Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

Ι.Β. Στάλιν - Διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός


                                                       

Ο διαλεκτικός υλισμός (ματεριαλισμός) είναι η γενική θεωρία, η κοσμοθεωρία, των μαρξιστικών - λενινιστικών κομμάτων. Ό διαλεκτικός ματεριαλισμός ονομάστηκε έτσι, γιατί ο τρόπος με τον οποίο παρατηρεί τα φαινόμενα της φύσης (η μέθοδος του, δηλαδή, εξέτασης και γνώσης των φαινομένων) είναι διαλεκτικός, και η αντίληψη, η εξήγηση που δίνει στα φαινόμενα της φύσης, η θεωρία του είναι ματεριαλιστική.

Ο ιστορικός υλισμός προεκτείνει τις αρχές του διαλεκτικού ματεριαλισμού στη μελέτη της κοινωνικής ζωής. Εφαρμόζει τις αρχές αυτές στα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής, στη μελέτη της κοινωνίας, στη μελέτη της ιστορίας της κοινωνίας.

Εξηγώντας τη διαλεκτική τους μέθοδο, ο Μαρξ και ο Εγκελς αναφέρονται συχνά στον Χέγκελ, σαν τον φιλόσοφο που διατύπωσε τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της διαλεκτικής. Αυτό, ωστόσο δε σημαίνει πως η διαλεκτική του Μαρξ και του Εγκελς είναι η ίδια με τη χεγκελιανή διαλεκτική. Γιατί ο Μαρξ κι' ο Εγκελς δανείστηκαν απ’ τη διαλεκτική του Χέγκελ μόνο τον «λογικό πυρήνα» της, πετώντας το ιδεαλιστικό της φλούδι. Ό Μαρξ κι' ο "Εγκελς ανάπτυξαν τη διαλεκτική δίνοντας της ένα καινούργιο επιστημονικό χαρακτήρα.

Ή διαλεκτική μου μέθοδος, λέει ο Μαρξ, όχι μόνο διαφέρει βασικά από τη χεγκελιανή μέθοδο, αλλά, στην πραγματικότητα, είναι ακριβώς το αντίθετο. Για τον Χέγκελ, η κίνηση της σκέψης, που την προσωποποιεί με το όνομα της Ιδέας, είναι ο δημιουργός της πραγματικότητας, κι’ η πραγματικότητα δεν είναι παρά η φαινομενική μορφή της Ιδέας. Για μένα, αντίθετα, η κίνηση της σκέψης δεν είναι παρά η αντανάκλαση της πραγματικής κίνησης, που μεταφέρεται και μεταθέτεται στο μυαλό του άνθρωπου. (K. Marx: le Capital, Livre premier, Paris1938.)

Εξηγώντας και καθορίζοντας τον υλισμό τους, o Μαρξ κι' ο Εγκελς αναφέρονται συχνά στον Φόϋερμπαχ (Feuerbach), σαν στον φιλόσοφο που αποκατάστησε τα δίκαια του υλισμού. Αυτό, ωστόσο, δεν πάει να πει πως ο ματεριαλισμός του Μαρξ και του Εγκελς είναι ταυτόσημος, είναι ο ίδιος, με τον ματεριαλισμό του Φόϋερμπαχ. Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ κι' ο Εγκελς δεν πήρα από τον υλισμό του Φόϋερμπαχ παρά μόνο τον «κεντρικό πυρήνα» του και τον αναπτύξανε σε μια επιστημονική φιλοσοφική θεωρία του υλισμού, απορρίπτοντας τις ιδεαλιστικές του θέσεις σχετικά με το ιδεολογικό μέρος, την ηθική και τη θρησκεία. Είναι γνωστό πως, παρ’ όλο που ο Φόϋερμπαχ ήταν υλιστής, στο βάθος στάθηκε πάντα ενάντιος στον χαρακτηρισμό του ματεριαλισμού. Πολλές φορές, ο Εγκελς είπε πως ο Φόϋερμπαχ «έμεινε αιχμάλωτος στα πεδίκλια της ιδεαλιστικής παράδοσης, αντίθετα με τη βάση του» (τη ματεριαλιστική), κι' ακόμα, πως «ο πραγματικός ιδεαλισμός του Φοϋερμπαχ» φαίνεται «μόλις φτάνουμε στη φιλοσοφία του της θρησκείας και στην ηθική του» (Fr Engels: Ludwig Feuerbach et la fin de la philosophie classique allemande, Paris1935)

Ή λέξη διαλεκτική βγαίνει από το αρχαίο ελληνικό «διαλέγομαι», που πάει να πει μιλάω, συνομιλώ, λογομαχώ για επιστημονικά πράματα. Στην αρχαιότητα, με τη λέξη «διαλεκτική» υπονοούσαν την τέχνη που μεταχειρίζονταν κανείς, μιλώντας, για να φτάσει στην Αλήθεια, ξεσκεπάζοντας και ξεπερνώντας τις αντιθέσεις, που έχουνε μέσα τους οι συλλογισμοί του αντίπαλου. Ορισμένοι φιλόσοφοι τής Αρχαιότητας φρονούσαν ότι η εύρεση των Αντιθέσεων, που βρίσκονται μέσα στη σκέψη και η σύγκρουση ανάμεσα στις αντίθετες γνώμες ήταν το καλύτερο μέσο για την ανακάλυψη της αλήθειας. Προεκτείνοντας τον διαλεκτικό αυτό τρόπο της σκέψης στη μελέτη των φαινόμενων της φύσης έχουμε τη διαλεκτική μέθοδο για τη γνώση της φύσης. Σύμφωνα μ' αυτή τη μέθοδο, τα φαινόμενα της φύσης βρίσκονται σε αιώνια κίνηση και σε αιώνια αλλαγή και η εξέλιξη της φύσης είναι το αποτέλεσμα της εξέλιξης των αντιθέσεων της φύσης, το αποτέλεσμα της αμοιβαίας ενέργειας των αντίθετων δυνάμεων της φύσης.

Απ’ την ίδια της την ουσία, η διαλεκτική είναι ολότελα το αντίθετο από τη μεταφυσική.

1ο) Ή μαρξιστική διαλεκτική μέθοδος έχει για χαρακτηριστικά της τα παρακάτω ουσιώδη σημεία, Α, Β, Γ, Δ.

Α) Αντίθετα από τη μεταφυσική, η διαλεκτική θεωρεί τη φύση όχι σαν μια τυχαία συσσώρευση αντικειμένων, φαινομένων που είναι χωρισμένα αναμεταξύ τους, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο και απομονωμένα, άλλα σαν ένα σύνολο ενωμένο, με συνάφεια. Με άλλα λόγια, ένα σύνολο όπου τα αντικείμενα και τα φαινόμενα είναι οργανικά δεμένα αναμεταξύ τους, αλληλεξαρτημένα και αμοιβαία καθορίζουν τις συνθήκες και τους όρους της υπόστασης τους. Το ένα επιδρά πάνω στο άλλο.

Γι' αυτό, σύμφωνα με τη διαλεκτική μέθοδο κανένα φαινόμενο της φύσης δεν μπορεί να κατανοηθεί εάν το εξετάσουμε απομονωμένο, έξω δηλαδή, από τα φαινόμενα που το περιβάλλουνε. Γιατί οποιοδήποτε φαινόμενο, σ' οποιοδήποτε κλάδο, μπορεί να χάσει κάθε του νόημα αν εξεταστεί έξω από τις γύρω του συνθήκες, αν δηλαδή, αποσπαστεί από τις συνθήκες αυτές. Κι’ αντίθετα, οποιοδήποτε φαινόμενο μπορεί να κατανοηθεί και να δικαιολογηθεί αν εξεταστεί έχοντας υπ’ όψιν την αδιάσπαστη σύνδεση του με τα τριγύρω του φαινόμενα, αν το πάρουμε, δηλαδή, όπως το καθορίζουνε τα άλλα φαινόμενα που το περιβάλλουνε.

Β) Αντίθετα από τη μεταφυσική, η διαλεκτική θεωρεί τη φύση όχι σαν μια κατάσταση ανάπαυσης και ακινησίας, όχι σαν κατάσταση στάσιμη και αμετάβλητη, άλλα σαν μια κατάσταση κίνησης και αλλαγής αδιάκοπης. Κατάσταση ανανέωσης και εξέλιξης ακατάπαυστης, όπου πάντοτε, κάτι γεννιέται και αναπτύσσεται, κάτι απογίνεται και χάνεται.

Γι' αυτό το λόγο, η διαλεκτική μέθοδος εξετάζει τα φαινόμενα όχι μονάχα από την άποψη της αμοιβαίας σχέσης τους και της αλληλοεπίδρασης τους, άλλα κι' από την άποψη της κίνησης τους, της αλλαγής τους, της εξέλιξης τους, από την άποψη της εμφάνισης τους και της εξαφάνισης τους.

Εκείνο που ’χει, πρώτ' απ’ όλα, σημασία για τη διαλεκτική μέθοδο δεν είναι αυτό που σε μια ορισμένη στιγμή, φαίνεται σταθερό και μόνιμο, αλλά αυτό που αρχίζει κιόλας ν' απογίνεται και να χάνεται. Αυτό που ’χει, πρώτ' απ’ όλα, σημασία, είναι αυτό που γεννιέται ή εξελίσσεται κι' αν ακόμα, για μια στιγμή, μοιάζει άστατο, γιατί για τη διαλεκτική μέθοδο, ακαταμάχητο είναι μόνο εκείνο που γεννιέται κι' εξελίσσεται.

Ολόκληρη η φύση, λέει ο Εγκελς, απ’ τα πιο μικρά μόρια ως τα πιο μεγάλα σώματα, απ’ τον κόκκο της άμμου ως τον ήλιο, από το πρωτοκύτταρο ως τον άνθρωπο, υφίσταται μια σειρά ατέλειωτη σταθμών εξέλιξης, ένα αιώνιο, δηλαδή, «προτσές» εμφάνισης και εξαφάνισης, μέσα σε μια ακατάπαυστη παλίρροια, μέσα σε μια ατέλειωτη κίνηση και μέσα σε μια αιώνια αλλαγή

Γι' αυτό, λέει ο Εγκελς, η διαλεκτική εξετάζει τα πράματα και την αντανάκλαση τους στο μυαλό του ανθρώπου, πρώτ' απ’ όλα, μέσα στις σχέσεις που ’χουνε αναμεταξύ τους, μέσα στην αλληλοσύνδεσή τους, μέσα στην κίνηση τους, μέσα στην εμφάνιση και στην εξαφάνιση τους.

Γ) Αντίθετα από τη μεταφυσική, η διαλεκτική θεωρεί το «προτσές» της εξέλιξης, όχι σαν ένα απλό «προτσές» ανάπτυξης, όπου οι ποσοτικές αλλαγές δεν φτάνουνε σε ποιοτικές αλλαγές, αλλά σαν μια εξέλιξη από ποσοτικές αλλαγές ασήμαντες και αργές σε αλλαγές ολοφάνερες και ριζικές, σε αλλαγές ποιοτικές, που οι ποιοτικές αλλαγές είναι όχι βαθμιαίες, άλλα γρήγορες, ξαφνικές και γίνονται με άλματα, από μια κατάσταση σε μιαν άλλη. Οι αλλαγές αυτές δεν είναι τυχαίες, άλλα αναγκαίες. Είναι το αποτέλεσμα της συσσώρευσης των βαθμιαίων κι' ανεπαίσθητων ποσοτικών αλλαγών. Γι' αυτό το λόγο η διαλεκτική μέθοδος θεωρεί ότι το «προτσές» της εξέλιξης πρέπει να κατανοηθεί όχι σαν μια κίνηση κυκλική, όχι σαν ένα απλό ξαναπέρασμα άπ' τον ίδιο δρόμο, αλλά σαν μια προοδευτική κίνηση, προς τα πάνω, σαν το πέρασμα από την παλιά ποιοτική κατάσταση σε μια καινούργια ποιοτική κατάσταση, σαν μια εξέλιξη που από το απλό πάει στο σύνθετο, απ’ το κατώτερο στο ανώτερο.

Ή φύση, λέει ο Εγκελς, είναι η λυδία λίθος της διαλεκτικής και πρέπει να ειπωθεί πως οι νέες φυσικές επιστήμες δώσανε σ' αυτή τη δοκιμασία υλικό, που είναι εξαιρετικά πλούσιο και που αυξάνει κάθε μέρα. Κ' έτσι αποδείξανε πως η φύση, σε τελευταία ανάλυση, ενεργεί διαλεκτικά και όχι μεταφυσικά, ότι δεν κινείται μέσα σ’ ένα κύκλο, τον ίδιο πάντα, που επαναλαμβάνεται συνεχώς ο ίδιος, ότι η φύση ζει μιαν ιστορία πραγματική. Κ' είναι σωστό ν 'αναφερθεί, πρώτα απ’ όλους, ο Ντάρβιν, που κατάφερε ένα σκληρό χτύπημα στη μεταφυσική αντίληψη της φύσης, αποδείχνοντας πως ολόκληρος ο οργανικός κόσμος, όπως υπάρχει σήμερα, τα φυτά και τα ζώα και -επόμενο είναι- ο άνθρωπος, είναι το προϊόν ενός «προτσές» εξέλιξης, που διαρκεί από εκατομμύρια χρόνια.

Ό Εγκελς δείχνει ότι στη διαλεκτική εξέλιξη οι ποσοτικές αλλαγές μεταβάλλονται σε αλλαγές ποιοτικές:

Στη φυσική κάθε αλλαγή είναι ένα πέρασμα από την ποσότητα στην ποιότητα, είναι το αποτέλεσμα της ποσοτικής αλλαγής της ποσότητας της κίνησης, οποιουδήποτε σχήματος αχώριστου από το σώμα ή οποιουδήποτε σχήματος που μεταδίνεται στο σώμα. Κατά τον ίδιο τρόπο, που η θερμοκρασία του νερού είναι στην αρχή άσχετη με την κατάσταση του σαν υγρό. Αν όμως αυξηθεί ή ελαττωθεί η θερμοκρασία του νερού, έρχεται στιγμή, όπου η κατάσταση του αλλάζει και το νερό μεταβάλλεται στην μια περίπτωση σε ατμό και στην άλλη σε πάγο.... Κατά τον ίδιο τρόπο, για να μεταβληθεί σε φωτεινό ένα σύρμα από πλατίνα χρειάζεται ηλεκτρικό ρεύμα μιας ορισμένης δύναμης. Με ίδιο τρόπο, κάθε μέταλλο λιώνει σε ορισμένους βαθμούς θερμοκρασίας, Ακριβώς όπως κάθε υγρό, κάτω από μια ορισμένη πίεση, φτάνει στο σημείο που πήζει ή πού βράζει, εφόσον τα μέσα μας μας επιτρέπουνε να πετύχουμε τις απαραίτητες θερμοκρασίες για κάθε περίπτωση. Και κατά τον ίδιο τρόπο, κάθε αέριο έχει ένα κρίσιμο σημείο, που, όταν φτάσει σε αυτό, μπορεί να μετατραπεί σε υγρό, πιέζοντας το ή κρυώνοντας το κάτω από καθορισμένες συνθήκες... Οι συνιστώσαι, όπως λένε στη φυσική -τα σημεία μετατροπής από τη μια κατάσταση στην άλλη-, τις περισσότερες φορές, δεν είναι άλλο από τα δεσμικά σημεία , όπου η πρόσθεση ή η αφαίρεση της κίνησης (ποσοτική αλλαγή) προκαλεί μια ποιοτική αλλαγή μέσα σ' ένα σώμα, όπου, όπως είναι επόμενο, η ποσότητα μεταβάλλεται σε ποιότητα.

Και σχετικά με τη χημεία: Μπορεί να ειπωθεί πως η χημεία είναι η επιστήμη των ποιοτικών αλλαγών των σωμάτων, που οφείλονται στις ποσοτικές αλλαγές. 0 ίδιος ο Χέγκελ το γνώριζε. Ας πάρουμε το οξυγόνο: Αν ενώσουμε, σ' ένα μόριο, τρία άτομα, αντί δυο άτομα. Οπως είναι φυσικό, έχουμε ένα σώμα νέο, το όζον, που ξεχωρίζει καθαρά απ’ το κοινό οξυγόνο για τη μυρωδιά του και για τις αντιδράσεις του. Και τι να πει κανείς για τους διάφορους συνδυασμούς του οξυγόνου με το άζωτο ή με το θειάφι, όπου ο κάθε συνδυασμός μας δίνει κ’ ένα σώμα ποιοτικά διαφορετικό απ’ όλα τα άλλα

Κι' ο Εγκελς κατακρίνει τον Ντύριγκ, που κοροϊδεύει τον Χέγκελ, παρ' όλο που του παίρνει, με τρόπο τη θεωρία του σύμφωνα με την οποία το πέρασμα απ' το βασίλειο του κόσμου χωρίς αισθήσεις στον κόσμο των αισθήσεων, από το βασίλειο του ανόργανου κόσμου στο βασίλειο της οργανικής ζωής, είναι ένα άλμα σε μια νέα κατάσταση :

Είναι, κυριολεκτικά, η δεσμική χεγκελιανή γραμμή των μετρητικών σχέσεων, όπου μια πρόσθεση ή μια αφαίρεση καθαρά ποσοτική προκαλεί, σε ορισμένα δεσμικά σημεία, ένα ποιοτικό άλμα, όπως π.χ. είναι η περίπτωση του νερού που το ζεσταίνουμε ή το κρυώνομε, όπου το σημείο όπου βράζει ή το σημείο όπου παγώνει είναι οι δεσμοί της εκτέλεσης του άλματος -κάτω από την κανονική πίεση- σε μια καινούργια κατάσταση συνένωσης μορίων, όπου, όπως είναι επόμενο, η ποσότητα μεταβάλλεται σε ποιότητα.
Δ) Αντίθετα από τη μεταφυσική, η διαλεκτική ξεκινάει από την άποψη ότι τα αντικείμενα και τα φαινόμενα της φύσης σέρνουν μέσα τους αντιθέσεις (εσωτερικές), γιατί όλα έχουν μια πλευρά αρνητική και μια πλευρά θετική, ένα παρελθόν και ένα μέλλον, όλα έχουνε στοιχεία πού χάνονται ή πού αναπτύσσονται.

Ή πάλη αυτών των αντίθετων στοιχείων, η πάλη ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο, ανάμεσα σ' αυτό που πεθαίνει και σ' αυτό πού γεννιέται, ανάμεσα σ' αυτό πού χάνεται και σ' αυτό πού εξελίσσεται, είναι το εσωτερικό περιεχόμενο του «προτσές» της εξέλιξης, της μετατροπής των ποσοτικών αλλαγών σε αλλαγές ποιοτικές.

Γι’ αυτό, σύμφωνα με τη διαλεκτική μέθοδο, το «προτσές» ανάπτυξης από το κατώτερο στο ανώτερο δεν πραγματοποιείται πάνω στο πλάνο μιας αρμονικής εξέλιξης των φαινομένων, άλλα πάνω σ' αυτό που φανερώνει τις αντιθέσεις που είναι αχώριστες από τα αντικείμενα κι' από τα φαινόμενα, πάνω στο πλάνο μιας «πάλης» αντιθέτων τάσεων, πού ενεργούνε με βάση αυτές τις αντιθέσεις.

Ή διαλεκτική -λέει ο Λένιν- με την καθαυτού έννοια της λέξης, είναι η μελέτη των αντιθέσεων μέσα στην ίδια ουσία των πραγμάτων.. ..Ή εξέλιξη είναι η «πάλη» των αντιθέτων.

Αυτά είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της μαρξιστικής διαλεκτικής μεθόδου.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ποια σημασία, μέγιστη, παίρνει η επέκταση των αρχών της διαλεκτικής μεθόδου στη μελέτη της κοινωνικής ζωής, στη μελέτη της ιστορίας της κοινωνίας, ποια σημασία, μέγιστη, παίρνει η εφαρμογή αυτών των αρχών στην ιστορία της κοινωνίας, στην πραχτική δράση του κόμματος του προλεταριάτου.

Εάν είναι αλήθεια πως δεν υπάρχουνε στον κόσμο απομονωμένα φαινόμενα, αν είναι αλήθεια το ότι όλα τα φαινόμενα αλληλοσυνδέονται και αμοιβαία καθορίζουν την υπόσταση τους, είναι φανερό ότι κάθε κοινωνικό καθεστώς και κάθε κοινωνικό κίνημα, μέσα στην ιστορία, πρέπει να κρίνονται, όχι με την άποψη της «αιώνιας δικαιοσύνης» ή με οποιαδήποτε άλλη ιδέα που ανεξέλεγκτα γεννήθηκε, όπως συχνά κάνουν οι ιστορικοί, άλλα με το φακό των συνθηκών που γεννήσανε αυτό το καθεστώς κι' αυτό το κοινωνικό κίνημα και με τις όποιες. συνθήκες, είναι συνδεμένα.

Το καθεστώς της σκλαβιάς μέσα στις σημερινές συνθήκες θα ήτανε χωρίς νόημα, θάταν ένας παραλογισμός αφύσικος, Άλλα το καθεστώς της σκλαβιάς μέσα στις συνθήκες της πρωτόγονης κοινότητας που περνούσε το στάδιο της αποσύνθεσης της είναι ένα φαινόμενο ολότελα νοητό, καταληπτό και λογικό, γιατί σημαίνει ένα βήμα προς τα μπρος, συγκρίνοντας το με το καθεστώς της πρωτόγονης κοινότητας.

Το να διεκδικηθεί η εγκαθίδρυση της αστικής Αβασίλευτης Δημοκρατίας μέσα στις συνθήκες του τσαρισμού και της αστικής κοινωνίας π. χ. στη Ρωσία του 1905, ήταν ολότελα καταληπτό, σωστό και επαναστατικό, γιατί η αστική Αβασίλευτη Δημοκρατία, σήμαινε, τότε, ένα βήμα προς τα μπρος. Άλλα το να διεκδικηθεί η εγκαθίδρυση της αστικής Αβασίλευτης Δημοκρατίας μέσα στις σημερινές συνθήκες της Ε.Σ.Σ.Δ. θάτανε χωρίς νόημα, γιατί ή αστική 'Αβασίλευτη Δημοκρατία, σε σύγκριση με τη Σοβιετική Δημοκρατία, είναι ένα βήμα προς τα πίσω.

Ολα είναι εξαρτημένα από τις συνθήκες, από τον τόπο κι' από το χρόνο.

Είναι φανερό πως χωρίς αυτή την ιστορική αντίληψη των κοινωνικών φαινομένων, η ύπαρξη και η τελειοποίηση της επιστήμης της ιστορίας είναι αδύνατη. Μόνο μια τέτοια αντίληψη προφυλάγει την επιστήμη της ιστορίας από το να καταντήσει ένα χάος συμπτώσεων και ένας σωρός από παράλογα λάθη.

Ας εξακολουθήσουμε. Αν είναι αλήθεια πως ο κόσμος κινείται και εξελίσσεται αιώνια, αν είναι αλήθεια ότι η εξαφάνιση του παλιού και η γέννηση του νέου είναι νόμος της εξέλιξης, είναι φανερό ότι δεν υπάρχουνε κοινωνικά καθεστώτα «αμετάβλητα», και «αρχές αιώνιες» ατομικής ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης. Οτι δεν υπάρχουν «αιώνιες αρχές» υποταγής των αγροτών στους γαιοκτήμονες, των εργατών στους κεφαλαιοκράτες.

Κατά συνέπεια, το καπιταλιστικό καθεστώς μπορεί ν' αντικατασταθεί με το σοσιαλιστικό καθεστώς, όπως, στον καιρό του, το καπιταλιστικό καθεστώς αντικατάστησε το φεουδαρχικό.

Κατά συνέπεια, πρέπει να βασίζουμε τη δράση μας όχι στα κοινωνικά στρώματα που σταματήσανε να εξελίσσονται, ακόμα κι' αν αυτά αντιπροσωπεύουνε τη στιγμή αυτή τη δύναμη πού δεσπόζει, αλλά στα κοινωνικά στρώματα που εξελίσσονται και που έχουνε μέλλον, ακόμα κι’ αν τη στιγμή αυτή, δεν αντιπροσωπεύουνε τη δύναμη που κυριαρχεί.

Στα 1880 -1890, την εποχή του αγώνα των μαρξιστών ενάντια στους «ποπουλιστές», το προλεταριάτο τής Ρωσίας ήτανε μια πολύ μικρή μειοψηφία μπροστά στη μάζα των χωρικών, που σκέφτονταν ατομικά και που αποτελούσανε τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού. Σαν τάξη κοινωνική όμως, το προλεταριάτο αναπτύσσονταν, ενώ η αγροτιά, σαν κοινωνική τάξη, πάθαινε διαρροή. Κι’ ακριβώς γι’ αυτό, γιατί το προλεταριάτο αναπτύσσονταν, οι μαρξιστές βασίσανε τη δράση τους απάνω του. Γι’ αυτό δε γελαστήκανε, αφού είναι γνωστό ότι το προλεταριάτο, που δεν ήτανε παρά μια δύναμη ασήμαντη, έγινε κατόπι μια ιστορική και πολιτική δύναμη πρώτης σειράς.

Κατά συνέπεια, για να μην κάνουμε λάθη στην πολιτική, πρέπει να βλέπουμε προς τα μπρος και όχι προς τα πίσω.

Ας εξακολουθήσουμε. Αν είναι αλήθεια πως το πέρασμα από τις αργές ποσοτικές αλλαγές σε απότομες και γρήγορες ποιοτικές αλλαγές είναι ένας νόμος της εξέλιξης, είναι φανερό ότι οι επαναστάσεις που έγιναν από τις καταπιεζόμενες τάξεις αποτελούν ένα φαινόμενο απόλυτα φυσικό, αναπόφευκτο.

Κατά συνέπεια, το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό και η απελευθέρωση της εργατικής τάξης από την καπιταλιστική σκλαβιά μπορούνε να πραγματοποιηθούνε, όχι με αργές αλλαγές, όχι με μεταρρυθμίσεις, αλλά μόνο με μια ποιοτική αλλαγή του καπιταλιστικού καθεστώτος, με την επανάσταση.

Κατά συνέπεια, για να μην κάνει κανείς λάθος στην πολιτική, πρέπει να είναι επαναστάτης και όχι ρεφορμιστής (μεταρρυθμιστής).

Αν είναι αλήθεια πως η ανάπτυξη γίνεται με το φανέρωμα των εσωτερικών αντιθέσεων, με τη σύγκρουση των αντιθέτων δυνάμεων, με βάση τους τις εσωτερικές αυτές αντιθέσεις, σύγκρουση προορισμένη να τις ξεπεράσει, είναι φανερό πως η ταξική πάλη του προλεταριάτου είναι φαινόμενο ολότελα φυσικό, αναπόφευκτο.

Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να σκεπάζουμε τις αντιθέσεις του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος, αλλά να τις φανερώνουμε και να τις ξεσκεπάζουμε διάπλατα, όχι να καταπνίγουμε την πάλη των τάξεων, αλλά να την οδηγούμε ως το τέλος.

Για να μην κάνει κανείς λάθη στην πολιτική, πρέπει ν' ακολουθεί πολιτική προλεταριακή ταξική, αδιάλλακτη, κι' όχι ρεφορμιστική, όχι δηλαδή, πολιτική εναρμόνισης των προλεταριακών συμφερόντων με τα αστικά συμφέροντα, όχι συμβιβαστική πολιτική «ολοκλήρωσης» του καπιταλισμού μέσα στο σοσιαλισμό.

Να, λοιπόν, τι διδάσκει η μαρξιστική διαλεκτική μέθοδος όταν εφαρμόζεται στην κοινωνική ζωή, στην ιστορία της κοινωνίας.

Ο μαρξιστικός φιλοσοφικός ματεριαλισμός, με τη σειρά του, είναι από την ίδια του τη βάση το αντίθετο ακριβώς του φιλοσοφικού ιδεαλισμού.

2ο) Ο μαρξιστικός φιλοσοφικός ματεριαλισμός (υλισμός) έχει τα εξής θεμελιώδη χαρακτηριστικά:

Α) Αντίθετα από τον ιδεαλισμό, που θεωρεί τον κόσμο σαν την ενσάρκωση της «απόλυτης Ιδέας», του «παγκόσμιου πνεύματος», της «συνείδησης», ο φιλοσοφικός ματεριαλισμός του Μαρξ ξεκινάει από αυτήν εδώ την αρχή: ο κόσμος, απ’ την ίδια του τη φύση, είναι υλικός, τα πάμπολλα φαινόμενα του σύμπαντος είναι οι διάφορες εκδηλώσεις της ύλης, που βρίσκεται σε κίνηση. Οι σχέσεις και οι αλληλοεπιδράσεις των φαινομένων, αποκαταστημένες με τη διαλεκτική μέθοδο, αποτελούν τους απαραίτητους νόμους της εξέλιξης της ύλης, πού βρίσκεται σε κίνηση. Κι' ακόμα: ο κόσμος εξελίσσεται σύμφωνα με τους νόμους της κίνησης της ύλης και δεν έχει ανάγκη από κανένα «παγκόσμιο πνεύμα».

'Η ματεριαλιστική αντίληψη του κόσμου, λέει ο Εγκελς, σημαίνει απλούστατα την αντίληψη της φύσης όπως ακριβώς είναι, χωρίς καμιά ξένη προσθήκη.

Σχετικά με τη ματεριαλιστική αντίληψη του αρχαίου φιλόσοφου Ηράκλειτου, για τον οποίο ο κόσμος είναι ένας, δεν δημιουργήθηκε από κανένα θεό ούτε από κανένα άνθρωπο, ήτανε, είναι και θα είναι μια φλόγα αιώνια ζωντανή, που φουντώνει και σβήνει σύμφωνα με καθορισμένους νόμους, ο Λένιν γράφει:

Υπέροχη έκθεση των αρχών του διαλεκτικού ματεριαλισμού.

Β) Αντίθετα από τον ιδεαλισμό, που βεβαιώνει πως μόνο η συνείδηση μας υπάρχει πραγματικά, ότι ο υλικός κόσμος, το ον, η φύση δεν υπάρχουνε παρά μόνο στη συνείδηση μας, στα αισθήματα μας, στις παραστάσεις, στην αντίληψη μας, ο μαρξιστικός φιλοσοφικός ματεριαλισμός ξεκινάει από την αρχή ότι η ύλη, η φύση, το ον είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα, που υπάρχει ανεξάρτητα και έξω από τη συνείδηση. Οτι η ύλη είναι ένα πρώτο δεδομένο γιατί είναι η πηγή των αισθημάτων, των παραστάσεων, της συνείδησης, ενώ η συνείδηση είναι ένα δεύτερο δεδομένο, παράγωγο, γιατί είναι η αντανάκλαση της ύλης, του όντος. Οτι η σκέψη είναι ένα προϊόν της ίλης, όταν η ύλη στην εξέλιξη της φτάνει σ' ένα ψηλό βαθμό τελειότητας, και πιο λιανά: η σκέψη είναι προϊόν του μυαλού, και το μυαλό είναι το όργανο της σκέψης. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε κανείς να χωρίσει τη σκέψη από την ύλη, χωρίς να κινδυνέψει να πέσει σε λάθος πολύ χοντρό.

Το ζήτημα της σχέσης, που υπάρχει ανάμεσα στη σκέψη και στο ον, ανάμεσα στο πνεύμα και στη φύση, λέει ο Εγκελς, είναι το υπέρτατο ζήτημα κάθε φιλοσοφίας... Συμφωνά με την απάντηση πού δίνανε στο ζήτημα αυτό, οι φιλόσοφοι χωρίζονταν σε δυο μεγάλα στρατόπεδα. Αυτοί πού βεβαιώνανε πως το πνεύμα υπάρχει πριν από τη φύση, αποτελούσανε το στρατόπεδο του ιδεαλισμού. Οι άλλοι, που θεωρούσανε πως η φύση υπήρχε πριν, ανήκανε στις διάφορες σχολές του ματεριαλισμοϋ. Και πιο πέρα:

Ό υλικός κόσμος, που είναι αντιληπτός με τις αισθήσεις, όπου ανήκουμε εμείς οι ίδιοι, είναι η μόνη πραγματικότητα... Ή συνείδηση μας και η σκέψη μας, όσο κι' αν φαίνονται υπέροχες, δεν είναι παρά τα προϊόντα ενός οργάνου καμωμένου από ύλη, που ανήκει στο σώμα μας, του μυαλού... Ή ύλη δεν είναι προϊόν του πνεύματος, αλλά το ίδιο το πνεύμα δεν είναι παρά το ανώτερο προϊόν της ύλης. Σχετικά με το πρόβλημα της ύλης και της σκέψης, ο Μαρξ γράφει :

Δε θα μπορούσε κανείς να χωρίσει τη σκέψη από τη σκεπτόμενη ύλη. Ή ύλη αύτη είναι το υπόστρωμα όλων των αλλαγών πού γίνονται
Στον ορισμό πού δίνει για τον μαρξιστικό φιλοσοφικό ματεριαλισμό, ο Λένιν εκφράζεται μ' αυτά τα λόγια :

Ό ματεριαλισμός παραδέχεται, κατά τρόπο γενικό, ότι το πραγματικό αντικειμενικό ον (η ύλη) είναι ανεξάρτητο από τη συνείδηση, από τα αισθήματα κι' από την πείρα... Ή συνείδηση δεν είναι παρά η αντανάκλαση του όντος, στην καλλίτερη περίπτωση μια αντανάκλαση περίπου σωστή (πλήρη, με ιδεώδη ακρίβεια). Και αλλού γράφει:

α'.) Ή ύλη είναι αυτό που ενεργώντας πάνω στα όργανα των αισθήσεων μας, παράγει τα αισθήματα. Η ύλη είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα που μεταφέρεται απ’ τα αισθήματα μας... Ή ύλη, η φύση, το ον, το φυσικό είναι το δεδομένο το πρώτο, ενώ το πνεύμα, η συνείδηση, τα αισθήματα, το ψυχικό είναι το διδόμενο το δεύτερο

β) Ή εικόνα του κόσμου είναι μια εικόνα που δείχνει πως κινείται η ύλη και πως η «ύλη σκέφτεται

γ') Το μυαλό είναι το όργανο της σκέψης

Γ) Αντίθετα από τον Ιδεαλισμό που αμφισβητεί τη δυνατότητα της γνώσης του κόσμου και των νόμων του, που δεν πιστεύει στην αξία των γνώσεων μας, που δεν αναγνωρίζει την αντικειμενική αλήθεια και θεωρεί τον κόσμο γεμάτο πράματα που υπάρχουνε ανεξάρτητα από κάθε τι τριγύρω, «αυτά καθ' έαυτά», που δε μπορούν ποτέ να κατανοηθούν από την επιστήμη, ο μαρξιστικός φιλοσοφικός ματεριαλισμός ξεκινάει από αυτή την αρχή: Ο κόσμος και οι νόμοι του μπορούν πολύ καλά να κατανοηθούν Η γνώση μας των νόμων της φύσης επικυρωμένη από την πείρα, από την πρακτική, είναι γνώση έγκυρη κ' έχει την έννοια αντικειμενικής αλήθειας. Δεν υπάρχουν στον κόσμο πράματα που είναι αδύνατο να γνωρίσουμε, παρά μονάχα πράματα πού είναι ακόμα άγνωστα και που θ' ανακαλυφθούν και θα τα γνωρίσουμε με τα μέσα της επιστήμης και της πρακτικής.

Ό Εγκελς κατακρίνει τη θέση του Καντ και των άλλων ιδεαλιστών, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος και τα πράματα, που υπάρχουν «αυτά καθ εαυτά», είναι αδύνατο να γνωσθούνε και υποστηρίζει τη γνωστή ματεριαλιστική θέση, σύμφωνα με την οποία οι γνώσεις μας είναι έγκυρες. Και γράφει πάνω σ' αυτό το ζήτημα:

Ή πιο αποφασιστική ανασκευή αυτής τής αλλόκοτης φιλοσοφικής ιδιοτροπίας, όπως άλλωστε κι’ όλων των άλλων, είναι η πρακτική, και μάλιστα η πείρα και η βιομηχανία. Εάν μπορούμε να αποδείξουμε την ορθότητα της αντίληψης που έχουμε για ένα φυσικό φαινόμενο δημιουργώντας το εμείς οι ίδιοι, παράγοντας το με τη βοήθεια των ίδιων των δικών του συνθηκών, και, αυτό που σημαίνει πιότερο, βάζοντας το στην εξυπηρέτηση των σκοπών μας, όλα αυτά τα ακατανόητα «αυτά καθ' εαυτά» του Καντ παίρνουνε τέλος.

Οι χημικές ουσίες που παράγονται μέσα στους οργανισμούς των φυτών και των ζώων ήτανε πράματα «καθ' εαυτά», ώσπου η οργανική χημεία βάλθηκε να τις παρασκευάζει τη μια μετά απ’ την άλλη. Με τον τρόπο αυτό, το «αυτό καθ’ εαυτό» έγινε: αυτό για μας, όπως, π.χ., η χρωματική ύλη του ριζαριοϋ η άλιζαρίνη, που δεν την παίρνουμε πια από τις ρίζες του ριζαριού που καλλιεργείται στα χωράφια, αλλά που την βγάζουμε, με πιο λίγα έξοδα και πολύ πιο άπλα, από την πίσσα τον γαιάνθρακα. Το ηλιακό σύστημα του Κόπερνικ, τρακόσα χρόνια, ήτανε μια υπό­θεση για την οποία μπορούσανε να στοιχηματίζουνε με εκατό, με χίλια, με δέκα χιλιάδες προς ένα, αλλά, παρ' όλ' αυτά, ήτανε μια υπόθεση. Οταν όμως ο Λεβερριέ, με τη βοήθεια αριθμών που πέτυχε, χάρη στο σύστημα αυτό, υπολόγισε όχι μονάχα την ανάγκη της ύπαρξης ενός άγνωστου πλανήτη, μα και το μέρος όπου ο πλανήτης αυτός έπρεπε να βρίσκεται, μέσα στο ουράνιο διάστημα, κι' όταν, αργότερα, ο Γκάλλε τον ανακάλυψε πραγματικά, το σύστημα του Κόπερνικ αποδείχθηκε.

Ό Λένιν κατηγορεί για φιντεϊσμό τον Μπογκντάνωφ, τον Μπαζαρώφ, τον Ίουσκέβιτς και τους άλλους οπαδούς του Μαχ. Υπερασπίζει την πολύ γνωστή ματεριαλιστική θέση, σύμφωνα με την οποία οι επιστημονικές μας γνώσεις των νόμων της φύσης είναι έγκυρες και οι επιστημονικοί νόμοι είναι αντικειμενικές αλήθειες. Και λέει σχετικά :

Ό σύγχρονος φιντεϊσμός δεν απορρίπτει καθόλου την επιστήμη. Απορρίπτει μόνο τους «υπερβολικούς ισχυρισμούς», μ' άλλα λόγια, τον ισχυρισμό της ανακάλυψης της αντικειμενικής αλήθειας. Αν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια (όπως φρονούν οι ματεριαλιστές), αν οι φυσικές επιστήμες αντανακλώντας τον εξωτερικό κόσμο στην ανθρώπινη «πείρα», είναι οι μόνες ικανές για να μας δώσουνε την αντικειμενική αλήθεια, κάθε φιντεϊσμός πρέπει απόλυτα ν’ απορριφθεί. Αυτά, με λίγα λόγια, είναι τα χαρακτηριστικά του μαρξιστικού φιλοσοφικού υλισμού. Εύκολα μπορεί κανείς ν' αντιληφθεί τη μεγάλη σημασία που παίρνει η προέκταση των αρχών του φιλοσοφικού ματεριαλισμού στη μελέτη της κοινωνικής ζωής, στη μελέτη της ιστορίας της κοινωνίας. Καταλαβαίνει κανείς τη μεγάλη σημασία της εφαρμογής των αρχών αυτών στην ιστορία της κοινωνίας, στην πρακτική δράση του κόμματος του προλεταριάτου. Αν είναι αλήθεια πως η σύνδεση των φαινόμενων της φύσης και η αλληλοεπίδραση τους είναι νόμοι απαραίτητοι της εξέλιξης της φύσης, επόμενο είναι πως και η αλληλοεπίδραση και η σύνδεση των φαινόμενων της κοινωνικής ζωής δεν είναι συμπτώσεις, άλλα νόμοι αναγκαίοι της κοινωνικής εξέλιξης.

Κατά συνέπεια, η κοινωνική ζωή, η ιστορία της κοινωνίας, παύει να είναι συσσώρευση «συμπτώσεων», γιατί η ιστορία της κοινωνίας γίνεται μια αναγκαία εξέλιξη της κοινωνίας και η μελέτη τής ιστορίας της κοινωνίας γίνεται επιστήμη.

Κατά συνέπεια, η πραχτική δράση του κόμματος του προλεταριάτου πρέπει να βασίζεται, όχι πάνω στους αξιέπαινους πόθους των «εκλεχτών ατομικοτήτων», στις απαιτήσεις της «λογικής», της «παγκόσμιας ηθικής», και στα ρέστα, αλλά, πάνω στους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης, στη μελέτη των νόμων αυτών.

Αν είναι αλήθεια ότι ο κόσμος μπορεί να γνωσθεί και ότι η γνώση μας των νόμων της εξέλιξης της φύσης είναι γνώση έγκυρη, που έχει τη σημασία μιας αλήθειας αντικειμενικής, είναι επόμενο ότι η κοινωνική ζωή, ότι η εξέλιξη της κοινωνίας μπορούνε κι αυτές να γνωριστούνε και ότι τα δεδομένα της επιστήμης σχετικά με τους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης είναι δεδομένα έγκυρα, που σημαίνουν αντικειμενικές αλήθειες.

Κατά συνέπεια, η επιστήμη της ιστορίας της κοινωνίας, παρ' όλο που τα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής είναι πολύπλοκα, μπορεί να γίνει μια επιστήμη τόσο σωστή, όσο και η βιολογία π. χ., και ικανή να κάνει τους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης χρήσιμους για πραχτικές εφαρμογές.

Το κόμμα του προλεταριάτου, στην πραχτική του δράση, δεν πρέπει να εμπνέεται από οποιοδήποτε κι' αν είναι, τυχαίο αίτιο, αλλά από τους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης κι' από τα πραχτικά συμπεράσματα, που βγαίνουν από τους νόμους αυτούς.

Κατά συνέπεια, από κει που άλλοτε, ο σοσιαλισμός ήταν ένα όνειρο για ένα καλλίτερο μέλλον τής ανθρωπότητας, γίνεται, τώρα, μια επιστήμη.

Η σχέση ανάμεσα στην επιστήμη και στην πραχτική δράση, ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη, η ενότητα τους, πρέπει να γίνει το καθοδηγητικό αστέρι του κόμματος του προλεταριάτου.

Αν είναι αλήθεια πως η φύση, το ον, ο υλικός κόσμος είναι το πρώτο δεδομένο, ενώ η συνείδηση, η σκέψη είναι το δεύτερο δεδομένο, το παράγωγο, αν είναι αλήθεια ότι ο υλικός κόσμος είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα, που υπάρχει ανεξάρτητα από τη συνείδηση των ανθρώπων, ενώ η συνείδηση είναι μια αντανάκλαση αυτής της πραγματικότητας της αντικειμενικής, τότε, είναι επόμενο πως η υλική ζωή της κοινωνίας, το ον της (το είναι της), είναι το πρώτο δεδομένο, ενώ η πνευματική της ζωή είναι δεύτερο δεδομένο, παράγωγο. Κι' ακόμα βγαίνει πως η υλική ζωή της κοινωνίας είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα, που υπάρχει ανεξάρτητα από τη θέληση του άνθρωπου, ενώ η πνευματική ζωή της κοινωνίας είναι αντανάκλαση αυτής της αντικειμενικής πραγματικότητας, μια αντανάκλαση του όντος.

Πρέπει ν' αναζητάμε την πηγή της πνευματικής ζωής της κοινωνίας, την καταγωγή των κοινωνικών ιδεών, των κοινωνικών θεωριών, των πολιτικών ιδεολογιών, των πολιτικών θεσμών, όχι μέσα στις ίδιες τις ιδέες, στις θεωρίες, στις ιδεολογίες και στους θεσμούς, αλλά μέσα στις συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας, μέσα στο κοινωνικό ον, που αντανακλά αυτές τις ιδέες, θεωρίες, ιδεολογίες κ.λ.π.

Εάν στις διάφορες περίοδες της ιστορίας της κοινωνίας παρατηρεί κανείς διάφορες κοινωνικές ιδέες και θεωρίες, διάφορες ιδεολογίες και θεσμούς πολιτικούς, εάν, κάτω από το καθεστώς της σκλαβιάς, βρίσκομε τέτοιες ιδέες και θεωρίες κοινωνικές, τέτοιες ιδεολογίες και τέτοιους θεσμούς πολιτικούς, ενώ στην περίοδο του φεουδαρχισμού συναντούμε άλλες, και στην περίοδο του καπιταλισμού άλλες πάλι, αυτό δεν εξηγείται από τη «φύση» η από «αυτές καθ' εαυτές» τις ιδέες, θεωρίες, ιδεολογίες, αλλά από τις διάφορες συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας στις διαφορετικές περίοδες της κοινωνικής εξέλιξης.

Το ον της κοινωνίας, οι συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας, να τι καθορίζει τις ιδέες, τις θεωρίες, τις πολιτικές ιδεολογίες και τους πολιτικούς θεσμούς της κοινωνίας.

Σχετικά μ' αυτό, ό Μαρξ έγραψε :

Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει την υπόσταση τους, άλλα το αντίθετο, η κοινωνική τους υπόσταση είναι που καθορίζει τη .συνείδηση τους.

Κατά συνέπεια, για να μην κάνει κανείς λάθη στην πολιτική, για να μην αφήνεται σε όνειρα κούφια, το κόμμα του προλεταριάτου πρέπει να βασίζει τη δράση του, όχι στις αφηρημένες «αρχές της ανθρώπινης λογικής», αλλά πάνω στις συγκεκριμένες συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας, που είναι η αποφασιστική δύναμη της κοινωνικής εξέλιξης. Οχι στους αξιέπαινους πόθους των «μεγάλων ανδρών», αλλά στις πραγματικές ανάγκες τής εξέλιξης τής υλικής ζωής της κοινωνίας.

Ή κατάντια των ουτοπιστών, ακόμα και των ποπουλιστών, των αναρχικών και των σοσιαλεπαναστατών, εξηγείται, ανάμεσα στα άλλα, κ’ από το γεγονός που δεν αναγνωρίζανε τον πρωταρχικό ρόλο των συνθηκών της υλικές ζωής της κοινωνίας στην εξέλιξη της κοινωνίας. Πέφτοντας στον ιδεαλισμό, βασίζανε την πραχτική τους δράση, όχι πάνω στις ανάγκες της εξέλιξης της υλικής ζωής της κοινωνίας, αλλά, ανεξάρτητα κ' ενάντια στις ανάγκες αυτές, πάνω σε «ιδεώδη πλάνα» και σε «παγκόσμια σχέδια», άσχετα με την πραγματική ζωή της κοινωνίας.
Αυτό ποy κάνει τη δύναμη και τη ζωντάνια του μαρξισμού-λενινισμού είναι το ότι, στην πραχτική του δράση, στηρίζεται με ακρίβεια στις ανάγκες της εξέλιξης της υλικής ζωής της κοινωνίας, χωρίς ποτέ ν' απομακρύνεται από την πραγματική ζωή της κοινωνίας.

Απ’ αυτό που λέει ο Μαρξ, ωστόσο, δεν βγαίνει πως οι ιδέες και οι θεωρίες, οι κοινωνικές, οι ιδεολογίες και οι θεσμοί, οι πολιτικοί, δεν έχουνε σημασία στην κοινωνική, ζωή. Πως, αντίστροφα, κι' αυτές δεν ενεργούνε πάνω στην κοινωνική υπόσταση, πάνω στην εξέλιξη των υλικών συνθηκών της κοινωνικής ζωής. Μέχρι δω μιλήσαμε μόνο για την καταγωγή των κοινωνικών ιδεών και των κοινωνικών θεωριών, των πολιτικών ιδεολογιών και των πολιτικών θεσμών, μιλήσαμε μόνο για την εμφάνιση τους. Είπαμε πως η πνευματική ζωή της κοι­νωνίας είναι μια αντανάκλαση των συνθηκών της υλικής ζωής. Άλλα ό,τι άφορα τη σημασία αυτών των κοινωνικών ιδεών και κοινωνικών θεωριών, αυτών των πολιτικών ιδεολογιών και των πολιτικών θεσμών, ό,τι άφορα το ρόλο τους στην ιστορία. Ο ιστορικός υλισμός κάθε άλλο παρά τον αρνιέται, κι' αντίθετα, υπογραμμίζει το ρόλο τους, το σημαντικό και τη σημασία τους τη μέγιστη στην κοινωνική ζωή, στην ιστορία της κοινωνίας.

Οι ιδέες και οι θεωρίες οι κοινωνικές διαφέρουνε. 'Έχει παλιές ιδέες και θεωρίες, που κάνανε τα χρόνια τους και που εξυπηρετούνε τα συμφέροντα των δυνάμεων της κοινωνίας που πεθαίνουνε. Ή σημασία τους είναι το ότι φρενάρουνε την εξέλιξη της κοινωνίας, την πρόοδο της. Εχει ιδέες και θεωρίες καινούργιες, πρωτοποριακές, που εξυπηρετούνε τα συμφέροντα των πρωτοποριακών δυνάμεων της κοινωνίας. Ή σημασία τους είναι το ότι ευκολύνουνε την εξέλιξη της κοινωνίας, την πρόοδο της.

Κι’ αυτό, που έχει πιότερη σημασία, είναι το ότι παίρνουν τόσο περισσότερη σημασία, όσο πιο πιστά αντανακλούνε τις ανάγκες της εξέλιξης της υλικής ζωής της κοινωνίας.

Οι καινούργιες κοινωνικές ιδέες και θεωρίες δεν προβάλλουνε παρά μόνο όταν η εξέλιξη της υλικής ζωής της κοινωνίας έχει βάλει νέα καθήκοντα μπροστά στην κοινωνία. Άλλα μια και προβάλλουνε, γίνονται δύναμη εξαιρετικής σημασίας, που ευκολύνει την εκπλήρωση των νέων καθηκόντων, που βάζει μπροστά στην κοινωνία η εξέλιξη της υλικής ζωής της κοινωνίας. Ευκολύνουνε την πρόοδο της κοινωνίας. Κ' είναι αυτή τη στιγμή, ακριβώς, που εμφανίζεται όλη η σημασία του οργανωτικού, επιστρατευτικού και μεταμορφωτικού ρόλου των καινούργιων ιδεών και θεωριών, των νέων πολιτικών ιδεολογιών και θεσμών. Στην πραγματικότητα, εάν νέες ιδέες και θεωρίες προβάλουνε, πάει να πει, ακριβώς, πως είναι απαραίτητες στην κοινωνία, γιατί δίχως την οργανωτική, την επιστρατευτική και τη μεταμορφωτική τους ενέργεια, η λύση των επιτακτικών προβλημάτων που φέρνει μαζί της η εξέλιξη της υλικής ζωής της κοινωνίας είναι αδύνατη. Προκαλούμενες από τα καινούργια καθήκοντα, που βάζει μπροστά στην κοινωνία η εξέλιξη της υλικής ζωής της κοινωνίας, οι καινούργιες κοινωνικές ιδέες και θεωρίες χαράζουν ένα δρόμο, γίνονται κληρονομιά των λαϊκών μαζών, που τις κινητοποιούνε και τις οργανώνουν ενάντια στις δυνάμεις της κοινωνίας πού πεθαίνουνε, ευκολύνοντας μ' αυτό τον τρόπο την ανατροπή των δυνάμεων αυτών που φρενάρουνε την ανάπτυξη της υλικής ζωής της κοινωνίας.

Μ' αυτό τον τρόπο είναι που, προκαλούμενες από τα επιτακτικά καθήκοντα της εξέλιξης της υλικής ζωής της κοινωνίας, της εξέλιξης της κοινωνικής υπόστασης, οι ιδέες και οι θεωρίες, οι θεσμοί, οι πολιτικοί, ενεργούν, κατόπι, οι ίδιοι πάνω στην κοινωνική υπόσταση, πάνω στην υλική ζωή της κοινωνίας, δημιουργώντας τις αναγκαίες συνθήκες για τη λύση των επιτακτικών προβλημάτων της υλικής ζωής της κοινωνίας, για να κάνουνε δυνατή την κατοπινή της εξέλιξη.

Ό Μαρξ είπε σχετικά μ' αυτό : Ή θεωρία γίνεται δύναμη υλική μόλις αγκαλιάσει τις μάζες. Κατά συνέπεια, για να έχει τη δυνατότητα να επιδράσει πάνω στις συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας και για να κάνει πιο γρήγορη την εξέλιξη της, το κόμμα του προλεταριάτου πρέπει να στηρίζεται σε μια κοινωνική θεωρία, σε μια κοινωνική ιδέα που να ερμηνεύει ακριβώς τις ανάγκες της εξέλιξης της υλικής ζωής της κοινωνίας, κ' ύστερα, νάναι ικανή να βάλει σε κίνηση τις μεγάλες λαϊκές μάζες, ικανή να τις κινητοποιήσει.

Ή κατάντια των «οικονομιστών» και των μενσεβίκων εξηγείται, ανάμεσα στα άλλα, κι' από το γεγονός που δεν αναγνωρίζανε τον επιστρατευτικό, οργανωτικό και μεταμορφωτικό ρόλο της πρωτοποριακής θεωρίας, της πρωτοποριακής ιδέας. Πεσμένοι στον κοινό ματεριαλισμό κατεβάζανε το ρόλο αυτόν περίπου στο μηδέν. Γι' αυτό καταδικάζανε το Κόμμα λέγοντας πως αδρανούσε και φυτοζωούσε.

Αυτό που κάνει τη δύναμη και τη ζωντάνια του μαρξισμού-λενινισμού είναι το ότι στηρίζεται σε μια θεωρία πρωτοποριακή, που αντανακλά ακριβώς τις ανάγκες της ανάπτυξης της υλικής ζωής και της κοινωνίας. Είναι το ότι ανεβάζει τη θεωρία στο ψηλό επίπεδο που της ταιριάζει και θεωρεί καθήκον του να χρησιμοποιήσει, πέρα για πέρα, την επιστρατευτική, οργανωτική και μεταμορφωτική δύναμη της.

Κ’ είναι μ' αυτό τον τρόπο που ο ιστορικός υλισμός λύνει το πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα στο κοινωνικό ον και στην κοινωνική συνείδηση, ανάμεσα στις συνθήκες της εξέλιξης της υλικής ζωής και στην εξέλιξη της πνευματικής ζωής της κοινωνίας.

Ενα ζήτημα απομένει να διευκρινίσουμε : τι πρέπει να εννοούμε, σύμφωνα με τον ιστορικό υλισμό, μ' αυτές τις «συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας», που, σε τελευταία ανάλυση, καθορίζουνε τη φυσιογνωμία της κοινωνίας, τις ιδέες της, τις ιδεολογίες της, τους θεσμούς της τους πολιτικούς κ.λ.π ;

Τι είναι αυτές οι «συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας»; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα;

Είναι βέβαιο πως η έννοια «συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας» περιέχει, πρώτ' απ’ όλα, τη φύση που περιτριγυρίζει την κοινωνία, το γεωγραφικό περιβάλλον, που είναι μια από τις απαραίτητες και διαρκείς συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας και που είναι φανερό, επιδρά στην εξέλιξη τής κοινωνίας. Ποιος ο ρόλος του γεωγραφικού περιβάλλοντος στην κοινωνική εξέλιξη; Γιατί νάναι το γεωγραφικό περιβάλλον η κύρια δύναμη που καθορίζει τη φυσιογνωμία της κοινωνίας, το χαρακτήρα του κοινωνικού καθεστώτος των ανθρώπων, το πέρασμα από ένα καθεστώς σε άλλο;

Σ' αυτη την ερώτηση ο ιστορικός υλισμός απαντάει αρνητικά.

Το γεωγραφικό περιβάλλον είναι αναμφισβήτητα μια από τις διαρκείς και απαραίτητες συνθήκες της εξέλιξης της κοινωνίας, και είναι φανερό πως επιδρά στην εξέλιξη:κάνει πιο γρήγορο ή πιο αργό το ρεύμα της κοινωνικής εξέλιξης. Άλλα αυτή η επίδραση δεν είναι προσδιοριστική, γιατί οι αλλαγές και ή εξέλιξη της κοινωνίας πραγματοποιούνται ασύγκριτα πιο γρήγορα από τις αλλαγές και την εξέλιξη του γεωγραφικού περιβάλλοντος. Μέσα σε τρεις χιλιάδες χρόνια, τρία διάφορα κοινωνικά καθεστώτα αντικατασταθήκανε στην Ευρώπη: η πρωτόγονη κομμούνα, η σκλαβιά και η φεουδαρχία. Και προς τ' ανατολικά της Ευρώπης, στο έδαφος της Έ. Σ. Σ. Δ., τέσσερα. Ωστόσο, μέσα στην ίδια περίοδο, οι γεωγραφικές συνθήκες της Ευρώπης ή δέν αλλάξανε καθόλου, ή αλλάξανε τόσο λίγο που κ' οι ίδιοι οι γεωγράφοι αποφεύγουνε να μιλήσουνε σχετικά. Κι' αυτό το καταλαβαίνομε εύκολα. Για να γίνουν αλλαγές τόσο μικρής σημασίας, χρειάζονται εκατομμύρια χρόνια, ενώ αρκούνε μερικές εκατοντάδες χρόνια ή δυο χιλιάδες χρόνια περίπου για να μεσολαβήσουνε αλλαγές, και μάλιστα πολύ σημαντικές, στο κοινωνικό καθεστώς των ανθρώπων.

Απ’ αυτό βγαίνει πως το γεωγραφικό περιβάλλον δεν μπορεί νάναι η κύρια αίτια, η προσδιοριστική αιτία της κοινωνικής εξέλιξης, γιατί αυτό που μένει περίπου αμετάβλητο δεκάδες χιλιάδες χρόνια δεν μπορεί να είναι η κύρια αιτία της εξέλιξης εκείνου που επιδέχεται ριζικές αλλαγές μέσα σε μερικές εκατοντάδες χρόνια.

Είναι βέβαιο πως η αύξηση και η πυκνότητα του πληθυσμού περιέχονται κι' αυτές στην έννοια «συνθήκες της υλικής ζωής της κοινωνίας», γιατί οι άνθρωποι είναι ένα απαραίτητο στοιχείο των συνθηκών της υλικής ζωής της κοινωνίας και χωρίς ένα ελάχιστο όρο, ένα μίνιμουμ ανθρώπων δεν θα μπορούσε να υπάρξει καμιά υλική ζωή της κοινωνίας. Ή αύξηση του πληθυσμού δε θα μπορούσε νάτανε η κύρια δύναμη που προσδιορίζει τον χαρακτήρα του κοινωνικού καθεστώτος των ανθρώπων;

Και σ' αυτή την ερώτηση ο ιστορικός υλισμός απαντάει αρνητικά.

Ή αύξηση του πληθυσμού επιδρά, βέβαια, στην κοινωνική εξέλιξη, την διευκολύνει ή την αργοπορεί, αλλά δεν μπορεί να είναι η κύρια δύναμη της κοινωνικής εξέλιξης. Κ' η επίδραση της πάνω στην κοινωνική εξέλιξη δεν μπορεί νάναι προσδιοριστική, γιατί η αύξηση του πληθυσμού, μονάχη της, δεν μας δίνει τη λύση του προβλήματος.

Γιατί το α' κοινωνικό καθεστώς το διαδέχεται ακριβώς το β' καινούργιο κοινωνικό καθεστώς κι' όχι κανένα άλλο; Γιατί την πρωτόγονη κομμούνα τη διαδέχεται, ακριβώς, η σκλαβιά; Τη σκλαβιά, το φεουδαρχικό καθεστώς; Το φεουδαρχικό καθεστώς το διαδέχεται το αστικό και όχι κανένα άλλο καθεστώς;

Αν η αύξηση του πληθυσμού ήταν η δύναμη που καθορίζει την κοινωνική εξέλιξη, μια μεγαλύτερη πυκνότητα του πληθυσμού θάπρεπε να φέρνει αναγκαστικά ένα τύπο ανώτερου κοι­νωνικού καθεστώτος. Αλλά, στην πραγματικότητα, δε συμβαίνει τίποτα τέτοιο. Ή πυκνότητα του πληθυσμού στην Κίνα είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι είναι στις Ενωμένες Πολιτείες· κι' όμως οι Ενωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε ανώτερο επίπεδο από την Κίνα, από την άποψη της κοινωνικής εξέλιξης: στην Κίνα κυριαρχεί σήμερα να μισοφεουδαρχικό καθεστώς, ενώ στις Ενωμένες Πολιτείες, από πολύν καιρό, φτάσανε στο ανώτερο στάδιο της καπιταλιστικής εξέλιξης.

Ή πυκνότητα του πληθυσμού στο Βέλγιο είναι δέκα εννέα φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι στις Ενωμένες Πολιτείες και είκοσι έξη φορές μεγαλύτερη άπ' ό,τι στην Ε.Σ.Σ.Δ. Κι' όμως οι Ενωμένες Πολιτείες βρίσκονται σ' ένα επίπεδο ανώτερο απ’ ό,τι το Βέλγιο, από άποψη κοινωνικής εξέλιξης. Και συγκρίνοντας το με την Ε.Σ.Σ.Δ., το Βέλγιο καθυστερεί ολόκληρη μια ιστορική εποχή: στο Βέλγιο κυριαρχεί το κεφαλαιοκρατικό καθεστώς, ενώ η Ε.Σ.Σ.Δ. τέλειωσε κιόλας με τόν καπιταλισμό, εγκαθίδρυσε το σοσιαλισμό. Από τα παραπάνω βγαίνει ότι η αύξηση του πληθυσμού δεν είναι και δεν μπορεί νάναι η κύρια δύναμη της εξέλιξης της κοινωνίας, η δύναμη που καθορίζει το χαρακτήρα του κοινωνικού καθεστώτος, τη φυσιογνωμία της κοινωνίας.

Και ποια νάναι, λοιπόν, μέσα στο σύστημα των συνθηκών της υλικής ζωής της κοινωνίας, η κύρια δύναμη που προσδιορίζει τη φυσιογνωμία της κοινωνίας, το χαραχτήρα του κοινωνικού καθεστώτος, την εξέλιξη της κοινωνίας από ένα καθεστώς σ' ένα άλλο;

Ό ιστορικός υλισμός θεωρεί ότι αυτή η δύναμη είναι ο τρόπος της απόχτησης των μέσων για την ύπαρξη, των απαραίτητων μέσων για τη ζωή των ανθρώπων, ο τρόπος της παραγωγής των υλικών αγαθών: της τροφής, των ρούχων, των παπουτσιών, της στέγης, της καύσιμης ύλης, των οργάνων παράγωγης κ.λ.π., των αγαθών που είναι απαραίτητα για να μπορέσει να ζήσει και να εξελιχτεί η κοινωνία.

Για να ζήσει κανείς χρειάζεται τροφή, ρούχα, παπούτσια, σπίτι, καύσιμη ΰλη κ.λ,π. Για νάχει αυτά τα υλικά αγαθά πρέπει να τα παράγει. Και για να τα παράγει πρέπει νάχει τα όργανα της παραγωγής, που με τη βοήθεια τους οι άνθρωποι παράγουνε την τροφή, τα ρούχα. τα παπούτσια, το σπίτι, την καύσιμη ύλη κ.λ.π. Πρέπει να ξέρει κανείς να παράγει αυτά τα όργανα, πρέπει να ξέρει να τα χρησιμοποιεί.

Τα όργανα της παραγωγής, που με τη βοήθεια τους παράγονται τα υλικά αγαθά, οι άνθρωποι, που μεταχειρίζονται αυτά τα όργανα της παραγωγής και παράγουνε τα υλικά αγαθά χάρη σε κάποια πείρα παραγωγής και χάρη στις συνήθειες της δουλειάς, νάτα τα στοιχεία, που, παρμένα όλα μαζί, κάνουνε τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας.

Άλλα οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι παρά μια άποψη της παραγωγής, μια άποψη του τρόπου της παραγωγής, άποψη που δείχνει τον τρόπο, το φέρσιμο, των ανθρώπων μπροστά στ' αντικείμενα και στις δυνάμεις της φύσης, που χρησιμοποιούνε για την παραγωγή των υλικών αγαθών. Ή άλλη άποψη της παραγωγής, η άλλη άποψη του τρόπου της παραγωγής είναι οι σχέσεις των ανθρώπων αναμεταξύ τους, μέσα στο «προτσές» της παραγωγής, οι σχέσεις παραγωγής ανάμεσα στους ανθρώπους.

Στην πάλη τους με τη φύση, που την εκμεταλλεύονται για την παραγωγή των υλικών αγαθών, οι άνθρωποι δεν είναι απομονωμένοι ο ένας από τον άλλον, δεν είναι άτομα ξέχωρα. Γι' αυτό, κάτω απ’ οποιεσδήποτε συνθήκες, η παραγωγή είναι κοινωνική παραγωγή. Στην παραγωγή των υλικών αγαθών, οι άνθρωποι αποκατασταίνουν αναμεταξύ τους σχέσεις παραγωγής. Οι σχέσεις αυτές μπορούν νάναι σχέσεις συνεργασίας και αλληλοβοήθειας ανάμεσα στους ελεύθερους από κάθε εκμετάλλευση ανθρώπους. Μπορούνε νάναι σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής. Τέλος, μπορούνε νάναι σχέσεις μετάβασης από μια μορφή σχέσεων παραγωγής σε μιαν άλλη. Άλλα οποιοσδήποτε κι' αν είναι ο χαρακτήρας που κρύβουνε οι σχέσεις παραγωγής, οι σχέσεις αυτές είναι πάντοτε, κάτω από όλα τα καθεστώτα, στοιχείο απαραίτητο της παραγωγής, όσο κ' οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας.

Στην παραγωγή, λέει ο Μαρξ, οι άνθρωποι δεν ενεργούνε μόνο πάνω ατή φύση. άλλα και αναμεταξύ τους. Παράγουν μονάχα συνεργαζόμενοι μ' ένα τρόπο καθορισμένο και ανταλλάσσοντας, αναμεταξύ τους, τις ενέργειες τους. Για να παράγουνε, αποχτούνε σχέσεις αναμεταξύ τους καθορισμένες και μόνο μέσα στα όρια αυτών των σχέσεων των κοινωνικών πραγματοποιείται η ενέργεια τους πάνω στη φύση, που γίνεται η παραγωγή. Απ’ αυτά βγαίνει πώς ή παραγωγή, ο τρόπος παραγωγής, αγκαλιάζει τόσο τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, όσο και τις σχέσεις παραγωγής ανάμεσα στους ανθρώπους, και είναι η ενσάρκωση της άνωσης τους μέσα στο «προτσές» της παραγωγής των υλικών αγαθών.

Μια από τις ιδιότητες της παραγωγής, η πρώτη, είναι ότι ποτέ δεν σταματάει σ' ένα ορισμένο σημείο για πολύ καιρό, για μια μεγάλη περίοδο. Βρίσκεται πάντα στο δρόμο της αλλαγής και της εξέλιξης. Κι' ακόμα, η αλλαγή του τρόπου παραγωγής φέρνει την αναπόφευκτη αλλαγή ολόκληρου του κοινωνικού καθεστώτος, των κοινωνικών ιδεών, των πολιτικών ιδεολογιών και των πολιτικών θεσμών. Ή αλλαγή του τρόπου παραγωγής προκαλεί τη μεταποίηση όλου του κοινωνικού και του πολιτικού συστήματος. Στους διαφόρους βαθμούς της εξέλιξης, οι άνθρωποι χρησιμοποιούνε διάφορα μέσα παραγωγής, η πιο άπλα, οι άνθρωποι ζούνε ένα είδος ζωής διαφορετικής. Στην περίοδο της πρωτόγονης κομμούνας υπάρχει ένας τρόπος παραγωγής. Κάτω από το καθεστώς της σκλαβιάς ένας άλλος. Κάτω από τη φεουδαρχία, ένας τρίτος και συνέχεια. Το κοινωνικό καθεστώς των ανθρώπων, η πνευματική τους ζωή, οι ιδεολογίες τους, οι πολιτικοί τους θεσμοί διαφέρουνε, σύμφωνα με τους τρόπους παραγωγής.

Ή ίδια η κοινωνία, οι ιδέες της, οι θεωρίες της, οι ιδεολογίες της και οι πολιτικοί θεσμοί της ανταποκρίνονται, ουσιαστικά, στον τρόπο παραγωγής της κοινωνίας.


Από http://revmarx.blogspot.gr/2009/08/blog-post_569.html

Πέμπτη 8 Ιουνίου 2017

ΝΤΕΤΕΡΜΙΝΙΣΜΟΣ

(Από την λατινική λέξη determinare=καθαρίζω).Ο ντετερμινισμός είναι η θεωρία για την αναγκαία αλληλοσύνδεση όλων των γεγονότων και φαινομένων και του αιτιακού αλληλοκαθορισμού τους.Οι ιδεαλιστές αντιτάσσουν στον ντετερμινισμό τον ιντερμινισμό,την θεωρία δηλαδή που ισχυρίζεται ότι η φυσική ροή των γεγονότων και των φαινομένων δεν υπόκειται σε κανένα νόμο,σε καμμιά σχέση αιτιότητας,ότι η βούληση και οι πράξεις των ανθρώπων είναι απόλυτα ελεύθερες και δεν εξαρτώνται από τίποτε.Για να στηρίξουν και να υπερασπισθούν τον ιντερμινισμό,οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι καταφεύγουν στα εσφαλμένα και ιδεαλιστικά συμπεράσματα μερικών αστών φυσικών,προσώπων δηλαδή αναρμοδίων και άμοιρων φιλοσοφικής κατάρτισης.Οι φυσικοί αυτοί,ξεκινώντας και ερμηνεύοντας εσφαλμένα τα φαινόμενα του μικρόκοσμου,διακηρύσσουν ότι στον τομέα τουλάχιστον του μικρόκοσμου βασιλεύει ο απόλυτος ιντερμινισμός,η απροσδιοριστία ή αβεβαιότητα,ότι τα φαινόμενα του μικροκόσμου δεν διέπονται από καμμιά σχέση αιτιότητας.
Οι σοφοί αυτοί ισχυρίζονται,πχ.,ότι το ηλεκτρόνιο είναι δήθεν προικισμένο με μια απόλυτη "ελευθερία κίνησης".
Ο ιντερμινισμός αποτελεί το στήριγμα της αντιεπιστημονικής ιδεαλιστικής θεωρίας του βαϊσμάνισμού-μοργκανισμού (βλ.) στη βιολογία.Χρησιμοποιείται επίσης πλατειά από αρκετούς σύγχρονους κοινωνιολόγους,στην ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων.Ο υπαρξισμός (βλ.),που αποτελεί ένα ρεύμα αντιδραστικό,ένα ρεύμα της μόδας στη σύγχρονη φιλοσοφία,στηρίζεται αποκλειστικά πάνω στην άρνηση κάθε αιτιότητας που διέπει την κοινωνική ζωή.Τα φερέφωνα του διακηρύττουν ότι δεν υφίσταται ντετερμινισμός στην ζωή της κοινωνίας,ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος.Αυτή η "ελευθερία του ανθρώπου" αποτελεί στην ουσία μια ανοιχτή,ομολογημένη αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας,του αστικού ατομικισμού,και φυσικά και του "δικαιώματος" της κυρίαρχης τάξης να εκμεταλλεύεται ανεξέλεγκτα στο όνομα αυτής της "ελευθερίας",τους εργαζομένους.Οι αστοί φιλόσοφοι απορρίπτουν την υλιστική αρχή της αιτιότητας,για τον απλούστατο λόγο,ότι αυτή η αρχή αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία στηρίζονται με τρόπο επιστημονικό και ερμηνεύονται οι εξελίξεις και οι τάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας,που οδεύει προς τον όλεθρο,προς την εξαφάνισή της και την αναπότρεπτη αντικατάστασή της από την κομμουνιστική κοινωνία.Ο ιντερμινισμός αφήνει τις πόρτες ανοιχτές στη θρησκεία.Ο Λένιν είχε πει ότι το να καταργούμε τους νόμους από την επιστήμη είναι σαν να ανοίγουμε τον δρόμο στην ανεξέλεγκτη πίστη.Αγωνιζόμενη υπέρ της αρχής του ντετερμινισμού στα γεγονότα και στα φαινόμενα της φύσης και της κοινωνίας,η μαρξιστική διαλεκτική φιλοσοφία,αγωνίζεται ταυτόχρονα για την ίδια την επιστήμη,για την αλήθεια,αγωνίζεται ενάντια στην αμάθεια και στο σκοταδισμό.
Παρότι παραδέχεται την αιτιακή αλληλεξάρτηση των γεγονότων και των φαινομένων,ο διαλεκτικός υλισμός,αποστρέφεται εντούτοις την μηχανιστική,μεταφυσική αντίληψη του ντετερμινισμού,που ταυτίζει την αιτιότητα και την αναγκαιότητα,και βεβαιώνει ότι η αναγκαιότητα αποκλείει το τυχαίο στη φύση και στην κοινωνία και καθιστά έτσι ανώφελη την ενεργητική επέμβαση του ανθρώπου.Η λογική κατάληξη ενός τέτοιου ντετερμινισμού είναι πάντοτε ο φαταλισμός (μοιρολατρεία),η πίστη στο πεπρωμένο,ο Κιετισμός,το κήρυγμα για την απόλυτη αδράνεια και απραξία του ανθρώπου,η άρνηση κάθε δράσης,κάθε προσπάθειας,η άρνηση της επαναστατικής πάλης.Ο διαλεκτικός υλισμός ενώ παραδέχεται ότι η αναγκαιότητα μέσα στη φύση και στην ιστορία αποτελεί νόμο,εντούτοις δεν αποκλείει απόλυτα το τυχαίο,όπως επίσης δεν αρνείται την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης,διευκρινίζει όμως ότι αυτή η ελευθερία έγκειται στη δυνατότητα του ανθρώπου να γνωρίσει τους νόμους της φύσης και να τους κάνει να ενεργούν σύμφωνα με προκαθορισμένους σκοπούς,και όχι στην φανταστική εξάρτηση (εδώ μάλλον είναι λάθος του βιβλίου και της μετάφρασης,θα πρεπε να πει "ανεξαρτησία" ,Β.Σ) του ανθρώπου από αυτούς τους νόμους."Η άποψη του ντετερμινισμού λέγει ο Λένιν,σύμφωνα με την οποία η αναγκαιότητα είναι αυτό που ρυθμίζει τις ανθρώπινες πράξεις και που απορρίπτει τον παράλογο μύθο για την ελεύθερη βούληση,δεν αχρηστεύει ούτε τη λογική,ούτε τη συνείδηση του ανθρώπου,ούτε καταργεί τον καταλογισμό των πράξεών του.Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο : μόνο η ντετερμινιστική
 αντιμετώπιση των γεγονότων και των φαινομένων μας επιτρέπει να βγάλουμε αντικειμενικά ,σωστά συμπεράσματα και κρίσεις και όχι η εξάρτησή τους και η ερμηνεία τους με την ελεύθερη βούληση" (Λένιν : Εκλεκτά Έργα).
Ο μαρξισμός-λενινισμός πιστεύει στον στενό,στον αδιάρρηκτο δεσμό ανάμεσα στις απόψεις του ντετερμινισμού και στην μεγάλη σημασία της πολιτικής πάλης του προλεταριάτου και του κόμματός του για την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού,δεσμό που καθορίζει τη συνειδητή δράση τη στηριγμένη στη γνώση των νόμων που διέπουν την εξέλιξη της κοινωνίας.
Σε κάθε ιστορικό στάδιο του επαναστατικού κινήματος,η στρατηγική και,η τακτική του κομμουνιστικού κόμματος δεν καθορίζονται τυχαία,αυθαίρετα αλλά σε αναφορά,σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες κάθε φορά συνθήκες που επιβάλλουν την άλφα μορφή πάλης και όχι μια οποιαδήποτε άλλη την βήτα πχ.Με αφετηρία λοιπόν,τις υπάρχουσες αντικειμενικές συνθήκες και τα επείγοντα,τα ώριμα πλέον ιστορικά καθήκοντα,που επιβάλλονται από το ορισμένο στάδιο ανάπτυξης της πάλης για τον κομμουνισμό,τα κομμουνιστικά κόμματα καθορίζουν με κάθε δυνατή λεπτομέρεια και ακρίβεια τα προγράμματα της δράσης τους και,κινητοποιούν τις λαϊκές μάζες,προσαρμόζοντας τες ανάλογα με την τακτική τους,που πρέπει να αποβλέπει στην επίτευξη των προγραμματισμένων στόχων,των καθορισμένων σκοπών.
Η πολιτική αυτή,που καταστρώνεται με απόλυτα επιστημονικό τρόπο,δεν θα μπορούσε να είναι αποτελεσματική,εάν δεν ήταν στηριγμένη στην μαρξιστική άποψη του ντετερμινισμού.Κάθε επιστήμη και προ πάντων οι κοινωνικές επιστήμες δεν θα ήσαν παρά ένας ατέλειωτος κυκεώνας από ανοησίες και από λάθη,εάν δεν στηριζόταν στην ντετερμινιστική αλληλουχία και δεσμό των γεγονότων και των φαινομένων τόσο της φύσης,όσο και της κοινωνίας (Βλέπε : Αναγκαιότητα και Τυχαίο).


Από το ''μικρό φιλοσοφικό λεξικό'' των Ρόζενταλ-Γιούντιν σελ 377-378

Τρίτη 16 Μαΐου 2017

Η αντίθεση της διαλεκτικής προς τη μεταφυσική στην κατανόηση της εξέλιξης

Η ανακάλυψη της καθολικής αλληλεξάρτησης των αντικειμένων, των φαινομένων είναι το πρώτο βήμα στο δρόμο για τη γνώση της διαλεκτικής της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης. Η εξέταση των φαινομένων στην αλλαγή, στην ανανέωση, στην εξέλιξή τους είναι ένα παραπέρα βάθαιμα της γνώσης του αντικειμενικού κόσμου από τον άνθρωπο.

Η θέση της διαλεκτικής για την κίνηση, την ανανέωση, την εξέλιξη όλων των αντικειμένων και των φαινομένων συνδέεται οργανικά με τη θέση για την αλληλουχία των φαινομένων. Ο Ένγκελς έγραφε :"Όλη η προσιτή σε μας φύση απαρτίζει κάποιο σύστημα, κάποια συνολική σύνδεση σωμάτων...Στο γεγονός ότι τα σώματα αυτά βρίσκονται σε αμοιβαία σύνδεση περικλείνεται κιόλας το ότι επιδρούν το ένα στο άλλο,και η αμοιβαία αυτή επίδραση του ενός πάνω στο άλλο είναι ίσα-ίσα η κίνηση".
Η σύνδεση και η αλληλεπίδραση είναι αναπόσπαστες από την κίνηση, την αλλαγή και την εξέλιξη.
Η διαλεκτική αντίληψη για την εξέλιξη σαν προτσές γέννησης του καινούργιου και εξαφάνισης του παλιού είναι μια από τις σπουδαιότερες θέσεις στο θεωρητικό βάθρο της επαναστατικής πάλης του προλεταριάτου κατά του καπιταλισμού, για το σοσιαλισμό, στη θεωρητική θεμελίωση της στρατηγικής και της τακτικής του προλεταριάτου.


Οι θεμελιωτές του μαρξισμού - λενινισμού επεξεργάστηκαν ολόπλευρα το ζήτημα του διαλεκτικού χαρακτήρα της εξέλιξης, το ζήτημα της αλλαγής της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης. Ο Μαρξ έδειξε ότι η κοινωνία βρίσκεται σε αέναη εξέλιξη και αλλαγή. Όλα τα κοινωνικά φαινόμενα ο Μαρξ τα εξετάζει στην εξέλιξη και την αλλαγή τους. Το κλασικό έργο του Μαρξ "Το Κεφάλαιο" είναι πρότυπο δημιουργικής εφαρμογής του διαλεκτικού υλισμού στην ανάλυση των νόμων εξέλιξης του καπιταλισμού.


Η διαλεκτική,διδάσκει ο Ένγκελς, περιλαμβάνει όλες τις μορφές κίνησης από την απλή μετατόπιση των αντικειμένων στο χώρο ως την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο Ένγκελς έδωσε τον χαρακτηρισμό της διαλεκτικής κατανόησης των βασικών μορφών της κίνησης της ύλης και του συσχετισμού κίνησης και ηρεμίας. Στηριγμένος στα δεδομένα της επιστήμης για τη φύση και την κοινωνία, ο Ένγκελς έδειξε ότι η κίνηση είναι μορφή, είναι τρόπος ύπαρξης της ύλης, αναφαίρετη ιδιότητά της. Δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει ύλη χωρίς κίνηση. Αυτό είναι το σπουδαιότατο συμπέρασμα του διαλεκτικού υλισμού.

Ο Λένιν, υπερασπίζοντας τη μαρξιστική διαλεκτική από τις διαστρεβλώσεις, αναπτύσσοντας την και πλουτίζοντας την με βάση τα νέα δεδομένα των επιστημών για τη φύση και τη νέα πρακτική πείρα της επαναστατικής πάλης, πλούτισε τη διαλεκτική αντίληψη της εξέλιξης. Ο Β.Ι.Λένιν ξεσκέπασε τους ναρόντνικους που διεκήρυτταν ότι η διαλεκτική είναι σοφιστική και τους ρεβιζιονιστές που προπαγανδιζαν έναν αγοραίο εξελικτικισμό. Στο βιβλίο του "Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός" ο Λένιν κατετρόπωσε τους μαχιστές, που αποσπούσαν την κίνηση από την ύλη, που εξέταζαν την κίνηση έξω από την ύλη.Γενικεύοντας τα νέα δεδομένα της φυσικής, ο Λένιν έδειξε ότι η μαρξιστική διδασκαλία για την κίνηση σαν αναφαίρετη ιδιότητα της ύλης βρήκε ξανά επιβεβαίωση στη φυσική.


"Σε αντίθεση προς τη μεταφυσική -γράφει ο Ι.Β Στάλιν- η διαλεκτική εξετάζει τη φύση όχι σαν κατάσταση ηρεμίας και ακινησίας, στασιμότητας και αμεταβλητότητας, μα σαν κατάσταση αδιάκοπης κίνησης και αλλαγής ,αδιάκοπης ανανέωσης και εξέλιξης, όπου πάντα κάτι γεννιέται και αναπτύσσεται, κάτι καταστρέφεται και τραβάει προς το χαμό του. Γι'αυτό η διαλεκτική μέθοδος απαιτεί να εξετάζονται τα φαινόμενα όχι μόνο από την άποψη της αμοιβαίας σύνδεσής τους και του αλληλοκαθορισμού τους, μα κι από την άποψη της κίνησης τους, της αλλαγής τους, της εξέλιξής τους, από την άποψη της εμφάνισης και της εξαφάνισή τους."


Σύμφωνα με τη μεταφυσική άποψη όλα στη φύση μένουν όπως ήταν, αμετάβλητα, αποστεωμένα.

Ο Ένγκελς, βγάζοντας στο φως τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της φυσιογνωσίας του 17ου-18ου αιώνα, τόνιζε ότι η επιστήμη εκείνης της περιόδου εξέταζε τη φύση σε κατάσταση ηρεμίας. Οι επιστήμονες εκείνης της περιόδου φαντάζονταν τη φύση αμετάβλητη. Είχαν τη γνώμη ότι οι πλανήτες περιστρέφονται κατά αμετάβλητες ελλείψεις, ενώ οι απλανείς στέκονται αιωνίως ακίνητοι στις θέσεις τους. Υπέθεταν ότι υπήρχαν πάντα οι σημερινές πέντε ήπειροι του κόσμου, υπήρχαν πάντα τα ίδια βουνά, πεδιάδες, θάλασσες, ποτάμια, λίμνες. Το κλίμα, η χλωρίδα, η πανίδα, τα είδη των φυτών και των ζώων εθεωρούντο επίσης απολύτως σταθερά και αμετάβλητα.

Το πόσο ισχυρή ήταν η επίδραση της μεταφυσικής στις απόψεις των φυσιοδιφών μπορούμε να το κρίνουμε από τις αντιλήψεις του γνωστού Γάλλου ζωολόγου Κυβιέ. Μελετώντας τα απολιθώματα των ζώων, ο Κυβιέ ανακάλυψε ότι τα ζώα που υπήρχαν παλιότερα διαφέρουν από τα τωρινά. Από το γεγονός αυτό έβγαινε μόνο του το συμπέρασμα για την εξέλιξη των ειδών. Ωστόσο ο Κυβιέ δεν ακολούθησε αυτό το δρόμο, αλλά ισχυριζόταν ότι τα είδη είναι αμετάβλητα. Θεωρούσε ότι η γη πέρασε κάμποσες καταστροφές, "κατακλυσμούς'', που το αποτέλεσμα τους ήταν πως κάθε φορά χάνονταν τα ζώα και τα φυτά και ότι έμενε για πολύ καιρό ακατοίκητη, ώσπου να τα ξαναδημιουργήσει κάποια "θεϊκή" δύναμη.

Παραλλαγή των μεταφυσικών αντιλήψεων ήταν η αντιεπιστημονιική θεωρία του προμορφισμού, που πολύν καιρό την προπαγάνδιζαν στη βιολογία, σύμφωνα μ`αυτή την παραλλαγή το έμβρυο του οργανισμού έχει όλα τα γνωρίσματα και όλα τα όργανα του ενηλίκου ζώου ή ανθρώπου.

Η κατοπινή εξέλιξη της επιστήμης ανασκεύασε ολότελα τις απόψεις αυτού του είδους.

Ωστόσο θα ήταν λάθος να θεωρείται η μεταφυσική απλώς και μόνο ιστορικό παρελθόν. Στην αστική επιστήμη η μεταφυσική κυριαρχεί και σήμερα. Είναι αλήθεια πώς στην εποχή μας είναι δύσκολο ν αρνηθεί κανείς την εξέλιξη, γι'αυτό οι αστοί φιλόσοφοι, επιθυμώντας να διατηρήσουν κάποια επίφαση επιστημονικότητας των απόψεων τους, δεν αρνούνται κατηγορηματικά και ανοικτά την εξέλιξη, μα διαστρεβλώνουν την ουσία της. Αυτή είναι μια από τις ιδιομορφίες της μεταφυσικής στο σύγχρονο στάδιο της.

Ορισμένοι αστοί επιστήμονες επιχειρούν, λόγου χάρη, "ν`αποδείξουν'' ότι το σύμπαν έχει αρχή μέσα στο χρόνο και, συνεπώς, θα έχει και τέλος. Οι αντιδραστικοί ισχυρίζονται ότι η εξέλιξη της φύσης έχει τάχα σταματήσει. Οι απόψεις αυτού του είδους αποτελούν υπεράσπιση της παπαδοσύνης και δεν έχουν τίποτε το κοινό με την επιστήμη. Έτσι ο αστός ιδεαλιστής επιστήμονας Τζ. Τζήνς κηρύχνει τη μεταφυσική και δηλώνει ότι η φύση δεν εξελίσσεται μέσα στο χρόνο και το χώρο.

Η σύγχρονη αντιδραστική ιδεολογία προσπαθεί με κάθε τρόπο ν`αναστήσει τη μεταφυσική, να εξοστρακίσει από την επιστήμη την ιδέα της εξέλιξης. Για το σκοπό αυτό καταβάλλει εντατική προσπάθεια ν`ανασκευασθεί ο δαρβινισμός, ν`ανασκευασθεί η ίδια η ιδέα της εξέλιξης της ζωντανής φύσης. Ο δαρβινισμός χαρακτηρίζεται τέχνασμα και προβάλλεται ο ισχυρισμός πως η ιδέα της εξέλιξης έχει δήθεν χρεωκοπήσει.

Οι τέτοιες ψευτοθεωρίες σαν το μεντελισμό - βαϊσμανισμό - μοργκανισμό, αποτελούν τυπική μεταφυσική. Οι βαϊσμανιστές - μοργκανιστές στα λόγια παραδέχονται την εξέλιξη, και μάλιστα κρύβονται πίσω από την ταμπέλα του νεοδαρβινισμού. Στην πράξη όμως αρνούνται το καινούργιο στο προτσές της εξέλιξης της οργανικής φύσης. Ισχυρίζονται ότι υπάρχει κάποια ιδιαίτερη κληρονομική ουσία, που είναι δήθεν αιώνια, αμετάβλητη, αθάνατη και δεν εξαρτάται από τις συνθήκες του περιβάλλοντος. Ο Βάισμαν έγραφε : "Μόνο το σώμα είναι θνητό με την έννοια του φυσικού θανάτου, ενώ η κληρονομική βάση είναι αθάνατη. Η βάση αυτή εκτείνεται από γενεά σε γενεά σαν ερπυστικό ρίζωμα."

Αν η κληρονομική ουσία είναι αιώνια και αμετάβλητη, αυτό σημαίνει πως στο προτσές της εξέλιξης των οργανισμών δε δημιουργείται τίποτε το καινούργιο, μα απλώς και μόνο εκδηλώνονται οι από προηγούμενα εναποθεμένες μέσα τους ιδιότητες. Έτσι ο βαϊσμανισμός είναι απαράλλακτος ο προμορφισμός, που αρνείται την εξέλιξη,τη γέννηση του καινούργιου και παραδέχεται μόνο την απλή αύξηση. Οι βαϊσμανιστές καταπολεμούν ανοικτά την διαλεκτική ιδέα της εξέλιξης και ισχυρίζονται ότι δήθεν η εξέλιξη της οργανικής φύσης "σταματά", "σβήνει", λόγω του ότι οι οργανισμοί χάνουν τα "αποθέματα μεταλλαγών"

Η  μεταφυσική αντίληψη της εξέλιξης κυριαρχεί και στη σύγχρονη αστική κοινωνιολογία. Επί αιώνες οι αντιδραστικοί επανελάμβαναν το τροπάρι της αιωνιότητας του χωρισμού της κοινωνίας σε τάξεις, το τροπάρι του απαραβίαστου των αρχών της ατομικής ιδιοκτησίας, το τροπάρι των αιώνων αρχών της ηθικής, της καθολικότητας του "θρησκευτικού συναισθήματος" κλπ. Οι μεταφυσικές αυτές θεωρίες διαδόθηκαν ιδιαίτερα πλατιά στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Οι συνήγοροι του καπιταλισμού που έφαγε το ψωμί του, του καπιταλισμού που πεθαίνει, προσπαθούν μ`όλες τους τις δυνάμεις ν`αποδείξουν την αιωνιότητα του καπιταλισμού, το απαρασάλευτο της διαίρεσης της κοινωνίας σε καταπιεζόμενους και καταπιεστές,σε "κατώτερες" και "ανώτερες" φυλές.

Η μεταφυσική διαποτίζει απ`άκρη σ `άκρη όλη την αντιδραστική αστική φιλοσοφία. Λόγου χάρη οι πραγματιστές ισχυρίζονται ότι ο κόσμος αυτός καθ`εαυτόν δεν υπόκειται σε κανενός είδους αλλαγές. Γι'αυτούς η κίνηση, η αλλαγή δεν είναι τίποτε περισσότερο από τρόπος διάκρισης των φαινομένων, τρόπος που εφαρμόζεται,επειδή είναι βολικός για το γνωρίζον υποκείμενο.

Στην εποχή μας η μεταφυσική αποτελεί,για οποιονδήποτε τομέα γνώσης κι αν πρόκειται, μια από τις εκδηλώσεις της αστικής κοσμοθεωρίας. Η σύγχρονη αντίδραση προσπαθεί να βρει τη δικαίωσή της στη μεταφυσική ερμηνεία της εξέλιξης. Η εργατική τάξη βρίσκει στη διαλεκτική αντίληψη της εξέλιξης την επιστημονική θεμελίωση της πάλης της για το καινούργιο, για τον σοσιαλισμό. Αυτό σημαίνει ότι στη σύγχρονη κοινωνία η μεταφυσική και το αντίθετό της η διαλεκτική αντίληψη της εξέλιξης, αντανακλούν τη ριζική αντίθεση αστικής και προλεταριακής κοσμοθεωρίας.

Από τις δύο αντιλήψεις για την εξέλιξη επιστημονική είναι μόνο η διαλεκτικο - υλιστική. Η αντίληψη αυτή επικυρώνεται εξ ολοκλήρου από τα συμπεράσματα της σύγχρονης φυσιογνωσίας και απ`όλη την κοινωνικο - παραγωγική δράση των ανθρώπων.

Από το βιβλίο ''Διαλεκτικός Υλισμός'' της ακαδημίας επιστημών ΕΣΣΔ








Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

Κορέα 1950-1953. Ο Ψυχρός Πόλεμος γίνεται Θερμός

Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία φυλ. 801, στις 13/5/2017

Ο Πάμπλο Πικάσο ζωγράφισε το 1951 τη «Σφαγή στην Κορέα» εμπνευσμένος από το έργο του Γκόγια «3η Μαρτίου» (1814) που αναφέρεται στην αντίσταση των Ισπανών ενάντια στις γαλλικές δυνάμεις κατοχής

Οι πρώτες πράξεις του Ψυχρού Πολέμου

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Περίοδος του Ψυχρού Πολέμου. Έχει προηγηθεί η λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (ΒΠΠ) με τη νίκη του Κόκκινου Στρατού επί των Γερμανών Ναζί και έχουν δημιουργηθεί στην Ανατολική Ευρώπη οι Λαϊκές Δημοκρατίες. Ένα χρόνο νωρίτερα, στα 1949, ο κινέζικος λαός βγαίνοντας νικητής, μετά από έναν μακρόχρονο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, εγκαθίδρυσε σοσιαλιστικό καθεστώς. Σε πολλές περιοχές του πλανήτη εμφανίστηκαν δυναμικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που κλόνισαν τα θεμέλια του ιμπεριαλισμού.

Οι ΗΠΑ, παίρνοντας τη σκυτάλη στην πρωτοκαθεδρία του ιμπεριαλισμού από την Αγγλία, ανέλαβαν να σώσουν το καπιταλισμό από τη σαρωτική επαναστατική έφοδο των λαών σε παγκόσμιο επίπεδο. Ανακοινώνουν το δόγμα Τρούμαν με το οποίο επισημοποιείται η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου. Εφαρμόζουν το σχέδιο Μάρσαλ ώστε να ενισχύσουν οικονομικά τις εξαρτημένες σ’ αυτούς χώρες της Ευρώπης, να υποτάξουν ακόμα περισσότερο τις αστικές τους τάξεις, να φρενάρουν την άνοδο του λαϊκού-επαναστατικού κινήματος και να σύρουν ολόκληρους λαούς πίσω από το άρμα τους στην αντισοσιαλιστική τους υστερία. Ιδρύουν το ΝΑΤΟ και ξεκινούν να φυτεύουν στρατιωτικές βάσεις και πυρηνικά σε όλες τις γωνιές του πλανήτη. Στο εσωτερικό τους επικρατεί ακραίος αντικομμουνισμός (μακαρθισμός).


Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Τσόρτσιλ που στα 1946 με την ομιλία του στο Φούλτον του Μιζούρι επισφραγίζει την έναρξη του «αγώνα» του «ελεύθερου κόσμου» ενάντια στο «σιδηρούν παραπέτασμα», υιοθετώντας έτσι τον όρο που χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο Γκέμπελς, σε ραδιοφωνική ομιλία του στο Βερολίνο στις αρχές του 1945, αναφερόμενος στην ΕΣΣΔ.


Η Κορέα μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο

Όπως ήταν φυσικό η περιοχή της Άπω Ανατολής και πιο συγκεκριμένα η κορεατική χερσόνησος βρέθηκε πολύ γρήγορα στο μάτι του κυκλώνα. Πρώην ιαπωνική αποικία, μετά το τέλος του ΒΠΠ, τον Αύγουστο του 1945 απελευθερώνεται από τις επαναστατικές κορεατικές δυνάμεις της αντίστασης και τον Κόκκινο Στρατό. Η χώρα μοιράστηκε σε δύο ζώνες: βόρεια του 38ου παράλληλου η σοβιετική στρατιωτική ζώνη ευθύνης και νότια αυτού η αμερικανική. Με βάση τη Διάσκεψη του Πότσνταμ και τη συμφωνία ΕΣΣΔ, ΗΠΑ και Μ. Βρετανίας, οι δύο Κορέες έπρεπε να ενωθούν και να δημιουργηθεί ένα ενιαίο και ανεξάρτητο κράτος. 



Στη ολόκληρη τη χώρα υπήρχε ένα μεγάλο κίνημα αντίστασης, κυρίως με κομμουνιστές και άλλες πατριωτικές δυνάμεις. Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1945 πραγματοποιήθηκε στη Σεούλ μια αντιπροσωπευτική συνέλευση Επιτροπών για την Εθνική Ανεξαρτησία. Αποφασίστηκε να σχηματιστεί μια ενιαία εθνική κυβέρνηση (Λαϊκή Δημοκρατία) για όλη την Κορέα. Η απόφαση αυτή απηχούσε και τις διαθέσεις του κορεατικού λαού. 

Όμως δύο μέρες αργότερα αποβιβάστηκαν στη χώρα οι δυνάμεις κατοχής των αμερικανών. Διόρισαν ένα Συμβούλιο που περιελάμβανε αρκετούς Ιάπωνες και Κορεάτες συνεργάτες τους. Στις 10 του Οκτώβρη του 1945 η αμερικανική στρατιωτική κυβέρνηση αυτοανακηρύχθηκε ως η μοναδική κυβέρνηση στη Ν. Κορέα, διχοτομώντας στην πράξη τη χώρα. Στις αρχές του 1946 σχημάτισαν νέα στρατιωτική κυβέρνηση με επικεφαλής το ανδρείκελο των ΗΠΑ, Σίνγκμαν Ρι, που ανήκε στη σκληροπυρηνική δεξιά.


Στη Β. Κορέα ιδρύθηκε το Δημοκρατικό Πατριωτικό Μέτωπο αποτελούμενο από το Κ.Κ. Κορέας και άλλα κόμματα. Δημιουργήθηκε η «Προσωρινή Λαϊκή Επιτροπή» με επικεφαλής τον Κιμ ιλ Σουνγκ και το Μάρτη του 1946 προχώρησε στην πρώτη μεγάλη αγροτική μεταρρύθμιση. Κατασχέθηκε η γη των Γιαπωνέζων και των ντόπιων συνεργατών τους και μοιράστηκε σε ακτήμονες. Εθνικοποιήθηκαν εργοστάσια και δημεύθηκαν περιουσίες που ανήκαν στους ιάπωνες αποικιοκράτες. 

Βόμβες ναπάλμ στην Κορέα

Τον Αύγουστο ενώθηκε το Κ.Κ. Κορέας και το Νέο Λαϊκό Κόμμα και ίδρυσαν το Κόμμα Εργασίας της Κορέας. Στόχος του είναι η ειρηνική ενοποίηση της χώρας. 

Με απόφαση του ΟΗΕ χωρίς τη συμφωνία της ΕΣΣΔ, διενεργήθηκαν εκλογές μόνο στη Ν. Κορέα, στις 10 Μάη του 1948, μέσα σε συνθήκες ανοικτής τρομοκρατίας, με νικητή των εκλογών τον Ρι ο οποίος εμπλεκόταν άμεσα ή έμμεσα σε 600 δολοφονίες πολιτικών, ανάμεσα σ’ αυτούς και μετριοπαθών ηγετών. Στις εκλογές πήραν μέρος μόλις το 30% των ψηφοφόρων και σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο που είχε ψηφιστεί λίγο πριν, αποκλείστηκε η μεγάλη μάζα των αναλφάβητων. Παρόλα αυτά, η Επιτροπή του ΟΗΕ που επιτηρούσε τις εκλογές έκανε δεκτά τα αποτελέσματα. Έτσι αναγνωρίζεται η κυβέρνηση της Ν. Κορέας από τον ΟΗΕ, στις 12 Δεκέμβρη του 1948.

Παράλληλα διενεργήθηκαν εκλογές και στη Β. Κορέα. Στις 9 Αυγούστου του 1948 συνήλθε η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση της Κορέας στο Φενιάν και ανακηρύχθηκε η Λαϊκοκρατική Δημοκρατία (ΛΔ) της Κορέας. Ύστερα από αίτηση της λαϊκής εξουσίας ο σοβιετικός στρατός αποσύρθηκε από τη Βόρεια Κορέα στα τέλη του 1948. Έτσι καθιερώθηκαν οι δύο Κορέες και το πρόβλημα της ενοποίησης παρέμενε ανοιχτό.

Ποιος ξεκίνησε τον πόλεμο 

Έχει κυριαρχήσει η άποψη ότι ο πόλεμος ξεκίνησε όταν στις 25 Ιουνίου του 1950 ο στρατός της Β. Κορέας εισέβαλε στη Νότια. Ας δούμε την πορεία των γεγονότων λίγο πριν την έναρξη του πολέμου.

Στις 30 Μαΐου του 1950 γίνονται νέες εκλογές στη Ν. Κορέα και παρόλο που το κόμμα του Ρι μειοψηφεί, αυτός παραμένει πρωθυπουργός! Στην προεκλογική περίοδο η τρομοκρατία ήταν και πάλι κυρίαρχη με συλλήψεις υποψήφιων-αντίπαλων του και οπαδών τους. Υπολογίζεται πως εκείνη τη στιγμή υπήρχαν τουλάχιστον 14.000 πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές της Ν. Κορέας. Στις 11 Ιούνη η Β. Κορέα στέλνει αποστολή στη Σεούλ για να συζητήσουν το θέμα της ενοποίησης. Οι απεσταλμένοι συλλαμβάνονται και απειλούνται με εκτέλεση.




Στις 25 του Ιούνη ο στρατός της αμερικανοστήριχτης κυβέρνησης των Νοτιών επιτίθεται εναντίον νοτιοκορεατών ανταρτών, πάνω από τον 38ο παράλληλο, εισβάλοντας έτσι στη Β. Κορέα. Έφτασαν μάλιστα να καταλάβουν την πόλη Haeju αρκετά χιλιόμετρα μέσα στο βορειοκορεατικό έδαφος, γεγονός που παραδέχτηκαν και οι δυτικοί. Και δεν ήταν η μοναδική φορά που έγινε κάτι τέτοιο. Τις δύο προηγούμενες μέρες υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις βομβαρδισμών βορειοκορεατικών στόχων από νοτιοκορεάτες.

Ρι και Μακάρθουρ


Έτσι την ίδια μέρα (25 Ιούνη) η Κυβέρνηση της Λ.Δ. της Κορέας δίνει διαταγή στο λαϊκό στρατό να περάσει σε αντεπίθεση. 

Ακόμη και οι ίδιοι αμερικανοί στις τότε δηλώσεις τους αμφισβήτησαν ότι οι βορειοκορεάτες εισέβαλαν πρώτοι. Σύμφωνα με αμερικανό δημοσιογράφο ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ «ποτέ δεν σιγουρεύτηκε ότι ο Σίνγκμαν Ρι δεν ήταν εκείνος που προκάλεσε την επίθεση των ερυθρών» (Χόροβιτς). Μάλιστα αμερικανός αξιωματούχος αμφισβήτησε το ίδιο γεγονός λέγοντας πως ο βορειοκορεατικός στρατός δεν ήταν έτοιμος κατά την έναρξη των εχθροπραξιών.


Αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο πρέσβης Philip C. Jessup, έλεγε πως από τον Απρίλιο του 1950 συνέβαιναν συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ των δύο στρατών με πραγματικές μάχες και με αιχμαλώτους πολέμου. Στα σύνορα υπήρχαν συνεχείς κινήσεις στρατευμάτων και οχυρώσεις.

Η κυβέρνηση της Β. Κορέας είχε υποστηρίξει ότι μόνο το 1949, είχαν γίνει 2.617 ένοπλες επιδρομές του στρατού της Ν. Κορέας στο Βορρά, με δολοφονίες, απαγωγές, εμπρησμούς και λεηλασίες με στόχο να δημιουργήσουν κοινωνική αναταραχή. Μόνο σε μία επίθεση νοτιοκορεατών στις 4 Μάη του 1949 στο Kaesong σκοτώθηκαν 4.000 βορειοκορεάτες. Ουσιαστικά ο εμφύλιος είχε ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα. 

Την ίδια μέρα της επίθεσης οι ΗΠΑ συγκαλούν το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με την απουσία της ΕΣΣΔ, που είχε δικαίωμα βέτο. Ο ΟΗΕ χαρακτηρίζει τη Β. Κορέα «επιδρομέα» και καλεί τα μέλη του να βοηθήσουν τον Ρι. 

Η επέμβαση των ΗΠΑ

Στις 27 Ιούνη ο αμερικανός Πρόεδρος Τρούμαν ανακοινώνει τη στρατιωτική επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο της Κορέας με διοικητή το στρατηγό Μακάρθουρ.

Στην αρχή ο στρατός της Β. Κορέας κατάφερε να απελευθερώσει πάνω από το 75% του εδάφους της χώρας και στις 28 Ιούνη κατέλαβε ακόμα και τη Σεούλ. Οι αμερικανοί άρχισαν να σκέφτονται πολύ σοβαρά το ενδεχόμενο χρήση της ατομικής βόμβας. «Στις 12 Ιούλη (εννοεί του 1950) η Βουλή των Αντιπροσώπων χειροκρότησε ένα βουλευτή που ζήτησε να χρησιμοποιηθούν ατομικές βόμβες εναντίον βορειοκορεατικών πόλεων…». (Χόροβιτς, σελ. 169).

Μπορεί οι αμερικανοί να μην χρησιμοποίησαν την ατομική βόμβα αλλά χρησιμοποίησαν εκατοντάδες βόμβες ναπάλμ στο έδαφος της Κορέας καταστρέφοντας τεράστιες εκτάσεις και δολοφονώντας εκατομμύρια αθώους. Δε γινόταν καμία διάκριση μεταξύ στρατιωτικών και μη στρατιωτικών στόχων. Η καταστροφή και ο ανθρώπινος πόνος που προκάλεσαν ήταν ανείπωτος. Μαζικές δολοφονίες αμάχων, ολοσχερώς καμένα χωριά και πόλεις, βασανιστήρια και κάθε είδους φρικαλεότητες ήταν η τακτική τους. Η βαρβαρότητα κυριαρχούσε παντού. Ακόμα και οι New York Times ανέφεραν σε δημοσιεύματά τους το Δεκέμβρη του 1950 πως η κυβέρνηση της Νότου εκτελούσε μαζικά αμάχους χωρίς δίκη μόνο με την κατηγορία ότι ήταν κομμουνιστές. Αμερικανός διπλωμάτης αναφέρει ότι εκτελέστηκαν περισσότεροι από 100.000 χωρίς δίκη.

Τέλος θα πρέπει να αναφέρουμε ότι παρά την δυτική προπαγάνδα για τις χιλιάδες δολοφονίες αμερικανών αιχμαλώτων στη Β. Κορέα, αποδείχθηκε αργότερα πως οι κύριοι υπεύθυνοι και για αυτό ήταν οι ίδιοι οι αμερικάνοι που βομβάρδισαν ακόμα και τις φυλακές με τους δικούς τους κρατούμενους!

Σταδιακά προστέθηκαν στη δύναμη του ΟΗΕ και των ΗΠΑ στρατεύματα από 15 χώρες. Μέχρι και η Ελλάδα έστειλε εκστρατευτικό σώμα.



Η εμπλοκή της Κίνας και η ανακωχή 

Μετά τις 15 Σεπτέμβρη πραγματοποιείται απόβαση ενός αμερικανικού σώματος στρατού στο Ίντσον πίσω από τα βορειοκορεάτικα στρατεύματα πετυχαίνοντας νίκες. Στις 26 Σεπτέμβρη οι νοτιοκορεάτες και οι αμερικανοί ανακαταλαμβάνουν τη Σεούλ. Οι βόρειοι οπισθοχωρούν πέρα από τον 38ο παράλληλο και οι Αμερικανοί φτάνουν μέχρι τα σύνορα με την Κίνα. Μπροστά στον κίνδυνο καταστροφής όλη της Β. Κορέας και εισβολής των αμερικανών στην Κίνα, στις 26 Νοέμβρη εκατοντάδες χιλιάδες Κινέζοι εθελοντές θα κάνουν μαζική επίθεση και θα αλλάξουν το σκηνικό του πολέμου. Καταδιώκουν τους αμερικανούς και τους αναγκάζουν να επιστρέψουν πολύ γρήγορα νότια του 38ου παραλλήλου. Οι αμερικανοί καθώς υποχωρούσαν εφάρμοσαν την τακτική της καμένης γης, καταστρέφοντας καλλιέργειες σπίτια και υποδομές, αφήνοντας εκατομμύρια Κορεατών άστεγους και πεινασμένους.

Ο πόλεμος στην Κορέα θα συνεχιστεί με μεγάλες απώλειες για τις ΗΠΑ και τους δυτικούς συμμάχους τους. Το Γενάρη του 1951οι Κινέζοι περιόρισαν τις επιθέσεις. Τις ίδιες μέρες συζητήθηκε στον ΟΗΕ πρόταση για σταδιακή αποχώρηση των ξένων δυνάμεων και σύγκλιση διάσκεψης. Οι συζητήσεις για ανακωχή συνεχίστηκαν -όπως και ο πόλεμος- ως τις 27 Ιουνίου 1953 οπότε και υπογράφηκε ανακωχή.


Υπολογίζεται πως οι αμερικανοί έριξαν 635.000 τόνους βομβών στην Κορέα (κυρίως στη Β. Κορέα) οι 30.000 από αυτούς ήταν βόμβες ναπάλμ. Αξίζει μια σύγκριση με τις 500.000 τόνους βομβών που έριξαν συνολικά στον ΒΠΠ!! Καταστράφηκαν 8.700 εργοστάσια, 5.000 σχολεία, 1.000 νοσοκομεία και 600.000 κατοικίες. Μετά το τέλος του πολέμου στη Β. Κορέα υπήρχαν μόνο 2 κτίρια που έμειναν ανέπαφα από τους βομβαρδισμούς. Ο πόλεμος στοίχισε τη ζωή σε 4 εκατομμύρια Κορεάτες, περίπου το 10% του πληθυσμού. Άλλοι τόσοι τραυματίστηκαν.

Ο πραγματικός στόχος των Αμερικανών δεν ήταν απλώς η διχοτόμηση της χώρας αλλά η καταστροφή της ΛΔ της Β. Κορέας. Λέγεται ότι οι καταστροφές που υπέστη η χώρα αναλογικά ξεπερνούσαν ακόμα κι αυτές της ΕΣΣΔ στο ΒΠΠ. Επίσης είναι σίγουρο πως μια εισβολή στην Κίνα από τα εδάφη της Κορέας δεν ήταν έξω από τα σχέδια των ΗΠΑ. Η πρόθεση αυτή των Αμερικανών επιβεβαιώνεται από μια μελέτη που έγινε κατ’ εντολή του Αρχηγείου της Αμερικανικής Αεροπορίας το 1960. Σ’ αυτήν σημειώνεται ότι η Κίνα δεν είχε ανάμειξη στα σχέδια για την κορεατική εισβολή, αλλά αναγκάστηκε να επέμβει εξαιτίας των προθέσεων του Μακάρθουρ να εισβάλει στην Κίνα. Ο ίδιος δήλωσε πως αυτή ήταν η πρόθεσή του τότε (το 1950) και αυτό παραμένει μια ανεκπλήρωτη φιλοδοξία (το 1960). Και φυσικά απώτερος στόχος τους ήταν η ίδια η ΕΣΣΔ.

Το Σεπτέμβρη του 1953 οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης ως εγγυήτριες δυνάμεις. 

Βιβλιογραφία -   Σχετικές ιστοσελίδες
David Horowitz, «Από τη Γιάλτα στο Βιετνάμ», εκδ. Κάλβος

Αναρτήθηκε από ΣΤΕΦΑΝΟΣ Σ



Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

Коренная противоположность материализма и идеализма

Мировоззрение марксистско-ленинской партии называется диалектическим материализмом потому, что его истолкование явлений природы, его понимание явлений природы, его теория является материалистической. Что же такое материализм? На протяжении тысячелетий развития философии в классовом общество существовали и существуют поныне самые различные философские учения. Но как ни отличаются друг от друга эти учения, все они так или иначе отвечают на вопрос об отношении сознания к бытию, мышления к материи, психического к физическому. Это и есть главный, основной вопрос философии, образующий исходный теоретический пункт в решении всех других философских вопросов. Что чему предшествует: сознание - бытию, духовное - материальному или, наоборот, бытие предшествует сознанию, материальное - духовному? Такова первая сторона основного философского вопроса об отношении сознания к бытию. Способен ли человек познать материальный мир или же окружающая человека действительность непознаваема? Такова вторая сторона основного вопроса философии. В решении основного вопроса философии все философы разделялись на два противоположных лагеря. Представители одного из них - идеалисты - утверждают, что сознание духовное первично, а материя, природа производна, вторична; другие - материалисты, - напротив, исходят из признания первичности материи и вторичности сознания. Материалисты, исходя из признания первичности материи и вторичности сознания, утверждают, что материя вечна и бесконечна, что мир не имеет ни начала, ни конца как во времени, так и в пространстве. Идеалисты же, рассматривая материю как вторичное, производное, приходят к выводу, что мир имеет начало во времени и ограничен в пространстве, что было поэтому якобы время, когда материи, природы не существовало, что она возникла или была создана. Таким образом, идеалисты отстаивают религиозную точку зрения сотворения мира. Существуют две основные разновидности идеалистической философии: объективный идеализм и субъективный идеализм. Объективный идеализм исходит из признания некоей сверхприродной, сверхчеловеческой духовной силы, якобы создающей всё существующее в природе и обществе. Обычное религиозное представление о существовании божественного, внеприродного существа лежит в основе этой идеалистической концепции, которая называется объективным идеализмом лишь потому, что признаёт независимое от человеческого сознания существование некоей «мировой души», «мирового духа». Крупнейшими представителями объективного идеализма были в древности Платон (ок. 427- 347 гг. до н. э.) и в новое время Гегель (1770-1831 гг.). Платон создал мистическую систему объективного идеализма с её представлениями о вечном и неизменном мире идей, бледным и тленным отражением которого якобы является мир чувственных вещей. Гегель выступил с идеалистической, мистической системой, в которой сознание, возведённое в ранг «мирового разума», «абсолютной идеи», было объявлено первичным, а весь остальной мир, все явления бесконечной природы трактовались лишь как нечто временное и производное, порождаемое и уничтожаемое «абсолютной идеей». Гегель считал, что философское, идеалистическое представление о мире исходит из религиозного, которое оно «очищает», придавая ему «научную», выраженную в понятиях форму. Обожествив мышление под названием «абсолютной идеи», Гегель рассматривал природу как «инобытие» идеи, а общество и формы сознания - как последующие ступени её самосознания. Закономерности природы и общества Гегель свёл к логическим законам мышления, в связи с чем понятие было объявлено сущностью вещей. Пытаясь представить всё существующее в миро как разумное и логическое в своей основе, Гегель призывал по к борьбе против существовавших тогда в Германии реакционных социальных порядков, а к признанию их в конечном счёте разумными и изменяющимися к лучшему, независимо от субъективных устремлений человека. Гегель увековечивал монархию в её конституционной форме, а вместе с нею и сословное деление общества, особенно господство дворянства. В эпоху империализма неогегельянство как одно из наиболее распространённых направлений объективного идеализма стало идеологией империалистической буржуазии. В отличие от Гегеля неогегельянцы утверждают, что дух, являющийся якобы первоосновой существующего, является не разумным и сознательным, а стихийно действующим духом, следствием чего являются якобы «неразрешимые» и «трагические» противоречия в общественной жизни. Эта неогегельянская философия, философия пессимизма отражает общий кризис капиталистической системы. Вслед за Гегелем неогегельянцы объявляют государство воплощением абсолютного духа, или бога, и на этом основании требуют слепого, беспрекословного подчинения империалистическому государству, отвергая демократию как якобы незаконное вмешательство масс в божественные прерогативы буржуазной государственной машины. Характерными представителями объективного идеализма в США являются так называемые «персоналисты», утверждающие, что первоначалом, источником всего существующего является «верховная личность» - бог, сотворивший мир по образу и подобию своему. Все вещи в мире являются вследствие этого духовными индивидуальностями: каждый предмет обладает якобы абсолютно индивидуальной духовной сущностью, представляет собой своеобразную «личность». С этих позиций персоналисты отрицают взаимосвязь, взаимозависимость явлений и подменяют законы природы божественным предустановленном. Абсолютизируя индивидуальное, персонализм выступает против научного познания мира, превознося мистическое откровение, религиозный экстаз и т. п. Система персонализма имеет своей целью «космическое» обоснование буржуазного индивидуализма: все во вселенной как утверждают персоналисты, носит индивидуалистический характер, проистекает из «личного», «индивидуализирующего» начала. С точки зрения буржуазного индивидуализма, преследующего личные корыстные дели и не пренебрегающего никакими средствами, персоналисты шатаются обосновать реакционную идеологию космополитизма, объявляя национальность, государственный суверенитет «несущественными». Субъективный идеализм в отличие от идеализма объективного утверждает, будто духовное первоначало, совпадающее с сознанием субъекта, с индивидуальным сознанием - человеческим Я, порождает и определяет все существующее. Один из основоположников субъективного идеализма - английский епископ Беркли в своё время пытался доказать, что воспринимаемые нашими чувствами вещи (а о существовании никем не воспринимаемых вещей мы-де не имеем оснований говорить) существуют лишь в наших чувственных восприятиях. Быть - значит быть в восприятии, говорил Беркли. Все качества, присущие вещам, - цвет, запах, звук, тяжесть, твёрдость, температурное состояние и т. п. - Беркли считал субъективными, т. е. порождёнными самим актом восприятия. Нетрудно понять, к каким нелепым выводам приводит субъективный идеализм. Если все явления существуют лишь благодаря воспринимающему субъекту, если они представляют собой только сочетания ощущений, представлений, идей этого субъекта, то человеческое Я оказывается единственной реальностью, и даже другие люди должны быть признаны существующими только в восприятии данного субъекта. Этот неизбежный вывод из субъективного идеализма называется солипсизмом. Тот факт, что многие субъективные идеалисты всячески открещиваются от этих крайних и абсурдных выводов, наглядно вскрывает внутреннюю несостоятельность субъективного идеализма. В эпоху империализма субъективный идеализм как наиболее реакционная форма идеализма, прямо отвергающая объективность законов природы и общества, является наиболее распространённым философским воззрением буржуазии. В современных условиях субъективный идеализм обычно выдаёт себя за эмпиризм, т. е. за основанное на опыте воззрение; субъективные идеалисты ссылаются на показания органов чувств, декларируют своё доверие к ощущениям, апеллируют к «опыту», понимаемому как переживания субъекта. На самом же деле субъективные идеалисты являются злейшими врагами опытного знания, они отрицают объективное содержание, объективное значение опыта. В своём гениальном произведении «Материализм и эмпириокритицизм» В. И. Ленин разоблачил одно из наиболее распространенных направлений субъективного идеализма- махизм, или эмпириокритицизм. Один из главных представителей этого направления- Мах утверждал, что тела природы представляют собой «комплексы элементов». Элементами Мах называл всё чувственно воспринимаемое, например тёплое, красное, мягкое, твердое и т. п. Далее, Мах утверждал, что все эти чувственно воспринимаемые качества лишь в одном отношении являются физическими элементами; в другом отношении они представляют собой не что иное, как ощущения. Таким образом, «комплекс элементов» сводился к «комплексу ощущений», физическое рассматривалось как одно из проявлений психического; ощущения и представления объявлялись единственной реальностью, которая именовалась к тому же опытно данной. Другой представитель того же берклеанского направления - Авенариус утверждал, что существование объекта имеет в качестве своей предпосылки существование субъекта; тот и другой находятся-де в отношении «принципиальной координации», т. е., попросту говоря, неотделимы друг от друга. Разоблачая эту маскирующуюся под научность разновидность субъективного идеализма, В. И. Ленин подчёркивает, что признание явлений производными от чувственного восприятия является такой же поповщиной, как и любое положение объективного идеализма, ибо главное и здесь и там - утверждение, что природа вторична, производна. Ленинская критика махизма имеет громадное значение для разоблачения современной субъективно-идеалистической философии империалистической буржуазии. Она прямо направлена против таких взглядов, какие, например, развивает известный английский реакционер от философии Б. Рассел, который считает исходным пунктом познания не объективный мир, а самое сознание. «Нашими данными - говорит он, - являются прежде всего факты чувственного познания, то есть наши собственные чувственные данные и законы логики». Нетрудно видеть, что Рассел повторяет аргументы махистов, давно уже разоблачённые Лениным. Диалектический материализм, полностью разоблачая объективный и субъективный идеализм, показывает, что та и другая разновидности идеалистической философии в сущности едины, совпадают в основном, главном, решающем - в защите поповщины. В современных условиях философы-идеалисты обычно маскируют свой идеализм. С этой целью они разглагольствуют об «устарелости» противоположности между материализмом и идеализмом и борьбы между ними. Многие современные буржуазные философы утверждают, будто они преодолели «односторонность» материализма и идеализма и создали философию, не являющуюся ни материалистической, ни идеалистической. В действительности нельзя ни примирить материализм и идеализм, являющиеся взаимоисключающими философскими учениями, враждебными философскими партиями, ни подняться «выше» противоположности материализма и идеализма. Такого рода претензии совершенно аналогичны другим лицемерным заявлениям этих философов, объявляющих свои учения возвышающимися над истиной и заблуждением. Разоблачая тупоумную претензию буржуазных философов подняться выше материализма и идеализма, попытки представить устарелой борьбу между ними, В. И. Ленин показал, что за две тысячи лет развития философии не устарела и не могла устареть борьба идеализма и материализма, не устарела и не могла устареть борьба религии и науки, борьба сторонников сверхчувственного знания с противниками его. В делении философских течений на материалистические и идеалистические ярко выражена партийность философии, ее неразрывная связь с определёнными - прогрессивными или реакционными - общественными классами и группами. Борьба основных философских направлений - материализма и идеализма - со времени их возникновения и до наших дней является борьбой философских партий, представляющих интересы враждебных друг другу классов и социальных групп. То или иное решение основного вопроса философии - вопроса об отношении сознания к бытию - выражает в конечном счёте отношение того или иного класса к окружающей действительности , Так, например, борьба материалистической «линии Демокрита» против идеалистической «линии Платона» в древнегреческой философии отразила борьбу между прогрессивной рабовладельческой демократией и реакционной аристократией. Борьба Белинского, Герцена, Чернышевского, Писарева против идеализма Юркевича и славянофилов отразила протест русского крестьянства против господства помещиков. Следовательно, пока существуют в обществе противоположные классы, борьба материализма против идеализма является закономерностью развития философии. Материализм в истории человечества является, как правило, мировоззрением прогрессивных классов и социальных групп, в то время как идеализм выражает интересы реакционных классов и групп, а также всяческое примирение с реакцией. Материализм является теоретической основой и идейной движущей силой развития научного познания. Идеализм же, напротив, тормозит развитие науки, тянет её назад, паразитирует на трудностях развития естественнонаучной мысли. Естествознание невозможно, немыслимо вне материализма, без связи с материалистической философией. Материалистическая философия ставит перед наукой вопросы, требующие решения, намечает в общих чертах эти решения, указывает пути и методы научного исследования. Известно, что коренные положения естествознания - такие, как идея неуничтожимости материи и движения, эволюционная идея, вопрос об отношении психического к физическому, положение об атомистической структуре материи, - были выдвинуты прежде всего философами-материалистами и что вся непосредственная творческая деятельность самих естествоиспытателей опирается на идеи материализма. Материалистическая идея связи материи и движения привела великого учёного М. В. Ломоносова к научному представлению о том, что теплота - не какой-то нематериальный невесомый «флюид», а движение молекул, Эта идея была доказана наукой и оказалась одним из ее самых блестящих завоеваний. Материалистическое положение о том, что взаимодействие тел, находящихся на расстоянии друг от друга, невозможно без материального носителя этого взаимодействия, привело к возникновению прогрессивной для своего времени гипотезы о «мировом эфире», заполняющем все пространство. Результатом развития этой гипотезы является современное учение о «физическом поле» как особой специфической форме материи. Без учения о материальном поле невозможно представить себе современную физику, в которой это учение составляет краеугольный камень. Материалистическое представление о реальности атомов привело А. М. Бутлерова к созданию теории химического строения, явившейся одной из самых важных вех в развитии науки. Материалистические представления о связи живого организма и окружающей его материальной среды помогли открыть источник развития животного мира и двинули биологию далеко вперёд. Из этих фактов видно, что развитие науки внутренне связано с развитием материализма. Буржуазные философы всячески стремятся принизить роль материализма в истории познания. Но тщетны эти попытки: история философии есть история возникновения и развития научного материалистического мировоззрения и его законов в борьбе против враждебного науке идеализма. Стремясь опорочить материализм, буржуазные философы приписывают материалистам проповедь эгоизма, чревоугодия и прочие аморальные качества, присущие самим капиталистам. Эта клевета на материалистическую философию обнаруживает идейное убожество современной буржуазии, не брезгающей никакими средствами для опровержения материализма. Великой заслугой материализма в истории человечества является обоснование атеизма, прямо вытекающего из материалистического решения основного вопроса философии. Религия, которая на протяжении тысячелетий человеческой истории освящала порабощение человека человеком и прославляла невежество как «блаженное» состояние, встречает в лице материалистической философии непримиримого противника. Разоблачая религиозные суеверия, материализм внушает человеку веру в свои собственные силы, в возможность достижения счастья здесь, на земле, а не в каком-то выдуманном загробном мире. Напротив, идеализм признаёт существование сверхприродных, нематериальных, мистических сил. Как бы ни называли идеалисты эту сверхматериальную силу, во всех случаях эти названия являются лишь синонимами бога. Поэтому идеализм представляет собой утончённую, принаряженную поповщину, излагающую в наукообразной форме религиозные догматы. «Все идеалисты, как философские, так и религиозные, как старые, так и новые, - отмечают Маркс и Энгельс - верят в наития, откровения, спасителей, чудотворцев, и только от степени их образования зависит, принимает ли эта вера грубую, религиозную форму или же просвещенную, философскую...» [6] Идеализм всегда сводится так или иначе к защите или поддержке религии. Он по своей природе глубоко враждебен науке. В особенности враждебен науке современный идеализм, являющийся мировоззрением империалистической буржуазии, проповедующей поход против научного познания и истины вообще. Один из представителей реакционной американской философии «персонализма», Хоккинг, сожалеет о том, что церковь до сих пор пыталась умиротворить науку и отступала под её напором, ища пристанища в не исследованных ещё областях. Осуждая такого рода «тактику обороны», Хоккинг требует «наступления» на науку. Другой реакционный философ, Флюеллинг, прямо заявляет: «Лучшее, что может сделать философия, это показать разумность признания бога». Так, возрождая средневековое мракобесие, современная идеалистическая философия наглядно показывает свою враждебность науке. Только диалектический материализм является действительно научным мировоззрением.

Το ρωσικό πρωτότυπο του κομματιού ''Η ριζική αντίθεση ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό '' του βιβλίου ''Διαλεκτικός Υλισμός'' της ακαδημίας επιστημών ΕΣΣΔ ,παρμένο από εδώ http://bolshevick.org/teoriya-i-praktika-bolshevizma/diamat.pdf  [δείτε το στα ελληνικά εδώ http://mymaterialistfilosophy.blogspot.gr/2016/12/blog-post_28.html

Ουσία και αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας

 του Παναγιώτη Γαβάνα Ένα από τα βασικά ζητήματα που είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί στην αρχή αυτής της σειράς άρθρων που παρουσιάζουμε ανα...