Τρίτη 16 Μαΐου 2017

Η αντίθεση της διαλεκτικής προς τη μεταφυσική στην κατανόηση της εξέλιξης

Η ανακάλυψη της καθολικής αλληλεξάρτησης των αντικειμένων, των φαινομένων είναι το πρώτο βήμα στο δρόμο για τη γνώση της διαλεκτικής της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης. Η εξέταση των φαινομένων στην αλλαγή, στην ανανέωση, στην εξέλιξή τους είναι ένα παραπέρα βάθαιμα της γνώσης του αντικειμενικού κόσμου από τον άνθρωπο.

Η θέση της διαλεκτικής για την κίνηση, την ανανέωση, την εξέλιξη όλων των αντικειμένων και των φαινομένων συνδέεται οργανικά με τη θέση για την αλληλουχία των φαινομένων. Ο Ένγκελς έγραφε :"Όλη η προσιτή σε μας φύση απαρτίζει κάποιο σύστημα, κάποια συνολική σύνδεση σωμάτων...Στο γεγονός ότι τα σώματα αυτά βρίσκονται σε αμοιβαία σύνδεση περικλείνεται κιόλας το ότι επιδρούν το ένα στο άλλο,και η αμοιβαία αυτή επίδραση του ενός πάνω στο άλλο είναι ίσα-ίσα η κίνηση".
Η σύνδεση και η αλληλεπίδραση είναι αναπόσπαστες από την κίνηση, την αλλαγή και την εξέλιξη.
Η διαλεκτική αντίληψη για την εξέλιξη σαν προτσές γέννησης του καινούργιου και εξαφάνισης του παλιού είναι μια από τις σπουδαιότερες θέσεις στο θεωρητικό βάθρο της επαναστατικής πάλης του προλεταριάτου κατά του καπιταλισμού, για το σοσιαλισμό, στη θεωρητική θεμελίωση της στρατηγικής και της τακτικής του προλεταριάτου.


Οι θεμελιωτές του μαρξισμού - λενινισμού επεξεργάστηκαν ολόπλευρα το ζήτημα του διαλεκτικού χαρακτήρα της εξέλιξης, το ζήτημα της αλλαγής της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης. Ο Μαρξ έδειξε ότι η κοινωνία βρίσκεται σε αέναη εξέλιξη και αλλαγή. Όλα τα κοινωνικά φαινόμενα ο Μαρξ τα εξετάζει στην εξέλιξη και την αλλαγή τους. Το κλασικό έργο του Μαρξ "Το Κεφάλαιο" είναι πρότυπο δημιουργικής εφαρμογής του διαλεκτικού υλισμού στην ανάλυση των νόμων εξέλιξης του καπιταλισμού.


Η διαλεκτική,διδάσκει ο Ένγκελς, περιλαμβάνει όλες τις μορφές κίνησης από την απλή μετατόπιση των αντικειμένων στο χώρο ως την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο Ένγκελς έδωσε τον χαρακτηρισμό της διαλεκτικής κατανόησης των βασικών μορφών της κίνησης της ύλης και του συσχετισμού κίνησης και ηρεμίας. Στηριγμένος στα δεδομένα της επιστήμης για τη φύση και την κοινωνία, ο Ένγκελς έδειξε ότι η κίνηση είναι μορφή, είναι τρόπος ύπαρξης της ύλης, αναφαίρετη ιδιότητά της. Δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει ύλη χωρίς κίνηση. Αυτό είναι το σπουδαιότατο συμπέρασμα του διαλεκτικού υλισμού.

Ο Λένιν, υπερασπίζοντας τη μαρξιστική διαλεκτική από τις διαστρεβλώσεις, αναπτύσσοντας την και πλουτίζοντας την με βάση τα νέα δεδομένα των επιστημών για τη φύση και τη νέα πρακτική πείρα της επαναστατικής πάλης, πλούτισε τη διαλεκτική αντίληψη της εξέλιξης. Ο Β.Ι.Λένιν ξεσκέπασε τους ναρόντνικους που διεκήρυτταν ότι η διαλεκτική είναι σοφιστική και τους ρεβιζιονιστές που προπαγανδιζαν έναν αγοραίο εξελικτικισμό. Στο βιβλίο του "Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός" ο Λένιν κατετρόπωσε τους μαχιστές, που αποσπούσαν την κίνηση από την ύλη, που εξέταζαν την κίνηση έξω από την ύλη.Γενικεύοντας τα νέα δεδομένα της φυσικής, ο Λένιν έδειξε ότι η μαρξιστική διδασκαλία για την κίνηση σαν αναφαίρετη ιδιότητα της ύλης βρήκε ξανά επιβεβαίωση στη φυσική.


"Σε αντίθεση προς τη μεταφυσική -γράφει ο Ι.Β Στάλιν- η διαλεκτική εξετάζει τη φύση όχι σαν κατάσταση ηρεμίας και ακινησίας, στασιμότητας και αμεταβλητότητας, μα σαν κατάσταση αδιάκοπης κίνησης και αλλαγής ,αδιάκοπης ανανέωσης και εξέλιξης, όπου πάντα κάτι γεννιέται και αναπτύσσεται, κάτι καταστρέφεται και τραβάει προς το χαμό του. Γι'αυτό η διαλεκτική μέθοδος απαιτεί να εξετάζονται τα φαινόμενα όχι μόνο από την άποψη της αμοιβαίας σύνδεσής τους και του αλληλοκαθορισμού τους, μα κι από την άποψη της κίνησης τους, της αλλαγής τους, της εξέλιξής τους, από την άποψη της εμφάνισης και της εξαφάνισή τους."


Σύμφωνα με τη μεταφυσική άποψη όλα στη φύση μένουν όπως ήταν, αμετάβλητα, αποστεωμένα.

Ο Ένγκελς, βγάζοντας στο φως τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της φυσιογνωσίας του 17ου-18ου αιώνα, τόνιζε ότι η επιστήμη εκείνης της περιόδου εξέταζε τη φύση σε κατάσταση ηρεμίας. Οι επιστήμονες εκείνης της περιόδου φαντάζονταν τη φύση αμετάβλητη. Είχαν τη γνώμη ότι οι πλανήτες περιστρέφονται κατά αμετάβλητες ελλείψεις, ενώ οι απλανείς στέκονται αιωνίως ακίνητοι στις θέσεις τους. Υπέθεταν ότι υπήρχαν πάντα οι σημερινές πέντε ήπειροι του κόσμου, υπήρχαν πάντα τα ίδια βουνά, πεδιάδες, θάλασσες, ποτάμια, λίμνες. Το κλίμα, η χλωρίδα, η πανίδα, τα είδη των φυτών και των ζώων εθεωρούντο επίσης απολύτως σταθερά και αμετάβλητα.

Το πόσο ισχυρή ήταν η επίδραση της μεταφυσικής στις απόψεις των φυσιοδιφών μπορούμε να το κρίνουμε από τις αντιλήψεις του γνωστού Γάλλου ζωολόγου Κυβιέ. Μελετώντας τα απολιθώματα των ζώων, ο Κυβιέ ανακάλυψε ότι τα ζώα που υπήρχαν παλιότερα διαφέρουν από τα τωρινά. Από το γεγονός αυτό έβγαινε μόνο του το συμπέρασμα για την εξέλιξη των ειδών. Ωστόσο ο Κυβιέ δεν ακολούθησε αυτό το δρόμο, αλλά ισχυριζόταν ότι τα είδη είναι αμετάβλητα. Θεωρούσε ότι η γη πέρασε κάμποσες καταστροφές, "κατακλυσμούς'', που το αποτέλεσμα τους ήταν πως κάθε φορά χάνονταν τα ζώα και τα φυτά και ότι έμενε για πολύ καιρό ακατοίκητη, ώσπου να τα ξαναδημιουργήσει κάποια "θεϊκή" δύναμη.

Παραλλαγή των μεταφυσικών αντιλήψεων ήταν η αντιεπιστημονιική θεωρία του προμορφισμού, που πολύν καιρό την προπαγάνδιζαν στη βιολογία, σύμφωνα μ`αυτή την παραλλαγή το έμβρυο του οργανισμού έχει όλα τα γνωρίσματα και όλα τα όργανα του ενηλίκου ζώου ή ανθρώπου.

Η κατοπινή εξέλιξη της επιστήμης ανασκεύασε ολότελα τις απόψεις αυτού του είδους.

Ωστόσο θα ήταν λάθος να θεωρείται η μεταφυσική απλώς και μόνο ιστορικό παρελθόν. Στην αστική επιστήμη η μεταφυσική κυριαρχεί και σήμερα. Είναι αλήθεια πώς στην εποχή μας είναι δύσκολο ν αρνηθεί κανείς την εξέλιξη, γι'αυτό οι αστοί φιλόσοφοι, επιθυμώντας να διατηρήσουν κάποια επίφαση επιστημονικότητας των απόψεων τους, δεν αρνούνται κατηγορηματικά και ανοικτά την εξέλιξη, μα διαστρεβλώνουν την ουσία της. Αυτή είναι μια από τις ιδιομορφίες της μεταφυσικής στο σύγχρονο στάδιο της.

Ορισμένοι αστοί επιστήμονες επιχειρούν, λόγου χάρη, "ν`αποδείξουν'' ότι το σύμπαν έχει αρχή μέσα στο χρόνο και, συνεπώς, θα έχει και τέλος. Οι αντιδραστικοί ισχυρίζονται ότι η εξέλιξη της φύσης έχει τάχα σταματήσει. Οι απόψεις αυτού του είδους αποτελούν υπεράσπιση της παπαδοσύνης και δεν έχουν τίποτε το κοινό με την επιστήμη. Έτσι ο αστός ιδεαλιστής επιστήμονας Τζ. Τζήνς κηρύχνει τη μεταφυσική και δηλώνει ότι η φύση δεν εξελίσσεται μέσα στο χρόνο και το χώρο.

Η σύγχρονη αντιδραστική ιδεολογία προσπαθεί με κάθε τρόπο ν`αναστήσει τη μεταφυσική, να εξοστρακίσει από την επιστήμη την ιδέα της εξέλιξης. Για το σκοπό αυτό καταβάλλει εντατική προσπάθεια ν`ανασκευασθεί ο δαρβινισμός, ν`ανασκευασθεί η ίδια η ιδέα της εξέλιξης της ζωντανής φύσης. Ο δαρβινισμός χαρακτηρίζεται τέχνασμα και προβάλλεται ο ισχυρισμός πως η ιδέα της εξέλιξης έχει δήθεν χρεωκοπήσει.

Οι τέτοιες ψευτοθεωρίες σαν το μεντελισμό - βαϊσμανισμό - μοργκανισμό, αποτελούν τυπική μεταφυσική. Οι βαϊσμανιστές - μοργκανιστές στα λόγια παραδέχονται την εξέλιξη, και μάλιστα κρύβονται πίσω από την ταμπέλα του νεοδαρβινισμού. Στην πράξη όμως αρνούνται το καινούργιο στο προτσές της εξέλιξης της οργανικής φύσης. Ισχυρίζονται ότι υπάρχει κάποια ιδιαίτερη κληρονομική ουσία, που είναι δήθεν αιώνια, αμετάβλητη, αθάνατη και δεν εξαρτάται από τις συνθήκες του περιβάλλοντος. Ο Βάισμαν έγραφε : "Μόνο το σώμα είναι θνητό με την έννοια του φυσικού θανάτου, ενώ η κληρονομική βάση είναι αθάνατη. Η βάση αυτή εκτείνεται από γενεά σε γενεά σαν ερπυστικό ρίζωμα."

Αν η κληρονομική ουσία είναι αιώνια και αμετάβλητη, αυτό σημαίνει πως στο προτσές της εξέλιξης των οργανισμών δε δημιουργείται τίποτε το καινούργιο, μα απλώς και μόνο εκδηλώνονται οι από προηγούμενα εναποθεμένες μέσα τους ιδιότητες. Έτσι ο βαϊσμανισμός είναι απαράλλακτος ο προμορφισμός, που αρνείται την εξέλιξη,τη γέννηση του καινούργιου και παραδέχεται μόνο την απλή αύξηση. Οι βαϊσμανιστές καταπολεμούν ανοικτά την διαλεκτική ιδέα της εξέλιξης και ισχυρίζονται ότι δήθεν η εξέλιξη της οργανικής φύσης "σταματά", "σβήνει", λόγω του ότι οι οργανισμοί χάνουν τα "αποθέματα μεταλλαγών"

Η  μεταφυσική αντίληψη της εξέλιξης κυριαρχεί και στη σύγχρονη αστική κοινωνιολογία. Επί αιώνες οι αντιδραστικοί επανελάμβαναν το τροπάρι της αιωνιότητας του χωρισμού της κοινωνίας σε τάξεις, το τροπάρι του απαραβίαστου των αρχών της ατομικής ιδιοκτησίας, το τροπάρι των αιώνων αρχών της ηθικής, της καθολικότητας του "θρησκευτικού συναισθήματος" κλπ. Οι μεταφυσικές αυτές θεωρίες διαδόθηκαν ιδιαίτερα πλατιά στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Οι συνήγοροι του καπιταλισμού που έφαγε το ψωμί του, του καπιταλισμού που πεθαίνει, προσπαθούν μ`όλες τους τις δυνάμεις ν`αποδείξουν την αιωνιότητα του καπιταλισμού, το απαρασάλευτο της διαίρεσης της κοινωνίας σε καταπιεζόμενους και καταπιεστές,σε "κατώτερες" και "ανώτερες" φυλές.

Η μεταφυσική διαποτίζει απ`άκρη σ `άκρη όλη την αντιδραστική αστική φιλοσοφία. Λόγου χάρη οι πραγματιστές ισχυρίζονται ότι ο κόσμος αυτός καθ`εαυτόν δεν υπόκειται σε κανενός είδους αλλαγές. Γι'αυτούς η κίνηση, η αλλαγή δεν είναι τίποτε περισσότερο από τρόπος διάκρισης των φαινομένων, τρόπος που εφαρμόζεται,επειδή είναι βολικός για το γνωρίζον υποκείμενο.

Στην εποχή μας η μεταφυσική αποτελεί,για οποιονδήποτε τομέα γνώσης κι αν πρόκειται, μια από τις εκδηλώσεις της αστικής κοσμοθεωρίας. Η σύγχρονη αντίδραση προσπαθεί να βρει τη δικαίωσή της στη μεταφυσική ερμηνεία της εξέλιξης. Η εργατική τάξη βρίσκει στη διαλεκτική αντίληψη της εξέλιξης την επιστημονική θεμελίωση της πάλης της για το καινούργιο, για τον σοσιαλισμό. Αυτό σημαίνει ότι στη σύγχρονη κοινωνία η μεταφυσική και το αντίθετό της η διαλεκτική αντίληψη της εξέλιξης, αντανακλούν τη ριζική αντίθεση αστικής και προλεταριακής κοσμοθεωρίας.

Από τις δύο αντιλήψεις για την εξέλιξη επιστημονική είναι μόνο η διαλεκτικο - υλιστική. Η αντίληψη αυτή επικυρώνεται εξ ολοκλήρου από τα συμπεράσματα της σύγχρονης φυσιογνωσίας και απ`όλη την κοινωνικο - παραγωγική δράση των ανθρώπων.

Από το βιβλίο ''Διαλεκτικός Υλισμός'' της ακαδημίας επιστημών ΕΣΣΔ








Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

Κορέα 1950-1953. Ο Ψυχρός Πόλεμος γίνεται Θερμός

Δημοσιεύτηκε στην Προλεταριακή Σημαία φυλ. 801, στις 13/5/2017

Ο Πάμπλο Πικάσο ζωγράφισε το 1951 τη «Σφαγή στην Κορέα» εμπνευσμένος από το έργο του Γκόγια «3η Μαρτίου» (1814) που αναφέρεται στην αντίσταση των Ισπανών ενάντια στις γαλλικές δυνάμεις κατοχής

Οι πρώτες πράξεις του Ψυχρού Πολέμου

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Περίοδος του Ψυχρού Πολέμου. Έχει προηγηθεί η λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (ΒΠΠ) με τη νίκη του Κόκκινου Στρατού επί των Γερμανών Ναζί και έχουν δημιουργηθεί στην Ανατολική Ευρώπη οι Λαϊκές Δημοκρατίες. Ένα χρόνο νωρίτερα, στα 1949, ο κινέζικος λαός βγαίνοντας νικητής, μετά από έναν μακρόχρονο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, εγκαθίδρυσε σοσιαλιστικό καθεστώς. Σε πολλές περιοχές του πλανήτη εμφανίστηκαν δυναμικά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που κλόνισαν τα θεμέλια του ιμπεριαλισμού.

Οι ΗΠΑ, παίρνοντας τη σκυτάλη στην πρωτοκαθεδρία του ιμπεριαλισμού από την Αγγλία, ανέλαβαν να σώσουν το καπιταλισμό από τη σαρωτική επαναστατική έφοδο των λαών σε παγκόσμιο επίπεδο. Ανακοινώνουν το δόγμα Τρούμαν με το οποίο επισημοποιείται η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου. Εφαρμόζουν το σχέδιο Μάρσαλ ώστε να ενισχύσουν οικονομικά τις εξαρτημένες σ’ αυτούς χώρες της Ευρώπης, να υποτάξουν ακόμα περισσότερο τις αστικές τους τάξεις, να φρενάρουν την άνοδο του λαϊκού-επαναστατικού κινήματος και να σύρουν ολόκληρους λαούς πίσω από το άρμα τους στην αντισοσιαλιστική τους υστερία. Ιδρύουν το ΝΑΤΟ και ξεκινούν να φυτεύουν στρατιωτικές βάσεις και πυρηνικά σε όλες τις γωνιές του πλανήτη. Στο εσωτερικό τους επικρατεί ακραίος αντικομμουνισμός (μακαρθισμός).


Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Τσόρτσιλ που στα 1946 με την ομιλία του στο Φούλτον του Μιζούρι επισφραγίζει την έναρξη του «αγώνα» του «ελεύθερου κόσμου» ενάντια στο «σιδηρούν παραπέτασμα», υιοθετώντας έτσι τον όρο που χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο Γκέμπελς, σε ραδιοφωνική ομιλία του στο Βερολίνο στις αρχές του 1945, αναφερόμενος στην ΕΣΣΔ.


Η Κορέα μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο

Όπως ήταν φυσικό η περιοχή της Άπω Ανατολής και πιο συγκεκριμένα η κορεατική χερσόνησος βρέθηκε πολύ γρήγορα στο μάτι του κυκλώνα. Πρώην ιαπωνική αποικία, μετά το τέλος του ΒΠΠ, τον Αύγουστο του 1945 απελευθερώνεται από τις επαναστατικές κορεατικές δυνάμεις της αντίστασης και τον Κόκκινο Στρατό. Η χώρα μοιράστηκε σε δύο ζώνες: βόρεια του 38ου παράλληλου η σοβιετική στρατιωτική ζώνη ευθύνης και νότια αυτού η αμερικανική. Με βάση τη Διάσκεψη του Πότσνταμ και τη συμφωνία ΕΣΣΔ, ΗΠΑ και Μ. Βρετανίας, οι δύο Κορέες έπρεπε να ενωθούν και να δημιουργηθεί ένα ενιαίο και ανεξάρτητο κράτος. 



Στη ολόκληρη τη χώρα υπήρχε ένα μεγάλο κίνημα αντίστασης, κυρίως με κομμουνιστές και άλλες πατριωτικές δυνάμεις. Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1945 πραγματοποιήθηκε στη Σεούλ μια αντιπροσωπευτική συνέλευση Επιτροπών για την Εθνική Ανεξαρτησία. Αποφασίστηκε να σχηματιστεί μια ενιαία εθνική κυβέρνηση (Λαϊκή Δημοκρατία) για όλη την Κορέα. Η απόφαση αυτή απηχούσε και τις διαθέσεις του κορεατικού λαού. 

Όμως δύο μέρες αργότερα αποβιβάστηκαν στη χώρα οι δυνάμεις κατοχής των αμερικανών. Διόρισαν ένα Συμβούλιο που περιελάμβανε αρκετούς Ιάπωνες και Κορεάτες συνεργάτες τους. Στις 10 του Οκτώβρη του 1945 η αμερικανική στρατιωτική κυβέρνηση αυτοανακηρύχθηκε ως η μοναδική κυβέρνηση στη Ν. Κορέα, διχοτομώντας στην πράξη τη χώρα. Στις αρχές του 1946 σχημάτισαν νέα στρατιωτική κυβέρνηση με επικεφαλής το ανδρείκελο των ΗΠΑ, Σίνγκμαν Ρι, που ανήκε στη σκληροπυρηνική δεξιά.


Στη Β. Κορέα ιδρύθηκε το Δημοκρατικό Πατριωτικό Μέτωπο αποτελούμενο από το Κ.Κ. Κορέας και άλλα κόμματα. Δημιουργήθηκε η «Προσωρινή Λαϊκή Επιτροπή» με επικεφαλής τον Κιμ ιλ Σουνγκ και το Μάρτη του 1946 προχώρησε στην πρώτη μεγάλη αγροτική μεταρρύθμιση. Κατασχέθηκε η γη των Γιαπωνέζων και των ντόπιων συνεργατών τους και μοιράστηκε σε ακτήμονες. Εθνικοποιήθηκαν εργοστάσια και δημεύθηκαν περιουσίες που ανήκαν στους ιάπωνες αποικιοκράτες. 

Βόμβες ναπάλμ στην Κορέα

Τον Αύγουστο ενώθηκε το Κ.Κ. Κορέας και το Νέο Λαϊκό Κόμμα και ίδρυσαν το Κόμμα Εργασίας της Κορέας. Στόχος του είναι η ειρηνική ενοποίηση της χώρας. 

Με απόφαση του ΟΗΕ χωρίς τη συμφωνία της ΕΣΣΔ, διενεργήθηκαν εκλογές μόνο στη Ν. Κορέα, στις 10 Μάη του 1948, μέσα σε συνθήκες ανοικτής τρομοκρατίας, με νικητή των εκλογών τον Ρι ο οποίος εμπλεκόταν άμεσα ή έμμεσα σε 600 δολοφονίες πολιτικών, ανάμεσα σ’ αυτούς και μετριοπαθών ηγετών. Στις εκλογές πήραν μέρος μόλις το 30% των ψηφοφόρων και σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο που είχε ψηφιστεί λίγο πριν, αποκλείστηκε η μεγάλη μάζα των αναλφάβητων. Παρόλα αυτά, η Επιτροπή του ΟΗΕ που επιτηρούσε τις εκλογές έκανε δεκτά τα αποτελέσματα. Έτσι αναγνωρίζεται η κυβέρνηση της Ν. Κορέας από τον ΟΗΕ, στις 12 Δεκέμβρη του 1948.

Παράλληλα διενεργήθηκαν εκλογές και στη Β. Κορέα. Στις 9 Αυγούστου του 1948 συνήλθε η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση της Κορέας στο Φενιάν και ανακηρύχθηκε η Λαϊκοκρατική Δημοκρατία (ΛΔ) της Κορέας. Ύστερα από αίτηση της λαϊκής εξουσίας ο σοβιετικός στρατός αποσύρθηκε από τη Βόρεια Κορέα στα τέλη του 1948. Έτσι καθιερώθηκαν οι δύο Κορέες και το πρόβλημα της ενοποίησης παρέμενε ανοιχτό.

Ποιος ξεκίνησε τον πόλεμο 

Έχει κυριαρχήσει η άποψη ότι ο πόλεμος ξεκίνησε όταν στις 25 Ιουνίου του 1950 ο στρατός της Β. Κορέας εισέβαλε στη Νότια. Ας δούμε την πορεία των γεγονότων λίγο πριν την έναρξη του πολέμου.

Στις 30 Μαΐου του 1950 γίνονται νέες εκλογές στη Ν. Κορέα και παρόλο που το κόμμα του Ρι μειοψηφεί, αυτός παραμένει πρωθυπουργός! Στην προεκλογική περίοδο η τρομοκρατία ήταν και πάλι κυρίαρχη με συλλήψεις υποψήφιων-αντίπαλων του και οπαδών τους. Υπολογίζεται πως εκείνη τη στιγμή υπήρχαν τουλάχιστον 14.000 πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές της Ν. Κορέας. Στις 11 Ιούνη η Β. Κορέα στέλνει αποστολή στη Σεούλ για να συζητήσουν το θέμα της ενοποίησης. Οι απεσταλμένοι συλλαμβάνονται και απειλούνται με εκτέλεση.




Στις 25 του Ιούνη ο στρατός της αμερικανοστήριχτης κυβέρνησης των Νοτιών επιτίθεται εναντίον νοτιοκορεατών ανταρτών, πάνω από τον 38ο παράλληλο, εισβάλοντας έτσι στη Β. Κορέα. Έφτασαν μάλιστα να καταλάβουν την πόλη Haeju αρκετά χιλιόμετρα μέσα στο βορειοκορεατικό έδαφος, γεγονός που παραδέχτηκαν και οι δυτικοί. Και δεν ήταν η μοναδική φορά που έγινε κάτι τέτοιο. Τις δύο προηγούμενες μέρες υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις βομβαρδισμών βορειοκορεατικών στόχων από νοτιοκορεάτες.

Ρι και Μακάρθουρ


Έτσι την ίδια μέρα (25 Ιούνη) η Κυβέρνηση της Λ.Δ. της Κορέας δίνει διαταγή στο λαϊκό στρατό να περάσει σε αντεπίθεση. 

Ακόμη και οι ίδιοι αμερικανοί στις τότε δηλώσεις τους αμφισβήτησαν ότι οι βορειοκορεάτες εισέβαλαν πρώτοι. Σύμφωνα με αμερικανό δημοσιογράφο ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ «ποτέ δεν σιγουρεύτηκε ότι ο Σίνγκμαν Ρι δεν ήταν εκείνος που προκάλεσε την επίθεση των ερυθρών» (Χόροβιτς). Μάλιστα αμερικανός αξιωματούχος αμφισβήτησε το ίδιο γεγονός λέγοντας πως ο βορειοκορεατικός στρατός δεν ήταν έτοιμος κατά την έναρξη των εχθροπραξιών.


Αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο πρέσβης Philip C. Jessup, έλεγε πως από τον Απρίλιο του 1950 συνέβαιναν συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ των δύο στρατών με πραγματικές μάχες και με αιχμαλώτους πολέμου. Στα σύνορα υπήρχαν συνεχείς κινήσεις στρατευμάτων και οχυρώσεις.

Η κυβέρνηση της Β. Κορέας είχε υποστηρίξει ότι μόνο το 1949, είχαν γίνει 2.617 ένοπλες επιδρομές του στρατού της Ν. Κορέας στο Βορρά, με δολοφονίες, απαγωγές, εμπρησμούς και λεηλασίες με στόχο να δημιουργήσουν κοινωνική αναταραχή. Μόνο σε μία επίθεση νοτιοκορεατών στις 4 Μάη του 1949 στο Kaesong σκοτώθηκαν 4.000 βορειοκορεάτες. Ουσιαστικά ο εμφύλιος είχε ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα. 

Την ίδια μέρα της επίθεσης οι ΗΠΑ συγκαλούν το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με την απουσία της ΕΣΣΔ, που είχε δικαίωμα βέτο. Ο ΟΗΕ χαρακτηρίζει τη Β. Κορέα «επιδρομέα» και καλεί τα μέλη του να βοηθήσουν τον Ρι. 

Η επέμβαση των ΗΠΑ

Στις 27 Ιούνη ο αμερικανός Πρόεδρος Τρούμαν ανακοινώνει τη στρατιωτική επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο της Κορέας με διοικητή το στρατηγό Μακάρθουρ.

Στην αρχή ο στρατός της Β. Κορέας κατάφερε να απελευθερώσει πάνω από το 75% του εδάφους της χώρας και στις 28 Ιούνη κατέλαβε ακόμα και τη Σεούλ. Οι αμερικανοί άρχισαν να σκέφτονται πολύ σοβαρά το ενδεχόμενο χρήση της ατομικής βόμβας. «Στις 12 Ιούλη (εννοεί του 1950) η Βουλή των Αντιπροσώπων χειροκρότησε ένα βουλευτή που ζήτησε να χρησιμοποιηθούν ατομικές βόμβες εναντίον βορειοκορεατικών πόλεων…». (Χόροβιτς, σελ. 169).

Μπορεί οι αμερικανοί να μην χρησιμοποίησαν την ατομική βόμβα αλλά χρησιμοποίησαν εκατοντάδες βόμβες ναπάλμ στο έδαφος της Κορέας καταστρέφοντας τεράστιες εκτάσεις και δολοφονώντας εκατομμύρια αθώους. Δε γινόταν καμία διάκριση μεταξύ στρατιωτικών και μη στρατιωτικών στόχων. Η καταστροφή και ο ανθρώπινος πόνος που προκάλεσαν ήταν ανείπωτος. Μαζικές δολοφονίες αμάχων, ολοσχερώς καμένα χωριά και πόλεις, βασανιστήρια και κάθε είδους φρικαλεότητες ήταν η τακτική τους. Η βαρβαρότητα κυριαρχούσε παντού. Ακόμα και οι New York Times ανέφεραν σε δημοσιεύματά τους το Δεκέμβρη του 1950 πως η κυβέρνηση της Νότου εκτελούσε μαζικά αμάχους χωρίς δίκη μόνο με την κατηγορία ότι ήταν κομμουνιστές. Αμερικανός διπλωμάτης αναφέρει ότι εκτελέστηκαν περισσότεροι από 100.000 χωρίς δίκη.

Τέλος θα πρέπει να αναφέρουμε ότι παρά την δυτική προπαγάνδα για τις χιλιάδες δολοφονίες αμερικανών αιχμαλώτων στη Β. Κορέα, αποδείχθηκε αργότερα πως οι κύριοι υπεύθυνοι και για αυτό ήταν οι ίδιοι οι αμερικάνοι που βομβάρδισαν ακόμα και τις φυλακές με τους δικούς τους κρατούμενους!

Σταδιακά προστέθηκαν στη δύναμη του ΟΗΕ και των ΗΠΑ στρατεύματα από 15 χώρες. Μέχρι και η Ελλάδα έστειλε εκστρατευτικό σώμα.



Η εμπλοκή της Κίνας και η ανακωχή 

Μετά τις 15 Σεπτέμβρη πραγματοποιείται απόβαση ενός αμερικανικού σώματος στρατού στο Ίντσον πίσω από τα βορειοκορεάτικα στρατεύματα πετυχαίνοντας νίκες. Στις 26 Σεπτέμβρη οι νοτιοκορεάτες και οι αμερικανοί ανακαταλαμβάνουν τη Σεούλ. Οι βόρειοι οπισθοχωρούν πέρα από τον 38ο παράλληλο και οι Αμερικανοί φτάνουν μέχρι τα σύνορα με την Κίνα. Μπροστά στον κίνδυνο καταστροφής όλη της Β. Κορέας και εισβολής των αμερικανών στην Κίνα, στις 26 Νοέμβρη εκατοντάδες χιλιάδες Κινέζοι εθελοντές θα κάνουν μαζική επίθεση και θα αλλάξουν το σκηνικό του πολέμου. Καταδιώκουν τους αμερικανούς και τους αναγκάζουν να επιστρέψουν πολύ γρήγορα νότια του 38ου παραλλήλου. Οι αμερικανοί καθώς υποχωρούσαν εφάρμοσαν την τακτική της καμένης γης, καταστρέφοντας καλλιέργειες σπίτια και υποδομές, αφήνοντας εκατομμύρια Κορεατών άστεγους και πεινασμένους.

Ο πόλεμος στην Κορέα θα συνεχιστεί με μεγάλες απώλειες για τις ΗΠΑ και τους δυτικούς συμμάχους τους. Το Γενάρη του 1951οι Κινέζοι περιόρισαν τις επιθέσεις. Τις ίδιες μέρες συζητήθηκε στον ΟΗΕ πρόταση για σταδιακή αποχώρηση των ξένων δυνάμεων και σύγκλιση διάσκεψης. Οι συζητήσεις για ανακωχή συνεχίστηκαν -όπως και ο πόλεμος- ως τις 27 Ιουνίου 1953 οπότε και υπογράφηκε ανακωχή.


Υπολογίζεται πως οι αμερικανοί έριξαν 635.000 τόνους βομβών στην Κορέα (κυρίως στη Β. Κορέα) οι 30.000 από αυτούς ήταν βόμβες ναπάλμ. Αξίζει μια σύγκριση με τις 500.000 τόνους βομβών που έριξαν συνολικά στον ΒΠΠ!! Καταστράφηκαν 8.700 εργοστάσια, 5.000 σχολεία, 1.000 νοσοκομεία και 600.000 κατοικίες. Μετά το τέλος του πολέμου στη Β. Κορέα υπήρχαν μόνο 2 κτίρια που έμειναν ανέπαφα από τους βομβαρδισμούς. Ο πόλεμος στοίχισε τη ζωή σε 4 εκατομμύρια Κορεάτες, περίπου το 10% του πληθυσμού. Άλλοι τόσοι τραυματίστηκαν.

Ο πραγματικός στόχος των Αμερικανών δεν ήταν απλώς η διχοτόμηση της χώρας αλλά η καταστροφή της ΛΔ της Β. Κορέας. Λέγεται ότι οι καταστροφές που υπέστη η χώρα αναλογικά ξεπερνούσαν ακόμα κι αυτές της ΕΣΣΔ στο ΒΠΠ. Επίσης είναι σίγουρο πως μια εισβολή στην Κίνα από τα εδάφη της Κορέας δεν ήταν έξω από τα σχέδια των ΗΠΑ. Η πρόθεση αυτή των Αμερικανών επιβεβαιώνεται από μια μελέτη που έγινε κατ’ εντολή του Αρχηγείου της Αμερικανικής Αεροπορίας το 1960. Σ’ αυτήν σημειώνεται ότι η Κίνα δεν είχε ανάμειξη στα σχέδια για την κορεατική εισβολή, αλλά αναγκάστηκε να επέμβει εξαιτίας των προθέσεων του Μακάρθουρ να εισβάλει στην Κίνα. Ο ίδιος δήλωσε πως αυτή ήταν η πρόθεσή του τότε (το 1950) και αυτό παραμένει μια ανεκπλήρωτη φιλοδοξία (το 1960). Και φυσικά απώτερος στόχος τους ήταν η ίδια η ΕΣΣΔ.

Το Σεπτέμβρη του 1953 οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης ως εγγυήτριες δυνάμεις. 

Βιβλιογραφία -   Σχετικές ιστοσελίδες
David Horowitz, «Από τη Γιάλτα στο Βιετνάμ», εκδ. Κάλβος

Αναρτήθηκε από ΣΤΕΦΑΝΟΣ Σ



Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

Коренная противоположность материализма и идеализма

Мировоззрение марксистско-ленинской партии называется диалектическим материализмом потому, что его истолкование явлений природы, его понимание явлений природы, его теория является материалистической. Что же такое материализм? На протяжении тысячелетий развития философии в классовом общество существовали и существуют поныне самые различные философские учения. Но как ни отличаются друг от друга эти учения, все они так или иначе отвечают на вопрос об отношении сознания к бытию, мышления к материи, психического к физическому. Это и есть главный, основной вопрос философии, образующий исходный теоретический пункт в решении всех других философских вопросов. Что чему предшествует: сознание - бытию, духовное - материальному или, наоборот, бытие предшествует сознанию, материальное - духовному? Такова первая сторона основного философского вопроса об отношении сознания к бытию. Способен ли человек познать материальный мир или же окружающая человека действительность непознаваема? Такова вторая сторона основного вопроса философии. В решении основного вопроса философии все философы разделялись на два противоположных лагеря. Представители одного из них - идеалисты - утверждают, что сознание духовное первично, а материя, природа производна, вторична; другие - материалисты, - напротив, исходят из признания первичности материи и вторичности сознания. Материалисты, исходя из признания первичности материи и вторичности сознания, утверждают, что материя вечна и бесконечна, что мир не имеет ни начала, ни конца как во времени, так и в пространстве. Идеалисты же, рассматривая материю как вторичное, производное, приходят к выводу, что мир имеет начало во времени и ограничен в пространстве, что было поэтому якобы время, когда материи, природы не существовало, что она возникла или была создана. Таким образом, идеалисты отстаивают религиозную точку зрения сотворения мира. Существуют две основные разновидности идеалистической философии: объективный идеализм и субъективный идеализм. Объективный идеализм исходит из признания некоей сверхприродной, сверхчеловеческой духовной силы, якобы создающей всё существующее в природе и обществе. Обычное религиозное представление о существовании божественного, внеприродного существа лежит в основе этой идеалистической концепции, которая называется объективным идеализмом лишь потому, что признаёт независимое от человеческого сознания существование некоей «мировой души», «мирового духа». Крупнейшими представителями объективного идеализма были в древности Платон (ок. 427- 347 гг. до н. э.) и в новое время Гегель (1770-1831 гг.). Платон создал мистическую систему объективного идеализма с её представлениями о вечном и неизменном мире идей, бледным и тленным отражением которого якобы является мир чувственных вещей. Гегель выступил с идеалистической, мистической системой, в которой сознание, возведённое в ранг «мирового разума», «абсолютной идеи», было объявлено первичным, а весь остальной мир, все явления бесконечной природы трактовались лишь как нечто временное и производное, порождаемое и уничтожаемое «абсолютной идеей». Гегель считал, что философское, идеалистическое представление о мире исходит из религиозного, которое оно «очищает», придавая ему «научную», выраженную в понятиях форму. Обожествив мышление под названием «абсолютной идеи», Гегель рассматривал природу как «инобытие» идеи, а общество и формы сознания - как последующие ступени её самосознания. Закономерности природы и общества Гегель свёл к логическим законам мышления, в связи с чем понятие было объявлено сущностью вещей. Пытаясь представить всё существующее в миро как разумное и логическое в своей основе, Гегель призывал по к борьбе против существовавших тогда в Германии реакционных социальных порядков, а к признанию их в конечном счёте разумными и изменяющимися к лучшему, независимо от субъективных устремлений человека. Гегель увековечивал монархию в её конституционной форме, а вместе с нею и сословное деление общества, особенно господство дворянства. В эпоху империализма неогегельянство как одно из наиболее распространённых направлений объективного идеализма стало идеологией империалистической буржуазии. В отличие от Гегеля неогегельянцы утверждают, что дух, являющийся якобы первоосновой существующего, является не разумным и сознательным, а стихийно действующим духом, следствием чего являются якобы «неразрешимые» и «трагические» противоречия в общественной жизни. Эта неогегельянская философия, философия пессимизма отражает общий кризис капиталистической системы. Вслед за Гегелем неогегельянцы объявляют государство воплощением абсолютного духа, или бога, и на этом основании требуют слепого, беспрекословного подчинения империалистическому государству, отвергая демократию как якобы незаконное вмешательство масс в божественные прерогативы буржуазной государственной машины. Характерными представителями объективного идеализма в США являются так называемые «персоналисты», утверждающие, что первоначалом, источником всего существующего является «верховная личность» - бог, сотворивший мир по образу и подобию своему. Все вещи в мире являются вследствие этого духовными индивидуальностями: каждый предмет обладает якобы абсолютно индивидуальной духовной сущностью, представляет собой своеобразную «личность». С этих позиций персоналисты отрицают взаимосвязь, взаимозависимость явлений и подменяют законы природы божественным предустановленном. Абсолютизируя индивидуальное, персонализм выступает против научного познания мира, превознося мистическое откровение, религиозный экстаз и т. п. Система персонализма имеет своей целью «космическое» обоснование буржуазного индивидуализма: все во вселенной как утверждают персоналисты, носит индивидуалистический характер, проистекает из «личного», «индивидуализирующего» начала. С точки зрения буржуазного индивидуализма, преследующего личные корыстные дели и не пренебрегающего никакими средствами, персоналисты шатаются обосновать реакционную идеологию космополитизма, объявляя национальность, государственный суверенитет «несущественными». Субъективный идеализм в отличие от идеализма объективного утверждает, будто духовное первоначало, совпадающее с сознанием субъекта, с индивидуальным сознанием - человеческим Я, порождает и определяет все существующее. Один из основоположников субъективного идеализма - английский епископ Беркли в своё время пытался доказать, что воспринимаемые нашими чувствами вещи (а о существовании никем не воспринимаемых вещей мы-де не имеем оснований говорить) существуют лишь в наших чувственных восприятиях. Быть - значит быть в восприятии, говорил Беркли. Все качества, присущие вещам, - цвет, запах, звук, тяжесть, твёрдость, температурное состояние и т. п. - Беркли считал субъективными, т. е. порождёнными самим актом восприятия. Нетрудно понять, к каким нелепым выводам приводит субъективный идеализм. Если все явления существуют лишь благодаря воспринимающему субъекту, если они представляют собой только сочетания ощущений, представлений, идей этого субъекта, то человеческое Я оказывается единственной реальностью, и даже другие люди должны быть признаны существующими только в восприятии данного субъекта. Этот неизбежный вывод из субъективного идеализма называется солипсизмом. Тот факт, что многие субъективные идеалисты всячески открещиваются от этих крайних и абсурдных выводов, наглядно вскрывает внутреннюю несостоятельность субъективного идеализма. В эпоху империализма субъективный идеализм как наиболее реакционная форма идеализма, прямо отвергающая объективность законов природы и общества, является наиболее распространённым философским воззрением буржуазии. В современных условиях субъективный идеализм обычно выдаёт себя за эмпиризм, т. е. за основанное на опыте воззрение; субъективные идеалисты ссылаются на показания органов чувств, декларируют своё доверие к ощущениям, апеллируют к «опыту», понимаемому как переживания субъекта. На самом же деле субъективные идеалисты являются злейшими врагами опытного знания, они отрицают объективное содержание, объективное значение опыта. В своём гениальном произведении «Материализм и эмпириокритицизм» В. И. Ленин разоблачил одно из наиболее распространенных направлений субъективного идеализма- махизм, или эмпириокритицизм. Один из главных представителей этого направления- Мах утверждал, что тела природы представляют собой «комплексы элементов». Элементами Мах называл всё чувственно воспринимаемое, например тёплое, красное, мягкое, твердое и т. п. Далее, Мах утверждал, что все эти чувственно воспринимаемые качества лишь в одном отношении являются физическими элементами; в другом отношении они представляют собой не что иное, как ощущения. Таким образом, «комплекс элементов» сводился к «комплексу ощущений», физическое рассматривалось как одно из проявлений психического; ощущения и представления объявлялись единственной реальностью, которая именовалась к тому же опытно данной. Другой представитель того же берклеанского направления - Авенариус утверждал, что существование объекта имеет в качестве своей предпосылки существование субъекта; тот и другой находятся-де в отношении «принципиальной координации», т. е., попросту говоря, неотделимы друг от друга. Разоблачая эту маскирующуюся под научность разновидность субъективного идеализма, В. И. Ленин подчёркивает, что признание явлений производными от чувственного восприятия является такой же поповщиной, как и любое положение объективного идеализма, ибо главное и здесь и там - утверждение, что природа вторична, производна. Ленинская критика махизма имеет громадное значение для разоблачения современной субъективно-идеалистической философии империалистической буржуазии. Она прямо направлена против таких взглядов, какие, например, развивает известный английский реакционер от философии Б. Рассел, который считает исходным пунктом познания не объективный мир, а самое сознание. «Нашими данными - говорит он, - являются прежде всего факты чувственного познания, то есть наши собственные чувственные данные и законы логики». Нетрудно видеть, что Рассел повторяет аргументы махистов, давно уже разоблачённые Лениным. Диалектический материализм, полностью разоблачая объективный и субъективный идеализм, показывает, что та и другая разновидности идеалистической философии в сущности едины, совпадают в основном, главном, решающем - в защите поповщины. В современных условиях философы-идеалисты обычно маскируют свой идеализм. С этой целью они разглагольствуют об «устарелости» противоположности между материализмом и идеализмом и борьбы между ними. Многие современные буржуазные философы утверждают, будто они преодолели «односторонность» материализма и идеализма и создали философию, не являющуюся ни материалистической, ни идеалистической. В действительности нельзя ни примирить материализм и идеализм, являющиеся взаимоисключающими философскими учениями, враждебными философскими партиями, ни подняться «выше» противоположности материализма и идеализма. Такого рода претензии совершенно аналогичны другим лицемерным заявлениям этих философов, объявляющих свои учения возвышающимися над истиной и заблуждением. Разоблачая тупоумную претензию буржуазных философов подняться выше материализма и идеализма, попытки представить устарелой борьбу между ними, В. И. Ленин показал, что за две тысячи лет развития философии не устарела и не могла устареть борьба идеализма и материализма, не устарела и не могла устареть борьба религии и науки, борьба сторонников сверхчувственного знания с противниками его. В делении философских течений на материалистические и идеалистические ярко выражена партийность философии, ее неразрывная связь с определёнными - прогрессивными или реакционными - общественными классами и группами. Борьба основных философских направлений - материализма и идеализма - со времени их возникновения и до наших дней является борьбой философских партий, представляющих интересы враждебных друг другу классов и социальных групп. То или иное решение основного вопроса философии - вопроса об отношении сознания к бытию - выражает в конечном счёте отношение того или иного класса к окружающей действительности , Так, например, борьба материалистической «линии Демокрита» против идеалистической «линии Платона» в древнегреческой философии отразила борьбу между прогрессивной рабовладельческой демократией и реакционной аристократией. Борьба Белинского, Герцена, Чернышевского, Писарева против идеализма Юркевича и славянофилов отразила протест русского крестьянства против господства помещиков. Следовательно, пока существуют в обществе противоположные классы, борьба материализма против идеализма является закономерностью развития философии. Материализм в истории человечества является, как правило, мировоззрением прогрессивных классов и социальных групп, в то время как идеализм выражает интересы реакционных классов и групп, а также всяческое примирение с реакцией. Материализм является теоретической основой и идейной движущей силой развития научного познания. Идеализм же, напротив, тормозит развитие науки, тянет её назад, паразитирует на трудностях развития естественнонаучной мысли. Естествознание невозможно, немыслимо вне материализма, без связи с материалистической философией. Материалистическая философия ставит перед наукой вопросы, требующие решения, намечает в общих чертах эти решения, указывает пути и методы научного исследования. Известно, что коренные положения естествознания - такие, как идея неуничтожимости материи и движения, эволюционная идея, вопрос об отношении психического к физическому, положение об атомистической структуре материи, - были выдвинуты прежде всего философами-материалистами и что вся непосредственная творческая деятельность самих естествоиспытателей опирается на идеи материализма. Материалистическая идея связи материи и движения привела великого учёного М. В. Ломоносова к научному представлению о том, что теплота - не какой-то нематериальный невесомый «флюид», а движение молекул, Эта идея была доказана наукой и оказалась одним из ее самых блестящих завоеваний. Материалистическое положение о том, что взаимодействие тел, находящихся на расстоянии друг от друга, невозможно без материального носителя этого взаимодействия, привело к возникновению прогрессивной для своего времени гипотезы о «мировом эфире», заполняющем все пространство. Результатом развития этой гипотезы является современное учение о «физическом поле» как особой специфической форме материи. Без учения о материальном поле невозможно представить себе современную физику, в которой это учение составляет краеугольный камень. Материалистическое представление о реальности атомов привело А. М. Бутлерова к созданию теории химического строения, явившейся одной из самых важных вех в развитии науки. Материалистические представления о связи живого организма и окружающей его материальной среды помогли открыть источник развития животного мира и двинули биологию далеко вперёд. Из этих фактов видно, что развитие науки внутренне связано с развитием материализма. Буржуазные философы всячески стремятся принизить роль материализма в истории познания. Но тщетны эти попытки: история философии есть история возникновения и развития научного материалистического мировоззрения и его законов в борьбе против враждебного науке идеализма. Стремясь опорочить материализм, буржуазные философы приписывают материалистам проповедь эгоизма, чревоугодия и прочие аморальные качества, присущие самим капиталистам. Эта клевета на материалистическую философию обнаруживает идейное убожество современной буржуазии, не брезгающей никакими средствами для опровержения материализма. Великой заслугой материализма в истории человечества является обоснование атеизма, прямо вытекающего из материалистического решения основного вопроса философии. Религия, которая на протяжении тысячелетий человеческой истории освящала порабощение человека человеком и прославляла невежество как «блаженное» состояние, встречает в лице материалистической философии непримиримого противника. Разоблачая религиозные суеверия, материализм внушает человеку веру в свои собственные силы, в возможность достижения счастья здесь, на земле, а не в каком-то выдуманном загробном мире. Напротив, идеализм признаёт существование сверхприродных, нематериальных, мистических сил. Как бы ни называли идеалисты эту сверхматериальную силу, во всех случаях эти названия являются лишь синонимами бога. Поэтому идеализм представляет собой утончённую, принаряженную поповщину, излагающую в наукообразной форме религиозные догматы. «Все идеалисты, как философские, так и религиозные, как старые, так и новые, - отмечают Маркс и Энгельс - верят в наития, откровения, спасителей, чудотворцев, и только от степени их образования зависит, принимает ли эта вера грубую, религиозную форму или же просвещенную, философскую...» [6] Идеализм всегда сводится так или иначе к защите или поддержке религии. Он по своей природе глубоко враждебен науке. В особенности враждебен науке современный идеализм, являющийся мировоззрением империалистической буржуазии, проповедующей поход против научного познания и истины вообще. Один из представителей реакционной американской философии «персонализма», Хоккинг, сожалеет о том, что церковь до сих пор пыталась умиротворить науку и отступала под её напором, ища пристанища в не исследованных ещё областях. Осуждая такого рода «тактику обороны», Хоккинг требует «наступления» на науку. Другой реакционный философ, Флюеллинг, прямо заявляет: «Лучшее, что может сделать философия, это показать разумность признания бога». Так, возрождая средневековое мракобесие, современная идеалистическая философия наглядно показывает свою враждебность науке. Только диалектический материализм является действительно научным мировоззрением.

Το ρωσικό πρωτότυπο του κομματιού ''Η ριζική αντίθεση ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό '' του βιβλίου ''Διαλεκτικός Υλισμός'' της ακαδημίας επιστημών ΕΣΣΔ ,παρμένο από εδώ http://bolshevick.org/teoriya-i-praktika-bolshevizma/diamat.pdf  [δείτε το στα ελληνικά εδώ http://mymaterialistfilosophy.blogspot.gr/2016/12/blog-post_28.html

Η ριζική αντίθεση της διαλεκτικής προς τη μεταφυσική

Η κοσμοθεωρία του Κομμουνιστικού Κόμματος ονομάζεται διαλεκτικός υλισμός, επειδή ο τρόπος που αντικρίζει τα φαινόμενα της φύσης, η μέθοδός της για τη μελέτη των φαινομένων της φύσης είναι διαλεκτική. Τι είναι όμως διαλεκτική;

Η λέξη «διαλεκτική» προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «διαλέγομαι», που σημαίνει συζητώ, κάνω πολεμική. Διαλεκτική στην αρχαία Ελλάδα ονόμαζαν την τέχνη της συζήτησης, την τέχνη του να αποκαλύπτει κανείς τις αντιφάσεις που υπάρχουν στις κρίσεις του αντιπάλου και μ’ αυτό τον τρόπο να ανασκευάζει τα επιχειρήματά του. Η διαλεκτική θεωρούνταν από τους αρχαίους έλληνες ο καλύτερος τρόπος για να φτάσουν στην αλήθεια μέσω της σύγκρουσης των αντίθετων γνωμών και του ξεπεράσματος των παρουσιαζόμενων αντιφάσεων. Έτσι, λόγου χάρη, αν ένας από τους συζητητές υποστήριζε ότι η δικαιοσύνη συνίσταται στο να κάνεις καλό στους ανθρώπους, ο άλλος του αντέτεινε ότι στον πόλεμο είναι άδικο να κάνεις καλό στον αντίπαλο. Έτσι απεκαλύπτετο η ανεπάρκεια των μονόπλευρων ορισμών των αντικειμένων ή των εννοιών και η ανάγκη να τους δοθεί ολόπλευρος χαρακτηρισμός. Αργότερα με τη λέξη «διαλεκτική» άρχισαν να εννοούν όχι τόσο μια μέθοδο πολεμικής, όσο μια μέθοδο μελέτης των φαινομένων, που αποκαλύπτει τις αντιθέσεις που ενυπάρχουν στα ίδια τα φαινόμενα.

Το ειδικό χαρακτηριστικό της διαλεκτικής σαν μεθόδου γνώσης είναι ότι εξετάζει τα γύρω φαινόμενα στην αλληλουχία τους και στον αλληλοκαθορισμό τους, στην κίνηση, στην αλλαγή και στην ανάπτυξή τους με βάση τις εσωτερικές αντιθέσεις που ενυπάρχουν στα ίδια τα φαινόμενα. Γιατί όμως αυτός ακριβώς ο τρόπος μελέτης της πραγματικότητας είναι ο μοναδικά σωστός; Επειδή όλα τα φαινόμενα της φύσης και της κοινωνίας συνδέονται πραγματικά το ένα με το άλλο, αλληλοκαθορίζονται, βρίσκονται σε κατάσταση κίνησης, αλλαγής, ανάπτυξης. Οι αντιθέσεις προσιδιάζουν όχι μόνο στο προτσές της γνώσης, προσιδιάζουν προπαντός στα ίδια τα αντικειμενικά και τα φαινόμενα, όπου υπάρχει ταυτόχρονα και το παλιό και το καινούργιο, κείνο που πεθαίνει και κείνο που γεννιέται.

Πολλοί φιλόσοφοι και φυσιοδίφες προσπάθησαν να αποδείξουν ότι υπάρχουν πράγματα ανεξάρτητα από άλλα πράγματα, ότι υπάρχουν απολύτως ακίνητα σώματα, αμετάβλητες ουσίες, ότι η εξέλιξη ανάγεται απλώς σε ποσοτική αύξηση. Οι ίδιοι επιστήμονες ισχυρίζονταν ότι οι αντιθέσεις μπορούν να υπάρχουν μόνο στη νόηση μα κι α υτό σε περίπτωση πλάνης, ενώ είναι αδύνατο να υπάρχουν στα φαινόμενα της φύσης και της κοινωνίας. Μια τέτοια άποψη, ένα τέτοιο αντίκρουσμα των φαινομένων του γύρω κόσμου λέγεται μεταφυσικό. Σε αντίθεση προς τη διαλεκτική η μεταφυσική μέθοδος θεωρεί ότι τα γύρω φαινόμενα πρέπει να εξετάζονται ανεξαάρτητα, απομονωμένα το ένα από το άλλο, έξω από την κίνηση, την αλλαγή, την ανάπτυξη.

Η διαλεκτική και η μεταφυσική- δύο αντίθετες μεταξύ τους μέθοδες γνώσης- υπάρχουν σ’ όλη τη διάρκεια της εξέλιξης της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Χαρακτηριστική ιδιομορφία της υλιστικής διαλεκτικής είναι ότι εξετάζει τα φαινόμενα, όπως συντελούνται στην πραγματικότητα, δηλαδή αντικειμενικά, και συνεπώς- σε αδιάκοπηκίνηση, αλλαγή, ανάπτυξη. Η διαλεκτική αρνιέται τον υποκειμενισμό, στην επιστημονική έρευνα.  Ο Ι.Β. Στάλιν χαρακτηρίζει ως εξής αυτή τη γνήσια αντικειμενικότητα που ενυπάρχει στη διαλεκτική: «Η διαλεκτική μέθοδος υποστηρίζει ότι τη ζωή πρέπει να τη βλέπουμε τέτοια ακριβώς που είναι στην πραγματικότητα.Είδαμε ότι η ζωή βρίσκεται σε αδιάκοπη κίνηση, συνεχώς πρέπει να εξετάζουμε τη ζωή στην κίνησή της και να βάζουμε το ερώτημα: προς τα πού τραβάει η ζωή; Είδαμε πως η ζωή παρουσιάζει την εικόνα αέναης καταστροφής και δημιουργίας, συνεπώς έχουμε την υποχρέωση να εξετάζουμε τη ζωή στην καταστροφή και στη δημιουργία της και να βάζουμε το ερώτημα: τι καταστρέφεται και τι δημιουργείται στη ζωή;»(Στάλιν, Άπαντα, τόμος 1ος, σελ 298).

Σε αντίθεση προς τη διαλεκτική η μεταφυσική αποσπά τα φαινόμενα από την αντικειμενική τους σύνδεση, δηλαδή τα εξετάζει υποκειμενικά, όχι όπως υπάρχουν στην πραγματικότητα, αλλά απομονώνοντάς τα το ένα από το άλλο, κάνοντας αφαίρεση της κίνησής τους, της αλλαγής τους, της εξέλιξής τους, των εσωτερικών αντιθέσεων που ενυπάρχουν σε όλα αυτά τα φαινόμενα.

Η διαλεκτική στη διάρκεια όλης της ιστορίας της επιστήμης και της φιλοσοφίας αναπτυσσόταν και τελειοποιούνταν αδιάκοπα στην πάλη με τη μεταφυσική. Ωστόσο επιστημονική διαλεκτική, επιστημονική διαλεκτική μέθοδος μελέτης της φύσης και της κοινωνίας, μια μέθοδος που να γενικεύει την ιστορία της επιστήμης και της πράξης δεν υπήρχε πριν από την εμφάνιση του μαρξισμού. Η μαρξιστική διαλεκτική μέθοδος είναι ο μοναδικά επιστημονικός τρόπος μελέτης της πραγματικότητας, που διαφέρει ποιοτικά από όλες εκείνες τις μορφές διαλεκτικής σκέψης που ιστορικά προηγήθηκαν από το μαρξισμό.

Αν και όλη η ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης δείχνει την πάλη της διαλεκτικής με τη μεταφυσική, το ασυμβίβαστό τους, ωστόσο την ολοκληρωτική αντίθεση διαλεκτικής και μεταφυσικής την αποκάλυψε μόνο ο μαρξισμός. Ο μαρξισμός ερεύνησε τις νομοτέλειες της εξέλιξης της γνώσης κι όχι μόνο ανασκεύασε τη μεταφυσική σαν μη επιστημονική μέθοδο γνώσης, αλλά και αποκάλυψε τις ιστορικές της ρίζες.

Η πορεία της γνώσης, όπως το μαρτυρεί η ιστορία της επιστήμης, έχει αντιφατικό χαρακτήρα. Η επιστήμη, τείνοντας στη γνώση του κόσμου, σένα ορισμένο στάδιο της ανάπτυξής της ήταν αναγκασμένη να συγκεντρώσει τις προσπάθειές της στη μελέτη των χωριστών μερών και αντικειμένων, έξω από την αμοιβαία σύνδεσή τους. Ο Ένγκελς τόνιζε ότι η βάση για τις λαμπρές επιτυχίες της φυσιογνωσίας του 16ου-18ου αιώνα ήταν η αποσύνθεση της φύσης σε χωριστά μέρη, ο διαμελισμός του όλου, η διαίρεση των φαινομένων σε ορισμένες τάξεις, η περιγραφή της μορφής και της εσωτερικής δομής των σωμάτων, η ανατομία των ζώων και των φυτών. Αυτός όμως ο τρόπος μελέτης της πραγματικότητας, που δικαιώθηκε πέρα για πέρα στην εξέλιξη της επιστήμης, με την απολυτοποίησή του κατάντησε μεταφυσικός, επειδή εξέταζε τα πράγματα και τα προτσές της φύσης στην απομόνωσή τους, έξω από την καθολική τους σύνδεση, και συνεπώς δεν τα εξέταζε στην κίνηση, αλλά στην ακινησία τους, δεν τα εξέταζε σαν μεταβαλλόμενα κατά ουσιαστικό τρόπο, αλλά σαν αιωνίως αμετάβλητα, νεκρά.

Έτσι η γένεση της μεταφυσικής μεθόδου συνδέεται με το ιστορικά αναπόφευκτο εκείνο στάδιο εξέλιξης των επιστημών, όπου οι επιστήμες είχαν περιγραφικό χαρακτήρα και περιόριζαν τα καθήκοντά τους κυρίως στη συσσώρευση γεγονότων και στη συστηματοποίησή τους. Ταυτόχρονα, όπως τονίζει ο Β.Ι. Λένιν, η δυνατότητα μεταφυσικής διαστρέβλωσης των φαινομένων της γύρω πραγματικότητας περιέχεται και στο ίδιο το γεγονός της αφηρημένης νόησης, που δεν μπορεί «να παρουσιάσει, να εκφράσει, να μετρήσει, να απεικονίσει την κίνηση, χωρίς να διακόψει το αδιάκοπο, χωρίς να απλουστεύσει, χωρίς να παρουσιάσει χοντροκομμένα, χωρίς να διαιρέσει και να νεκρώσει το ζωντανό, Η απεικόνιση της κίνησης από τη σκέψη είναι πάντα μια χοντροκομμένη παρουσίαση, νέκρωση – και όχι μόνο από τη σκέψη αλλά και από την αίσθηση, και όχι μόνο της κίνησης αλλά και κάθε έννοιας»(Β.Ι.Λένιν, Φιλοσοφικά τετράδια 1947, σελ. 243)

Στη φύση όλα τα φαινόμενα βρίσκονται σε αλληλουχία και αλληλοκαθορισμό, ταυτόχρονα όμως κάθε φαινόμενο είναι και κάτι το μεμονωμένο, το καθορισμένο, το ποιοτικά διαφορετικό από όλα τα υπόλοιπα. Στη φύση τα πάντα ρέουν και αλλάζουν, ταυτόχρονα όμως το κάθε φαινόμενο για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα παραμένει ίδιο με τον εαυτό του, διατηρεί τον καθορισμένο χαρακτήρα του, τη σταθερότητά του.

Η μεταφυσική μετατρέπει αυτές τις πραγματικές ιδιομορφίες των ίδιων των πραγμάτων την ανακηρύχνει πλήρη και αιώνια: τη σχετική σταθερότητα των πραγμάτων την ανακηρύχνει αδιασάλευτη και αρνείται την εξέλιξή τους.

Ωστόσο η δυνατότητα γένεσης της μεταφυσικής αυτή καθεαυτή δεν κάνει ακόμα αναπόφευκτη τη μεταφυσική σκέψη. Αν απουσιάζουν ορισμένες, ευνοϊκές για αυτό κοινωνικές συνθήκες, η δυνατότητα αυτή δε θα μετατραπεί σε πραγματικότητα.

Αποτέλεσμα της αντιφατικότητας, της πολυπλοκότητας των φαινομένων της πραγματικότητας είναι ότι υπάρχει πάντα η δυνατότητα να μην αντιληφθεί κανείς την καθολική σύνδεση πίσω από τη σχετική απομόνωση των φαινομένων, να μην αντιληφθεί την αλλαγή πίσω από τη σχετική σταθερότητά τους, να μην αντιληφθεί τις αντιθέσεις που υπάρχουν μέσα στα αντικείμενα. Η δυνατότητα όμως αυτή για μεταφυσική γίνεται πραγματικότητα μόνο όταν υπάρχουν ορισμένες τάξεις, που ενδιαφέρονται για αυτό το πράγμα.

Το μεταφυσικό αντίκρυσμα των φαινομένων της φύσης και ιδιαίτερα των φαινομένων της κοινωνικής ζωής συμφέρει στις κυρίαρχες εκμεταλλεύτριες τάξεις: οι τάξεις αυτές χρησιμοποιούν τη μεταφυσική για να στηρίξουν θεωρητικά την πάλη των αντιδραστικών δυνάμεων για τη διατήρηση του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος. Εξαιτίας της οικονομικής και πολιτικής τους θέσης, οι κυρίαρχες εκμεταλλεύτριες τάξεις, όπως είναι φυσικό, βλέπουν πάντα στην παραπέρα πρόοδο της κοινωνίας, που προϋποθέτει την αντικατάσταση του δοσμένου κοινωνικού καθεστώτος μ’ ένα άλλο, ανώτερο καθεστώς, το δικό τους χαμό. Οι τάξεις αυτές θεωρούν «αντιφυσικές» τις ιδέες της εξέλιξης, ενώ τις ιδέες της αμεταβλητότητας και της στασιμότητας τις θεωρούν μοναδικά «κανονικές».

Όπως μαρτυρεί η ιστορία, το κήρυγμα της μεταφυσικής δυνάμωνε ιδιαίτερα στις περίοδες του ιστορικού χαμού της μιας ή της άλλης εκμεταλλεύτριας τάξης. Για αυτό και σήμερα, που ο καπιταλισμός περνά στην τελευταία φάση της ύπαρξής του, οι μεταφυσικές απόψεις κυριαρχούν αμέριστα στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία. Γι’ αυτό και η σύγχρονη αστική τάξη κηρύχνει επίμονα τη μεταφυσική, αν και η σύγχρονη επιστήμη έχει αποδείξει το ασύστατο της μεταφυσικής.

Οι αστοί αντιδραστικοί επιστήμονες διαστρεβλώνουν τα γεγονότα και τα πορίσματα που απορρέουν από τις φυσικές και τις κοινωνικές επιστήμες. Έτσι, προσπαθώντας να αποδείξουν ότι ο καπιταλισμός αποτελεί τάχα το αποκορύφωμα της κοινωνικής προόδου, οι επιστήμονες λακέδες της αστικής τάξης μιλάνε για το «τέλος της εξέλιξης» και όχι μόνο της κοινωνίας, αλλά και του βασιλείου των ζώων και των φυτών. Οι συνήγοροι του καπιταλισμού τσακίζονται να αποδείξουν το «λανθασμένο» της διδασκαλίας της διαλεκτικής για την ανάπτυξη και για το αναπόφευκτο της πάλης του καινούργιο με το παλιό.

Στις σύγχρονες συνθήκες, που υπάρχει η κεφαλιοκρατική κύκλωση, οι αντιδραστικές μεταφυσικές αντιλήψεις εισχωρούν κάποτε και στη σοβιετική επιστήμη. Παράδειγμα για αυτό μπορεί να χρησιμεύσει η αντιδραστική αντίληψη των βαϊσμανιστών και των μοργκανιστών για την ύπαρξη κάποιων αμετάβλητων γονιδίων, που καθορίζουν τάχα την κληρονομικότητα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης διεξάγει συνεπή αγώνα για την αναδιοργάνωση όλων των κλάδων της επιστήμης πάνω στη στέρεη θεωρητική βάση του διαλεχτικού υλισμού. Με την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, οι σοβιετικοί επιστήμονες πραγματοποίησαν την ιδεολογική συντριβή των ιδεαλιστικών και μεταφυσικών θεωριώνόπως είναι ο βαϊσμανισμός- μοργκανισμός, η θεωρία του Βιρχοφ για το κύτταρο, η «θεωρία» της μεσομέρειας στη χημεία κτλ. Οι αντιδραστικές αυτές θεωρίες που είχαν εισχωρήσει στη σοβιετική επιστήμη, αποτελούσαν τροχοπέδη στην ανάπτυξή της. Η καταπολέμηση των μεταφυσικών και ιδεαλιστικών διαστρεβλώσεων της επιστήμης αποτελεί επίκαιρο καθήκον και σήμερα. Για να εκπληρωθεί με επιτυχία αυτό το καθήκον είναι απαραίτητο να κατακτήσουμε δημιουργικά τη μαρξιστική διαλεκτική μέθοδο και να αποκτήσουμε πλήρη συνείδηση της ανειρήνευτης αντίθεσης προς τη μεταφυσική.

Από το βιβλίο ''Διαλεκτικός Υλισμός'' της ακαδημίας επιστημών ΕΣΣΔ


Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

Υλισμός και ιδεαλισμός... Τα δυο στρατόπεδα της φιλοσοφίας...

Το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας θέλει τη φιλοσοφία χωρισμένη σε δυο μεγάλα στρα-τόπεδα, αυτό του υλισμού και εκείνο του ιδεαλισμού κατακερματίζοντάς την σε ακόμα μικρότερα δόγματα.
Γιατί όμως η ανθρώπινη σκέψη έπρεπε να χωριστεί σε τόσες σχολές; Τι ανάγκασε τη φιλοσοφία να κατακερματιστεί σε τόσα και διαφορετικά δόγματα;
Την απάντηση στο ερώτημα αυτό την δίνει η ίδια η φιλοσοφία. Οι βασικές φιλοσοφικές κατευθύνσεις κάθε σχολής έχουν διαφορετικό προσανατολισμό, γιατί η πάλη μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού είναι η κινητήρια δύναμη της φιλοσοφικής σκέψης και νομοτέ-
λεια της ιστορικής της πορείας. Ο φιλόσοφος και γενικά ο άνθρωπος ωριμάζει μέσα στην κοινωνική πάλη και στις αντιθέσεις της.
Ο υλισμός θεωρεί τον κόσμο μας καθοριστικό, θεμελιακό και πρωτεύον, τη δε συνείδηση,
τη σκέψη και το πνεύμα δευτερεύοντα. Συνεπώς η ύλη προηγείται, ενώ η συνείδηση σαν δευτερεύων παράγοντας είναι προϊόν εξέλιξης της ύλης.
Η συνείδηση είναι η ιδεατή αντανάκλαση του υλικού κόσμου (ανθρώπινος εγκέφαλος)
και στον άνθρωπο χρησιμεύει σαν μέσο για να τον ερμηνεύει, γι’ αυτό είναι αδιανόητο
να νοηθεί αποσπασμένη από τον εγκέφαλο που την γεννά. Οι υλιστές φιλόσοφοι δέχονται ότι τον κόσμο μας δεν τον δημιούργησε κανένας. Είναι αιώνιος (αΐδιος) και απειρόμορφος και ό,τι υπάρχει γύρω του υπάρχει αντικειμενικά και ανεξάρτητα από αυτόν.
Στον ιδεαλισμό η ιδέα, η σκέψη, η συνείδηση, το πνεύμα και ο θεός είναι το καθοριστικό,
το θεμελιακό και το πρωτεύον. Ο κόσμος μας, η φύση, η ύλη παράγονται ή εξαρτούνται
από τη συνείδηση, το πνεύμα και το θεό. Οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι δέχονται ότι τον κόσμο μας τον δημιούργησε το πνεύμα, το ιδεατό (αυτό που υπάρχει μόνο σαν ιδέα, το ιδεώδες,
το φανταστικό) δηλαδή ο θεός.
Να πού ευθύνεται ο διαφορετικός προσανατολισμός της κάθε σχολής! Αυτός είναι ο λόγος που η ιδεαλιστική θεώρηση του Πλάτωνα, παρ’ όλου ότι ακολούθησε παράλληλη πορεία με το Δημόκριτο και αργότερα με τον Επίκουρο, δε συναντήθηκαν ποτέ. Η υλιστική θεώρηση είναι ασυμβίβαστη με την ιδέα της ύπαρξης του θεού και αν επιχειρηθεί ποτέ, δημιουργεί υβριδική (από τη λέξη ύβρις, ασέλγεια) φιλοσοφία, δηλαδή νοθευμένη φιλοσοφία.
Μετά την ελληνιστική περίοδο δυστυχώς η ελληνική σκέψη διαποτισμένη με την οξειδω-
μένη μεταφυσική της Ανατολής, θα εξελιχθεί σε ένα παρόμοιο υβρίδιο, που θα επιχειρή-
σει με ακράτητο δογματισμό να στηρίξει την ιδέα της νέας θρησκείας (χριστιανισμός), έχοντας βαθιά θεμέλια στον ιδεαλισμό.

Από http://epic-atheist.blogspot.gr/2008/01/blog-post_08.html

Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

Ο πολιτικός λόγος του αντιδραστικού αντικαπιταλισμού χθες και σήμερα

Του Θανάση Αλεξίου

Οι θρηνωδίες για την πολιτισμική παρακμή και τον ηθικό ξεπεσμό, όπως παρουσιάζονται κατά καιρούς στην εφημερίδα Καθημερινή, δεν είναι κάτι καινούργιο. Χρονολογούνται τουλάχιστον, όσον αφορά στην κριτική στη νεωτερικότητα, δηλαδή στo διαφωτισμό και στην αστική κοινωνία, τουλάχιστον από την εποχή του Φ. Νίτσε (τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα). Όταν το βάθεμα του καπιταλισμού άλλαξε δραματικά το κοινωνικό τοπίο (αγροτική έξοδος, αστικοποίηση, εκβιομηχάνιση κ.λπ.) εξωθώντας στην προλεταριοποίηση μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, κυρίως όμως μικροαστικά στρώματα (μικροϊδοκτήτες, χωρικούς, επαγγελματίες κ.ά.). Σε μεγάλο βαθμό αυτές οι φωνές  εκφράζουν μια αριστοκρατική-ελιτίστικη αντίληψη για την κοινωνία που στρέφεται ουσιαστικά κατά της διακηρυγμένης ισότητας της αστικής κοινωνίας, που όμως υποσκάπτεται από τον καπιταλισμό και τις άνισες θέσεις στο σύστημα παραγωγής (ταξικές θέσεις). Αυτό που ζητούν ουσιαστικά αυτές οι φωνές, που τροφοδοτούν το ρεύμα ενός αντιδραστικού αντικαπιταλισμού, δεν είναι η κατάργηση των εκμεταλλευτικών σχέσεων και η ανατροπή του καπιταλισμού, ώστε να αποκατασταθεί η ισότητα για όλους/όλες με κοινωνικούς όρους, αλλά η εξειδανίκευση της παλιάς τάξης πραγμάτων που βασίζονταν στην ιδιοκτησία, την καταγωγή, το κύρος, το σεβασμό κ.λπ. Κοντολογίς η αποκατάσταση της προκαπιταλιστικής κοινότητας της  αυτάρκειας και της συντεχνιακής οργάνωσης που ο καπιταλισμός απώθησε. Από εδώ και ο ανορθολογισμός του διαβήματος.

Ουσιαστικά ζητούν την αποκατάσταση της φεουδαρχικής  ανισότητας των  «ομάδων κύρους» (Status Groups) που ο καπιταλισμός ανέτρεψε, καθώς αυτή ανταποκρίνονταν σύμφωνα με αυτές τις θρηνωδίες στη φυσική ιεραρχία ανάμεσα στους ανθρώπους, ως η ιδιοκτησία, οι σχέσεις ισχύος, ακόμη και το κύρος κ.λπ., εν τέλει οι ταξικές ανισότητες, να προκύπτουν, ή να προέκυπταν ποτέ, ακόμη και στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, εξωϊστορικά. Ως οι μηχανισμοί και οι αιτίες  που τα δημιουργούσαν, δηλαδή οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και απόσπασης του κοινωνικού πλεονάσματος να προσδιορίζονταν από τη φυλή, τη θρησκεία, το γένος κ.λπ. Βεβαίως αυτές ανάλογα με την ειδική σχέση παραγωγής (δουλοπαροικία, μισθωτή εργασία κ.λπ.) προσλάμβαναν κάθε φορά και διαφορετική μορφή (ασιατικός τρόπος παραγωγής, φεουδαρχία, καπιταλισμός κ.λπ.). Ήταν αυτή η φυσική διάρθρωση της προκαπιταλιστικής κοινωνίας που ήθελε να αποκαταστήσει στην ελληνική κοινωνία ο Ι. Δραγούμης, αρχές του 20ού αιώνα, όταν ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής γινόταν κυρίαρχος και διαμόρφωνε μια σύγχρονη ταξική διάρθρωση (βιομηχανική αστική τάξη, εργατική τάξη κ.λπ.). Επηρεασμένος από τον Νίτσε και την αρχή  της «βούλησης για δύναμη» διαχώριζε κοινωνικά τον «εξαιρετικό», όπου ανήκαν οι ελιτ, από την πλέμπα και τις «μάζες» (μικροί, ταπεινοί, πρόστυχοι). Καθώς οι μάζες είναι ανίκανες να δράσουν από μόνες τους  χρειάζονται, σύμφωνα με τον Γκ. Λε Μπον (Η ψυχολογία των μαζών), συγκαιριανό του Νίτσε, αλλά και του Δραγούμη, την καθοδήγηση του «εξαιρετικού», μετατρεπόμενες ουσιαστικά σε πεδίο για την ανάδειξη της γενναιοδωρίας, της αντρειοσύνης, της βούλησης της «αριστοκρατίας του αίματος και της φυλής». Ως γνωστόν αυτή η αντίληψη επέχει θέση αξιώματος όσον αφορά στην οργάνωσης των φασιστικών κομμάτων (Ντούτσε, Φύρερ κ.λπ.).

Οι βάσιμες ανησυχίες της αστικής τάξης που έβλεπε την εργατική τάξη να μετασχηματίζεται μέσα από τη συνδικαλιστική οργάνωση και την πολιτική δράση (εργατικά και σοσιαλιστικά κόμματα) από αντικείμενο σε υποκείμενο της ιστορίας, από τη μια, και οι φοβίες των μικροαστικών στρωμάτων για προλεταριοποίηση που τις περισσότερες φορές θεματοποιείται ως «μαζοποίηση» (όπως Η.Arendt κ.ά.), από την άλλη,  διαμορφώνουν το κλίμα για αυτές τις παλινορθωτικές κινήσεις. Αυτό το ιδεολογικό κλίμα διανθίζει, -μεσούσης της οικονομικής κρίσης του ’29 και της όξυνσης των ταξικών συγκρούσεων-, τον πολιτικό λόγο των φασιστικών κινημάτων στην Ιταλία του ΄20 και στη Γερμανία  της ύστερης Βαϊμάρης, αλλά  κ.α.  Είναι η περίοδος της συγκεντροποίησης της παραγωγής και συγχώνευση του τραπεζικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό (μονοπωλιακό κεφάλαιο) που συνθλίβει τα μικροαστικά στρώματα τα οποία εναγωνίως αναζητούν τη «λύτρωση» στο ισχυρό κράτος και στον ισχυρό ηγέτη με ομπρέλα το έθνος χωρίς τις κοινωνικές τάξεις (υπερβατικός εθνικισμός). Είναι η περίοδος της ήττας του εργατικού κινήματος (Ιταλία, Γερμανία κ.ά.) και ο μετασχηματισμός των μικροαστικών στρωμάτων σε κοινωνική και πολιτική δύναμη.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερος κόπος για να αντιληφθεί κανείς που μπορεί να μας βγάλουν σήμερα αυτές οι «φωνές από το παρελθόν», που βάλλοντας κατά της «ισότητας» της Μεταπολίτευσης μας αντιπροτείνουν την κοινωνία των «νοικοκυραίων» και των πατερναλιστών αστών της μεταπολεμικής Ελλάδας με τις κάθετες σχέσεις πολιτικής χειραγώγησης  και τον λαϊκό παράγοντα στο περιθώριο. Και εδώ το κύριο πρόβλημα δεν είναι η «κομματοκρατία», όπως διατείνονται, αλλά η πολιτική συμμετοχή  των λαϊκών στρωμάτων (του «όχλου», της πλέμπας), τα οποία  ώσπου να βγουν από τον «παιδισμό» τους και «ενηλικιωθούν» θα πρέπει να τελούν υπό  την κηδεμονία των πνευματικών ταγών και των ελιτ. Έχοντας εξέλθει από το χώρο των «ιστορικών ανθρώπων» (K. Marx) και την καθημερινότητα των ανθρώπων της εργασίας και του μόχθου, απαξιώνουν κάθε μορφή συλλογικής δράσης με το πρόσχημα πως αυτή συντηρεί το σύστημα. Μάλιστα, εργαλειοποιώντας  τις αυταπάτες και τα ψέματα του ΣΥΡΙΖΑ, οι εκπρόσωποι αυτού του αντιδραστικού αντικαπιταλισμού βρίσκουν την ευκαιρία να διακηρύξουν, εν ονόματι της «μεγάλης εξόδου», τη ματαιότητα της πολιτικής δράσης γενικά. Η βαθιά περιφρόνηση προς τον λαϊκό παράγοντα και η «άγνοια» για τις συνθήκες εργασίας των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, τους κάνει να δυσφημίζουν συστηματικά ως καταναλωτισμό και συντεχνιασμό οποιαδήποτε διεκδίκηση για βελτίωση των συνθηκών ζωής. Ωστόσο αυτές οι θρηνωδίες για πολιτισμική και κοινωνική παρακμή φαίνεται πως έχουν διαμορφώσει και εξοικειώσει και στη χώρα μας, όπως κάποτε οι «συντηρητικοί επαναστάτες» στην ύστερη Βαϊμάρη (E. Niekisch, W. Sombart, O. Spengler κ.ά.), ένα σχετικά μεγάλο ακροατήριο, με  τον πολιτικό ανορθολογισμό και τον κοινωνικό κυνισμό. Κάπως έτσι θα πρέπει να εξηγηθεί, τουλάχιστον σε επίπεδο ιδεών, η εκκόλαψη του φιδιού και η άνοδος του φασισμού στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.

Ωστόσο εκείνοι που βγαίνουν από την ιστορία για να ορίσουν ανθρωπολογικά, ουσιαστικά εθνοφυλετικά, το κοινωνικό ζήτημα, δεν θα πρέπει να εκπλήσσονται, αν κάποιοι άλλοι, πιο «αυθεντικοί», αφήνουν τα λόγια για να περάσουν, όταν οι κοινωνικές συνθήκες το επιτρέψουν, στην πράξη της «τελικής λύσης».


Από http://www.imerodromos.gr/o-politikos-logos-tou-antidrastikou-antikapitalismou-chthes-ke-simera/

.




Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Σχετικά με το φαινόμενο της θρησκείας

«Κάθε θρησκεία δεν είναι τίποτ' άλλο ουσιαστικά, παρά η φανταστική αντανάκλαση μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο, όλων εκείνων των δυνάμεων του εξωτερικού κόσμου, που κυριαρχούν στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, μια αντανάκλαση, όπου οι γήινες δυνάμεις παίρνουν τη μορφή υπεργήινων δυνάμεων...».(Φρ.Ενγκελς, «Αντι-Ντύριγκ»).
Το ενδιαφέρον ενασχόλησης με τη θρησκεία γενικά δεν είναι καινούριο. Προκύπτει τόσο από την ύπαρξή της ως μέρους του εποικοδομήματος, το οποίο δρα και μάλιστα σε οργανική σχέση με τα άλλα του μέρη, αλλά όπως και τα υπόλοιπα με σχετική αυτοτέλεια. Προκύπτει όμως και από την αναγκαιότητα εξέτασης ενός κοινωνικού φαινομένου που έχει ιστορικό χαρακτήρα. Δεν υπήρχε πάντα, και δε θα υπάρχει πάντα.
Για μια μεγάλη ιστορική περίοδο, οι άνθρωποι δε γνώριζαν και δεν είχαν καμιά θρησκεία. Η εμφάνιση της θρησκείας στην πρωτόγονη κοινωνία συνέπεσε με την ανάπτυξη της σκέψης και της έναρθρης γλώσσας. Και η συνείδηση, ως σύνθετη λειτουργία, της πιο σύνθετης μορφής της ύλης, του ανθρώπινου εγκεφάλου, εμφανίζεται με την ανάπτυξη της γλώσσας. Ο άνθρωπος από την εμφάνισή του στη φύση βρίσκεται αντικειμενικά σε σχέση ενότητας και πάλης μαζί της. Ενότητας γιατί αποτελεί μέρος της και πάλης γιατί έρχεται αντιμέτωπος με όλα εκείνα τα φαινόμενα και στοιχεία της που πρέπει να αντιμετωπίσει και να υποτάξει στη δύναμή του προκειμένου να επιβιώσει και να αναπαραχθεί.
Η εμφάνιση της θρησκείας αντανακλούσε την αδυναμία του πρωτόγονου ανθρώπου μπροστά στα φαινόμενα της φύσης, που γι' αυτόν ήταν ακατανόητα και αρχικά αδάμαστα. Αυτή η αδυναμία μπροστά στη φύση γέννησε στον ανθρώπινο εγκέφαλο την ιδέα της ύπαρξης, μέσα στα φυσικά στοιχεία και φαινόμενα του κόσμου που τον περιβάλλει, αγνώστων όντων, με υπερφυσικές ιδιότητες, ικανών όμως να τον βοηθήσουν ή να τον βλάψουν. Ετσι προσωποποιεί τα στοιχεία και τα φαινόμενα της φύσης, προσπαθώντας να επιδράσει πάνω τους, να στρέψει τη δράση τους προς όφελός του. Δε γνωρίζει όμως άλλους τρόπους, γι' αυτή την προσπάθεια παρά αυτούς που ζει, τους ανθρώπινους. Ετσι, προκειμένου να ωφεληθεί ή να μη βλαφτεί, από τα φυσικά στοιχεία και φαινόμενα, για τα οποία δε γνωρίζει την ουσία τους, τους νόμους που τα διέπουν, άρα δεν μπορεί ακόμη να τα υποτάξει, προσπαθεί να τα εξευμενίσει. Ετσι καθιερώνει τη λατρεία. Ουσιαστικά η εμφάνιση της θρησκείας αντανακλά τη μόνιμη, σταθερή και ακατάπαυστη δραστηριότητα του ανθρώπου να υποτάξει τη φύση προς όφελός του, προς όφελος της κοινωνίας. Να συνυπάρξει αρμονικά η κοινωνική ζωή με τη φύση. Αυτή η διαδικασία που συντελείται στη σχέση της κοινωνικής ζωής του ανθρώπου με τη φύση γίνεται μέρος της συνείδησης, αντανακλάται σ' αυτήν.
Κοινωνική συνείδηση είναι η πνευματική ζωή της κοινωνίας, δηλαδή οι πολιτικές, νομικές, ηθικές, επιστημονικές, φιλοσοφικές, αισθητικές ιδέες, απόψεις, θεωρίες, οι θρησκευτικές αντιλήψεις, καθώς και τα κοινωνικά αισθήματα, τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων, στα οποία αντανακλάται η κοινωνική τους ζωή. Η θρησκεία, λοιπόν, αποτελεί μέρος της κοινωνικής συνείδησης.
Η συνείδηση γενικά είναι η αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας στον ανθρώπινο νου. Αλλά αυτή η αντανάκλαση δεν είναι ευθεία, δηλαδή η συνείδηση δεν είναι ταυτόσημη με την αντικειμενική πραγματικότητα. Αυτή περνά στη συνείδηση ως προϊόν διεργασιών του ανθρώπινου νου που δεν είναι οι ίδιες ακριβώς για κάθε άνθρωπο ή ομάδα ανθρώπων, γεγονός που έχει σχέση και με το πώς προσλαμβάνεται αυτή η πραγματικότητα, μέσα από την πείρα της ζωής και της δράσης, αλλά και με τη δυνατότητα διείσδυσης στην ουσία όλων των φαινομένων της αντικειμενικής πραγματικότητας, η οποία μπορεί να είναι και συγκαλυμμένη. Αρα είναι προϊόν πείρας, γνώσεων, βασισμένων στην υλική ζωή και την ιστορικότητά της. Μεταβάλλεται και αναπτύσσεται ανάλογα με τις μεταβολές που συντελούνται τόσο στη φύση, όσο και στην κοινωνία.
Η συνείδηση βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά έχει και σχετική αυτοτέλεια απ' αυτήν. Αυτό το ζήτημα είναι που αποτέλεσε το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας, σχετικά με ποιο είναι το πρωτεύον και ποιο το δευτερεύον σ' αυτή τη σχέση: Η αντικειμενική πραγματικότητα (Το Είναι), ή η συνείδηση, η ύλη ή το πνεύμα. Ετσι καθορίστηκαν και οι δυο βασικές κατευθύνσεις στη φιλοσοφία, ο υλισμός (θεωρεί ότι το πρωτεύον είναι η ύλη) και ο ιδεαλισμός (θεωρεί ως πρωτεύον το πνεύμα (η Ιδέα).
Ο ιδεαλισμός θεωρεί αρχή των πάντων τη νόηση, το πνεύμα. Ισχυρίζεται ότι το πνεύμα υπήρχε πριν από τη φύση και ανεξάρτητα απ' αυτήν. Η θρησκεία επίσης διακηρύσσει ότι η δημιουργία του κόσμου είναι αποτέλεσμα της δράσης του υπέρτατου όντος, το οποίο προϋπήρχε της φύσης, του θεού, στον οποίο προσδίδει πνευματική υπόσταση. Αρα θεωρεί το πνεύμα πρωτεύον, την ύλη δευτερεύον. Υποστηρίζει την αιωνιότητα του πνεύματος και το πεπερασμένο της ύλης, παρά το γεγονός ότι επιστημονικά έχει αποδειχτεί ότι η ύλη προϋπήρξε και συνεχίζει να υπάρχει και θα υπάρχει πέρα και ανεξάρτητα από το πνεύμα, τη νόηση, η οποία καθορίζεται από την ύλη. Ετσι ιδεαλισμός και θρησκεία έχουν κοινές γνωσιολογικές ρίζες. Φιλοσοφικά, ο ιδεαλισμός αποτελεί ένα μέσο υπεράσπισης της θρησκείας.
Η κοινωνική συνείδηση είναι προϊόν της συγκεκριμένης κοινωνίας, η οποία επίσης δεν είναι ταυτόσημη ακριβώς με την κοινωνική πραγματικότητα. Η κοινωνική πραγματικότητα υπάρχει ανεξάρτητα από τη συνείδηση, η οποία γεννιέται και καθορίζεται απ' αυτήν. Η ίδια η εξέλιξη των κοινωνιών αλλάζει, αναπτύσσει και την κοινωνική συνείδηση. Σ' αυτή τη διαδικασία πρέπει να αναζητηθούν και οι ιστορικές αλλαγές και η εξέλιξη των θρησκειών. Που αποτελούν βασικό γνώρισμα των ταξικών κοινωνιών, αλλά οι αλλαγές στις θρησκείες έχουν άμεση σχέση με αλλαγές στις κοινωνίες, στις παραγωγικές σχέσεις και είτε προϋπάρχουν είτε έπονται τέτοιων αλλαγών.
Στις ταξικές κοινωνίες η κοινωνική συνείδηση έχει αντικειμενικά ταξικό χαρακτήρα. Κάθε κοινωνική τάξη επεξεργάζεται τις δικές της ιδέες, θεωρίες, αντιλήψεις, τη δική της πολιτική, που εξαρτώνται, αλλά υπηρετούν ταυτόχρονα και τα συμφέροντα της συγκεκριμένης τάξης. Αντικειμενικά κυριαρχεί η κοινωνική συνείδηση της κυρίαρχης τάξης, η οποία αναπαράγεται από ένα πλήθος δικών της ιδεολογικοπολιτικών μηχανισμών, προκειμένου να συγκαλύπτονται τα ταξικά της συμφέροντα, να εμφανίζονται ως καθολικά της κοινωνίας και να συνεχίζεται η κυριαρχία της και η εκμετάλλευση των καταπιεζόμενων τάξεων και στρωμάτων. Το νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα που υπάρχει σε κάθε κοινωνία και αντανακλά την οικονομική της βάση, δηλαδή τις παραγωγικές σχέσεις που σε τελευταία ανάλυση το κύριο γνώρισμά τους είναι η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, επιβάλλει, ανάμεσα στ' άλλα, αναπαράγοντάς την, και την κοινωνική συνείδηση. Μέρος της οποίας είναι η θρησκευτική πίστη. Γι' αυτό και η θρησκεία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του εποικοδομήματος στις ταξικές κοινωνίες, άρα μέρος της ιδεολογίας της κυρίαρχης τάξης, η οποία και επιβάλλεται στις εκμεταλλευόμενες τάξεις και κοινωνικά στρώματα. Αποτελεί δε στοιχείο της ιδεολογικής διαπάλης, σε κάθε ταξική κοινωνία.
Επομένως, αντικειμενικά με το πέρασμα από τις ταξικές στην αταξική κοινωνία, το φαινόμενο της θρησκείας θα περάσει οριστικά στην ιστορία.


Στέφανος ΚΡΗΤΙΚΟΣ
Από Ριζοσπάστης
http://www.rizospastis.gr/story.do?id=271776

Ουσία και αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας

 του Παναγιώτη Γαβάνα Ένα από τα βασικά ζητήματα που είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί στην αρχή αυτής της σειράς άρθρων που παρουσιάζουμε ανα...