευτεί επιστημονικά μόνο από τις υλικές αιτίες.

Η μαρξιστική φιλοσοφία έχει συνεπή αθεϊστικό χαρακτήρα επειδή είναι υλιστική φιλοσοφία. Είναι ασυμφιλίωτη με όλες τις παραλλαγές του φιντεϊσμού, δηλαδή μιας κατά βάση καλυμμένης θρησκείας, η οποία θέτει την πίστη πάνω από τη λογική, βλέποντας σ’ αυτόν την πραγματική βάση της ανθρώπινης γνώσης. Παρ’ όλο που μεταξύ φιλοσοφίας και θρησκείας υπάρχουν διαφορές, η τελευταία συνδέεται με την Ιστορία και το παρόν με πολλούς τρόπους με την ιδεαλιστική φιλοσοφία. Αυτό εκφράζεται με το ότι όλες οι θρησκείες απαντούν στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας ιδεαλιστικά.

Στον αθεϊστικό χαρακτήρα της επιστημονικής κοσμοαντίληψης της εργατικής τάξης αντανακλάται σε τελευταία ανάλυση ο επαναστατικός χαρακτήρας αυτής της τάξης. Το μαρξιστικό κόμμα δεν μπορεί να παραιτηθεί σε καμιά βαθμίδα της πάλης του απ’ το τράβηγμα μιας διαχωριστικής γραμμής μεταξύ επιστημονικής κοσμοαντίληψης και θρησκευτικής συνείδησης.

Ταυτόχρονα, όμως, αντιπαρατίθεται στις δημαγωγικές προσπάθειες των αστών ιδεολόγων καθώς και συγκεκριμένων αντικομουνιστικών δυνάμεων του κλήρου, οι οποίοι από την κοσμοθεωρητική αντίθεση μεταξύ μαρξιστικής φιλοσοφίας και θρησκευτικής πίστης συνάγουν μια πολιτική αντίθεση, μια αντίθεση μεταξύ κομμουνιστών και πιστών. Τέτοιου είδους προσπάθειες, οι οποίες συχνά διαστρεβλώνουν τη μαρξιστική θεωρία, δεν είναι καινούριες. Στοχεύουν στη διατάραξη της συνεργασίας μεταξύ μαρξιστών και θρησκευόμενων εργαζομένων. Στην πραγματικότητα, στις βασικές αρχές της μαρξιστικής πολιτικής ανήκε ανέκαθεν και το να πειστούν οι θρησκευόμενοι εργάτες για την αναγκαιότητα ανατροπής της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ο Lenin γράφει σχετικά μ’ αυτό: «Πρέπει όχι μονάχα να δεχόμαστε, μα και να τραβούμε με κάθε τρόπο στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα όλους τους εργάτες που διατηρούν την πίστη στο Θεό, είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι στην παραμικρότερη προσβολή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, μα τους τραβούμε για να τους διαπαιδαγωγήσουμε στο πνεύμα του προγράμματός μας και όχι για να το καταπολεμήσουν ενεργά.» [13].


Σημειώσεις

[1] Καρλ Μαρξ: Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα, σ. 130, εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1975

[2] Β. Ι. Λένιν: Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα, τόμ. 18, σ. 154

[3] Ό.π., , σ. 89

[4] Ό.π., σ. 178-184

[5] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ. Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Ευγένιο Ντίρινγκ, σ. 53, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006

[6] Ό.π., σ. 55

[7] Κ. Μαρξ / Φ. Ένγκελς: Η αγία οικογένεια. Η κριτική της κριτικής κριτικής, σ. 160, εκδ. Φιλοσοφία, Αθήνα

[8] Φρίντριχ Ένγκελς: Η διαλεκτική της φύσης, σ. 8, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2008.

[9] Φρίντριχ Ένγκελς: Αντι-Ντίρινγκ, σ. 29

[10] Karl Marx: Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου, σ. 17, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1978

[11] Κ. Μαρξ / Φ. Ένγκελς: Η γερμανική ιδεολογία, τόμ. 1ος, σ. 60, (απόσπασμα), εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1997

[12] Φρίντριχ Ένγκελς: Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, σ. 22, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2007. Βλ. επίσης σ’ αυτό το ιστολόγιο.

[13] Β. Ι. Λένιν: Σχετικά με τη στάση του εργατικού κόμματος απέναντι στη θρησκεία, Άπαντα, τόμ. 17, σ. 430. Βλ. επίσης σ’ αυτό το ιστολόγιο.

Από
https://orizondas.blogspot.gr/2017/09/blog-post_30.html

Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

«Η σημαία, το κάψιμο της και η νέα εθνικοφροσύνη»

…Θα ακολουθώ άλλες σημαίες, άλλους στρατούς
Άννα μην κλαις
(Μπ. Μπρεχτ)


Για άλλη μια φορά καθίσταται αναγκαίο, να σχολιάσουμε την επικαιρότητα. Και αυτό γιατί πολλές φορές διαβάζουμε πράγματα στις «Λακωνικές Σελίδες» που ειλικρινά αξίζουν μία απάντηση από κομμουνιστική σκοπιά, ειδικά σε εποχή που η εθνοπατριωτική λαϊκιστική αριστερά προσπαθεί με κάθε τρόπο να κερδίσει έδαφος και να εκφράσει τα μικροαστικά και συντηρητικά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας, κάτι που από εδώ και πέρα θα το ονομάζουμε «Νέα Εθνικοφροσύνη». Και θα το ονομάσουμε έτσι, γιατί οι ρητορικές όψεις του ελληνικού εθνικισμού οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν αποκτήσει και «αντι-γερμανική», «αντι-Μέρκελ» και «αντι-Σόιμπλε» μορφή, εκφράζουν έναν χυδαίο εθνολαϊκισμό μεν, αλλά και τις πολιτικές/γεωπολιτικές βλέψεις μίας μερίδας του ελληνικού κεφαλαίου δε.

Οι εκφάνσεις αυτές του ελληνικού εθνικισμού φαντάζουν νεόκοπες και εκδηλωθείσες αποκλειστικά στα πλαίσια του «αντι-μνημονίου», αλλά συνδέονται οργανικά και άμεσα με βασικούς συγκροτητικούς μύθους του ελληνικού σχηματισμού. Σε αυτά τα πλαίσια, με έναν αναπόδραστο τρόπο η πολιτική εκβολή του ελληνικού «αντι-γερμανισμού» (είτε αυτός έχει δεξιό, είτε αριστερό πρόσημο) δεν είναι άλλη από το γνωστό χρυσαυγίτικο πολιτικό σύνθημα «Κάτω η Ευρώπη των τοκογλύφων-Ζήτω η Ευρώπη των Εθνών» με το οποίο η ΧΑ κατέβηκε στις τελευταίες ευρωεκλογές του 2014.

Πριν λίγες μέρες τράβηξε την προσοχή μας ένα άρθρο ένος πρώην στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ και πιθανών σήμερα μέλος του εθνολαϊκιστικού σχήματος της ΛΑ.Ε (χωρίς να είμαστε σίγουροι για αυτό) με θέμα το κάψιμο της ελληνικής σημαίας ανήμερα της επετείου της 17 Νοέμβρη. Ο λόγος για το άρθρο που δημοσιεύτηκε στην σελίδα Lakonialive με τίτλο «εκείνοι που καίνε την ελληνική σημαία». Έχουμε γράψει εκατοντάδες φορές ότι οι εθνοπατριωτικές και ανοιχτά εθνικιστικές τάσεις δεν είναι ένα προνόμιο μόνο των νεοναζήδων της «Xρυσής Aυγής». Ειδικά στην Λακωνία επεκτείνονται σε ολόκληρο το φάσμα του πολιτικού κόσμου, ακόμα και σε αυτό της αριστεράς αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και σε σχήματα αντιεξουσιαστικού προσανατολισμού, ειδικά μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015, και μάλιστα εντελώς απροκάλυπτα. Για αυτό λοιπόν αφρίζουν οι διάφοροι αριστεροί πατριώτες κάθε φορά, που ένα κομμάτι τής κοινωνίας αποφασίζει να δείξει έμπρακτα την αμφισβήτηση των συμβόλων του εθνικού κορμού και εν τέλει του ίδιου του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού.

Iστορικά οι σημαίες των σύγχρονων κρατών έλκουν την καταγωγή τους από τα πολεμικά λάβαρα, οικόσημα και εραλδικά σύμβολα που χρησιμοποιούσαν οι μεσαιωνικοί στρατοί αριστοκρατικών και μοναρχικών οίκων. Αν όμως στον Μεσαίωνα η πολεμική σημαία συμβόλιζε, πέρα από το ηρωικό παρελθόν, την προσωπική εξάρτηση του πολεμιστή απέναντι στον ηγεμόνα πολέμαρχο, στη νεωτερική εποχή, με την ίδρυση καπιταλιστικών εθνών-κρατών και την κατασκευή των εθνικών ταυτοτήτων, η σημαία συμβολίζει ακριβώς την ανάδυση ενός νέου τύπου κράτους. Οι περισσότερες σημαίες των ευρωπαϊκών κρατών είναι τρικολόρ, προκειμένου να δείξουν την ενότητα των «Τριών Τάξεων», δηλαδή τη συγκρότηση επί της ουσίας της αστικής κοινωνίας και του υποκειμένου του πολίτη.

Η σημαία του καπιταλιστικού έθνους-κράτους συμβολοποιεί την κρατική/ταξική Κυριαρχία στο έδαφος της εθνικής επικράτειας και έτσι γίνεται το απόλυτο φετίχ της καπιταλιστικής εθνικοφροσύνης: καθορίζεται από το Σύνταγμα, τοποθετείται στη στέγη των δημοσίων κτιρίων, βρίσκεται σε κάθε λαγούμι της γραφειοκρατίας, αποτυπώνεται στα κρατικά οχήματα, κρεμιέται στα μπαλκόνια στις εθνικές επετείους και παρελάσεις, το εθνόσημο ράβεται πάνω στις στολές των σωμάτων ασφαλείας. Η εθνική σημαία είναι αυτή που ακολουθεί ο στρατιώτης, επειδή το ίδιο το έθνος του το επέβαλε, προκειμένου να γίνει κρέας για τα κανόνια.

Το νικηφόρο κομμουνιστικό κίνημα του Μεσοπολέμου αναδείχθηκε ως τέτοιο, επειδή ακριβώς τα έβαλε με τις εθνικές σημαίες. Οι μπολσεβίκοι και ο Λένιν καλέσανε παραμονές του Α' ΠΠ τους εργάτες να μην ακολουθήσουν τις εθνικές ''ξένες σημαίες''. Ο Καρλ Λίμπκνεχτ και η Ρόζα Λούξεμπουργκ την ίδια περίοδο διακήρυτταν ότι ''ο κύριος εχθρός βρίσκεται μέσα στην ίδια μας την πατρίδα''. Ο Μαρξ κατέδειξε με όλη την κριτική του με τον πλέον τεκμηριωμένο τρόπο ότι ''οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα''. 

Το πτώμα της σύγχρονης αριστεράς εδώ και 30 σχεδόν χρόνια πιπιλίζει την καραμέλα ότι «το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα». Δεν υπάρχει τίποτα πιο αντι-μαρξικό και αντιδιαλεκτικό από αυτό. Επί της ουσίας πρόκειται για την πλήρη προσχώρηση της αριστεράς στην μεταμοντέρνα αντίληψη περί παγκοσμιοποίησης. Σε πλήρη αντίθεση ο κριτικός μαρξικός λόγος τεκμηριώνει ότι όσο κι αν διεθνοποιείται το κεφάλαιο ως παραγωγική/κοινωνική σχέση, η συγκρότηση της καπιταλιστικής Κυριαρχίας θα παραμένει πάντα εθνο-κρατική.

Τίποτα δεν διδάχθηκε η αριστερά από τους καπιταλιστικούς πολέμους των τελευταίων 30 ετών, από το Βrexit, από την εκλογική άνοδο φασιστικών τάσεων, από τα διαλυτικά φαινόμενα στην ΕΕ, από τη νίκη του Τραμπ. Η αγωνία της να υπερασπίζεται τα βάθρα και τα σύμβολα του καπιταλιστικού έθνους-κράτους είναι οργανικού χαρακτήρα: χωρίς την ενσωμάτωσή της στο εθνικό κράτος και την αναπαραγωγή της μέσω αυτού δεν μπορεί να υπάρξει. Σε τελική ανάλυση η αριστερά του αρθρογράφου υπερασπίζεται την καπιταλιστική πατρίδα γιατί εκεί είναι το τελευταίο καταφύγιο της κρατικής χρηματοδότησης, όταν οι εργάτες της γυρνάνε την πλάτη, για το λόγο ότι δεν έχει καμία αξία χρήσης για την προώθηση των συμφερόντων τους.

Η μόνη σημαία που πρέπει να εκφράσει τους/τις εργάτες/ριες ακόμα και στο έδαφος ενός δοσμένου έθνους-κράτους, είναι εκείνη που βγήκε μέσα από τους αγώνες τους και το αίμα τους: και δεν είναι άλλη από την κόκκινη. Για καμιά καπιταλιστική πατρίδα δεν θα υποστείλουμε τη σημαία της ανθρώπινης χειραφέτησης.

Αν όμως η σημαία είναι το κορυφαίο φετίχ της καπιταλιστικής εθνικοφροσύνης, τότε και το κάψιμό της αποκλειστικά σε ένα θεαματικό πλαίσιο, όπου κυριαρχεί η ατομική βούληση, μπορεί να λειτουργήσει ως ακόμα ένα (αντι-)φετίχ της αναρχικής πρακτικής. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με το επαναστατικό κάψιμο των όσων συμβολίζει η οποιαδήποτε εθνική σημαία και δη η ελληνική: τους επεκτατικούς πολέμους του ’12-’22, την παράδοση δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων Εβραίων στο Ολοκαύτωμα, την βαθιά καταπίεση της μακεδονικής μειονότητας, την έντεχνα επιβαλλομένη θεοκρατία, τις χούντες, τις φασιστικές δικτατορίες, τη συνεργασία με τους ναζί, τον αντικομμουνισμό ως επίσημη κρατική ιδεολογία, τα Μακρονήσια, τις φυλακές, τις εξορίες, τα βασανιστήρια, τα πογκρόμ και τις εκτελέσεις, την έμπρακτη συνδρομή σε αντεπαναστατικούς πολέμους, όπως το ’18 στην Οδησσό και το ’50 στην Κορέα, τη βοήθεια στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα, το ξεζούμισμα και το ρατσισμό εις βάρος των μετανατών εργατών, την πατριαρχία, τον μισογυνισμό/σεξισμό, ομοφοβία, την κουλτούρα του βιασμού και τον υγρό τάφο του Αιγαίου για χιλιάδες μετανάστες/πρόσφυγες. Ωστόσο, η αντίσταση στην εθνικοφροσύνη δεν είναι έργο μίας συμβολικής ενέργειας, αλλά καθημερινή μάχη και αγώνας, διαρκής εξέγερση της μνήμης ενάντια στη λήθη.

Αντίσταση λοιπόν στην εθνικοφροσύνη της σημαίας, δεξιά και αριστερή. Αντίσταση στα παραμύθια ότι «η σημαία δεν είναι το κράτος, αλλά οι γονείς μας και αυτά που αγαπάμε» και ότι «οι ξένοι εχθροί καίνε τη σημαία, ενώ οι ντόπιες ελίτ την έχουν παρατήσει». Ως κομμουνιστές/τριες και εργαζόμενοι/ες την έχουμε γραμμένη την «Εθνική Ηθική Διαπαιδαγώγηση» των φωστήρων της αριστεράς. Δεν μας απασχολεί να χαϊδέψουμε τα αυτιά του εγχώριου εθνικισμού και φασισμού, μήπως και αρπάξουμε κάνα ψήφο, να μπούμε στην Βούλη. Η δική μας σημαία είναι παγκόσμια, διεθνιστική. Δεν ξεβάφει το χρώμα της, δεν ξεθωριάζει. Υψώνεται κάθε φορά που ο κάθε εκμεταλλευόμενος σηκώνει κεφάλι, καρφώνεται με λύσσα στα Ράιχσταγκ κάθε φορά που τσακίζουμε τον φασισμό και γι’ αυτό είναι καταματωμένη και κατακόκκινη.

Πηγή : https://skalalakonias.wordpress.com/2016/11/23/neaethnikofrosini/

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

Η σχέση του Κομμουνιστικού Κόμματος προς τη θρησκεία [Μέρος 3ο και τελευταίο]

Απόσπασμα από το βιβλίο του Π. Α. Παβέλκιν ''Τι είναι θρησκεία'', εκδόσεις Β.ΓΙΑΝΝΙΚΟΣ, 1962 



Όπως και όλα τα άλλα υπολείμματα της παλιάς κοινωνίας στη συνείδηση των ανθρώπων, το ίδιο και οι θρησκευτικές δεισιδαιμονίες δεν θα εξαφανισθούν από μόνες τους. Μόνο η νέα, η επιστημονική σοσιαλιστική ιδεολογία νικάει στον αγώνα με την παλιά, την αντιεπιστημονική, την αντισοσιαλιστική ιδεολογία. Για να απαλλαγεί όλος ο λαός από τις θρησκευτικές πλάνες χρειάζεται η συστηματική επιστημονική - αθεϊστική προπαγάνδα.

Το Κομμουνιστικό κόμμα επίμονα, υπομονητικά και προσεκτικά οργανώνει και διεξάγει την αντιθρησκευτική προπαγάνδα και εξηγεί τη ζημιά που προξενούν οι θρησκευτικές δοξασίες και ιεροτελεστίες. Η επιστημονική αθεϊστική προπαγάνδα ξεσκεπάζει τον αντιδραστικό κοινωνικό ρόλο της θρησκείας και δείχνει πώς τη θρησκεία στις διάφορες χώρες τη χρησιμοποιούσαν και τη χρησιμοποιούν οι εκμεταλλευτικές τάξεις εναντίον των εργαζομένων, εναντίον της ειρήνης και της φιλίας των λαών, εναντίον του σοσιαλισμού και της δημοκρατίας και δείχνει ποια ζημιά προξενούν οι θρησκευτικές και οι άλλες δεισιδαιμονίες στην οικοδόμηση του κομμουνισμού.

Η επιστημονική αθεϊστική προπαγάνδα έχει σαν σκοπό όπως τις σκοτεινές και άγριες θρησκευτικές δοξασίες, που μειώνουν τον άνθρωπο και του καλλιεργούν δουλοπρεπή συναισθήματα, τις αντικαταστήσει με τις φωτισμένες, πεντακάθαρες επιστημονικές γνώσεις, που δυναμώνουν την πίστη του εργαζόμενου ανθρώπου στις δημιουργικές του δυνάμεις, στην παντοδυναμία του λαού που τον καθοδηγεί το κομμουνιστικό κόμμα. Η επιστημονική αθεϊστική προπαγάνδα πρέπει να διασκορπίζει τη θρησκευτική ομίχλη στη συνείδηση του πληθυσμού και να την αντικαθιστά με το ηλιακό φως της επιστημονικής γνώσης, της μαρξιστικο - λενινιστικής κοσμοθεωρίας.

Η αντιθρησκευτική προπαγάνδα δεν είναι αυτοσκοπός κι' ούτε κανένα αυτάρεσκο καθήκον. Ο μαρξισμός - λενινισμός αντικρίζει την αντιθρησκευτική προπαγάνδα από τη σκοπιά του βασικού καθήκοντος, που είναι η πραγματοποίηση του κομμουνισμού. Γι' αυτό στις συνθήκες του καπιταλισμού οι μαρξιστές κάνουν αντιθρησκευτική προπαγάνδα συνδέοντάς την στενά με την ταξική πάλη του προλεταριάτου και υποτάσσουν την αντιθρησκευτική τους δράση στα καθήκοντα της επαναστατικής ταξικής πάλης.

''Το να χωρίζεις με απόλυτο, αδιάβατο όριο τη θεωρητική προπαγάνδα του αθεϊσμού, δηλαδή την εξάλειψη των θρησκευτικών δοξασιών σε ορισμένα στρώματα του προλεταριάτου και την επιτυχία, την πορεία, τις συνθήκες του ταξικού αγώνα αυτών των στρωμάτων - σημαίνει ότι σκέπτεσαι μη διαλεκτικά...'' τόνιζε ο Λένιν.

Η ανώτατη επιτυχία του αντιθρησκευτικού αγώνα κατακτιέται με βάση τις ανώτατες επιτυχίες του ταξικού αγώνα του προλεταριάτου : με τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης και της δικτατορίας του προλεταριάτου, με την εξαφάνιση του καπιταλιστικού συστήματος και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού ανατρέπονται οι πιο βαθιές ρίζες των θρησκευτικών δοξασιών.

Βέβαια μόνο με την επιστημονική αθεϊστική προπαγάνδα δεν ξεπερνιούνται οι θρησκευτικές δεισιδαιμονίες ακόμα και στις συνθήκες της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Βασική και αποφασιστική σημασία για το ξεπέρασμα των θρησκευτικών υπολειμμάτων έχει η πρακτική συμμετοχή όλων των πολιτών στην οικοδόμηση του κομμουνισμού. Στην πορεία της ενεργητικής δραστηριότητας για το μετασχηματισμό της κοινωνίας και την αλλαγή της φύσης για το καλό του λαού, οι πιστοί πείθονται θαυμάσια για την ισχύ της εργασίας τους, για την ισχύ των λαϊκών μαζών που τις καθοδηγεί το κομμουνιστικό κόμμα. Αυτό ευνοεί το μαρασμό των θρησκευτικών διαθέσεων.

Ο Β. Ι. Λένιν, αναλύοντας το ρόλο της πρακτικής δράσης για τη μεταλλαγή της συνείδησης των λαϊκών μαζών, στην ''εισήγησή του για την επανάσταση του 1905'' έλεγε : ''Αφού οι αστοί αφέντες και οι άβουλοι υποτακτικοί τους, σοσιαλρεφορμιστές, μιλάνε με τόση κομπορρημοσύνη για τη ''διαπαιδαγώγηση'' των μαζών, τότε σαν διαπαιδαγώγηση αυτοί συνήθως εννοούν κάτι το σχολικό, το σχολαστικό που αμοραλοποιεί τις μάζες, που τους καλλιεργεί τις αστικές προλήψεις.
Η πραγματική διαπαιδαγώγηση των μαζών ποτέ δεν μπορεί να αποσπασθεί από την αυτοτελή πολιτική και ιδιαίτερα από την επαναστατική πάλη της ίδιας της μάζας. Μόνο ο αγώνας διαπαιδαγωγεί την εκμεταλλευόμενη τάξη, μόνο ο αγώνας της αποκαλύπτει το μέτρο των δυνάμεών της, διευρύνει τον ορίζοντά της, μεγαλώνει τις ικανότητές της, καθαρίζει το μυαλό της και ατσαλώνει τη θέλησή της''.

Οι θρήσκοι άνθρωποι, συμμετέχοντας με την εργασία τους στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, βλέπουν ότι ούτε οι υπερφυσικές δυνάμεις, ούτε ο θεός, αλλά αυτοί οι ίδιοι, οι εργαζόμενες μάζες, δημιουργούν την ιστορία, μετασχηματίζουν την κοινωνία και τη φύση. Στην πρακτική της σοσιαλιστικής οικοδόμησης πείθονται οι εργαζόμενες μάζες ότι είναι σωστή η επιστημονική μαρξιστικο - λενινιστική διδασκαλία, που αποτελεί τη βάση της δράσης του κομμουνιστικού κόμματος.

Ακριβώς όπως η πρακτική συμμετοχή στην ταξική πάλη εναντίον των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, στις συνθήκες του εκμεταλλευτικού συστήματος, βοηθάει τους εργάτες και τους αγρότες να καταλάβουν τον αντιδραστικό ρόλο της θρησκείας, του κλήρου και της εκκλησίας σαν βοηθών των εκμεταλλευτών, έτσι και η πρακτική συμμετοχή στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού βοηθάει τους εργαζόμενους να απαλλάξουν εντελώς τη συνείδησή τους από τα θρησκευτικά και τα άλλα υπολείμματα της παλιάς κοινωνίας.

Το κοινωνικό σύστημα που στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα της παραγωγής, αναπόφευκτα περιορίζει, στενεύει τον ορίζοντα των ανθρώπων, Τα ενδιαφέροντα του ιδιοκτήτη και ιδιαίτερα του αγρότη, περιορίζονται στο στενό κύκλο της μικρής του οικονομίας. Όπως έγραφε ο Ν. ΜΠ. Γκόγκολ για τους ''αρχαίους γαιοκτήμονες'' οι σκέψεις τους δεν πετούσαν παραπέρα, από το μικρό τους φράκτη που τους απομόνωνε από τον υπόλοιπο κόσμο.

Το σοσιαλιστικό σύστημα απόσπασε εκατομμύρια αγρότες και άλλους εργαζόμενους από το στενό κύκλο των συμφερόντων του μικρού ιδιοκτήτη. Το σοσιαλιστικό σύστημα με τον παραγωγικό συνεταιρισμό βοήθησε εκατομμύρια σοβιετικούς, ρουμάνους, βούλγαρους, πολωνούς και άλλους αγρότες να μπουν στο μεγάλο έργο, την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Η αγροτιά, χάρη στη συμμετοχή της στη σοσιαλιστική κολχόζνικη οικοδόμηση, ανέβηκε στο ύψος της κατανόησης των πανκρατικών συμφερόντων.

Οι θρήσκοι άνθρωποι συμμετέχοντας συνειδητά στο μετασχηματισμό της φύσης και της κοινωνικής ζωής και βλέποντας τους μεγάλους καρπούς της συλλογικής εργασίας, στοχάζονται τις αιτίες των γύρω φαινομένων, κι' αυτό τους σπρώχνει να συγκρίνουν τις θρησκευτικές και τις επιστημονικές αντιλήψεις, στην κριτική της θρησκείας και στην αναζήτηση επιστημονικών απαντήσεων.

Η καθημερινή επικοινωνία των θρήσκων ανθρώπων με τους πρωτοπόρους ανθρώπους στην εργασία, στην κοινωνική ζωή και στα έθιμα, βοηθάει τους πιστούς να εξετάζουν κριτικά την πίστη τους στο θεό και να αφομοιώνουν τις επιστημονικές αντιλήψεις για τον κόσμο.

Η εργασιακή δραστηριότητα των εργατών, των αγροτών, την διανόησης για την κατασκευή ισχυρών και σύνθετων μηχανών, για την οικοδόμηση εργοστασίων, φαμπρικών και ηλεκτροσταθμών, για την κατασκευή φραγμάτων των ποταμών και διωρυγών, τους πείθει παραστατικά για τη δύναμη του ανθρώπου όταν είναι εξοπλισμένη με την επιστήμη και την τεχνική και κλονίζει τη θρησκευτική τους πίστη. Οι οικοδόμοι του κομμουνισμού δεν έχουν καμιά βάση για να πιστεύουν στην παντοδυναμία του θεού. Συμμετέχοντας στην οικοδόμηση της νέας ζωής, οι πιστοί βλέπουν ότι ο άνθρωπος δεν είναι τέφρα της γης, ούτε σκουλίκι, όπως διδάσκει η εκκλησία, αλλά δραστήριος παράγων που καθυποτάσσει με τις ισχυρές του δυνάμεις τη φύση.

Σε διάκριση από τον καπιταλισμό, που αναπτύσσεται αυθόρμητα, η ανάπτυξη της σοσιαλιστικής παραγωγής και του σοσιαλιστικού πολιτισμού γίνεται με βάση την επιστήμη, σχεδιασμένα, με την καθοδήγηση του μαρξιστικολενινιστικού κόμματος. Οι εργάτες, οι κολχόζνικοι, η διανόηση μόνοι τους καταρτίζουν, συζητούν και επικυρώνουν τα σχέδια της παραγωγικής τους δραστηριότητας και οι ίδιοι εφαρμόζουν αυτά τα σχέδια. Με την ίδια τους την πείρα βλέπουν, ότι όλη η γύρω ζωή τους αναπτύσσεται με φυσικό τρόπο και δεν υπάρχει βάση για την πίστη στο θεό και στα θαύματα. Η σώφρονη επιστημονική αθεϊστική προπαγάνδα βοηθάει ακόμα πιο πολύ τους εργαζόμενους να το συνειδητοποιήσουν αυτό και να εξοπλισθούν με την επιστημονική ερμηνεία των φαινομένων της φύσης και της κοινωνικής ζωής, με την επιστημονική αθεϊστική κοσμοθεωρία.

Η επιστημονική αθεϊστική προπαγάνδα εφαρμόζεται πριν απ' όλα με τη διαπαιδαγώγηση των εργαζομένων στο πνεύμα του μαρξισμού - λενινισμού, με την προπαγάνδα του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, των πολιτικών και επιστημονικών γνώσεων. Μεγάλη σημασία για την προπαγάνδα των μαρξιστικολενινιστικών ιδεών έχει η οργανωμένη μελέτη των έργων των κλασικών του μαρξισμού - λενινισμού, Τα έργα αυτά εκδόθηκαν στη Σοβιετική Ένωση, σε μεγάλες ποσότητες και είναι προσιτά στον κάθε αναγνώστη.

Το κομμουνιστικό κόμμα καθοδηγείται από την υλιστική μαρξιστικολενινιστική θεωρία, που είναι για το κόμμα και όλο το λαό το καθοδηγητικό αστέρι, που δείχνει το σκοπό, αποκαλύπτει τις προοπτικές, φωτίζει το δρόμο και οδηγεί στον προδιαγεγραμμένο σκοπό, που είναι η νίκη του κομμουνισμού.

Πηγή της δύναμης του Κομμουνιστικού κόμματος, πηγή των νικών της εσωτερικής και εξωτερικής του πολιτικής είναι το ότι η πολιτική του είναι θεμελιωμένη αυστηρά επιστημονικά και η δράση του κόμματος στηρίζεται στη γνώση των νόμων ανάπτυξης της κοινωνίας και της φύσης. Η πολιτική του κόμματος αντιστοιχεί προς τις αντικειμενικές τάσεις της προοδευτικής ανάπτυξης της κοινωνίας και εκφράζει τα συμφέροντα της πιο πρωτοπόρας τάξης της κοινωνίας - της εργατικής τάξης, τα συμφέροντα όλων των εργαζομένων, δηλαδή της αποφασιστικής δύναμης της κοινωνίας.

Το Κομμουνιστικό κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης καθοδηγεί τη δράση των διακοσίων εκατομμυρίων του σοβιετικού λαού για την οικοδόμηση του κομμουνισμού. Σήμερα που η χώρα μπήκε στην περίοδο της αναπτυσσόμενης οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας και πραγματοποιεί το μεγαλεπήβολο επτάχρονο πρόγραμμα, που ψήφισε το 21ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, τα ζητήματα της κοινωνικής διαπαιδαγώγησης των εργαζομένων ιδιαίτερα της νέας γενιάς, αποκτούν εξαιρετικά μεγάλη σημασία. Συστατικό στοιχείο της κομμουνιστικής αγωγής είναι η αφομοίωση της μαρξιστικολενινιστικής κοσμοθεωρίας και το ξεπέρασμα των υπολειμμάτων της παλιάς κοινωνίας στη συνείδηση των ανθρώπων και ιδιαίτερα των θρησκευτικών υπολειμμάτων.

Κομμουνιστική αγωγή θα πει διαπαιδαγώγηση αφοσιωμένων, δραστήριων και συνειδητών οικοδόμων της νέας κοινωνίας. Αυτό σημαίνει πολύπλευρη και αρμονική ανάπτυξη όλων των δημιουργικών δυνάμεων και ικανοτήτων του ανθρώπου. Η κομμουνιστική αγωγή περικλείει και την πολιτική αγωγή [δηλαδή την αφομοίωση της μαρξιστικολενινιστικής διδασκαλίας, την πολιτική συνειδητότητα και ατσάλωμα], και την αισθητική, και την ηθική, και τη σωματική. Μια από τις πλευρές της κομμουνιστικής αγωγής είναι η αθεϊστική αγωγή, η αγωγή στο πνεύμα της συνεπούς επιστημονικής διαλεκτικοϋλιστικής κοσμοθεωρίας.

Η θρησκευτική ιδεολογία είναι εχθρική προς την επιστήμη, εμποδίζει την ανάπτυξη των δημιουργικών δυνάμεων του λαού και την οικοδόμηση του κομμουνισμού. Γι' αυτό κάθε συνειδητός οικοδόμος του κομμουνισμού θεωρεί χρέος του να κάνει δραστήριο και ανειρήνευτο αγώνα κατά της θρησκείας.

Με την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού κόμματος, την επιστημονική αθεϊστική προπαγάνδα στη Σοβιετική Ένωση την κάνουν οι επαγγελματικές ενώσεις, η κομσομόλ, τα πολιτιστικά διαφωτιστικά ιδρύματα - βιβλιοθήκες, αναγνωστήρια, λέσχες καθώς και οι επιστημονικο - διαφωτιστικοί όμιλοι και ιδιαίτερα ο Πανενωσιακός σύνδεσμος για την διάδοση των πολιτικών και επιστημονικών γνώσεων.

Το 21ο συνέδριο του ΚΚΣΕ στην απόφασή του επί της εισήγησης του Ν. Μ. Σβέρνικ για τα καθήκοντα των συνδικαλιστικών ενώσεων πήρε την απόφαση, όπου αναφέρονταν ότι οι συνδικαλιστικές ενώσεις πρέπει να στρέψουν την προσοχή τους στη σοσιαλιστική αγωγή, ''συστηματικά να αγωνίζονται εναντίον των μικροαστικών διαθέσεων, προλήψεων και κάθε είδους υπολειμμάτων της καπιταλιστικής πισωδρόμησης στους εργάτες, σωστά να οργανώνουν και να δυναμώνουν την αντιθρησκευτική προπαγάνδα...''.

Το καταστατικό της λενινιστικής κομσομόλ αναφέρει : '' Το μέλος της ΠΛΚΕΝ υποχρεούται να είναι τίμιος και να λέει την αλήθεια. να τηρεί τους κανόνες του σοσιαλιστικού τρόπου ζωής, να αγωνίζεται με τα υπολείμματα του καπιταλισμού στη συνείδηση της νεολαίας, εναντίον της μέθης, της κακολογίας, εναντίον των θρησκευτικών προλήψεων και της αντισυντροφικής συμπεριφοράς προς τη γυναίκα''.

Το 11ο συνέδριο της ΠΛΚΕΝ που έγινε τον Απρίλιο του 1949 αποφάσισε : ''να ενισχυθεί ανάμεσα στη νεολαία η προπαγάνδα των φυσιογνωστικών - επιστημονικών γνώσεων, να διεξάγεται επίμονος αγώνας εναντίον των θρησκευτικών υπολειμμάτων''.

Η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης στην απόφασή της ''Για την οργάνωση της επιστημονικής διαφωτιστικής προπαγάνδας'' [1944] τόνισε ότι η προπαγάνδα των φυσικών επιστημών έχει μεγάλη σημασία για την άνοδο του πολιτιστικού επιπέδου των πλατιών μαζών των εργαζομένων, για το ξεπέρασμα των θρησκευτικών υπολειμμάτων και κάθε είδους προλήψεων και δεισιδαιμονιών.
Βασικό περιεχόμενο της επιστημονικής διαφωτιστικής προπαγάνδας...πρέπει να είναι η υλιστική ερμηνεία των φαινομένων της φύσης, η διευκρίνιση των κατακτήσεων της επιστήμης, της τεχνικής και του πολιτισμού. Ανάμεσα στον πληθυσμό, ιδιαίτερα στο χωριό, πρέπει να εφαρμοσθεί πλατιά η οργάνωση διαλέξεων, συζητήσεων και ομαδικής ανάγνωσης εκλαϊκευμένων φυλλαδίων και άρθρων για την δομή του σύμπαντος, για την προέλευση του ήλιου και της γης, για τα βασικά αστρονομικά φαινόμενα, για την εμφάνιση και την ανάπτυξη της ζωής, για την προέλευση του ανθρώπου, για τη διάπλαση του ανθρωπίνου σώματος, για την προέλευση και τη ζωή των φυτών και των ζώων, για τις αιτίες των ασθενειών και τον αγώνα μ' αυτές, για τις επιστημονικές βάσεις της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, για τα μέτρα ανόδου της συγκομιδής και της παραγωγικότητας της κτηνοτροφίας, για την ατομική ενέργεια και τη χρησιμοποίησή της κλπ.
Οι διαλέξεις με θέματα από τις φυσικές επιστήμες πρέπει να είναι εκλαϊκευμένες και ταυτόχρονα να αντιστοιχούν πλήρως προς το σημερινό επίπεδο της επιστήμης, οι διαλέξεις και οι συζητήσεις πρέπει να συνοδεύονται με εικονογραφημένα βοηθήματα, πλακάτ, φωτογραφίες, χάρτες, εκθέματα κλπ.''

Η προπαγάνδα των επιστημονικών γνώσεων τότε μόνο βοηθάει το ξεπέρασμα των θρησκευτικών υπολειμμάτων, όταν από τα γεγονότα και τους νόμους της επιστήμης βγάζει επιστημονικά κοσμοθεωρητικά συμπεράσματα, όταν διαποτίζεται με την αθεϊστική διαλεκτικο - υλιστική κοσμοθεωρία και όταν συνδέεται στενά με τα πρακτικά καθήκοντα της οικοδόμησης του κομμουνισμού.


Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Η σχέση του Κομμουνιστικού Κόμματος προς τη θρησκεία [Μέρος 2ο]

Απόσπασμα από το βιβλίο του Π. Α. Παβέλκιν ''Τι είναι θρησκεία'', εκδόσεις Β.ΓΙΑΝΝΙΚΟΣ, 1962


Η δουλοκτητική, η φεουδαρχικο - δουλοπαροικιακή και η αστική κρατική εξουσία εκφράζοντας τα συμφέροντα των εκμεταλλευτών, χρησιμοποιούσαν τη θρησκεία και την εκκλησία για την πνευματική καθυπόταξη των εργαζομένων, για τη διαπαιδαγώγηση του λαού στο πνεύμα της ταπεινόφρονης υποταγής. Η εκκλησία και ο κλήρος ήταν στην υπηρεσία του κράτους, οι ιερείς πρακτικά ήταν υπάλληλοι και συχνά εκπλήρωναν το ρόλο των μυστικών πληροφοριοδοτών της χωροφυλακής και της ασφάλειας. Όχι μάταια, ο λαός ονόμαζε τους παπάδες ρασοφόρους υπαλλήλους στην υπηρεσία της τσαρικής εξουσίας και εν Χριστώ χωροφύλακες.

Το εκμεταλλευτικό κράτος στην τσαρική Ρωσία καθώς και σε μια σειρά άλλες χώρες μετέτρεψε την εκκλησία σε εξάρτημά του και απαιτούσε από όλους τους πολίτες την υποχρεωτική εκπλήρωση όλων των θρησκευτικών ιεροτελεστιών.

Η εξουσία της εκκλησίας επεκτεινόταν σε όλες τις πλευρές της ζωής των πολιτών και ούτε λόγος μπορούσε να γίνει για κάποια ελευθερία της συνείδησης. Η καταγραφή των πράξεων αστικού δικαίου [γέννηση, γάμος, θάνατος] ήταν προνόμιο της εκκλησίας. Νόμιμος γάμος ήταν μόνο ο θρησκευτικός. Οι στρατιώτες πήγαιναν στην εκκλησία εν παρατάξει, στις χριστιανικές χώρες εξομολογούνταν και κοινωνούσαν. Στις κρατικές υπηρεσίες προσλαμβάνονταν, υπάλληλοι εκείνοι που τακτικά εκπλήρωναν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Στα ιδρύματα, στο στρατό και στο δικαστήριο υποχρέωναν τους πολίτες σε θρησκευτικό όρκο με παρουσία ιερέως, πχ, ορκίζονταν  στο σταυρό και στο ευαγγέλιο.

Η υποχρεωτική εκπλήρωση θρησκευτικών ιεροτελεστιών είναι βιασμός της συνείδησης των ανθρώπων. Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να μην πιστεύει στο θεό ή να αλλαξοπιστήσει και με την απειλή της εκδίωξης από την εργασία ή της τιμωρίας τον υποχρέωναν να εκπληρώνει τις ιεροτελεστίες της επίσημης εκκλησίας.

Η εκκλησία έφτιαξε δεήσεις για όλες τις περιπτώσεις της ζωής : πρωινή και εσπερινή προσευχή, προσευχή πριν και μετά το γεύμα, πριν και μετά το μάθημα, πριν τον ύπνο κλπ. Ο λαός μπορεί να ήταν αγράμματος, και η εκκλησία το ανεχόταν ευχαρίστως αυτό, όμως ήταν υποχρεωμένος να ξέρει προσευχές. Η εκκλησία όμως δια μέσου των προσευχών ενέπνεε στους ανθρώπους την ιδεολογία της δουλοφροσύνης, την ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι ένας άσημος δούλος του θεού.

Η θρησκευτική διδασκαλία φώλιαζε στη συνείδηση των ανθρώπων από την πιο μικρή ηλικία. Οι θρησκευτικοί μύθοι και τα δόγματα κηρύσσονταν όχι μόνο στους ναούς, αλλά και διδάσκονταν υποχρεωτικά στο σχολείο. Η μελέτη του ''νόμου του θεού'' απασχολούσε αρκετό χρόνο τους μαθητές, θόλωνε την συνείδηση των παιδιών και της νεολαίας με επινοήσεις, και τους καταπίεζε πνευματικά.

Το δημοκρατικό κίνημα πρόβαλλε το αίτημα της ελευθερίας της συνείδησης, του αποχωρισμού της εκκλησίας από το κράτος και του σχολείου από την εκκλησία. Η θρησκεία πρέπει να είναι ατομική υπόθεση του κάθε πολίτη και το κράτος δεν πρέπει να ανακατεύεται στα ζητήματα της πίστης και να βιάζει τη συνείδηση των πολιτών. Το κράτος δεν πρέπει να απαιτεί από τους πολίτες την εκπλήρωση αυτών ή εκείνων των ιεροτελεστιών. Το αίτημα αυτό μπήκε στο πρόγραμμα του κόμματος των μπολσεβίκων από την εποχή του 2ου συνεδρίου του κόμματος που έγινε το 1903.

Τις βασικές αρχές της ελευθερίας της συνείδησης τις έχουν επεξεργαστεί κιόλας οι αστοί διαφωτιστές κατά την περίοδο του αγώνα εναντίον του φεουδαρχικού δουλοπαροικιακού συστήματος. Οι αστοί παράγοντες, αποβλέποντας στην κατάργηση της φεουδαρχίας, της απόλυτης μοναρχίας και της καταπίεσης της εκκλησίας, πρόβαλλαν ένα πρόγραμμα δημοκρατικών μετασχηματισμών και ανάμεσα στις αστικές ελευθερίες περιέλαβαν και το αίτημα της ελευθερίας της συνείδησης. Το αίτημα αυτό σήμαινε εξαφάνιση των προνομίων της επίσημης εκκλησίας καθώς και των προνομίων του κλήρου γενικά, την ανεξιθρησκεία, την αναγνώριση στους πολίτες του δικαιώματος εκλογής θρησκεύματος, τη διακοπή των διωγμών δια λόγους πίστης και τον περιορισμό των δικαιωμάτων των αλλοθρήσκων, τη μη επέμβαση του κράτους στα ζητήματα της πίστης και τον αποχωρισμό της εκκλησίας από το κράτος. Αυτό είναι το αστικοδημοκρατικό πρόγραμμα για το ζήτημα των σχέσεων προς τη θρησκεία και την εκκλησία που επεξεργάστηκαν οι πρωτοπόροι παράγοντες της αστικής τάξης, τότε που η αστική τάξη ήταν ακόμα προοδευτική και προχωρούσε στην ανατροπή του φεουδαρχικού καθεστώτος.

Όταν όμως η αστική τάξη ανέβηκε στην εξουσία και έγινε κυρίαρχη τάξη, τότε δεν εφάρμοσε το πρόγραμμά της. Σαν εκμεταλλεύτρια τάξη, που αποτελεί τη μειοψηφία της κοινωνίας, άρχισε να νιώθει την ανάγκη της ιδεολογικής εξαπάτησης του λαού και να υποστηρίζει τη θρησκεία και την εκκλησία. Γι' αυτό η ελευθερία της συνείδησης και ο αποχωρισμός της εκκλησίας από το κράτος, που περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα της αστικής τάξης, δεν εφαρμόστηκαν στην πράξη.

Μερικά αστικά κράτη αναγνώρισαν την αρχή του αποχωρισμού της εκκλησίας από το κράτος και την περιέλαβαν ακόμα στο σύνταγμά τους, όμως αυτή η αρχή έμεινε στα χαρτιά.

Στην πράξη , τα αστικά κράτη, έτσι ή αλλιώς ενισχύουν τη θρησκεία και την εκκλησία και τις χρησιμοποιούν σαν όπλο για την πνευματική υποδούλωση των λαϊκών μαζών.

Μόνο η σοσιαλιστική επανάσταση του προλεταριάτου εφάρμοσε την ελευθερία της συνείδησης και τον αποχωρισμό της εκκλησίας από το κράτος. Φωτεινό παράδειγμα είναι η Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία και η πολιτική του Σοβιετικού κράτους στο ζήτημα της θρησκείας και της εκκλησίας.

Ο αστικός τύπος και το ραδιόφωνο στην Αμερική και στις άλλες καπιταλιστικές χώρες συνεχώς συκοφαντούν τη Σοβιετική Ένωση και τις χώρες της λαϊκής δημοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι στις χώρες του σοσιαλιστικού στρατοπέδου δεν υπάρχει θρησκευτική ελευθερία, ότι στη Σοβιετική Ένωση και στις χώρες της λαϊκής δημοκρατίας δεν υπάρχει ελευθερία της συνείδησης και ότι διώκονται οι κληρικοί. Επειδή δεν έχει γεγονότα για να υποστηρίξει τα ψεύδη του, ο αστικός τύπος καταφεύγει στις δίκες που έγιναν σε βάρος ανωτέρων κληρικών για τα εγκλήματα που είχαν κάνει εναντίον του λαού. Λέγοντας ψέματα, ο αστικός τύπος και το ραδιόφωνο, παρασιωπούν το γεγονός ότι αυτοί οι κληρικοί δικάστηκαν και καταδικάστηκαν όχι για τη θρησκευτική τους δράση, ούτε για την πίστη τους στο θεό, ούτε γιατί ιερουργούσαν, αλλά για την αντεπαναστατική τους πολιτική δράση, για τον αγώνα που έκαναν εναντίον της λαϊκής εξουσίας. Πραγματικά μερικοί κληρικοί παραδόθηκαν στη δικαιοσύνη, όμως δικάστηκαν γιατί με κάλυμμα την πίστη στο θεό και το ιερατικό ένδυμα ανέπτυσσαν αντιλαϊκή δράση εναντίον των αγροτών και πάλευαν για την παλινόρθωση του αστικοτσιφλικάδικου καθεστώτος. Οι δίκες αυτές ήταν πολιτικές δίκες εναντίον των κληρικών που σαν τον καθολικό αρχιεπίσκοπο Μιντσέντυ στην Ουγγαρία ανέπτυσσαν αντεπαναστατική δράση που στρεφόταν εναντίον των συμφερόντων του λαού.

Παρά τις διαβεβαιώσεις της συκοφαντικής αστικής προπαγάνδας, μόνο στις χώρες του σοσιαλισμού υπάρχει πλήρης ελευθερία της συνείδησης και όλοι οι πολίτες είναι ελεύθεροι να έχουν όποια θρησκεία θέλουν ή να είναι άπιστοι.

Στη Σοβιετική Ένωση η εκκλησία αποχωρίστηκε πλήρως από το κράτος, και το σχολείο από την εκκλησία.

Το άρθρον 124 του συντάγματος της ΕΣΣΔ αναφέρει.
''Με σκοπό την εξασφάλιση της ελευθερίας της συνείδησης των πολιτών η εκκλησία στην ΕΣΣΔ αποσπάστηκε από το κράτος καθώς και το σχολείο από την εκκλησία. Όλοι οι πολίτες είναι ελεύθεροι να κάνουν θρησκευτική λατρεία καθώς επίσης και αντιθρησκευτική προπαγάνδα''.

Αυτό σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος στη Σοβιετική Ένωση έχει το δικαίωμα να πιστεύει ή να μην πιστεύει στο θεό, να κάνει ή να μην κάνει θρησκευτικές ιεροτελεστίες καθώς επίσης να κάνει και αντιθρησκευτική προπαγάνδα. Κάθε απόπειρα απαγόρευσης στους πιστούς να κάνουν ιεροτελεστίες θα ήταν παραβίαση της ελευθερίας της συνείδησης, παραβίαση των δικαιωμάτων των πολιτών, όμως το Σοβιετικό κράτος προστατεύει αυστηρά τα νόμιμα δικαιώματα των πολιτών.

Αποχωρισμός της εκκλησίας από το κράτος και του σχολείου από την εκκλησία σημαίνει ότι το κράτος δεν επεμβαίνει στις θρησκευτικές υποθέσεις των πολιτών, δεν τους επιβάλλει θρησκευτικές ή αθεϊστικές αντιλήψεις, αλλά το θεωρεί αυτό ατομική υπόθεση και τους αφήνει ελεύθερους να λύσουν αυτά τα ζητήματα κατά συνείδηση. Επίσης αποχωρισμός της εκκλησίας από το κράτος σημαίνει ότι το κράτος δεν δαπανά τα χρήματα του λαού για τη συντήρηση των εκκλησιών και του κλήρου, όπως γινόταν επί τσαρισμού. Στη Σοβιετική Ένωση οι εκκλησίες και οι τόποι λατρείας συντηρούνται αποκλειστικά με τα μέσα που τους προσφέρουν οι πιστοί. Η εκκλησία, το τζαμί ή άλλοι οίκοι λατρείας μπορεί να κλείσουν μόνο με απόφαση των ίδιων των πιστών. Όμως για να απαλλαγούν οι πιστοί από τις θρησκευτικές πλάνες απαιτείται προσεκτική και σώφρονη, επιστημονική αθεϊστική προπαγάνδα.

Μήπως το κομμουνιστικό κόμμα στην πολιτική του απέναντι στη θρησκεία και την εκκλησία, περιορίζεται στο αστικοδημοκρατικό πρόγραμμα της ελευθερίας της συνείδησης ; Μήπως συμπίπτει η προλεταριακή, η σοσιαλιστική ερμηνεία της ελευθερίας της συνείδησης με την αστική ερμηνεία αυτής της ελευθερίας ;

Η μαρξιστικο - λενινιστική, σοσιαλιστική ερμηνεία της ελευθερίας της συνείδησης είναι πιο δημοκρατική και πιο προοδευτική από την αστική ερμηνεία. Ο μαρξισμός - λενινισμός, στηριζόμενος σε μια σειρά θέσεις για την ελευθερία της συνείδησης που επεξεργάστηκε η αστικοδημοκρατική πολιτική σκέψη, προχωρεί παραπέρα στην πιο πλήρη ελευθερία της συνείδησης των πολιτών.

Το αστικό πρόγραμμα της ελευθερίας της συνείδησης ουσιαστικά περιορίζεται στην ανεξιθρησκεία, στην παραχώρηση της ελευθερίας εκλογής αυτής ή εκείνης της θρησκείας, όμως αυτό δεν σημαίνει ελευθερία της απιστίας, του αθεϊσμού. Σοσιαλιστική ερμηνεία της ελευθερίας της συνείδησης θα πει όχι μόνο θρησκεία, όχι μόνο αναγνώριση της ελευθερίας εκλογής της θρησκευτικής πίστης, αλλά και ελευθερία της μη πίστης στο θεό, εξασφάλιση της ελευθερίας για τον αθεϊσμό.

Αστική ερμηνεία της ελευθερίας της συνείδησης σημαίνει ελευθερία της θρησκευτικής προπαγάνδας. Μαρξιστικο - λενινιστική ερμηνεία της ελευθερίας της συνείδησης σημαίνει ελευθερία της επιστημονικής, της αθεϊστικής προπαγάνδας. Αυτό αναφέρεται στο άρθρο 124 του συντάγματος της Σοβιετικής Ένωσης που επιτρέπει στους πολίτες την ελευθερία της αντιθρησκευτικής προπαγάνδας.

Το πρόγραμμα του κομμουνιστικού κόμματος, που ψηφίστηκε στο 8ο συνέδριο του ΡΚΚ [μπ.] το 1919, αναφέρει :
''Σχετικά με τη θρησκεία το ΡΚΚ δεν ικανοποιείται με το νομοθετικό μόνο αποχωρισμό της εκκλησίας από το κράτος και του σχολείου από την εκκλησία, δηλαδή με μέτρα, που η αστική δημοκρατία προβάλλει στα προγράμματά της, που πουθενά όμως στον κόσμο δεν τα εφάρμοσε ως το τέλος, εξαιτίας των πολύμορφων πρακτικών σχέσεων του κεφαλαίου με τη θρησκευτική προπαγάνδα. Το κόμμα αποβλέπει στην πλήρη κατάργηση της σχέσης ανάμεσα στις εκμεταλλευτικές τάξεις και την οργάνωση της θρησκευτικής προπαγάνδας, βοηθώντας την πρακτική απαλλαγή των εργαζομένων μαζών από τις θρησκευτικές προλήψεις και οργανώνοντας την πιο πλατιά επιστημονική διαφωτιστική και αντιθρησκευτική προπαγάνδα''.

Η Κεντρική Επιτροπή στην απόφασή της στις 10 Νοεμβρίου 1954 '' Για τα λάθη στην διεξαγωγή της επιστημονικής αθεϊστικής προπαγάνδας ανάμεσα στον πληθυσμό'' τονίζει :
''Αφού σχετικά με το κράτος η θρησκεία είναι ατομική υπόθεση και γι' αυτό η εκκλησία αποχωρίστηκε από το κράτος, τότε το κομμουνιστικό κόμμα στηριζόμενο στην μοναδικά σωστή και επιστημονική κοσμοθεωρία, το μαρξισμό - λενινισμό και τη θεωρητική του βάση, το διαλεκτικό υλισμό, δεν μπορεί να παραμείνει αδιάφορο και ουδέτερο απέναντι στη θρησκεία, που είναι ιδεολογία που δεν έχει τίποτε το κοινό με την επιστήμη.
Το κόμμα μας πάντα πίστευε και πιστεύει ότι έχει απαράγραπτη υποχρέωση με όλες τις δυνάμεις και τα μέσα να βοηθάει την ανάπτυξη των φυσικών, των τεχνικών και των κοινωνικών επιστημών. Μόνον με βάση τη σύγχρονη πρωτοπόρα επιστήμη είναι δυνατή η πολύπλευρη και πλήρης εκμετάλλευση για το συμφέρον όλης της ανθρωπότητας, του φυσικού πλούτου. Μόνο με βάση την επιστήμη μπορεί να επιτευχθεί νέα υψηλή άνοδος στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομίας, να εξασφαλιστεί η παραπέρα ισχυρή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας, να ανεβεί η παραγωγικότητα της εργασίας και έτσι να ανεβεί σημαντικά η υλική ευημερία και το πολιτιστικό επίπεδο του λαού. Το κομμουνιστικό κόμμα, ξεκινώντας απ' αυτά, διαπαιδαγωγεί τους σοβιετικούς ανθρώπους στο πνεύμα της επιστημονικής κοσμοθεωρίας και κάνει ιδεολογικό αγώνα κατά της θρησκευτικής ιδεολογίας, σαν αντιεπιστημονικής ιδεολογίας''.

Στη συζήτηση με την αμερικανική εργατική αντιπροσωπεία το 1927 ο Ι. Β. Στάλιν είπε : ''Το κόμμα δεν μπορεί να είναι ουδέτερο σχετικά με τη θρησκεία. Το κόμμα κάνει αντιθρησκευτική προπαγάνδα εναντίον όλων και κάθε είδους θρησκευτικών προλήψεων, γιατί το κόμμα είναι υπέρ της επιστήμης, επειδή κάθε θρησκεία είναι κάτι το αντίθετο προς την επιστήμη.''

'' Εμείς στη Σοβιετική Ένωση, είπε ο Ν. Σ. Χρουστσόφ, λύσαμε σωστά τόσο το εθνικό ζήτημα όσο και το ζήτημα της ελευθερίας της θρησκείας. Κάθε πολίτης της χώρας μας μπορεί να κάνει θρησκευτικές ιεροτελεστίες αν το θεωρεί αυτό αναγκαίο...
Στη Σοβιετική Ένωση υπάρχουν πάνω από 15 εκατομμύρια μουσουλμάνοι, υπάρχουν και αντιπρόσωποι των άλλων θρησκειών. Οι λαοί της χώρας μας παρά τις διαφορές των θρησκειών τους ζουν αδελφικά''.

Μερικοί παράγοντες των θρησκευτικών οργανώσεων προσπαθούν να ερμηνεύσουν την ελευθερία της άσκησης της θρησκευτικής λατρείας σαν δικαίωμα για απεριόριστη δράση της εκκλησίας, ότι οι θρησκευτικές οργανώσεις είναι εντελώς ανεξέλεγκτες, και ότι έχουν το δικαίωμα να κάνουν ιεροτελεστίες αυθαίρετα σε οποιοδήποτε μέρος και οποτεδήποτε.

Η τέτοια ελευθερία της συνείδησης δεν είναι σωστή και θα σήμαινε παραβίαση των δικαιωμάτων των άλλων πολιτών.

Το Σοβιετικό κράτος δεν επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις της εκκλησίας, στα ζητήματα της πίστης και των ιεροτελεστιών, δηλαδή στη δογματική και τυπική πλευρά των θρησκευτικών οργανώσεων, όμως διατηρεί το δικαίωμα του ελέγχου για τη δράση της εκκλησίας και των θρησκευτικών οργανώσεων, ώστε αυτές οι οργανώσεις να μην παραβιάζουν τα δικαιώματα των άλλων πολιτών. Αν το κράτος δεν ελέγχει τη δράση των θρησκευτικών οργανώσεων τότε θα σήμαινε στην πράξη παραβίαση της κοινωνικής ζωής.

Τότε οι κληρικοί για να τραβήξουν την προσοχή του πληθυσμού θα ήθελαν να κάνουν ιεροτελεστίες και θρησκευτικές πομπές σε οποιουσδήποτε δρόμους και πλατείες των πόλεων και των χωριών, να βαφτίζουν πχ, στο Μόσκοβα ποταμό κλπ. Αυτό όμως θα εμπόδιζε τις μεταφορές, τα ταξίδια και θα παραβίαζε την κοινωνική ζωή, θα περιόριζε τα δικαιώματα των πολιτών. Γι' αυτό τα όργανα του Σοβιετικού κράτους δεν επιτρέπουν τις ιεροτελεστίες σε ανοικτό χώρο αλλά μόνο στους ναούς και στους οίκους λατρείας.

Σύμφωνα με τους νόμους του Σοβιετικού κράτους οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να εγγράφονται στις κοινότητες των πιστών για να κάνουν τη θρησκευτική τους λατρεία. Αυτές οι κοινότητες πρέπει να είναι δηλωμένες στα κρατικά όργανα. Η ύπαρξη αδήλωτων θρησκευτικών κοινοτήτων είναι παράνομη.

Το Σοβιετικό κράτος, προστατεύοντας την υγεία των πολιτών, δεν επιτρέπει θρησκευτικές ιεροτελεστίες που ακρωτηριάζουν τους πολίτες. Ιδιαίτερα δεν επιτρέπονται οι ιεροτελεστίες αυτοβασανισμού και βασανισμού, απαγορεύονται οι θρησκευτικές κοινότητες που έχουν σαν σκοπό τους ''την αποδήμηση στους ουρανούς'' δηλαδή την αυτοκτονία ή το φόνο καθώς και τον ακρωτηριασμό, την παραμόρφωση των ανθρώπων.

Οι θρησκευτικές κοινότητες ιδρύονται για να εκτελούν τη θρησκευτική λατρεία και όχι να κάνουν πολιτική ή άλλου είδους δράση. Όταν οι θρησκευτικές κοινότητες προσπαθούν να δημιουργήσουν ταμεία αλληλοβοήθειας, πολιτιστικο - διαφωτιστικούς και μουσικούς κύκλους, να οργανώσουν εκδρομές, γυναικείες συνελεύσεις τότε κάνουν υπέρβαση του δικαιώματός τους και ασχολούνται με ζητήματα που βγαίνουν έξω από το σκοπό για τον οποίο ιδρύθηκαν.

Κάποτε ρωτάνε : μα δεν είναι περιορισμός των δικαιωμάτων των σοβιετικών πολιτών το ότι οι θρησκευτικές κοινότητες δεν έχουν πολιτικά δικαιώματα και ιδιαίτερα το δικαίωμα της υποβολής υποψηφιοτήτων για τα τοπικά σοβιέτ και για το Ανώτατο Σοβιέτ του σοσιαλιστικού κράτους ; Όμως οι θρησκευτικές κοινότητες ιδρύονται για ένα αποκλειστικό σκοπό δηλαδή για την εκπλήρωση θρησκευτικών ιεροτελεστιών. Τώρα για την πολιτική, την πολιτιστικο - διαφωτιστική και την οικονομική δραστηριότητα των σοβιετικών πολιτών υπάρχουν άλλες οργανώσεις και ιδιαίτερα τα συνδικάτα, οι συνεταιρισμοί κλπ, όπου οι πολίτες μπορούν να αναπτύξουν πλήρως τις δυνάμεις και τις ικανότητές τους για δημιουργική δράση, για την δημιουργία της παλλαϊκής ευτυχίας, για την οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Μπορούν οι σοβιετικοί πολίτες να προβάλλουν υποψηφίους, για τα όργανα του σοσιαλιστικού κράτους, παράγοντες της εκκλησίας ;
Βέβαια μπορούν. Αλλά το ότι αυτό δεν γίνεται οφείλεται προφανώς στο ότι πλάι στα ονόματα των πιο καλών, των πιο πρωτοπόρων και αξιοπρεπών πολιτών, δεν θέλουν να έχουν και βουλευτές, πρόσωπα που ασχολούνται με τη διάδοση των αντιεπιστημονικών αντιλήψεων, των θρησκευτικών δοξασιών.

Το σοβιετικό κράτος, αναγνωρίζοντας σαν δικαίωμα των πολιτών του, όχι μόνο την ελευθερία άσκησης της θρησκευτικής λατρείας, αλλά και την ελευθερία της αντιθρησκευτικής προπαγάνδας, στέκεται ασύγκριτα πιο ψηλά από οποιοδήποτε αστικό κράτος. Το σοβιετικό κράτος όχι μόνο δεν επεμβαίνει στα ζητήματα της συνείδησης των πολιτών και δεν τους επιβάλλει αυτή ή εκείνη τη θρησκεία,. αλλά σαν κράτος των εργαζομένων δίνει στους πολίτες τη δυνατότητα απαλλαγής από τον πνευματικό ζυγό, από τις θρησκευτικές προλήψεις. Το σοσιαλιστικό κράτος με τις βιβλιοθήκες, τα αναγνωστήρια και τα άλλα πολιτικοδιαφωτιστικά ιδρύματα οργανώνει πλατιά διάδοση των επιστημονικών γνώσεων και δίνει στους πολίτες το δικαίωμα να κάνουν προπαγάνδα της επιστημονικής αθεϊστικής κοσμοθεωρίας. Μερικοί σοσιαλδημοκράτες που αυτοαποκαλούνται μαρξιστές, αναθεώρησαν και παραποίησαν τη μαρξιστική θέση ότι το κράτος θεωρεί τη θρησκεία ατομική υπόθεση του κάθε πολίτη. Αυτοί ερμηνεύουν τη θέση αυτή έτσι : τη θρησκεία πρέπει να τη θεωρεί ατομική υπόθεση του κάθε πολίτη όχι μόνο το κράτος, αλλά και το κόμμα της εργατικής τάξης.

Οι αναθεωρητές του μαρξισμού στην προσπάθειά τους να προσαρμόσουν την πολιτική και την ιδεολογία της εργατικής τάξης στα συμφέροντα της αστικής τάξης, μαζί με τους άλλους οπορτουνιστές υποστηρίζουν, ότι όπως και το κράτος έτσι και το προλεταριακό κόμμα πρέπει να είναι ουδέτερο απέναντι στη θρησκεία και να μην κάνει αντιθρησκευτική προπαγάνδα.

Οι οπορτουνιστές συμφιλιώθηκαν όχι μόνο με τον καπιταλιστικό ζυγό και με την πολιτική της αστικής τάξης, αλλά και με την αστική ιδεολογία και ιδιαίτερα με τη θρησκεία. Οι οπορτουνιστές λένε ότι το να πιστεύει ή να μην πιστεύει στο θεό, το να εκπληρώνει ή να μην εκπληρώνει ιεροτελεστίες αυτό είναι ατομική υπόθεση του κάθε μέλους του εργατικού κόμματος και ότι το κόμμα δεν πρέπει να επεμβαίνει στα ζητήματα της θρησκείας.

Αυτή τη θέση σχετικά με τη θρησκεία υποστηρίζουν και πολλοί οπορτουνιστές παράγοντες της 2η διεθνούς και ιδιαίτερα ο βέλγος σοσιαλιστής Ε. Βαντερβέλντε, ο άγγλος εργατικός Μακντόναλντ, ο γερμανός σοσιαλδημοκράτης Κ. Κάουτσκυ και άλλοι. Ο Βαντερβέλντε πρότεινε όπως οι σοσιαλιστές αγωνίζονται εναντίον της αντιδραστικής καθολικής εκκλησίας όχι όμως και εναντίον κάθε θρησκείας. Ο Κάουτσκυ λαθεμένα παρουσίαζε τον αρχικό χριστιανισμό σαν επαναστατικό κίνημα των δούλων, αγνοώντας το γεγονός ότι ο χριστιανισμός ζητούσε την απαλλαγή από τη δουλεία όχι στη γη, αλλά στη βασιλεία των ουρανών, ότι αυτός περίμενε την εκπλήρωση του ιδανικού του όχι στην πραγματική ζωή αλλά μετά θάνατο.

Μερικοί ιδεολόγοι των δεξιών σοσιαλιστικών κομμάτων, αφού συμβιβάστηκαν με το θρησκευτικό σκοταδισμό, πιστεύουν ότι μ' όλο που ο σοσιαλισμός στηρίζεται στην επιστήμη και η θρησκεία στην τυφλή πίστη, όμως και ο σοσιαλισμός και η θρησκεία έχουν το ίδιο ιδανικό.

Το σημερινό, που πρόσφατα ψηφίστηκε, πρόγραμμα του Σοσιαλιστικού κόμματος της Αυστρίας αναφέρει : ''Ο σοσιαλισμός και ο χριστιανισμός, σαν θρησκεία της αγάπης προς τον πλησίον, συμπίπτουν πλήρως ο ένας με τον άλλο, οι σοσιαλιστές μπορούν να ξεκινούν στις πεποιθήσεις τους και από θρησκευτικές αρχές''.

Το κομμουνιστικό κόμμα στέκεται στις θέσεις της συνεπούς επιστημονικής κοσμοθεωρίας και δεν συμβιβάζεται με καμιά θρησκεία. Οι κομμουνιστές ξεσκεπάζουν τους οπορτουνιστές ηγέτες των δεξιών σοσιαλιστικών κομμάτων, που προσπαθούν να συμβιβάσουν την εργατική τάξη με τη θρησκεία και να φουσκώσουν τη συνείδηση των εργατών με θρησκευτικές προλήψεις. Ταυτόχρονα οι κομμουνιστές αποκρούουν και τους αστούς πολιτικούς, καθώς και τους αναρχικούς που προσπαθούν με τον αγώνα εναντίον της θρησκείας να αποσπάσουν τους εργάτες από τον αγώνα για το σοσιαλισμό. Το Κομμουνιστικό κόμμα, σ' αντίθεση με τους οπορτουνιστές στο εργατικό κίνημα και τους αναθεωρητές του μαρξισμού που τους ακολουθούν, σε πλήρη αντιστοιχία με το μαρξισμό - λενινισμό διδάσκει ότι το κόμμα της εργατικής τάξης δεν μπορεί να θεωρεί τη θρησκεία ατομική υπόθεση του κάθε ξεχωριστού μέλους του κόμματος. Το ζήτημα της θρησκείας δεν είναι ατομική υπόθεση, γιατί η θρησκεία θίγει τα συμφέροντα των εργαζομένων, τα συμφέροντα της κοινωνίας, ζημιώνει τους εργαζόμενους και το κόμμα υπερασπίζει τα συμφέροντα των εργαζομένων.

''Σχετικά με το κόμμα του σοσιαλιστικού προλεταριάτου, έγραφε ο Λένιν, η θρησκεία δεν είναι ατομική υπόθεση. Το κόμμα μας είναι ένωση συνειδητών, πρωτοπόρων μαχητών για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Μια τέτοια ένωση δεν μπορεί να μένει αδιάφορη προς τη μη συνειδητότητα προς το σκοταδισμό με τη μορφή των θρησκευτικών δοξασιών''.


Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

Η σχέση του Κομμουνιστικού Κόμματος προς τη θρησκεία

Απόσπασμα από το βιβλίο του Π. Α. Παβέλκιν ''Τι είναι θρησκεία'', εκδόσεις Β.ΓΙΑΝΝΙΚΟΣ, 1962 [θα ακολουθήσουν άλλα δύο μέρη επί του θέματος] 



Κάποτε ρωτάνε : αφού η θρησκεία είναι αντίθετη προς την επιστήμη και δεν μπορεί να είναι ωφέλιμη στους εργάτες, αλλά αντίθετα επιδρά αρνητικά σ' αυτούς, τότε γιατί το κράτος των εργατών δεν κλείνει τις εκκλησίες, τις καθολικές εκκλησίες, τα τζαμιά και τους άλλους οίκους λατρείας ; Γιατί το Κομμουνιστικό κόμμα και η Σοβιετική κυβέρνηση δεν απαγορεύουν την εκτέλεση των θρησκευτικών ιεροτελεστιών ;

Οι κομμουνιστές δίνουν την εξής απάντηση σ' αυτό το ζήτημα : η θρησκεία είναι ιδεολογία, είναι μορφή της κοινωνικής συνείδησης των ανθρώπων. Στο έργο του ξεπεράσματος των θρησκευτικών προλήψεων δεν μπορούμε να έχουμε επιτυχία με διοικητικά μέτρα, με διαταγές και απαγορεύσεις, αλλά πριν απ' όλα με ιδεολογική δραστηριότητα, με διαφώτιση και πειθώ.

Οι θρησκευτικές δοξασίες ζουν στη συνείδηση των πιστών, στο πνεύμα τους. Η συνείδηση όμως δεν αλλάζει με τη βία, με διοικητικά μέτρα, με διαταγές. Για να αλλάξει η συνείδηση των ανθρώπων, χρειάζεται μεγάλη ιδεολογική εργασία : πρέπει ορισμένες ιδέες στη δοσμένη περίπτωση οι θρησκευτικές δοξασίες, να αντικατασταθούν με άλλες ιδέες, με τις επιστημονικές γνώσεις, με την υλιστική κοσμοθεωρία. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την πειθώ, με μακρόχρονη και με σώφρονη προπαγάνδα των επιστημονικών, των αθεϊστικών γνώσεων.

Αν δηλώσουμε απλώς σε ένα θρήσκο άνθρωπο : ''Δεν υπάρχει θεός και συνεπώς σου απαγορεύουμε να πιστεύεις, να προσεύχεσαι σ' αυτόν και να εκτελείς θρησκευτικές ιεροτελεστίες'', τότε αυτός δεν θα μας πιστέψει, θα εξοργισθεί και θα συνεχίσει να κάνει προσευχές, να πηγαίνει στην εκκλησία και να διαπαιδαγωγεί τα παιδιά του με θρησκευτικό πνεύμα.

Τα ζητήματα της ιδεολογίας είναι αδύνατο να τα αντιμετωπίσουμε με διοικητικά μέτρα, εδώ χρειάζεται να πεισθούν οι άνθρωποι. Δεν χρειάζεται η απαγόρευση, αλλά η προσεκτική, η βαθιά, η υπομονητική εξήγηση. Πρέπει να εξηγηθεί και μπορούμε να πούμε όχι μια φορά και δυο, αλλά πολλές, ότι όλα στη φύση, [ η αντικατάσταση της ημέρας με τη νύχτα, η βροχή και το χιόνι, η αστραπή και η βροντή, η κακή και η καλή σοδειά, η αρρώστια και η ανάρρωση] οφείλονται σε φυσικές αιτίες και όχι στη θέληση του θεού.

Όταν ο πιστός άνθρωπος αφομοιώνει την επιστημονική μαρξιστική κοσμοθεωρία και αποκτήσει την επιστημονική μαρξιστική κοσμοθεωρία και αποκτήσει γνώσεις ώστε να ερμηνεύει επιστημονικά τα φαινόμενα της φύσης και της κοινωνίας, τότε θα καταλάβει το ασύστατο της θρησκείας και θα απαλλαγεί από τις θρησκευτικές πλάνες. Τότε μόνος του, εκούσια θα πάψει να πιστεύει στο θεό και να εκπληρώνει θρησκευτικές ιεροτελεστίες. Η μόρφωση και η πειθώ είναι το πιο σωστό μέσο για να ξεπεραστούν οι θρησκευτικές δοξασίες και οι προλήψεις στον τρόπο ζωής, μέσα στη σοσιαλιστική κοινωνία.

Αφού στη σοσιαλιστική κοινωνία έχουν εξαφανισθεί οι εκμεταλλευτικές τάξεις, κι' έτσι έχουν ανατραπεί οι ταξικές βάσεις της θρησκείας και γενικά έχουν εκριζωθεί οι κοινωνικές της ρίζες, ισχυρό μέσο για το ξεπέρασμα της θρησκείας έγινε η επιστημονική αθεϊστική προπαγάνδα, η άνοδος του πολιτιστικού επιπέδου του πληθυσμού, η διαφώτιση των λαϊκών μαζών.

Οι θρησκευτικές προλήψεις εμποδίζουν την ανάπτυξη των δημιουργικών δυνάμεων των λαϊκών μαζών. Γι' αυτό το Κομμουνιστικό κόμμα, που ύψιστο σκοπό έχει την ευημερία του λαού, δεν μπορεί να μένει αδιάφορο προς τις θρησκευτικές προλήψεις. Το Κομμουνιστικό κόμμα προπαγανδίζει την αθεϊστική, υλιστική κοσμοθεωρία, οργανώνει την πολιτικο - διαπαιδαγωγική και πολιτιστικο - διαφωτιστική εργασία για να ξεπεραστούν οι θρησκευτικές προλήψεις, που εξακολουθούν να υπάρχουν σε ένα τμήμα του πληθυσμού της Σοβιετικής Ένωσης.

Το Κομμουνιστικό κόμμα αντιπαλεύει τη θρησκεία όχι με διοικητικά μέσα, ούτε με απαγορεύσεις και κλείσιμο των εκκλησιών και των άλλων οίκων λατρείας, αλλά με την πειθώ, με την ανάπτυξη της επιστημονικής αθεϊστικής προπαγάνδας.

Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ στις θέσεις της στις 10 Νοεμβρίου του 1954 ''Για τα λάθη στη διεξαγωγή της επιστημονικής αθεϊστικής προπαγάνδας ανάμεσα στον πληθυσμό'' τονίζει ότι '' τα διοικητικά μέτρα και οι προσβλητικές επιθέσεις εναντίον των πιστών και των λειτουργών μόνο κακό μπορεί να φέρουν και να συντελέσουν στην εδραίωση κι' ακόμα στο δυνάμωμα των θρησκευτικών τους προλήψεων''. Η διοικητική επέμβαση στα ζητήματα της εκκλησίας, στην εκπλήρωση των θρησκευτικών ιεροτελεστιών μπορεί να προκαλέσει μόνο τη δυσαρέσκεια και την οργή των πιστών και να τους σπρώξει στην υπεράσπιση της θρησκείας και της εκκλησίας, με περισσότερη προθυμία. Οι απαγορεύσεις μπορεί να δημιουργήσουν για τους παράγοντες της εκκλησίας τη φήμη του ''μάρτυρα'' για την πίστη και να συντελέσουν, όχι στον αδυνάτισμα, αλλά στο δυνάμωμα της θρησκείας, στην υπόθαλψη του θρησκευτικού φανατισμού και του σκοταδισμού.

Το Κομμουνιστικό κόμμα απαιτεί να γίνεται με τέτοιο τρόπο η επιστημονική αθεϊστική προπαγάνδα, ώστε σε καμιά περίπτωση να μην προσβάλλεται το αίσθημα των πιστών.

Στο πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος που ψηφίστηκε στο 8ο συνέδριο του ΡΚΚ [μπ.] το 1919 τονίζεται ότι το κόμμα προσπαθεί να απαλλάξει τους εργαζόμενους από τις θρησκευτικές προλήψεις και οργανώνει την '' πιο πλατιά επιστημονικο - διαφωτιστική και αντιθρησκευτική προπαγάνδα. Επίσης πρέπει με μεγάλη φροντίδα να αποφεύγουμε κάθε προσβολή των συναισθημάτων των πιστών, που συντελεί μόνο στην εδραίωση του θρησκευτικού φανατισμού''.

Η βάναυση και προσβλητική συμπεριφορά απέναντι στους θρήσκους ανθρώπους εμποδίζουν το έργο της κομμουνιστικής τους διαπαιδαγώγησης και προκαλούν οργή και δυσαρέσκεια, στη Σοβιετική Ένωση όμως οι πιστοί στην πλειοψηφία τους είναι εργαζόμενοι. Το Κομμουνιστικό Κόμμα με όλη του τη δραστηριότητα, μαζί βέβαια και την αντιθρησκευτική προπαγάνδα προσπαθεί να εδραιώσει την ηθικοπολιτική ενότητα, της Σοβιετικής κοινωνίας, και να συσπειρώσει όλους τους εργάτες, τους αγρότες και τη διανόηση σε μια στενή συμμαχία για τη μεγάλη παλλαϊκή υπόθεση - την οικοδόμηση του κομμουνισμού.

Το έργο της αντιθρησκευτικής προπαγάνδας, λαθεμένα τοποθετημένο, μπορεί να πάρει μονόπλευρο χαρακτήρα και να κάνει κριτική μόνο μιας εκκλησίας, ενός θρησκευτικού ρεύματος. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας μονόπλευρης προπαγάνδας μπορεί να το καρπωθεί όχι η επιστήμη, αλλά ένα άλλο θρησκευτικό ρεύμα. Υπήρξαν περιπτώσεις που ύστερα από την κριτική που γινόταν σε μια ορισμένη εκκλησία και στον κλήρο της, οι πιστοί απομακρύνονταν από αυτή την εκκλησία, όμως δεν γίνονταν άθεοι, αλλά ασπάζονταν κάποια άλλη, π.χ, την πίστη των βαπτιστών.

Η επιστημονική αθεϊστική προπαγάνδα δεν έχει σαν σκοπό τον αγώνα εναντίον μιας οποιασδήποτε εκκλησίας, αλλά τη διάδοση της επιστημονικής κοσμοθεωρίας, δηλαδή τον αγώνα εναντίον της ιδεολογικής ουσίας, του ιδεολογικού περιεχομένου κάθε θρησκείας, εναντίον όλων των μορφών της θρησκευτικής ιδεολογίας.

Οι εργαζόμενοι ενδιαφέρονται όχι να αντικαταστήσουν τη μια θρησκεία με την άλλη, τον ''κακό'' ιερωμένο, με τον ''καλό'' ιερωμένο.

Για το λαό όλοι οι ιερείς και όλες οι θρησκείες είναι το ίδιο πράγμα, γιατί όλες θολώνουν τη συνείδηση των ανθρώπων με τις φανταστικές αντιεπιστημονικές επινοήσεις και τους απομακρύνουν από τον αγώνα για μια ευτυχισμένη ζωή πάνω στη γη.

Η επιστημονική αθεϊστική προπαγάνδα δεν επιδιώκει να αντικαταστήσει μια θρησκεία με μια άλλη, αλλά την αντικατάσταση όλων των θρησκειών, όλων των προλήψεων και δεισιδαιμονιών με την επιστημονική, την υλιστική κοσμοθεωρία.

Όπως τονίζει η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ ''τον αγώνα εναντίον των θρησκευτικών προλήψεων στη σημερινή εποχή πρέπει να τον βλέπουμε σαν ιδεολογικό αγώνα της επιστημονικής, της υλιστικής κοσμοθεωρίας εναντίον της αντιεπιστημονικής, της θρησκευτικής κοσμοθεωρίας''.

Ο μαρξισμός - λενινισμός δείχνει την αντιεπιστημονικότητα και τη ζημιά κάθε θρησκείας και ζητάει όπως το κόμμα της εργατικής τάξης κάνει συνεπή ιδεολογικό αγώνα εναντίον όλων των μορφών της θρησκείας.

Τα πρώτα χρόνια της Σοβιετικής Εξουσίας, τότε που οι εργαζόμενοι έκαναν οξύτατη ταξική πάλη για τη νίκη του σοσιαλισμού, οι εκμεταλλευτικές τάξεις χρησιμοποιούσαν τη θρησκεία και την εκκλησία σαν όπλο του αντισοβιετικού τους αγώνα. Οι θρησκευτικές οργανώσεις ήταν η νόμιμη μορφή που κάλυπτε την αντεπαναστατική δράση πολλών κληρικών, και αιρετικών καθώς και των κουλάκων και αστοτσιφλικάδων συμμάχων τους. Γι' αυτό η αντιθρησκευτική προπαγάνδα, εκείνα τα χρόνια, διακρινόταν για τη μεγάλη της οξύτητα και γινόταν όχι μόνο δια του τύπου, με διαλέξεις και συζητήσεις, αλλά και με τη μορφή δημοσίων συζητήσεων ανάμεσα στους αθεϊστές και τους λειτουργούς της εκκλησίας, καθώς και με τη μορφή αντιθρησκευτικής καμπάνιας με την ευκαιρία των εκκλησιαστικών εορτών [Χριστούγεννα, Πάσχα, εορτές πολιούχου, κουρμάν - μπαϊράμ κλπ].

Πώς εξηγείται η αντεπαναστατική δράση των κληρικών μετά τη μεγάλη Οκτωβριανή επανάσταση ; Η σοσιαλιστική επανάσταση αφαίρεσε από την εκκλησία και τον κλήρο τα μεγάλα προνόμια και πλούτη που απολάμβαναν, σε βάρος του εργαζόμενου λαού, κατά την περίοδο του τσαρισμού.

Οι εκκλησίες και τα μοναστήρια είχαν τεράστια κτήματα και μεγάλες καταθέσεις στις καπιταλιστικές τράπεζες. Από όλα αυτά εισέπρατταν μεγάλα εισοδήματα που όμως τους τα στέρησε η Οκτωβριανή επανάσταση. Η εκκλησία και ο κλήρος δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν την απώλεια του πλούτου τους. Ήλπιζαν ότι θα ανατραπεί η Σοβιετική εξουσία και ότι θα αποκτήσουν ξανά τα προνόμια, τα κτήματα και τα εισοδήματά τους. Γι' αυτό η εκκλησία και ο κλήρος στην πλειοψηφία τους ενίσχυαν δραστήρια τον αντεπαναστατικό αγώνα των τσιφλικάδων και της αστικής τάξης και με μεγαλοπρεπείς δεήσεις χαιρέτιζαν τα στρατεύματα των λευκοφρουρών και των επεμβασιών.

Ο πατριάρχης Τύχων με βάση τις θέσεις της τοπικής συνόδου της ορθόδοξης εκκλησίας, που έγινε στη Μόσχα το 1917, απηύθυνε μήνυμα προς τους πιστούς και τους καλούσε να παλινορθώσουν τη μοναρχική εξουσία, και την ατομική ιδιοκτησία στη γη, στις φάμπρικες και στα εργοστάσια. Ο πατριάρχης Τύχων με μυστικό μήνυμα, που απηύθυνε στις εκκλησίες, καλούσε τους λειτουργούς της εκκλησίας να εξεγείρουν τον πληθυσμό εναντίον της Σοβιετικής εξουσίας. Και όταν η Σοβιετική κυβέρνηση με επικεφαλής το Λένιν, στην προσπάθειά της να σταματήσει ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, υπέγραψε την συνθήκη ειρήνης του Μπεστ - Λιτόφσκ με τη Γερμανία, ο πατριάρχης Τύχων δήλωσε ότι η ορθόδοξη εκκλησία δεν αναγνωρίζει αυτή τη συνθήκη ειρήνης.

Η πολιτική του Σοβιετικού κράτους και του κομμουνιστικού κόμματος υπηρετεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων. Και όταν οι κληρικοί, που στην πλειοψηφία τους διάκεινταν εχθρικά προς την εργατο - αγροτική Σοβιετική εξουσία, βοηθούσαν δραστήρια τους ξένους επεμβασίες και τους λευκοφρουρούς, τον Κολτσάκ, τον Ντενίκιν και τον Βράγγελ, δημιουργούσαν  τα αντεπαναστατικά ''συντάγματα της θεοτόκου'' και τα ''τάγματα του Μιχαήλ Αγγέλου'', μετέτρεπαν πολλούς ναούς σε εστίες της αντεπαναστατικής προπαγάνδας και κάποτε σε αποθήκες όπλων για τον αγώνα εναντίον των εργατών και των αγροτών, τότε το Σοβιετικό κράτος, για να σταματήσει την αντεπαναστατική δράση της εκκλησίας στέρησε από τους αντεπαναστάτες κληρικούς, μαζί με τους εκμεταλλευτές και τους τσαρικούς υπαλλήλους, τα εκλογικά τους δικαιώματα.

Όμως πέρασαν πια εκείνα τα χρόνια. Η σοβιετική εξουσία υποστηριζόμενη από τους εργάτες και τους αγρότες νίκησε όχι μόνο στον εμφύλιο πόλεμο, αλλά και στο μέτωπο της ειρηνικής οικονομικής οικοδόμησης. Ο σοσιαλισμός νίκησε όχι μόνο στην πόλη, αλλά και στο χωριό. Οι εκκλησιαστικοί παράγοντες αναγκάστηκαν να το παραδεχθούν αυτό. Οι λειτουργοί των θρησκευτικών λατρειών κατάλαβαν ότι με τον αγώνα τους εναντίον του Σοβιετικού κράτους, εναντίον του σοσιαλισμού εξεγείρουν το λαό εναντίον τους και κλονίζεται η εμπιστοσύνη των μαζών απέναντί τους όταν ανοιχτά αποκαλύπτουν την αντιδραστική, την αντιλαϊκή ουσία της θρησκείας. Στην πλειοψηφία τους οι κληρικοί, για να διατηρήσουν την επιρροή τους στους πιστούς άλλαξαν στάση απέναντι στη Σοβιετική εξουσία, σταμάτησαν την αντεπαναστατική δράση και έγιναν νομιμόφρονες απέναντι στο σοσιαλιστικό κράτος.

Αφού λοιπόν οι κληρικοί πέρασαν από την εχθρότητα σε νόμιμες θέσεις σχετικά με την εργατοαγροτική Σοβιετική εξουσία δεν υπάρχει πια λόγος να εξακολουθήσει ο περιορισμός των πολιτικών δικαιωμάτων του κλήρου. Σύμφωνα με το Σύνταγμα της ΕΣΣΔ, από το 1936 οι λειτουργοί των θρησκευτικών λατρειών άρχισαν να ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα εξίσου με όλους τους άλλους πολίτες, της Σοβιετικής Ένωσης.

Απ' αφορμή αυτό και το ότι οι κομματικές και οι άλλες κοινωνικές οργανώσεις, κατά τη διάρκεια του πολέμου και στα μεταπολεμικά χρόνια, αδυνάτισαν την επιστημονική αθεϊστική προπαγάνδα, μερικοί πολίτες άρχισαν να ρωτάνε : μήπως άλλαξε το κομμουνιστικό κόμμα την αρνητική του στάση απέναντι στη θρησκεία ;

Μερικοί ιεροκήρυκες, εκμεταλλευόμενοι το αδυνάτισμα της επιστημονικής αθεϊστικής προπαγάνδας άρχισαν να κυκλοφορούν τη φήμη, ότι το κομμουνιστικό κόμμα άλλαξε στάση απέναντι στη θρησκεία και ότι συμβιβάστηκε μ' αυτή. Ακόμα οι υπερασπιστές της θρησκείας καταφεύγουν στο ότι οι εκκλησιαστικές οργανώσεις της Σοβιετικής Ένωσης άλλαξαν στάση απέναντι στη Σοβιετική εξουσία και παίρνουν σήμερα, όχι εχθρική όπως στα πρώτα χρόνια της επανάστασης, αλλά νομιμόφρονη θέση.

Αυτές οι φήμες άρχισαν ιδιαίτερα να διαδίδονται επειδή η ορθόδοξη εκκλησία και οι άλλες θρησκευτικές οργανώσεις της Σοβιετικής Ένωσης, κατά την περίοδο του πολέμου πήραν μέρος στη συγκέντρωση των μέσων για την άμυνα της χώρας και άρχισαν να εκδηλώνονται υπέρ της ειρήνης και εναντίον των υποκινητών ενός νέου παγκοσμίου πολέμου. Με βάση αυτά μερικοί πολίτες έβγαλαν το λαθεμένο συμπέρασμα, ότι τάχα η θρησκεία υπερασπίζει την υπόθεση της ειρήνης, ότι τάχα η πίστη στο θεό δεν αντιφάσκει στην επιστήμη. στο μαρξισμό - λενινισμό, ότι τάχα το κομμουνιστικό κόμμα άλλαξε τις αντιλήψεις του για τη θρησκεία. Στην πραγματικότητα το κομμουνιστικό κόμμα ούτε άλλαξε, ούτε πρόκειται να αλλάξει αντιλήψεις για τη θρησκεία. Η στάση του απέναντι στη θρησκεία είναι  η ίδια όπως πάντα.

Η πολιτική, η στρατηγική και η τακτική, η δράση του κομμουνιστικού κόμματος καθοδηγούνται από την επιστημονική τη μαρξιστικο - λενινιστική, διαλεκτικο - υλιστική κοσμοθεωρία. η επιστημονική κοσμοθεωρία είναι αντίθετη προς τη θρησκευτική κοσμοθεωρία, το κομμουνιστικό κόμμα στέκεται στις θέσεις του επιστημονικού αθεϊσμού, δηλαδή στην πλήρη και από κάθε άποψη άρνηση της πίστης στο θεό και στις άλλες υπερφυσικές δυνάμεις.

Η σχέση του κομμουνιστικού κόμματος προς τη θρησκεία εκφράζεται στα έργα των θεμελιωτών του μαρξισμού - λενινισμού, Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, στις αποφάσεις των συνεδρίων και συνδιασκέψεων του κόμματος και στις θέσεις της κεντρικής του επιτροπής.

Ο Β. Ι. Λένιν στο άρθρο '' Η σχέση του εργατικού κόμματος προς τη θρησκεία'' έγραφε '' Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, αυτό το απόφθεγμα του Μαρξ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος όλης της κοσμοθεωρίας του μαρξισμού στο ζήτημα της θρησκείας''.

Η σχέση του κομμουνιστικού κόμματος, ακόμα μια φορά διατυπώθηκε καθαρά και αποφασιστικά στις θέσεις της ΚΕ του ΚΚΣΕ στις 10 Νοεμβρίου 1954 '' Για τα λάθη στην διεξαγωγή της επιστημονικής αθεϊστικής προπαγάνδας ανάμεσα στον πληθυσμό''. Το κομμουνιστικό κόμμα δήλωσε αποφασιστικά ότι πρέπει να εφαρμόζει βαθιά και συστηματική επιστημονικο - αθεϊστική προπαγάνδα.

Οι μαρξιστές έκαναν και κάνουν ανειρήνευτο ιδεολογικό αγώνα με τη θρησκεία και δεν λησμονούν ότι οι θρησκευτικές δοξασίες και ιεροτελεστίες είναι σοβαρό εμπόδιο στην ανάπτυξη της δημιουργικής δραστηριότητας των λαϊκών μαζών, εμπόδιο στην οικοδόμηση του κομμουνισμού.

Ο αγώνας εναντίον της θρησκείας είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης. Καθήκον όλων των πολιτιστικο - διαφωτιστικών ιδρυμάτων και κοινωνικών οργανώσεων, του τύπου, της λογοτεχνίας και της τέχνης, είναι όπως, μετρημένα και με γνώση του ζητήματος, εξηγούν στον πληθυσμό τη ζημιά που προξενούν οι θρησκευτικές δοξασίες και ιεροτελεστίες, αδιάκοπα να ανεβάζουν το πολιτιστικό επίπεδο των εργαζομένων, να προπαγανδίζουν την επιστημονική αθεϊστική κοσμοθεωρία και να βοηθάνε τους θρήσκους πολίτες να απαλλαγούν από τα υπολείμματα των θρησκευτικών και των άλλων προλήψεων. 

Ουσία και αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας

 του Παναγιώτη Γαβάνα Ένα από τα βασικά ζητήματα που είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί στην αρχή αυτής της σειράς άρθρων που παρουσιάζουμε ανα...