Τρίτη 7 Μαΐου 2019

Ο επαναστατικός Μάης του '68 και ο σοσιαλφασισμός

Ο γαλλικός Μάης του ’68 είναι γνωστός σαν το τελευταίο μεγάλο και μαζικό προοδευτικό πολιτικό κίνημα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Αυτός ο χαρακτήρας του έχει αναγνωριστεί σήμερα και από τα κυρίαρχα τμήματα της διεθνούς αστικής διανόησης, ενώ η καθεστωτική και σοσιαλφασιστική ψευτοαριστερά σε κάθε επέτειο κάνει μεγάλο θόρυβο και του επιφυλάσσει τους καλύτερους ύμνους της.
Αυτή η γενική αποδοχή οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους. Ο ένας είναι ότι ο Μάης του ’68 είναι σε γενικές γραμμές ένα νικημένο λαϊκό κίνημα που δεν είχε συνέχεια και κλιμάκωση, ούτε σε τοπικό, ούτε σε διεθνές επίπεδο και ο δεύτερος, ότι ο Μάης του ’68 κουβάλαγε μέσα του σαν δευτερεύουσα, αλλά ισχυρή πλευρά το σοσιαλφασισμό και την αστική παρακμή.
Ο γαλλικός Μάης του ’68 είναι ένα βαθιά αντιφατικό κίνημα, δηλαδή ένα κίνημα επαναστατικό και βαθύτατα ριζοσπαστικό σε ό,τι αφορά τη φύση και τους πόθους της μεγάλης μάζας των κοινωνικών δυνάμεων που αποτέλεσαν τον κορμό του, αλλά και γεμάτο αθλιότητες από τον εν μέρει μικροαστικό και εν μέρει σοσιαλφασιστικό χαρακτήρα των δυνάμεων που τον καθοδήγησαν. Αυτή η δεύτερη πλευρά θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολιτικό πισωγύρισμα όχι μόνο τη Γαλλία, αλλά ολόκληρο τον πλανήτη.
Γίνεται πάντα περισσότερο λόγος ειδικά για το γαλλικό Μάη του ’68 και όχι για τα άλλα αντίστοιχα κινήματα σε άλλες δυτικές χώρες (ΗΠΑ, Γερμανία, Ιταλία) την ίδια περίπου εποχή, γιατί το γαλλικό κίνημα ήταν το πιο μαζικό, το πιο ριζοσπαστικό και το πιο πολιτικό από όλα τα άλλα και σαν τέτοιο ήταν αυτό που κατέληξε σε μια ανοιχτή πολιτική κρίση, ξεπερνώντας το γενικό επίπεδο της πολιτικής διαμαρτυρίας που είχαν όλα τα υπόλοιπα. Δεν είναι η πρώτη φορά που η Γαλλία γίνεται η χώρα όπου ένα παγκόσμιο πολιτικό φαινόμενο παίρνει σε αυτήν την πιο τυπική του μορφή.

Η Γαλλία παραμένει πάντα η χώρα ενός επαναστατικού λαού και ταυτόχρονα μιας ακραίας και μαζικής πολιτικής αντίδρασης. Όμως η μεγάλη ιδιομορφία του Γαλλικού ’68 σε σχέση με κάθε προηγούμενο προοδευτικό κίνημα και κάθε ανάλογο κίνημα την ίδια εποχή βρίσκεται στο γεγονός ότι εδώ η πολιτική αντίδραση δε βρέθηκε μόνο απέναντι από την εξέγερση, αλλά και, κυρίως, μέσα σ’ αυτήν.
 

Εννοούμε μ’ αυτό το τελευταίο ότι το κίνημα του γαλλικού Μάη πρέπει να διαχωριστεί σε δύο συνιστώσεςΗ μία είναι ο καθ’ αυτός Μάης που στην ηγεσία και τη βάση του ήταν κυρίως οι φοιτητές και οι μαθητές του Λυκείου και ύστερα το χαμηλό στην ιεραρχία κομμάτι της Πανεπιστημιακής διανόησης και οι νεαροί ειδικευμένοι εργάτες, και από την άλλη είναι ο ρεβιζιονιστικός Μάης, τα εργατικά συνδικάτα, που όμως βρίσκονταν κάτω από την απόλυτη ηγεμονία του σοσιαλφασιστικού Γαλλικού «Κ»Κ. Όλες οι ιστοριογραφίες του Μάη θεωρούν αυτές τις πλευρές συμπληρωματικές και τις ενώνουν σε ένα κίνημα. Στην ουσία πρόκειται όμως για δύο αντίθετες πλευρές που συνυπήρξαν μέσα σε ένα κίνημα που μόνο στη μορφή του ήταν ενωμένο.

Ο ΝτεΓκωλ απαιτεί: "Είσαι νέος - Βγάλε το σκασμό"

O καθ’ αυτός Μάης του ’68 (ας τον ονομάσουμε φοιτητικό Μάη από την κύρια κοινωνική δύναμη που τον αποτέλεσε) ξεκίνησε, κορυφώθηκε και τελείωσε σαν ένα αυθόρμητο και μαχητικό κίνημα διαμαρτυρίας που σε κανένα του στάδιο δεν έβαλε ζήτημα πολιτικής εξουσίας και που ποτέ από μόνο του δε θα οδηγούσε σε κατάσταση μέγιστης πολιτικής κρίσης. Αν οι υπόλοιπες φοιτητικές εξεγέρσεις τύπου ’68 σε όλο τον τότε βιομηχανικό κόσμο δεν έφτασαν σε μέγιστη πολιτική κρίση, ήταν ακριβώς γιατί δεν υπήρχε σε αυτούς η δεύτερη συνιστώσα, η καθαρά πολιτική συνιστώσα, που στο γαλλικό Μάη του ’68 ήταν το σοσιαλφασιστικό “κομμουνιστικό” κόμμα. Πουθενά, σε καμία άλλη αναπτυγμένη βιομηχανική χώρα δεν υπήρχε ένα ισχυρό σοσιαλφασιστικό κόμμα που θα μπορούσε να δώσει άλλη διάσταση στους αντίστοιχους “Μάηδες”. Στη Γερμανία για παράδειγμα υπήρχε μια πανίσχυρη σοσιαλδημοκρατία, που έλεγχε τα εργατικά συνδικάτα και η οποία σε καμία περίπτωση δεν στάθηκε δίπλα στο ριζοσπαστικό κίνημα. Στις ΗΠΑ τα συνδικάτα ήταν, και είναι στα χέρια της κλασσικής αντίδρασης, ενώ στην Ιταλία το ρεβιζιονιστικό “κομμουνιστικό” κόμμα είχε πολύ περισσότερο σοσιαλδημοκρατικό παρά σοσιαλφασιστικό χαρακτήρα.

Έτσι στις ΗΠΑ ο “Μάης” που εξελίχθηκε ανάμεσα στα ’66 έως τα ’69 έμεινε πάντα φοιτητικός, αλλά μαζικός σαν πολιτική κουλτούρα, ενώ στη Γερμανία και στην Ιταλία κατέληξε γρήγορα στο περιθώριο, στο αδιέξοδο και αναπόφευκτα στην μικροαστική τρομοκρατία (RAF, Ερυθρές Ταξιαρχίες).
Αλλά ας δούμε την αλληλοσυμπλοκή των δύο συνιστωσών του γαλλικού Μάη και ύστερα τη σχέση τους με την τρίτη δύναμη, την ανοιχτά αντίπαλη, και καθεστωτικά ηγεμονική πολιτική δύναμη που ήταν τότε το γκωλικό κόμμα με επικεφαλής του (και Πρόεδρο της Δημοκρατίας) τον ίδιο τον Ντε Γκωλ.


Ο ΜΑΗΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ Ή Ο ΦΟΙΤΗΤΙΚΟΣ ΜΑΗΣ



Κατ’ αρχήν λοιπόν ήταν ο φοιτητικός Μάης. Αυτός ξεκίνησε από τη σχολή της Κοινωνιολογίας της Ναντέρ, που αποτελούσε το πιο προωθημένο ιδεολογικά απόσπασμα της γαλλικής αστικής εκπαίδευσης δηλαδή το πιο πειραματικό και το “πιο ανοιχτόμυαλο” Πανεπιστήμιό της. Ο πρύτανης του, ο Γκραπέν, ήταν εκπρόσωπος του πιο δημοκρατικού και εκσυγχρονιστικού ρεύματος της αστικής τάξης, δραστήριο μέλος της αντίστασης, αριστερός. Αυτός όμως, όπως και όλος σχεδόν ο πανεπιστημιακός καθηγητικός μηχανισμός της Ναντέρ, κυριολεκτικά ποδοπατήθηκε από ένα φοιτητικό κίνημα που ένωνε μέσα του δύο ιστορικές απαιτήσεις:



Ναντέρ - Μάρτης 1968
Πρώτο, την άρνηση της αστικής αυταρχικής και από καθ’ έδρας παιδείας και έμμεσα όλης της αστικής κοινωνίας, και δεύτερο την άρνηση του ιμπεριαλισμού, άρνηση που εκείνη την εποχή εκφραζόταν μέσα από την καταδίκη της αμερικάνικης επέμβασης στο Βιετνάμ και την υποστήριξη στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του βιετναμέζικου λαού.


Η κτηνωδία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στο Βιετνάμ

Δεν είναι τυχαίο ότι πριν από το ξέσπασμα του κινήματος της Ναντέρ είχε προηγηθεί μια περίοδος έντονων πολιτικών ζυμώσεων γύρω από το βιετναμικό και είχαν οργανωθεί μετωπικά όργανα, κυρίως νεολαιίστικα, για τη συμπαράσταση στο Βιετνάμ. Η σύγκρουση με το κράτος και την αστυνομία άρχισε ακριβώς από αυτό το επίπεδο και επεκτάθηκε και βάθυνε με την αντικαπιταλιστική κριτική του Πανεπιστημίου. Η σύγκρουση φοιτητών - καθηγητών στην Ναντέρ, εξελίχθηκε σύντομα σε μια σύγκρουση φοιτητών - πολιτικών αρχών, μεταφέρθηκε από τους φοιτητές της Ναντέρ γρήγορα στη Σορβόννη, δηλαδή στο κέντρο του Παρισιού και στο κέντρο της πολιτικής ζωής και ξέσπασε σαν μαζικό και μαχητικό πολιτικό κίνημα όταν η αστυνομία το χτύπησε με τη βία. Και αυτό απάντησε επίσης με βία: Οδοφράγματα, δακρυγόνα, φωτιές ήταν η τυπική εικόνα αυτής της αναμέτρησης. Από τη στιγμή της σύγκρουσης αυτής, που πάντως ποτέ της δεν πήρε μια αληθινή φονική αιματηρή μορφή, το κίνημα αυτό έθεσε πρακτικά στη Γαλλία εκείνης της εποχής την απαίτηση για την κατάχτηση του αστικού πολιτικού δημοκρατισμού. Ο αντικαπιταλισμός ήταν η κινητήρια δύναμη του φοιτητικού Μάη, ήταν το πνεύμα του, όμως το εύρος του και η πλατιά συμπάθεια που απόκτησε μέσα στο σύνολο του πληθυσμού, η ισχυρή συσπείρωση που πέτυχε μέσα στην ίδια τη δημοκρατική διανόηση, και τέλος και το κυριότερο, τα πρακτικά του θετικά αποτελέσματα ήταν στο επίπεδο της πολιτικής δημοκρατίας και της δημοκρατικής κοινωνικής κουλτούρας γενικότερα.


Από την ουσιαστική, την πολιτική άποψη ο φοιτητικός Μάης αντιπαρατέθηκε σε ένα μεταπολεμικό αστικό καθεστώς που ναι μεν είχε οικοδομηθεί πάνω στον αντιφασισμό του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, αλλά περιοριζόταν διαρκώς από τον αναπόφευκτο για τη διεθνή αστική τάξη φόβο, μπροστά στην κομμουνιστική επανάσταση της Ανατολής (σ.κ.μ. με προπύργιό της τότε την επαναστατική μαοϊστική Λαϊκή Κίνα). Αυτός ο φόβος, δικαιολογημένος άλλωστε, υποχρέωνε τους φιλελεύθερους αστούς να συνασπίζονται με τους χειρότερους αντιδραστικούς, ακόμα και τους συνεργάτες του Γ’ Ράιχ, για να κρατάνε σε υποταγή τη δημοκρατική μάζα που ζητούσε διαρκώς να καρπωθεί την πολιτική της αντιφασιστική νίκη, τουλάχιστον μέσα στα όρια του αστικού πολιτικού δημοκρατισμού.

Ο φόβος αυτός άρχισε να λιγοστεύει από την ώρα που ο ανύπαρκτος σοσιαλισμός της (σ.κ.μ. μετά το 1960) ΕΣΣΔ άρχισε να γίνεται αντιληπτός σαν τέτοιος και να μη συγκινεί τις μάζες στη Δύση.
Ο “γενικός” Μάης της Δύσης, ήταν αυτός που τσάκισε κάθε πολιτικό εμπόδιο και οδήγησε στα όρια της αστικής δημοκρατικοποίησης όλες τις δυτικές κοινωνίες. Ο Μάης διαδήλωσε ότι οι λαοί δε δέχονταν πια το χωροφυλακίστικο ασφυκτικό έλεγχο της αστικής τάξης πάνω στην κοινωνική και πολιτική τους ζωή, και κυρίως δε δέχονταν την ασυζητητί συμμόρφωση στις γραφειοκρατικές ντιρεκτίβες σε κάθε επίπεδο της πολιτικής και συνδικαλιστικής οργάνωσης. 

Δίπλα σ’ αυτές τις διεκδικήσεις που εκφράστηκαν βαθύτερα ιδεολογικά και σαν πάλη ενάντια στην αστική ιεραρχία και την αστική επιλογή των “ελίτ”, ή σαν αμφισβήτηση της απ’ έξω και εκ των άνω αστικής “αυθεντίας” αλλά και σαν άρνηση του μιλιταρισμού, του σοβινισμού και του αντισημιτισμού, 
ο Μάης απαίτησε και την πρακτική κοινωνική ισότητα της γυναίκας με τον άντρα και σύντριψε κάθε πατριαρχικό καταναγκασμό στην ιδεολογική και κοινωνική ζωή όλου του ανεπτυγμένου δυτικού κόσμου.
Αυτή η τελευταία ήταν η πιο μόνιμη και η πιο θεαματική πρακτική συνέπεια του παγκόσμιου ’68.Οι γυναίκες και η νεολαία θα χρωστάνε πάντα πάρα πολλά στο δημοκρατικό και επαναστατικό ’68 που νομιμοποίησε στην πράξη τον ατομικό σεξουαλικό έρωτα και τσάκισε κάθε πατριαρχική οπισθοδρόμηση.
Αν ο γαλλικός φοιτητικός Μάης, ήταν ο πιο ριζοσπαστικός και επαναστατικός στη μορφή και το περιεχόμενό του από κάθε άλλο σύγχρονο του, ήταν επειδή η γαλλική ιμπεριαλιστική αστική τάξη βρέθηκε στο κατώτερο σκαλοπάτι που θα μπορούσε να βρεθεί κάθε άλλη δυτική αστική τάξη μετά τον μεγάλο αντιφασιστικό πόλεμο. 
Ο προδότης Λαβάλ με το Χίτλερ

Η γαλλική αστική τάξη που ένα κομμάτι της τόσο ωμά και σε τέτοια έκταση συνεργάστηκε με το ναζισμό στον πόλεμο (καθεστώς του Βισύ), βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της διεθνούς αντίδρασης μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’60 όταν σχεδόν σύσσωμη άσκησε την πιο ωμή τρομοκρατική βία στους λαούς που πάλευαν για την απελευθέρωσή τους από τη γαλλική αποικιοκρατία (Ινδοκίνα, Αλγερία). Στο τέλος αυτή η αστική τάξη νικημένη και διεθνώς απομονωμένη, υποχώρησε, αλλά η πολιτική της φυσιογνωμία έμεινε βαθιά σημαδεμένη από την πρόσφατη αποικιοκρατική της κτηνωδία. Η αντιφασιστική της πλευρά μόλις και μετά βίας κάλυπτε τη ρατσιστική και τη σοβινιστική της πλευρά. 


Όταν λοιπόν αυτό το καθεστώς προσπάθησε να συμπεριφερθεί στους εξεγερμένους φοιτητές του με το γνωστό αυταρχικό του τρόπο προκάλεσε μέσα στο δημοκρατικό γαλλικό λαό την πιο βαθιά αγανάκτηση και την πιο μεγάλη συσπείρωση γύρω από τους φοιτητές που χτυπιόντουσαν με την αστυνομία στο άντρο της κλασσικής γαλλικής προοδευτικής διανόησης, στο Καρτιέ Λατέν. Στην πραγματικότητα ο κρυμμένος φασισμός του γαλλικού κράτους είχε εκφραστεί πριν τις μεγάλες συγκρούσεις των οδοφραγμάτων και μάλιστα πολύ βαθύτερα από ό,τι με την αστυνομική βία. Αλλά αυτή ήταν μια πείρα για πολύ λίγους και πιο ειδικά για τους πρώτους κινηματίες φοιτητές. Ήταν οι φοιτητές της Ναντέρ και πιο πριν οι οργανωμένοι συμπαραστάτες του βιετναμικού αγώνα που πρώτοι, πριν φουντώσει το κίνημα, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη βία των τραμπούκων ραβδοφόρων της γαλλικής ακροδεξιάς (της οργάνωσης Οccident) που κατατρομοκρατούσαν κάθε αριστερή ριζοσπαστική κίνηση. 


 
Τέτοιοι πολυάριθμοι, δραστήριοι και οργανωμένοι φασίστες δεν υπήρχαν σε άλλη δυτική χώρα. Εννοείται ότι αυτούς τους ξυλοφόρτωσε και τους εξαφάνισε ο Μάης της εξέγερσης πριν καλά - καλά ξεκινήσει. 



Ουσιαστικά ο αληθινός, ο φοιτητικός Μάης του ’68, σαν αυτόνομος παράγοντας και σαν μοναδικός πρωταγωνιστής της εξέγερσης τέλειωσε με τη νύχτα των οδοφραγμάτων της 11 του Μάη. 
Ζεσμάρ - Σοβαζό - Κον Μπεντίτ

Οι αυθόρμητοι ριζοσπάστες ηγέτες του, οΚον Μπεντίταρχηγός της εξέγερσης της Ναντέρ και κατά κάποιον τρόπο όλου του φοιτητικού Μάη, οΖεσμάρ (του κινήματος των “χαμηλών” πανεπιστημιακών) και ο Σοβαζό (της ριζοσπαστικής πλευράς της ηγεσίας των φοιτητικών συνδικάτων UNEF), ούτε θέλησαν, ούτε μπορούσαν να του δώσουν πολιτική προοπτική. 
 

Όταν όμως το κίνημά τους κέρδισε την παλλαϊκή συμπάθεια, σαν ένα δημοκρατικό κίνημα, ανέλαβε να το υποτάξει πολιτικά και να το χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοτεινούς σκοπούς το γαλλικό ψευτοκομμουνιστικό κόμμα, αυτό το ρωσόφιλο και πιο σοσιαλφασιστικό ανάμεσα σε όλα τα άλλα κόμματα του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου. Το Γαλλικό “Κομμουνιστικό” Κόμμα ήταν η άλλη, η πιο επικίνδυνη και η πιο φασιστική πλευρά του γαλλικού καθεστώτοςπου δούλεψε όμως όχι εξωτερικά, αλλά εσωτερικά σε σχέση με την εξέγερση.


Ο ΜΑΗΣ ΤΟΥ ΨΕΥΤΟΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ


Ψευτοεπαναστάτες για ξεσκέπασμα έβλεπε η "Ουμανιτέ" 

Ασφαλώς ένας φοιτητικός Μάης το 1968 δε θα μπορούσε να έχει ξεκαθαρίσει με ένασοσιαλφασισμό που τότε δεν είχε καν διαμορφωθεί σαν διεθνές ιδεολογικό ρεύμα. Το μόνο κίνημα που τον είχε συλλάβει στην ουσία του αν και μόνο στην αρχή του, ήταν η κινέζικη πολιτιστική επανάσταση, η οποία είχε ξεσπάσει μόλις δύο χρόνια πριν από το γαλλικό Μάη, ωστόσο είχε προλάβει να τον επηρεάσει.


Όμως τα βασικά ηγεμονικά ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα του φοιτητικού Μάη, ο αυθορμητισμός, ο αναρχισμός των situationistes (σ.κ.μ. καταστασιακοί), οι μικροαστικές μ-λ και, προφανώς, οι τροτσκιστικές σέχτες δεν είχαν καθόλου ξεκαθαρίσει σε βάθος με το σοσιαλφασισμό, ενώ τα περισσότερα από αυτά τα ρεύματα μπέρδευαν το σοσιαλφασισμό με το προλεταριακό επαναστατικό ρεύμα της Γ’ Διεθνούς. Πάντως οι σχέσεις εξεγερμένων με το Γαλλικό «Κ»Κ ήταν σχέσεις αντιπάθειας από την πρώτη στιγμή. Ο Κον Μπεντίτ δεν σταμάταγε να χρησιμοποιεί τον όρο “σταλινικά καθάρματα” για τους ηγέτες του Γαλλικού «Κ»Κ και εκείνοι ξεκίνησαν με το να καταγγείλουν τα “γκρουπούσκουλα” (έκφραση που πρωτοχρησιμοποίησε ο Μαρσέ στην Ουμανιτέ) και τα “οργισμένα πλουσιόπαιδα” του φοιτητικού Μάη.
Αλλά αυτό έγινε στην πρώτη φάση. Μόλις ο φοιτητικός Μάης άρχισε να αποχτάει γόητρο μέσα στις μάζες, οι σοσιαλφασίστες, αυτοί οι πιο ασύλληπτοι και πιο αδίστακτοι από τους καιροσκόπους άρχισαν την προσέγγιση. Λίγο πριν τη νύχτα των οδοφραγμάτων, στις 9 του Μάη, ο Αραγκόν επισκέπτεται τη Σορβόννη για να μιλήσει στους καταληψίες και αυτοί τον γιουχάρουν. Αυτή είναι ωστόσο μια στροφή των ρεβιζιονιστών που ολοκληρώνεται μετά τη μεγάλη νύχτα των οδοφραγμάτων της 11 του Μάη.



Μετά από αυτή τη σύγκρουση, το Γαλλικό «Κ»Κ, που δε συμμετείχε ποτέ στις αναμετρήσεις με την αστυνομία, καλεί σαν CGT (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας) τους εργαζόμενους σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας με δημοκρατικά και αντιγκωλικά συνθήματα και βρίσκεται ξαφνικά επικεφαλής ενός πρωτοφανούς δημοκρατικού κινήματος 500.000 ανθρώπων. Σε αυτή τη διαδήλωση της 13ης του Μάη συμμετείχαν και οι άνθρωποι του Μάη που μάλιστα μπήκαν επικεφαλής παρά τις προσπάθειες των ψευτοκομμουνιστών να τους διώξουν. Όμως τον πολιτικό και οργανωτικό έλεγχο της διαδήλωσης αυτής και από κει και πέρα όλων των κινηματικών εξελίξεων που έγιναν στο όνομα του Μάη τις έλεγξε το Γαλλικό «Κ»Κ. Οι δυνάμεις του φοιτητικού Μάη σε καμία περίπτωση και σε καμία τους εκδήλωση δεν μπόρεσαν να συσπειρώσουν πάνω από 30.000 άτομα.


Αμέσως μετά από αυτή την τεράστια διαδήλωση, που συγκλόνισε το γκωλικό καθεστώς, οι σοσιαλφασίστες οργανώνουν μια απεργία σε όλο το γαλλικό έδαφος που σε λίγες μέρες φτάνει τα 10.000.000 απεργούς.
 Η χώρα έχει παραλύσει. Η μικροαστική και ρομαντική επαναστατική μυθολογία του Μάη λέει ότι αυτή η πελώρια απεργία έγινε σε αντίθεση με τις διαθέσεις του Γαλλικού «Κ»Κ επειδή η εργατική βάση συμπαθούσε τις διεκδικήσεις του φοιτητικού Μάη και υποχρέωσε την ηγεσία της να παρασυρθεί από την ορμή του.

Πρόκειται για ένα συνηθισμένο παραμύθι που βόλευε πολύ και το Γαλλικό «Κ»Κ το οποίο εμφανιζόταν στο γαλλικό λαό, και κυρίως τη γαλλική αστική τάξη σαν ένας σεμνός και άδολος ακόλουθος ενός δίκαιου και αυθόρμητου εργατικού κινήματος βάσης. Είναι αλήθεια ότι υπήρχε εκείνη την εποχή μια βαθιά διάθεση στους Γάλλους εργάτες να αντισταθούν στην απληστία της γαλλικής αστικής τάξης και να αποσπάσουν οικονομικές απολαβές που να αναλογούν σε μια εικοσαετία ακατάπαυστης ανάπτυξης και συσσώρευσης κερδών για το γαλλικό βιομηχανικό κεφάλαιο.
Κυρίως όμως ήθελαν να αποσπάσουν δημοκρατικά συνδικαλιστικά δικαιώματα μέσα στους χώρους δουλειάς και εξουσίες ελέγχου πάνω στην διοίκηση. Ήδη είχαν ξεσπάσει άγριες και μη ελεγχόμενες από τους ψευτοκομμουνιστές -συνεργάτες του κεφαλαίου- απεργίες, στην διάρκεια του 1967 και 1968. 

Η αστυνομική επίθεση στους φοιτητές και η αντικαπιταλιστική ατμόσφαιρα των διεκδικήσεων των τελευταίων συγκίνησαν τους εργάτες, ιδιαίτερα τους πιο νέους εργάτες, που μπήκαν κιόλας στα οδοφράγματα και που στα εργοστάσιά τους προπαγάνδιζαν την ιδέα μιας μαζικής απεργίας. Το δημοκρατικό, μη σοσιαλφασιστικό συνδικάτο της CFDT δυνάμωσε ακριβώς πάνω στο Μάη, επειδή αντίθετα με την CGT, υποστήριξε από την αρχή τις προωθημένες εργατικές διεκδικήσεις στο πνεύμα του Μάη. Όμως η εργατική μάζα της CGT έπιανε τότε το 80% του συνόλου του βιομηχανικού προλεταριάτου.
 

Το ότι η μεγάλη πανεργατική απεργία του Μάη δεν έγινε από την πίεση των οδοφραγμάτων αποδεικνύεται:

Πρώτο από το ό,τι η πρώτη απεργία κλειδί γίνεται στο κέντρο και σύμβολο όλης της εργατικής Γαλλίας, στο άντρο της CGT, στο εργοστάσιο Billancourt της Ρενό στις 16 του Μάη. Αυτή η απεργία ξεκινάει μετά από κάλεσμα της ίδιας της CGT για απεργία διαρκείας με ταυτόχρονη κατάληψη του εργοστασίου.

Δεύτερο, και το κυριότερο, οι εργάτες της Billancourt και όλων των άλλων εργοστασίων που έκαναν κατάληψη, απαγόρευσαν αποφασιστικά από την πρώτη στιγμή στους εξεγερμένους φοιτητές να μπουν στα κατειλημμένα εργοστάσια και ποδοπάτησαν με περιφρόνηση τις αλλεπάλληλες προτάσεις τους και τα φλογερά τους συνθήματα για κοινό επαναστατικό αγώνα φοιτητών - εργατών.

Πραγματικά δε θα μπορούσε να έχει υπάρξει ωμότερη προσγείωση και πιο άκαρδη διάψευση όλου του μικροαστικού προλεταριακού ρομαντισμού που διαπότιζε τα μυαλά των “κατακόκκινων” αντικαπιταλιστών του Μάη. Ήταν γι αυτούς ένα σοκ αυτή η συμπεριφορά των ινδαλμάτων τους, των εργατών, που μπορούν να κάνουν επαναστάσεις, αλλά που εξ ίσου μπορούν να ακολουθήσουν για μια περίοδο και τη χειρότερη αντίδραση. Η πείρα της σοβινιστικής ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο ήταν πολύ μακριά από το θεωρητικό και ιστορικό ορίζοντα των πρωταγωνιστών του Μάη.
Βεβαίως οι ηγέτες του Γαλλικού «Κ»Κ δε χειρίστηκαν την πανεργατική απεργία δίχως περίσκεψη. Αν φρόντισαν να χωρίσουν τους εξεγερμένους φοιτητές από τους εργάτες, ήταν ακριβώς για να διασφαλίσουν ότι οι πρώτοι δε θα μπόλιαζαν τους δεύτερους με το επαναστατικό τους πνεύμα. Μια τέτοια ένωση θα μπορούσε να γίνει πραγματικά ανεξέλεγκτη. Έτσι έπεισαν τους απεργούς εργάτες ότι η επαφή με τους φοιτητές θα εξέθετε τον αγώνα τους στο λαό, αφού οι φοιτητές έκαιγαν αυτοκίνητα στα οδοφράγματα και κατέστρεφαν με συνθήματα τις σχολές τους.Οι σοσιαλφασίστες ηγέτες αξιοποίησαν έτσι κατά τον καλύτερο τρόπο τα μικροαστικά ρομαντικά αλλά και τα λούμπεν στοιχεία της εξέγερσης του ’68. 
Τέλος οι σοσιαλφασίστες ηγέτες πήραν και ένα ακόμη καίριο μέτρο: φρόντισαν τα αιτήματα των εκατομμυρίων απεργών να μείνουν αυστηρά περιορισμένα στο οικονομικό επίπεδο. 
Έτσι οι ηγέτες του Γαλλικού «Κ»Κ κατόρθωσαν να δυναμώσουν στο έπακρο τις πολιτικές τους θέσεις και μέσα σε μια βδομάδα, στις 26 του Μάη,διοργάνωσαν νέα τεράστια συγκέντρωση της CGTστο Παρίσι και άλλες συγκεντρώσεις σε όλη τη Γαλλία δίχως όμως τους εξεγερμένους φοιτητές και τους ηγέτες τους που δεν τους είχαν πια ανάγκη, αφού είχαν βάλει κάτω από τις βρόμικες σημαίες τους όλο το δημοκρατικό κίνημα της Γαλλίας. Αυτή τη στιγμή το Γαλλικό «Κ»Κπρωτορίχνει το σύνθημα της “λαϊκής κυβέρνησης”, αρχίζοντας ένα φρενιασμένο παιχνίδι για να πάρει την εξουσία μόνο του ή σε συμμαχία με τους “σοσιαλιστές” του Μιτεράν που έχει προηγούμενα ζητήσει δημοκρατική κυβέρνηση.
Στις 27 του Μάη οι βιομήχανοι και οι πελιδνοί γκωλικοί δίνουν στη CGT σχεδόν ότι ζητάει από τα οικονομικά αιτήματα προκειμένου αυτή να σταματήσει την απεργία. Η CGT υπογράφει μαζί τους συμφωνία, τη γνωστή συμφωνία της Grenelle που δίνει στους εργάτες αυξήσεις στους μισθούς, αλλά δεν ικανοποιεί ούτε ένα θεσμικό οικονομικό αίτημα, όπως ήταν η μείωση των ωρών εργασίας. Οι σοσιαλφασίστες κατεβαίνουν αμέσως μετά στη “βάση” και θέτουν όμως έτσι το ζήτημα τόσο ψυχρά και ουδέτερα, ώστε η “βάση” να τους ζητήσει να συνεχίσουν δίχως αυτοί να εκτεθούν στους βιομηχάνους και στους γκωλικούς ότι χάλασαν τη συμφωνία.  

Στόχος τους είναι να ανέβουν στην εξουσία, όχι σε σύγκρουση, αλλά σε ενότητα με τη γαλλική αστική τάξη και μάλιστα σαν εγγυητές του νόμου και της τάξης. Αυτός ο στόχος τους αποδεικνύεται από το τρομερό γεγονός ότι προηγούμενα στις 24 του Μάη με την εφημερίδα τους την Humanité δίνουν κάλυψη στην απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης να απελάσει τον Κον Μπεντίτ από τη Γαλλία σαν γερμανό υπήκοο (και μάλιστα εβραίο). 
Τα διαπιστευτήρια των σοσιαλφασιστών στη γαλλική αστική τάξη - Το ψευτοΚΚΓ "καταδικάζει τη βία υπεραριστεριστών, μαοϊστών, τροτσκιστών και αναρχικών" που "παίζουν το παιχνίδι της αντίδρασης"



Οι εξεγερμένοι απαντάνε με το σύνθημα: “είμαστε όλοι γερμανοεβραίοι”, αλλά η απόφαση δεν παίρνεται πίσω. Ο Κον Μπεντίτ απελαύνεται. Οι σοσιαλφασίστες πλέουν σε πελάγη ευτυχίας.
 
Όμως έχουν υπολογίσει δίχως τον Ντε Γκωλ, που στηριγμένος στη δύναμη που του δίνει η στρατιωτική ηγεσία, κηρύσσει πολιτικό πόλεμο στο Γαλλικό «Κ»Κ και το ξεσκεπάζει σε μια ομιλία του 3 λεπτών κατηγορώντας το ότι είναι “ένα κόμμα - ολοκληρωτική επιχείρηση, που θέλει να επιβάλει κομμουνιστική δικτατορία στη Γαλλία”.Ταυτόχρονα κηρύσσει εκλογές και καλεί σε διαδήλωση τους γκωλικούς στις 30 του Μάη. 





Πέρα από κάθε πρόβλεψη διαδηλώνουν εκείνη την ημέρα σε μια άλλη γιγαντιαία διαδήλωση 400.000 άνθρωποι. Το πολιτικό εγχείρημα του Γαλλικού «Κ»Κ καταρρέει. Αποδεικνύεται ότι η μάζα δε θέλει ούτε “λαϊκή κυβέρνηση” ρώσικου τύπου. Το ψευτοκομμουνιστικό κόμμα καταλαβαίνει ότι νικιέται πολιτικά, μαζεύει στα γρήγορα τις απεργίες του και αφήνει μόνους τους τους επαναστάτες του φοιτητικού Μάη να εισπράξουν όλη την εκδικητική μανία της γαλλικής αστικής τάξης.

Αυτή την περίοδο σημειώνονται οι πιο αιματηρές συμπλοκές με την αστυνομία και λίγο μετάτίθενται εκτός νόμου τα μικρά εξωκοινοβουλευτικά κόμματα της εξέγερσης. Τα ηγετικά τους στελέχη φυλακίζονται για ένα διάστημα. Οι γκωλικοί κερδίζουν με παταγώδη τρόπο τις εκλογές, ο Μιτεράν και οι ψευτοκομμουνιστές καταποντίζονται.
Στην πραγματικότητα στις 30 του Μάη είχαμε μια μεταστροφή των μαζών, που άρχισε αμέσως μετά την πρώτη μεγάλη διαδήλωση της CGT. Οι μάζες πραγματικά φοβήθηκαν τους ψευτοκομμουνιστές που ήδη είχαν γίνει αντιληπτοί σαν δικτάτορες(σ.κ.μ. μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ και την καπιταλιστική παλινόρθωση) στην Ανατολή. Η Άνοιξη της Πράγας είχε ήδη ξεκινήσει και μια απεργία που παρέλυσε τη Γαλλία εντελώς ξαφνικά, και καθοδηγημένη από ένα τέτοιο “κομμουνιστικό” κόμμα, γέμισε με ρίγη και τους συντηρητικούς μικροαστούς, αλλά και τους οξυδερκείς δημοκράτες.



Το χειρότερο πάντως σε όλη αυτή την υπόθεση είναι ότι για να αντιμετωπίσει το ψευτοκομμουνιστικό πραξικόπημα ο γκωλισμός διέπραξε και το πιο μεγάλο του έγκλημα: έβγαλε από τη φυλακή και νομιμοποίησε τους φασίστες του 
OAS, τους αποικιοκράτες δήμιους του αλγερινού λαού, που ήταν στη φυλακή από την εποχή της αλγερινής ανεξαρτησίας. Στην νομιμοποίηση αυτή βρίσκονται οι πολιτικές ρίζες της νομιμότητας του λεπενικού ρεύματος.

Το χαρακτηριστικό του φοιτητικού Μάη σαν εξέγερσης είναι ότι η ήττα του είναι βασικά πολιτική και όχι στρατιωτική. Η ήττα αυτή είναι αποτέλεσμα της απομόνωσής του μέσα στην πλατιά λαϊκή μάζα επειδή από τη μια κατάφερε να τρομάξει τους μικροαστούς, ιδίως της υπαίθρου, πηγαίνοντας με τους πραξικοπηματίες του Γαλλικού «Κ»Κ, και επειδή από την άλλη επέτρεψε με τα αναρχικά σεχταριστικά του καμώματα σε αυτούς τους τελευταίους να εισπράξουν τη δημοκρατική δυσαρέσκεια του γαλλικού λαού για το μεταπολεμικό γκωλικό καθεστώς. Η πολιτική ήττα αυτού του Μάη είναι συνέπεια της απομόνωσης μέσα στις μάζες των ριζοσπαστικών αλλά και μικροαστικών ρευμάτων που τον καθοδήγησαν. Γι’ αυτό το λόγο όσο και να περιμένουν οι λάτρεις του γαλλικού Μάη του ’68 δεν θα τον ξαναδούν να επαναλαμβάνεται.


ΕΝΑ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟΥ

Ο Μάης του ’68 ήταν στο βάθος του ένα κίνημα ενάντια στο σοσιαλφασιστικό πνεύμα, όμως έγινε τόσο γνωστός γιατί οι σοσιαλφασίστες σπεκούλαραν πάνω του και παραλίγο να πετύχουν τους στόχους τους και να φέρουν τη Γαλλία και τον κόσμο δεκάδες χρόνια πίσω. Ο φοιτητικός Μάης του ’68 πέθανε από τους σοσιαλφασίστες εσωτερικά πριν προλάβει να νικηθεί από τον Ντε Γκωλ εξωτερικά. Ο Μάης του ’68 ήταν ένα κίνημα του ιστορικού μεταίχμιου.
Ήταν το τελευταίο κόκκινο κίνημα μετά την καπιταλιστική παλινόρθωση στη Ρωσία και πριν την παλινόρθωση στην Κίνα, αλλά ταυτόχρονα άνοιγε και το δρόμο για τα κατοπινά πραξικοπηματικά «κνίτικα» ψευτοταξικά κινήματα της δυτικής Ευρώπης.

Αλλά και το κόκκινο του Μάη ήταν περισσότερο εκείνο μιας ανταύγειας.
 

Ήταν η ανταύγεια των τελευταίων αληθινά ταξικών και αντιιμπεριαλιστικών αγώνων του Τρίτου Κόσμου που έγιναν με κόκκινες σημαίες. Η ηρωική πάλη του βιετναμικού λαού που τόσο πολύ γονιμοποίησε τα φοιτητικά δημοκρατικά κινήματα της Δύσης έδωσε λίγα χρόνια μετά τη θέση της στην πρώτη μεγάλη σοσιαλφασιστική δικτατορία της νοτιοανατολικής Ασίας, τη δικτατορία των σοβινιστών Βιετναμέζων ρεβιζιονιστών του Βορρά. Άλλωστε και ο ίδιος ο φοιτητικός Μάης του ’68 έκρυβε μέσα του και μια ισχυρή πλευρά, δευτερεύουσα, άρνησης της επανάστασης και κληρονόμησε τις δικές του αρρώστιες στους λαούς δίπλα στις καταχτήσεις του.
Έτσι θα πρέπει οι νέες επαναστάσεις και τα δημοκρατικά κινήματα να διδαχθούν από την πάλη του Μάη ενάντια στις «αστικές αυθεντίες», αλλά να υπερασπίσουν την ανάγκη για μια προλεταριακή καθοδήγηση των αγώνων τους. Πρέπει δηλαδή από τη μια να χτυπήσουν τον αστικό ιεραρχικό καταπιεστικό οργανωτικισμό, αλλά από την άλλη πρέπει να υπερασπίσουν την οργάνωση και την πειθαρχία των λαών. Πρέπει από τη μια να τσακίσουν τη μηχανιστική σκέψη, αλλά από την άλλη δεν πρέπει να πέσουν στον ιρασιοναλισμό.

Πρέπει να υπερασπίσουν την ισότητα των δύο φύλων, αλλά να μη γίνουν απολογητές της αστικής σεξουαλικής παρακμής. Πρέπει να υπερασπίσουν την ελευθερία που στηρίζεται στην αναγκαιότητα και όχι τον αστικό ατομικισμό που στηρίζεται στην ατομική αυθαιρεσία.


Άνοιξη της Πράγας και σοσιαλιμπεριαλιστές εισβολείς - 1968
Κοντολογίς το νέο επαναστατικό προλεταριάτο,το νέο κόκκινο θα βγει μέσα από τις στάχτες που αφήνει στο δρόμο του ο σοσιαλφασισμός. Αυτό το νέο κόκκινο πρέπει να κριτικάρει τον μικροαστισμό του ’68 και κάθε τι που τον έκανε να προσφέρει στην αστική τάξη άλλοθι για τη μακροημέρευσή της και κυρίως σκαλοπάτι στο σοσιαλφασισμό για να ανέβει στην εξουσία. Ο αναρχισμός, ο κάθε τροτσκισμός και ο μ-λ οπορτουνισμός του Μάη πρέπει να πολεμηθούν ιδεολογικά. Αυτά τα μικροαστικά ρεύματα έχουν γίνει πια σήμερα σύμμαχοι, εφεδρείες ή προχωρημένα αποσπάσματα του σοσιαλφασισμού.



Η μεγαλειώδης εξέγερση της Πλατείας Τιεν Αν Μεν - 1989


Το νέο κόκκινο πρέπει να ρίξει την προσοχή του στα αντισοσιαλφασιστικά κινήματα που γίνονται τώρα πια κυρίως με δημοκρατικές και εθνικοανεξαρτησιακές σημαίες. Με αυτά πρέπει να ενωθεί και να αποσπάσει μέσα από τους πολύχρονους και οδυνηρούς αγώνες την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία. 


Οι νέοι Μάηδες ώσπου να ξαναγίνουν ολόπλευρα κόκκινοι, θα έχουν πολλά χρώματα και την ατμόσφαιρα της Τιεν Αν Μεν. Θα είναι τύπου Πράγας, Βαρσοβίας, Πεκίνου (σ.κ.μ. αναφορά στην Άνοιξη της Πράγας του 1968, στην πολωνική αντισοσιαλφασιστική εξέγερση του 1980-1981 και στην εξέγερση της Τιεν Αν Μεν του 1989). Τέτοιου είδους είναι οι επαναστατικοί και δημοκρατικοί αγώνες, οι νέοι Μάηδες που έρχονται.

Πάρθηκε από http://kokkinometerizi.blogspot.com/2011/05/68.html

Η έννοια του Άπειρου στην Ελληνική Φιλοσοφία


Όλοι οι λαοί σε κάποια φάση της κοινωνικής και διανοητικής τους ανάπτυξης έθεσαν (και εξακολουθούν να θέτουν) το ερώτημα για το Σύμπαν: Είναι το Σύμπαν, ο Κόσμος, αδημιούργητος; Δημιουργήθηκε από μόνος του από προϋπάρχουσα ύλη ή φτιάχτηκε από κάποια έξω από τον Κόσμο υπέρτατη δύναμη, ένα υπέρτατο ον, τον θεό; Η αυθυπαρξία του Θεού είναι αυτονόητη, διότι διαφορετικά θα καταλήγαμε σε μία ατελείωτη αλυσίδα θεών, καθένας από τους οποίους θα κατασκευάζονταν από τον προηγούμενό του, μία κατάσταση που θα θύμιζε το (επί γης) πρόβλημα της κβαντικής μέτρησης με την ατελείωτη αλυσίδα των μετρητικών συσκευών χωρίς να παίρνουμε αποτέλεσμα. Εάν, όμως, δεχτούμε την αυθυπαρξία του Θεού, τότε γιατί να μην δεχτούμε μια και έξω την αυθυπαρξία της Φύσης, του Κόσμου, του Σύμπαντος; Ο καθένας δίνει την απάντηση του και κάνει τις επιλογές του. Κλείνει η παρένθεση.

Η ιδέα της Δημιουργίας και του Θεού-Δημιουργού ήταν απολύτως ξένη στην Ελληνική σκέψη. Πολύ περισσότερο της δημιουργίας εκ του μηδενός: «Μηδέν τι εκ του μη όντος γίγνεσθαι, μηδέ εις το μην ον φθείρεσθαι». Ακόμη και για τον Πατριάρχη του ιδεαλισμού Πλάτωνα, ο Δημιουργός δεν δημιουργεί τον κόσμο εκ του μηδενός. Οι Ιδέες προϋπάρχουν (ο Θεός είναι η ανώτερη Ιδέα, η Ιδέα του Αγαθού), και ο Δημιουργός, ως αγαθός, οικοδομεί τον κόσμο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο που μπορεί. Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι αν και χαμένος στον κόσμο των Ιδεών του, ο Πλάτων δεν αναγνώριζε τον Θεό ως παντοδύναμο ον, αλλά ως μία οντότητα που προσπαθεί να κάνει το καλύτερο. Οι κοσμογονικοί μύθοι των Ελλήνων θεωρούσαν την φύση αυθύπαρκτη. Επρόκειτο για μία φυσιοκρατική κοσμοαντίληψη, πρόδρομο περισσότερο συγκεκριμένων υλιστικών αντιλήψεων (Ατομικοί, Αριστοτέλης, Στωϊκοί κ.λπ.). Μία άλλη πλευρά του κοσμολογικού προβλήματος αφορούσε το πεπερασμένο ή την απειρότητα του Σύμπαντος. Η έννοια του απείρου ήταν τότε διαισθητική. Στην πορεία μεταπλάστηκε σε φιλοσοφική, και πολύ αργότερα σε μαθηματική έννοια. Πριν αναφερθούμε στις κοσμολογικές αντιλήψεις των προσωκρατικών και την στενά συνδεδεμένη μ΄ αυτές έννοια του άπειρου, θα κάνουμε μία σύντομη αναδρομή σε προφιλοσοφικές, μυθολογικές αντιλήψεις για τον χώρο και τον χρόνο, συστατικά στοιχεία των κοσμογονικών μύθων. Κατά τους Ορφικούς πρώτες αρχές του κόσμου είναι η ύλη και το νερό. Από την ένωση της γεννήθηκε ο χρόνος, πρώτη αιτία των πάντων, αγέραστος, παγγενέτωρ, και παμφάγος. Ο χρόνος είναι «γαίης βλάστημα και ουρανού αστερόεντος». Κατά την κοσμογονία των Ορφικών η φύση είναι το παν: «…Ουράνιον Νόμον, αστροθέτην, σφραγίδα δικαίαν πόντου τ’ ειναλίου και γης, φύσεως το βέβαιον ακλινές, αστασίαστον, αεί τηρούντα νόμισιν» (Ορφικοί Ύμνοι). Το μυθικό-ποιητικό σύμπαν των Ορφικών είναι το ίδιο αιτία του εαυτού του, νομοτελειακό και σε αέναο γίγνεσθαι. Αντίστοιχα διαβάζουμε στις Όρνιθες του Αριστοφάνη: «Χάος ην και Νυξ Έρεβος τε μέλαν πρώτον και Τάρταρος ευρύς. γη δ’ ουδ’ αήρ ουδ’ ουρανός ην. Ερέβους δ’ εν απείροσι κόλποις τίκτει πρώτιστον υπηνέμιον Νυξ η μελανόπτερος ωόν, εξ ου περιτελλομέναις ώραις έβλαστεν Έρως ο ποθεινός, στίλβων νώτον πτερύγοιν χρυσαίν, εικώς ανεμώκεσι δίναις. […] Πρότερον δ’ ουκ ην γένος αθανάτων, πριν Έρως ξυνέμιξεν άπαντα. ξυμμιγνυμένων δ’ ετέρων ετέροις γένετ’ ουρανός ωκεανός τε και γη πάντων τε θεών μακάρων γένος άφθιτον» (Αριστοφάνους Όρνιθες, στ. 693-697 και 700-702).


Τα όσα αναφέραμε μέχρι τώρα σαν ενδεικτικά παραδείγματα είναι, όπως είπαμε, προφιλοσοφικές κοσμοαντιλήψεις, περισσότερο όμορφες ποιητικές εικόνες παρά φιλοσοφικές έννοιες, ενδεικτικές ενός λαού γεμάτου ευαισθησία, λεπτότητα και φαντασία. Χαρακτηριστικό τους είναι η αυθόρμητη, φυσιοκρατική διαλεκτική: αυθυπαρξία της φύσης και κοσμικό γίγνεσθαι. Ένα άλλο χαρακτηριστικό των κοσμοαντιλήψεων των αρχαίων Ελλήνων ήταν, όπως είναι γνωστό, το γεωκεντρικό του Σύμπαντος. Κατά τους Ορφικούς, τον Ησίοδο, τον Αριστοτέλη, τον Πτολεμαίο, η Γη είναι το κέντρο του Σύμπαντος και περιβάλλεται από την ουράνια σφαίρα ή από τις ομόκεντρες σφαίρες του Αριστοτέλη και του Πτολεμαίου.
Η γεωκεντρική κοσμοεικόνα είναι εποπτικά αληθινή: κανένας «λογικός» άνθρωπος, ο οποίος θα έστρεφε τα μάτια του στον ουρανό, θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι η γη είναι το κέντρο της ουράνιας σφαίρας, το κέντρο του Ουρανού, το κέντρο του Κόσμου. Ο γεωκεντρισμός, εκτός του ότι υποστηρίχθηκε από τους μεγαλύτερους αστρονόμους της αρχαιότητας, ήταν σύμφωνος με τις λαϊκές δοξασίες, και γενικώτερα με την τότε κυρίαρχη ιδεολογία. Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο που ο Αρίσταρχος, ο οποίος αμφισβήτησε τον γεωκεντρισμό και εισηγήθηκε, πρώτος στην ιστορία της ανθρωπότητας, το ηλιοκεντρικό πρότυπο, κατηγορήθηκε για αθεΐα. Ευτυχώς για τον ίδιο δεν ζούσε στην Αθήνα για να πιει το κώνειο (1).


                                          (Πηγή εικόνας: http://el.science.wikia.com)

Το γεωκεντρικό και σφαιρικό Σύμπαν ήταν συμβατό με την αντίληψη ότι είναι και πεπερασμένο. Κατά τον Αριστοτέλη το Σύμπαν είναι γεωκεντρικό, σφαιρικό, ιεραρχημένο σε ομόκεντρες σφαίρες και πεπερασμένο: έξω από την εξώτατη σφαίρα των απλανών δεν υπάρχει τίποτα, ούτε καν το κενό (2).
Προς το τέλος της κλασσικής εποχής, το γεωκεντρικό πρότυπο ήταν πάντα κυρίαρχο, αλλά όχι μοναδικό. Ήδη, σύμφωνα με λαϊκούς μύθους, αλλά και σύμφωνα με ωρισμένους φιλόσοφους, ο χρόνος είναι άπειρος, αγέννητος, καθώς συνδέεται με την αιωνιότητα της κίνησης. Αλλά Ίωνες φιλόσοφοι, όπως ο Αναξίμανδρος, ατομικοί όπως ο Δημόκριτος και άλλοι, αμφισβήτησαν το πεπερασμένο του χώρου και κήρυξαν την απειρότητα του Σύμπαντος.
Με την διατύπωση κοσμολογικού προτύπου από τους προσωκρατικούς, η έννοια άπειρο, λειτούργησε ως φιλοσοφική κατηγορία στα πλαίσια μιας λιγότερο ή περισσότερο ορθολογικής Κοσμολογίας. Και είναι χαρακτηριστικό της φιλοσοφικής σαφήνειας των προσωκρατικών, ότι διέκριναν τις έννοιες Κόσμος και Σύμπαν (3). Δηλαδή, Σύμπαν (σύν + πάν): καθετί που υπάρχει. Το όλον. Κόσμος: το σήμερα προσιτό μέρος του Σύμπαντος, μία έκταση κάπου 10-15 δισεκατομμύρια έτη φωτός.


Όπως ήδη είπαμε, το Σύμπαν θεωρήθηκε από τους κυριώτερους προσωκρατικούς ως άπειρο. Συγκεκριμένα: Κατά την Σχολή της Ελέας, το Σύμπαν είναι αγέννητο και ανώλεθρο, ομοιόμορφο, συνεχές, ακίνητο, δεμένο με τις αλυσίδες του χρόνου. Στην τυπική λογική της Ελέας αντιπαρατέθηκε η διαλεκτική των Ιώνων φιλοσόφων. Έτσι, κατά τον Αναξίμανδρο, το Σύμπαν είναι άπειρο. Περιλαμβάνει άπειρους κόσμους και υπάρχει σε αδιάκοπη γένεση και φθορά: «Αναξίμανδρος δ’ ο Μιλήσιος φησί των όντων την αρχήν είναι το άπειρον. εκ γαρ τούτου πάντα γίνεσθαι και εις τούτο πάντα φθείρεσθαι διό και γεννάσθαι απείρους κόσμους και πάλιν φθείρεσθαι εις το εξ ου γίνονται. Λέγει γουν διά τι άπειρόν εστιν, ινα μηδέν ελλείπηι η γένεσις η υφισταμένη». Κατά τον Αναξίμανδρο, επομένως, το άπειρο είναι αρχή. Δηλαδή είναι αυτό που διατηρείται παρ’ όλες τις αλλαγές οι οποίες πραγματοποιούνται στην Φύση. Στον ορισμό του απείρου από τον Αναξίμανδρο υπάρχει ήδη ο πυρήνας του πολύ μεταγενέστερου ορισμού του απείρου από τους μαθηματικούς: «Άπειρον έστιν, ίνα μηδέν ελλείπηι η γένεσις η υφισταμένη».
Και κατά τον Αναξιμένη, το άπειρο είναι αρχή: «Και ότι κατ’ έκροιαν τούτου γινόμεθα, ανάγκη αυτού και άπειρον είναι και πλούσιον διά το μηδέποτε εκλείπειν». Και αυτός ο ορισμός του απείρου προοιωνίζεται τον ορισμό των Μαθηματικών.

Αν και γενικά η απειρότητα του Σύμπαντος υποστηρίζεται από τους Ίωνες φιλόσοφους, το άπειρο δεν θεωρείται από όλους ως αρχή. Έτσι, σύμφωνα με την υλιστική διαλεκτική κοσμολογία του Ηράκλειτου, αρχή είναι το πυρ το οποίο είναι αείζωο «απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα». Το Σύμπαν είναι αιτία του εαυτού του και υπάρχει σε αέναη διαδικασία μεταμόρφωσης: «Κόσμον τόνδε, τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν, αλλ’ ην αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα». Το Σύμπαν είναι αγέννητο, αδημιούργητο, σε αέναη διαδικασία γένεσης και καταστροφής: «Ζη πυρ τον γης θάνατον και αήρ ζη του πυρός θάνατον, ύδωρ ζη του αέρος θάνατον, γη του ύδατος». Να υποθέσουμε ότι ο σοφός της Εφέσου προαναγγέλλει την εποχή των μεταστοιχειώσεων;
Τις φυσιοκρατικές αντιλήψεις των Ιώνων διαδέχεται η άποψη των ατομικών, η οποία ξεπερνά τις αντιλήψεις αυτές, θεμελιώνοντας στο φιλοσοφικό επίπεδο την έννοια άπειρο, η οποία θα μεταλλάσσονταν τον 19ο αιώνα σε επιστημονική έννοια, χάρις στις κατακτήσεις της Χημείας.


Κατά τον Λεύκιππο, τον Δημόκριτο, τον Επίκουρο, η ύλη συγκροτείται από άτομα (το Ον), τα οποία υπάρχουν στο κενό (μη Ον). Υπάρχει μία απειρία ατόμων, και αντίστοιχα άπειροι Κόσμοι κατεσπαρμένοι στο Διάστημα: «Υπάρχουν απειράριθμοι κόσμοι, που διαφέρουν σε μέγεθος. Σε κάποιους από αυτούς δεν υπάρχει ήλιος ή σελήνη, σε κάποιους αυτά είναι μεγαλύτερα από τα δικά μας και σε κάποιους αυτά περισσότερα σε αριθμό. Οι αποστάσεις μεταξύ των κόσμων είναι άνισες, σε κάποια σημεία είναι μεγαλύτερες και σε κάποια μικρότερες, κάποιοι άλλοι κόσμοι διευρύνονται, κάποιοι είναι στην ακμή τους, κάποιοι συρρικνώνονται, κάποιοι δημιουργούνται και κάποιοι εξαφανίζονται. Υφίστανται, επίσης, κόσμοι όπου δεν υπάρχουν ζώα, φυτά και κανένα υγρό» (Δημόκριτος, απόσπ. Α 40 Diels-Kranz).
Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι σύμφωνα με τον Επίκουρο τα άτομα αποτελούνται από τρία-τέσσερα πέρατα (αμερή), τα οποία άπτονται μεταξύ τους. Πρόκειται για τα ελάχιστα αδιαίρετα «σημεία» τα οποία δεν μπορούμε να διακρίνουμε, επειδή δεν υπάρχουν σε ελεύθερη κατάσταση (Επίκουρου Επιστολή προς Ηρόδοτον, παρ. 59. Επίσης, Επίκουρος, εκδ. Θύραθεν 2011). Η διαισθητική αυτή ιδέα θυμίζει τις σημερινές θεωρίες της δομής των βαρυονίων, σύμφωνα με τις οποίες δεν μπορούμε να «δούμε» ελεύθερα κουάρκς, επειδή είναι «έγκλειστα», στο εσωτερικό των βαρυονίων.


Σύμπαν, λοιπόν, αγέννητο, άπειρο, σε αέναο γίγνεσθαι. Κατά τον Αριστοτέλη, πεπερασμένο και με όρια. Όμως, ο Σταγειρίτης δεν απέρριπτε την έννοια του άπειρου. Με ένα διαλεκτικό επιχείρημα συσχέτισε το πεπερασμένο με το άπειρο, στο οποίο άπειρο δίδει τον λακωνικώτερο, ταυτόχρονα, όμως, και περιεκτικώτερο ορισμό, ουσιαστικά ταυτόσημο με τον ορισμό των Μαθηματικών: Το άπειρο είναι «αεί γε έτερον και έτερον». Το άπειρο, έννοια δυναμική, ενέχει την κίνηση και χάρις στην κίνηση συνδέεται διαλεκτικά με το πεπερασμένο: «Αν θα απορρίπταμε το άπειρο», γράφει, «τότε θα έπρεπε να υπάρχει αρχή και τέλος του χρόνου. Αλλά η κίνηση και ο χρόνος είναι χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Αντίστοιχα το άπειρο δεν είναι στάσιμη έννοια. Είναι γίγνεσθαι, όπως ο χρόνος και ο αριθμός του χρόνου. Το άπειρο είναι αεί γε έτερον και έτερον» (Αριστοτέλης, Φυσικά 206a).
Το άπειρο συνδέεται με την γένεση και με την φθορά των πραγμάτων. Η γένεση ενός πράγματος είναι φθορά ενός άλλου και η φθορά ενός πράγματος είναι γένεση ενός ή περισσοτέρων άλλων πραγμάτων. Συνεπώς, δεν είναι ανάγκη να υπάρχει άπειρο αισθητό σώμα για να μην εξαντλείται η γένεση. Επειδή μπορεί η φθορά του ενός πράγματος να είναι γένεση του άλλου, και έτσι το Σύμπαν να είναι πεπερασμένο. Κατά τον Αριστοτέλη, το άπειρο κατά το πλήθος ή κατά το μέγεθος δεν είναι δυνατόν να γνωσθεί, και το κατ’ είδος άπειρον είναι μία άγνωστη ποσότητα.

Στο Σύμπαν του Αριστοτέλη δεν υπάρχει κενό (4). Η απόρριψη της έννοιας του κενού από τον Αριστοτέλη ήταν η λογική συνέπεια της θεωρίας του για την κίνηση: «Η φύση είναι αρχή κινήσεως και αλλαγής. Αλλά αν θα υπήρχε κενό, η ηρεμία θα ήταν αναπόφευκτη, εφόσον δεν θα υπήρχε κάποια κατεύθυνση προς την οποία θα πραγματοποιούνταν κατά προτίμηση η κίνηση. Επειδή το κενό, σαν τέτοιο, δεν συνεπάγεται καμμία  διαφορά» (Στο ίδιο, 214b). Συνεπώς, ένα σώμα στο κενό ή θα ηρεμεί ή θα κινείται αιώνια, όσο κάτι πιο δυνατό δεν το ακινητοποιεί. Ο Αριστοτέλης διατυπώνει σ’ αυτό το σημείο, διαισθητικά, την αρχή της αδράνειας. Επίσης, ο Αριστοτέλης απέρριπτε την έννοια της κίνησης με άπειρη ταχύτητα. Η κίνηση είναι πεπερασμένη και απαιτεί χρόνο. Άλλη μία διαίσθηση, πρόδρομος της τοπικότητας (5). Άπειρο, λοιπόν, αεί γε έτερον και έτερον. Εξ ορισμού ανεξάντλητο. Στερούμενο μέτρου. Σ’ αυτήν την σε αιώνια κίνηση ολότητα, το πεπερασμένο και το άπειρο συνιστούν ενότητα των αντιθέτων. Το ένα υπάρχει μόνο σε σχέση με το άλλο, τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο.


Η επιστήμη δεν απέδειξε την απειρότητα της φύσης και δεν θα μπορούσε να την αποδείξει. Η απόπειρα να οριστεί κάποιο μέτρο του άπειρου θα ακύρωνε την έννοια του «μετρούμενου». Το πρόβλημα του άπειρου δεν ανήκει στην δικαιοδοσία της επιστήμης. Είναι θέμα της φιλοσοφίας. Το άπειρο είναι φιλοσοφική κατηγορία. «Αντιπροσωπεύει εκείνο που δεν έχει συντελεστεί και την ίδια στιγμή είναι σε κατάσταση γίγνεσθαι. Εκείνο που δεν είναι ούτε πραγματωμένο ούτε πραγματοποιήσιμο και το οποίο υπερβαίνει οποιοδήποτε φυσικό μέγεθος οσοδήποτε μεγάλο (Ε. Bitsakis, Physique et Materialisme, κεφ. 5). Το άπειρο δεν έχει θέση στην επιστήμη παρά μόνον ως όριο προς το οποίο τείνουν ασυμπτωτικά ωρισμένα φυσικά μεγέθη. Εν τούτοις, όλα τα επιστημονικά δεδομένα, θεωρητικά και πειραματικά, καθώς και τα φαινόμενα της κίνησης και της εξέλιξης, είναι σύμφωνα με την αντίληψη ενός κόσμου ανεξάντλητου – άπειρου σε υλικές μορφές και σε μορφές κίνησης (6).
Το άπειρο, έννοια ασύλληπτη για την ανθρώπινη διάνοια, απασχόλησε την Ελληνική σκέψη. Χάρις στους Ίωνες φιλόσοφους, αλλά και χάρις στον Αριστοτέλη, οι Πατέρες μας έδωσαν ορισμούς του άπειρου προάγγελους επιστημονικών πλέον ορισμών, αναδεικνύοντας και αποδεικνύοντας την δύναμη, την διεισδυτικότητα, την ευρύτητα, την διαχρονική αξία και ισχύ του Ελληνικού Πνεύματος, ενός πνεύματος ανήσυχου, το οποίο προσπάθησε να κατανοήσει τον κόσμο και την απειρότητά του.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.

1) Ο Αρίσταρχος γλίτωσε το κώνειο, δεν γλίτωσε, όμως, από το «κώνειο» της λησμονιάς, με το οποίο τον πότισαν και συνεχίζουν να τον ποτίζουν οι σύγχρονοι του συμπατριώτες…

2) Εδώ, όπως και στους οπαδούς του Big-Bang, τίθεται το γνωστό ερώτημα: «εάν απλώσουμε το χέρι μας έξω από την εξώτατη σφαίρα των απλανών, όπου δεν υπάρχει – κατά την αντίληψη τους – τίποτε ούτε καν το κενό, τι θα βρούμε;».
Το γεωκεντρικό, σφαιρικό, πεπερασμένο, ιεραρχημένο Σύμπαν των Αριστοτέλη-Πτολεμαίου, σύμφωνο με τα παρατηρησιακά δεδομένα της τότε Αστρονομίας, θυμίζει τις κλειστές δουλοκτητικές κοινωνίες της αρχαιότητας. Γενικώτερα τις κλειστές προκεφαλαιοκρατικές κοινωνίες, ειδικά της μεσαιωνικής-χριστιανικής περιόδου.

3) Αντίθετα με τους αρχαίους, οι σύγχρονοι, ακόμη και οι Κοσμολόγοι, ταυτίζουν τις δυο αυτές έννοιες, το Σύμπαν και τον Κόσμο. Η ταύτιση, όμως, του Όλου με το μέρος είναι σοβαρό επιστημολογικό σφάλμα, οδηγεί δε σε περίεργες καταστάσεις. Έτσι, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της (οιονεί μεταφυσικής) υπόθεσης της Μεγάλης Έκρηξης (Big-Bang) το «Σύμπαν» δημιουργήθηκε από την έκρηξη μιας σημειακής ιδιομορφίας (singularity) μερικά δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Με την έκρηξη αυτή άρχισαν να δημιουργούνται ο χώρος και ο χρόνος, που δεν υπήρχαν πριν από το Big-Bang. Μπορεί αυτό το τελευταίο να είναι σύμφωνο με τις Γραφές, αναπόφευκτο συμπέρασμα, όμως, είναι ότι η Μεγάλη Έκρηξη, που οδήγησε στην δημιουργία του «Σύμπαντος», έλαβε χώρα στον μη χώρο, δηλαδή στο πουθενά, και στον μη χρόνο, δηλαδή στο ποτέ.
Η εικόνα γίνεται τελείως διαφορετική αν αντιδιαστείλουμε αυτές τις δυο έννοιες Σύμπαν-Κόσμος, και δεχτούμε ότι η υπόθεση της Μεγάλης Έκρηξης ή οποιαδήποτε άλλη υπόθεση ή θεωρία σχετικά με την δημιουργία του Κόσμου μας αναφέρεται σε μία περιοχή του Όλου, του Σύμπαντος, σε προϋπάρχοντα χώρο και προϋπάρχοντα χρόνο. Πιο λογικό δεν είναι αυτό το τελευταίο;
Πέραν τούτου, το να προσπαθεί κανείς να ερμηνεύσει την δημιουργία του Σύμπαντος, μιας έννοιας ασύλληπτης για την ανθρώπινη διάνοια, φανερώνει είτε άγνοια του τι σημαίνει Σύμπαν είτε την ανθρώπινη ματαιοφροσύνη και αλαζονεία. Το μόνο που μπορούμε να πούμε για το Σύμπαν είναι ότι ΥΠΑΡΧΕΙ.

4) Η ύλη, κατά τον Αριστοτέλη, είναι συνεχής: το κενό είναι ανύπαρκτο. Την άποψη για το συνεχές της ύλης θα την ανανέωνε πολύ αργότερα ο Καρτέσιος, και θα την συγκεκριμενοποιούσαν, σε επιστημονική πλέον βάση, οι σύγχρονες πεδιακές θεωρίες, κατά τις οποίες τα σωμάτια είναι ιδιομορφίες του πεδίου. Αντίθετα, οι ατομικοί φιλόσοφοι θεωρούσαν την ύλη ασυνεχή, αποτελούμενη από άτομα (το Ον) και το κενό, το οποίο ταυτίζεται με το μη Ον. Όπως, όμως, αναφέρουμε στο προηγούμενο άρθρο («Αριστοτέλης και Κοπεγχάγη», σημείωση 5), σύμφωνα με τις σύγχρονες επιστημονικές αντιλήψεις, το κενό δεν είναι καθόλου, μα καθόλου μη Ον.

5) Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, ότι, όπως αναλυτικά παρουσιάζουμε στο ίδιο άρθρο («Αριστοτέλης και Κοπεγχάγη»), ο Σταγειρίτης φιλόσοφος κληροδότησε στην ανθρωπότητα δυο ανεκτίμητα φιλοσοφικά διαμάντια, δυο έννοιες, οι οποίες αποδείχτηκαν πολύτιμα εργαλεία στον χώρο της μικροφυσικής, ακόμη και για εκείνους που έκαναν περιωρισμένη και στρεβλή χρήση τους, τις έννοιες του δυνάμει και του ενεργεία.

6) Ως κίνηση δεν νοείται μόνον η μετατόπιση στον χώρο, αλλά η ιστορικότητα, η εξέλιξη, το αέναο γίγνεσθαι των μορφών της ύλης.

Πάρθηκε από http://pyraeizoon.blogspot.com/2016/04/blog-post.html

Πέμπτη 2 Μαΐου 2019

Ολυμπιακοί Αγώνες: ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΔΕΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΜΕΛΛΟΝ - Ο αθλητικός ανταγωνισμός σκοτώνει την άθληση

Ο αθλητισμός είναι για το λαό - Αφίσα της Μεγάλης
Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα - 1968

Γενικότερα το κακό των αγώνων και η συνολικά αρνητική τους φύση δεν βρίσκεται σε εκείνο για το οποίο τους κατηγορεί η ψευτοαριστερά, δηλαδή στον εμπορευματικό χαρακτήρα τους και στο ρόλο των μονοπωλιστών που διαφημίζονται μέσα από αυτούς. Ούτε ακόμα περισσότερο στην αστυνόμευσή τους. Αυτά τα στοιχεία δεν είναι συνυφασμένα με τους ολυμπιακούς αγώνες περισσότερο απ’ όσο είναι κάθε άλλη μαζική διαδικασία θεάματος και κάθε άλλη μεγάλης κλίμακας διαδικασία έκθεσης εμπορευμάτων στην εποχή του καπιταλισμού.

Εννοούμε ότι στον καπιταλισμό ακόμα και η πιο υπέροχη συμφωνική συναυλία του πιο υπέροχου έργου μπαίνει στη σφαίρα της κυκλοφορίας του εμπορεύματος και υφίσταται τους νόμους της. Μια τέτοια συναυλία σαν συγκέντρωση ανθρώπων και μάλιστα των πιο εύπορων ή ακόμα και εκείνων που ανήκουν στην κυβερνητική ελίτ προστατεύεται από αστυνομική φύλαξη. Αυτά τα στοιχεία ισχύουν και στις μαζικές εκδηλώσεις στις οποίες το κεφάλαιο παρουσιάζει τα πιο υλικά προϊόντα της παραγωγικής του δραστηριότητας, όπως γίνεται στις μεγάλες εμπορικές εκθέσεις. Και στις συναυλίες και στις εμπορικές εκθέσεις μπορεί κανείς να αρνηθεί όσο θέλει την εμπορευματική μορφή του καλλιτεχνικού ή υλικού προϊόντος, αλλά δεν μπορεί να αρνηθεί αυτό το ίδιο το προϊόν μόνο και μόνο επειδή παίρνει τη μορφή του εμπορεύματος.


Μόνο ο σοσιαλφασισμός και οι πιο καθυστερημένοι από τους παπάδες κατηγορούν σήμερα αυτά καθ’ αυτά τα προϊόντα επειδή παίρνουν εμπορευματική μορφή και δεν νοιάζονται καθόλου που σε τελική ανάλυση αυτά τα προϊόντα τα παράγουν οι μάζες και τα χρησιμοποιούν για να αναπαράγουν την ίδια την υλική τους ύπαρξη.

Το αντιδραστικό περιεχόμενο του αθλητικού θεάματος.
Η καταστροφή του αθλητή

Όμως στο σύγχρονο αθλητικό θέαμα το μεγάλο ζήτημα κριτικής βρίσκεται σε αυτό το ίδιο το περιεχόμενό του. Το κεντρικό πρόβλημα μάλιστα βρίσκεται στον πρωταγωνιστή του, τον αθλητή. Αν ο αθλητισμός έχει σαν κεντρικό στόχο να αναπτύξει το ανθρώπινο σώμα και να δώσει στο ανθρώπινο πνεύμα και στις αισθήσεις όλη την πληρότητα και τη χαρά της σωματικής προσπάθειας και της σωματικής υγείας, το σύγχρονο αθλητικό θέαμα έχει σαν αποτέλεσμα να τραυματίσει, ακόμα και να καταστρέψει και τη σωματική και την πνευματική υγεία του αθλητή.

Η μεγάλη αντίφαση και η αλήθεια του σύγχρονου αθλητικού θεάματος συμπυκνώνεται στην εξής φράση: «Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι άρρωστοι από αγυμνασιά παρακολουθούν τον ανταγωνισμό μερικών χιλιάδων συνανθρώπων τους, ακόμα πιο άρρωστων από υπεργύμναση».

Πρόκειται για μια πιο πολιτισμένη επανέκδοση της ρωμαϊκής αρένας στην οποία οι μονομάχοι απλά δεν πεθαίνουν στο τέλος. Για την ακρίβεια δεν πεθαίνουν μέσα στην αρένα, αλλά η ζωή τους, σύμφωνα με στατιστικές για τον μέσο όρο ζωής των πρώην πρωταθλητών είναι σαφώς συντομότερη από εκείνη όσων ζουν έξω από αυτήν. Στο κέντρο αυτής της αρρώστιας βρίσκονται περισσότερο τα ατομικά αθλήματα παρά τα ομαδικά και από αυτά περισσότερο τα αντοχής παρά τα ταχύτητας, όμως η αρρώστια είναι καθολική.


Για να το μάθει κανείς αυτό χρειάζεται να προσέξει και να μελετήσει μια σχετικά περιορισμένη αρθρογραφία γύρω από αυτά τα ζητήματα. Όμως πολύ συχνά έρχονται στον μέσο άνθρωπο εικόνες και συμπτώματα αυτού του φαινόμενου. Ποιος δεν έχει ακούσει για το ότι ο τάδε ακοντιστής δεν μπορεί να συμμετάσχει στους αγώνες γιατί είναι για πολύ καιρό τραυματισμένος στην ωμοπλάτη, ή ποιος δεν έχει δει την ξαφνική πτώση μέσα στο στίβο του τάδε δρομέα που σφαδάζει από πόνο μετά την ξαφνική θλάση ενός τένοντα. Αν κάποιος παρακολουθεί έστω και από μακριά την πορεία ενός πρωταθλητή θα διαπιστώσει πόσο συχνά έχει προβλήματα τραυματισμού, ουσιαστικά αυτοτραυματισμού, πράγμα που εκφράζεται και από τον ίδιο όταν μιλάει για τις μελλοντικές επιδόσεις του και διατυπώνει την επιφύλαξη «αν δεν έχω τραυματισμό».

Λιγότερα στοιχεία φτάνουν στο πλατύ κοινό για τα προβλήματα υγείας των δρομέων μεγάλων αποστάσεων, όπως της σκλήρυνσης και υπερμεγέθυνσης της καρδιάς, ή των πολύ σοβαρών ορμονικών τους προβλημάτων, ειδικά για τις γυναίκες. Ακόμα λιγότερο μαθαίνει αυτό το κοινό για το πώς οι προπονητές κόβουν την περίοδο στις νεαρές γυμνάστριες και σημαδεύουν την ανάπτυξή τους ή για τους συχνά αφόρητους πόνους, ειδικά όταν προσπαθούν να αναπαυθούν, με τους οποίους ζουν για χρόνια οι αρσιβαρίστες. Αυτοί οι τελευταίοι, που αποτελούν ένα είδος παραπεταμένων του πρωταθλητισμού, είναι οι πιο τσακισμένοι και οι πιο βασανισμένοι σωματικά πρωταθλητές, οι άνθρωποι με τις κατεστραμμένες αρθρώσεις.

Η γενική αυτή κατάσταση των αθλητών δεν τονίζεται όσο της αντιστοιχεί από τα διεθνή ΜΜΕ, γιατί η αστική τάξη που τα ελέγχει δεν θέλει να αποκαλυφθεί στις μάζες πόσο άρρωστο είναι το αθλητικό θέαμα και ακόμα περισσότερο πόσο άρρωστη είναι όλη η λογική του κεφαλαιοκρατικού ανταγωνισμού που σήμερα έχει αδράξει το αθλητικό θέαμα απ' άκρη σ’ άκρη.


Η μόνη κριτική που κάνει η αστική τάξη στο αθλητικό θέαμα είναι στο ντοπάρισμα με χημικές ουσίες. Για την αστική τάξη μόνο αυτό το ντοπάρισμα αποτελεί άρνηση του αθλητικού ιδεώδους. Στην πραγματικότητα το ντοπάρισμα με χημικές ουσίες αποτελεί μόνο παραβίαση της ισότητας των όπλων στον ανταγωνισμό και γι’ αυτό είναι απεχθές αποκλειστικά στην αστική τάξη που είναι δεμένη ακόμα με τον ανταγωνισμό του τύπου της ελεύθερης αγοράς. Όμως το αληθινό πρόβλημα είναι ο ίδιος ο ανταγωνισμός και η υπεργύμναση, ο τραυματισμός, η υπερκόπωση ακόμα και η ψυχική αρρώστια που αυτός φέρνει. Το ντοπάρισμα, που φαίνεται σαν να αποτελεί μια εξαίρεση, μια παραβίαση του κανόνα του αθλητικού «ιδεώδους» χρησιμεύει απλά σαν ο αποδιοπομπαίος τράγος του σύγχρονου αθλητισμού, ή καλύτερα ο παράγοντας που εξασφαλίζει ήσυχη συνείδηση στην κυρίαρχη τάξη και στην κυρίαρχη ιδεολογία.

Στην πραγματικότητα το ντοπάρισμα είναι ο ανταγωνισμός που έχει φτάσει στην πιο ακραία καταστροφή του σώματος και στην πιο μεγάλη ηθική παρακμή για τον αθλητή που με αυτόν τον τρόπο εξαπατάει, αλλά και εκδικείται τους θαυμαστές του. Είναι ο αθλητικός ανταγωνισμός, που έχει γίνει πια τμήμα και εργαλείο του κεφαλαιοκρατικού και μάλιστα του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, εκείνος που σπρώχνει τον αθλητή στην υπεργύμναση. Μόνο έτσι ο αθλητής ξεπερνάει τα φυσικά όρια που έχει βάλει στο ανθρώπινο σώμα για μια ολόκληρη εποχή η φυσική και κοινωνική εξέλιξη. Αυτό το ξεπέρασμα είναι υποχρεωτικό για να δώσει στον αθλητή τη νίκη, δηλαδή την υπεροχή του πάνω στους ανταγωνιστές του, είτε σε μια συγκεκριμένη χρονικά περιορισμένη και αυτοτελή αναμέτρηση, όπως γίνεται με την κατάκτηση ενός μεταλλείου, είτε σε μια ιστορική αναμέτρηση που υψώνεται πάνω από τις επιμέρους αναμετρήσεις με την κατάκτηση ενός ρεκόρ.

Αλλά το ξεπέρασμα των ορίων είναι μόνο φαινομενικό, πλαστό. Γιατί κάποια στιγμή το σώμα αντιδρά και αρνείται να αναλάβει το πρόσθετο βάρος. Ο τένοντας αρνείται να αναλάβει την υπερβολική ενέργεια του υπερτροφικού μυός. Η άρθρωση αρνείται να αναπληρώσει την αδυναμία του μυός. Το αιματοποιητικό σύστημα αρνείται να αναλάβει το βάρος του κυκλοφοριακού και η φυσική ορμόνη που εκκρίνει το σώμα να γεμίσει όλα τα κενά. Αυτή η άρνηση είναι ο τραυματισμός, το χρόνιο ορμονικό ελάττωμα, και τελικά η αρρώστια. Αυτό είναι το αποτέλεσμα του να γίνεται τελικά η σωματική ρώμη αντί σκοπός εργαλείο και τελικά θύμα του ανταγωνισμού.

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι αυτή η υπερπροσπάθεια και το ξεπέρασμα των ορίων είναι ευθύνη του ατομικού αθλητή και όχι του αθλητικού συστήματος και γενικά του ιμπεριαλισμού. Στην πραγματικότητα όμως ο σύγχρονος μεγάλος αθλητής ή καλύτερα ο πρωταθλητής δεν είναι ένα μεμονωμένο άτομο που γυμνάζεται και ανταγωνίζεται άλλα. Είναι ένα μέρος μιας καπιταλιστικής επιχείρησης ή ακόμα περισσότερο ενός καπιταλιστικού κράτους που ανταγωνίζονται για την κατάκτηση της κυριαρχίας πάνω σε άλλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις και σε άλλα κράτη. Ο σύγχρονος μεγάλος αθλητής μοιάζει με τον αστροναύτη και τον πιλότο της φόρμουλα. Ο αστροναύτης κάνει τη μεγάλη τελική κίνηση, αλλά από κάτω του στη Γη, βρίσκεται ένα πελώριο σώμα από ειδικούς και μηχανές που τον έχει εξαπολύσει στο διάστημα και που τον κρατάει σε αυτό παρακολουθώντας και ελέγχοντας κάθε του κίνηση.


Αυτό φαίνεται πιο καθαρά στον μισοαθλητικό ανταγωνισμό της Φόρμουλα 1, όπου ο πιλότος και το αμάξι είναι διασυνδεδεμένα με το συνεργείο των τεχνικών που αλληλεπιδρούν, στην ουσία συνοδηγούν, με αυτόν σύμφωνα με έναν ακριβή καταμερισμό δράσης, σε όλη τη διάρκεια του αγώνα. Έτσι και ο σύγχρονος πρωταθλητής είναι ο φανερός, ο πιο καίριος και πιο δημοφιλής κρίκος μιας αλυσίδας που περιλαμβάνει προπονητές, τεχνικούς της άθλησης, φυσιολόγους, γιατρούς, διαιτολόγους και οικονομικούς μάνατζερ, οι οποίοι χειρίζονται όλο και πιο περίπλοκα και ακριβά μηχανήματα και οι οποίοι τον εξαπολύουν στην αρένα και τον στηρίζουν σε κάθε στάδιο του ανταγωνισμού. Ο αστροναύτης της άθλησης δεν μπορεί να υπάρξει ούτε στιγμή χωρίς τον παραπάνω μηχανισμό πίσω του. Και αυτός είναι ένας μηχανισμός του κεφάλαιου, που έχει είτε τη μορφή μιας αθλητικής καπιταλιστικής εταιρείας, είτε τη μορφή των χορηγών του πρωταθλητή, είτε τη μορφή του κρατικού μηχανισμού του αστικού και ιμπεριαλιστικού κράτους.

Αυτοί οι μηχανισμοί δεν είναι φτιαγμένοι για να κάνουν υγιή ανάπτυξη του σώματος και διαπαιδαγώγηση. Είναι φτιαγμένοι για να διεξάγουν ένα πόλεμο κυριαρχίας πάνω στους ανταγωνιστές τους όπως κάνει πάντα και σε κάθε ίνα του το κεφάλαιο. Δεν είναι δυνατό σε έναν αθλητή να στερήσει τα κέρδη και ακόμα χειρότερα να υπονομεύσει το γόητρο του κεφαλαιοκρατικού μηχανισμού που τον εκτόξευσε. Είναι μάλιστα υποχρεωμένος να νικάει γιατί ύστερα από μια σειρά ήττες όχι μόνο ο ίδιος αποσύρεται αλλά συχνά και ο μηχανισμός. Αυτό είναι το νόημα του αθλητικού πολέμου. Δεν σκοτώνεται εδώ ο νικημένος, αλλά πεθαίνει σαν αθλητής ο ίδιος και κυρίως πεθαίνει ή έστω τραυματίζεται βαριά ο μηχανισμός που τον στηρίζει. Γι’ αυτό το λόγο αυτός ο πόλεμος διαπερνά κάθε μέλος της ομάδας που βρίσκεται πίσω του. Και όχι μόνο της στενής ομάδας που περιγράψαμε, αλλά όλης της ευρύτερης κοινότητας του κεφαλαίου και των ανθρώπων που θελημένα ή αθέλητα ταυτίζονται με τη νίκη αυτού του κεφάλαιου. Αυτή η ευρύτητα φτάνει στο μεγαλύτερο βαθμό της στην περίπτωση που ο αθλητής ανταγωνίζεται για λογαριασμό του κράτους.

Οι ολυμπιονίκες ορκίζονται μόνιμοι καραβανάδες -Η πλήρης
πολεμική αποκτήνωση και διαστροφή κάθε
υποψίας αθλητικού πνεύματος άμιλλας

Στην περίπτωση αυτή εκατομμύρια και δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι περιμένουν από τον βασανισμένο μονομάχο τους τη νίκη και μάλιστα με κάθε θυσία. Τότε αυτός γίνεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά το όργανο αυτού του πόθου για νίκη, που στα μάτια του παρουσιάζεται σαν νίκη των μαζών. Τότε το σώμα του, ακόμα και το πνεύμα του γίνεται ξένο και στον ίδιο. Στην πραγματικότητα ο ίδιος ολόκληρος σαν πρωταθλητής έχει γίνει σώμα και πνεύμα του κεφάλαιου και του κράτους. Αυτό το πλήθος που ουρλιάζει και κλαίει με τη νίκη του πρωταθλητή είναι το μεγαλύτερο σύγχρονο αναβολικό. Εννοείται ότι το πλήθος δεν ουρλιάζει από μόνο του. Ντοπάρεται και αυτό με τη σειρά του από τα ΜΜΕ του έθνους, από τους πολιτικούς του από τους αναλυτές και τους «σοφούς» του, από όλους αυτούς που του κρύβουν ότι χειροκροτεί σακάτηδες ή στην καλύτερη περίπτωση απλά τραγικά πρόσωπα.

Το ότι αυτή η καταστροφή του σώματος έχει την πηγή της στον ανταγωνισμό το μαρτυράνε τα αθλητικά παιχνίδια και πιο πολύ το πιο δημοφιλές από όλα, το ποδόσφαιρο. Εδώ αποδεικνύεται ότι τα προβλήματα της υπερκόπωσης και των τραυματισμών μεγαλώνουν όσο μεγαλώνει ο κεφαλαιοκρατικός ανταγωνισμός και όσο πιο βαθιά το μεγάλο κεφάλαιο αδράχνει τη μια μετά την άλλη τις ποδοσφαιρικές ομάδες. Αφού στο αθλητικό παιχνίδι αντίθετα με τα αθλήματα επίδοσης δεν μπαίνει στον ανταγωνισμό κυρίως η καθαρά σωματική επίδοση, αλλά μπαίνει πολύ περισσότερο η τεχνική δεξιότητα και μια σειρά πνευματικές αρετές και ταλέντα, θα περίμενε κανείς η σωματική καταπόνηση σε αυτό να μην είναι τόσο ισχυρή, όσο ας πούμε στο στίβο. Και όντως έτσι ήταν ως πριν μερικές δεκαετίες.

Όμως τώρα την υπερκόπωση και τις κακώσεις των αθλητών στίβου τις αντιμετωπίζουν και οι ποδοσφαιριστές. Τώρα δηλαδή, με δεδομένους τους συσχετισμούς δύναμης ανάμεσα στις ομάδες σε ό,τι αφορά το επίπεδο της τεχνικής κατάρτισης και του ατομικού ταλέντου των παικτών, νικάει η ομάδα που έχει την καλύτερη «φυσική κατάσταση». Στον ποδοσφαιρικό πρωταθλητισμό αυτή μεταφράζεται στο αφύσικο καθήκον ενός παίχτη να διανύει δεκάδες χιλιόμετρα σε μιάμιση ώρα ανεβοκατεβαίνοντας σε όλο το γήπεδο με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα. Αυτή η υπερκόπωση, που αποτελεί προϋπόθεση της σύγχρονης τεχνικής του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου» ξεσπάει συνήθως στους καλύτερους παίχτες των καλύτερων ποδοσφαιρικών ομάδων που αναλαμβάνουν το βάρος να συμμετέχουν ταυτόχρονα στο εθνικό τους πρωτάθλημα, στο περιφερειακό διακρατικό τους πρωτάθλημα πρωταθλητριών και στο πρωτάθλημα των εθνικών τους ομάδων.

Στο μέτρο, λοιπόν, που αυτή η κούραση γενικεύεται αρχίζουν και οι ποδοσφαιριστές να είναι θύματα όχι μόνο των τραυματισμών από τις όλο και περισσότερες συγκρούσεις μεταξύ τους μέσα στον αγωνιστικό χώρο, αλλά και από τραυματισμούς λόγω υπεργύμνασης στα παιχνίδια και στις εξουθενωτικές προπονήσεις, κυρίως από θλάσεις των τενόντων. Σύμφωνα με ειδικούς αυτή η υπερκόπωση είναι μια από τις αιτίες που στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα (σ.ΚΜ: Euro 2004) έκαναν τις εθνικές ομάδες της Αγγλίας και της Γαλλίας με τους μεγαλύτερους παίχτες τους εξουθενωμένους από τους πολλούς αγώνες να χάσουν από ομάδες κατώτερες σε τεχνικές ικανότητες, αλλά με πολύ πιο ξεκούραστους παίχτες.

Όμως το χειρότερο δεν είναι αυτό, γιατί σε τελική ανάλυση είναι μια τιμωρία του κεφάλαιου από το ίδιο το κεφάλαιο. Το χειρότερο είναι η αποδειγμένη πλέον καταστροφή, ακόμα και η απώλεια ζωής των παιχτών.

Ο Τζιανλούκα Σινιορίνι με τη φανέλα της
Τζένοα

Μετά από μια σειρά θανάτων σημαντικών παιχτών του ιταλικού ποδοσφαίρου σαν τους Τζιανλούκα Σινιορίνι, Κουίντο Βιντζέντζι, Τζιόρτζιο Ρονιόνι και Μπρούνο Μπεατρίς, η ιταλική δικαιοσύνη έκανε μια επιδημιολογική έρευνα από τα 1960 ως τις μέρες μας πάνω σε 24000 ιταλούς ποδοσφαιριστές των τριών ανώτερων ποδοσφαιρικών κατηγοριών για να ανακαλύψει εμβρόντητη ότι σε 400 παίκτες που πέθαναν σε αυτό το διάστημα 70 θάνατοι είναι ύποπτοι και επίσης ότι το ποσοστό θνησιμότητας από καρκίνο των ποδοσφαιριστών είναι το διπλάσιο του μέσου όρου του πληθυσμού! Η χειρότερη διαπίστωση των δικαστών ήταν ότι μια από τις πιο σκληρές και θανάσιμες αρρώστιες που οδηγεί σε ολική παράλυση, την πλευρική αμυοτροφική σκλήρυνση (Sclerosis Lateral Amyotrpohic), ενώ περίμεναν να τη συναντήσουν στο μέσο ποσοστό της που είναι το 0,61 % στο σύνολο του πληθυσμού, δηλαδή το πολύ σε μία περίπτωση στους 24000, την συνάντησαν σε 45 παίκτες εκ των οποίων ήδη οι 13 πέθαναν.

Η πρώτη επίσημη ιατρική απάντηση σε αυτό το τελευταίο φαινόμενο έρχεται από τους ιταλούς νευροβιολόγους, που με ένα άρθρο τους στο πολύ έγκυρο ιατρικό περιοδικό Lancet εκτιμούν ότι: «Οι τραυματισμοί και μια έντονη φυσική προσπάθεια, συνδεδεμένες με μια πιθανή επίδραση μιας καταχρηστικής λήψης φαρμάκων -η οποία δεν έχει γίνει ακόμα αντικείμενο πραγματικής έρευνας- μπορούν να θεωρηθούν σαν πιθανές αιτίες της SLA στους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές». Η εκτίμηση αυτή στηρίχθηκε ανάμεσα στα άλλα και στο ότι η ήδη διαπιστωμένη σχέση ανάμεσα στην SLA και τους φυσικούς τραυματισμούς διασταυρώθηκε με το γεγονός ότι το σύνολο των θυμάτων ήταν αμυντικοί παίκτες (Τα στοιχεία από τις Le Monde της 9. 12. 2003 και της 2.3. 2004)

Ο Σινιορίνι λίγο πριν το θάνατό του

Στο ποδόσφαιρο ο ανταγωνισμός αποκαλύπτει και μια άλλη ιδιαίτερη συνέπειά του σε σχέση με άλλα αθλήματα: Την ψυχική υπερφόρτωση των μετόπισθεν και πιο συγκεκριμένα των προπονητών που πάσχουν σε ένα πολύ ψηλό ποσοστό από καρδιοπάθειες λόγω του στρες που φέρνει η πολύπλοκη σχέση τους με παίκτες, κοινό και διοίκηση της ομάδας (Le Monde, 18.12.2001).

Το χημικό ντοπάρισμα


Αν μέχρι στιγμής δώσαμε στο χημικό ντοπάρισμα πολύ μικρή σημασία, ήταν για να αποκαλύψουμε ότι έτσι και αλλιώς, και ανεξάρτητα από αυτό, ο σύγχρονος αθλητικός ανταγωνισμός καταστρέφει τους πρωταθλητές και ότι σε τελευταία ανάλυση ο πρωταθλητής βρίσκεται κάτω από την επιρροή ενός μόνιμου ψυχικού και ιδεολογικού ντοπαρίσματος από την κοινωνία. Πρέπει ωστόσο να δώσουμε στο χημικό ντοπάρισμα το ξεχωριστό βάρος που έχει από δυο απόψεις. Πρώτον, από την άποψη ότι αποτελεί την πιο ακραία επίδραση του ανταγωνιστικού αθλητισμού στην καταστροφή του σώματος και δεύτερον, από την άποψη ότι αποτελεί την πιο ακραία έκφραση της ηθικής διαφθοράς και απάτης του αθλητικού ανταγωνισμού. Και από τις δυο αυτές απόψεις το ντοπάρισμα είναι το κατ' εξοχήν τεχνικό εργαλείο του φασιστικού κρατικομονοπωλιακού κεφάλαιου που περισσότερο από κάθε άλλο κεφάλαιο και συνειδητότερα από κάθε άλλο βάζει το σύγχρονο αθλητικό θέαμα στην υπηρεσία της πάλης του αντίστοιχου κράτους για πολιτικοστρατιωτική ηγεμονία.

Το βασικό που πρέπει να τονιστεί με το ντοπάρισμα είναι ότι είναι σύμφυτο με τον αθλητικό ανταγωνισμό. Η λογική της πάλης ενάντια στο ντοπάρισμα δεν είναι η λογική της πάλης για την υγεία του αθλητή, αλλά η πάλη για την ισότητα των όπλων του αθλητικού πολέμου. Όμως είναι στη φύση του πολέμου όχι η ισότητα, αλλά ακριβώς αντίθετα η ανισότητα των όπλων. Κανείς δεν θα παρέλειπε σε έναν πόλεμο να χρησιμοποιήσει ένα όπλο που θα του έδινε την νίκη και είναι στους βασικούς κανόνες και του πιο έντιμου πολέμου η εξαπάτηση του εχθρού. Ο παλιός προπονητής των γάλλων ποδηλατών Αντουάν Βαγιέρ δήλωσε στη Le Monde στις 26.11.99: «Τα σπορ είναι ο θρίαμβος της πανουργίας, της πονηριάς και της κομπίνας. Αν λείψει ο έλεγχος το αποτέλεσμα θα είναι το ντοπάρισμα, η διαφθορά και η απάτη».

Αφού όμως ο έλεγχος είναι μια υπόθεση εξωτερική ως προς τη φύση του ανταγωνισμού έχει γίνει πλέον μέρος του αγώνα η παράκαμψη των ελέγχων και η εξαπάτηση των ελεγκτών. Σε όλες τις συζητήσεις που γίνονται σήμερα σχετικά με τις ουσίες που ντοπάρουν, οι ειδικοί συμφωνούν ότι η χρήση τους είναι καθολική σε μερικούς τομείς όπως είναι ο στίβος και η ποδηλασία και εξαιρετικά εκτεταμένη σε όλους τους άλλους. Το ζήτημα είναι μόνο ένα: πώς ο ντοπαρισμένος αθλητής δεν θα συλληφθεί.

Ένας από τους αθλητές που μίλησαν ανοιχτά στον τύπο για το ντοπάρισμα, ο Γάλλος ποδηλάτης Φιλίπ Γκομόν, ανάλυσε διεξοδικά τις μεθόδους με τις οποίες οι αθλητές παρακάμπτουν το ντόπιγκ-κοντρόλ μιλώντας στη Le Monde στις 16 Μάρτη του 2004:


«Kατ' αρχήν υπάρχουν προϊόντα που δεν μπορούν να ανιχνευτούν, όπως η αυξητική ορμόνη που οι δρομείς τη χρησιμοποιούν όπως θέλουν. Για την τεστοστερόνη αρκεί να τρυπήσει κανείς με σύριγκα μια κάπσουλα Παντεστόν να πάρει το περιεχόμενό της και να τη χορηγήσει κάτω από τη γλώσσα. Αντίθετα την ΕΠΟ (την ερυθροποιητίνη) δεν μπορούμε να την πάρουμε στη διάρκεια της κούρσας αφού πλέον εντοπίζεται (σ. ΝΑ: για χρόνια ολόκληρα η ΕΠΟ δεν εντοπιζόταν και πολλά σπουδαία ρεκόρ έχουν γίνει χάρη σε αυτήν)... Από εκεί το ενδιαφέρον να καταφύγει κανείς στη μετάγγιση από φιάλες δικού του αίματος που έχει φυλάξει (ύστερα από μια θεραπεία με ΕΠΟ). Με μια φιάλη αίματος την εβδομάδα ένας δρομέας μπορεί να διατηρήσει τον αιματοκρίτη του στο 50 ενώ οι υπόλοιποι τελειώνουν το γύρο με 40. Όμως οι μεταγγίσεις είναι μόνο για τους μεγάλου διαμετρήματος αθλητές γιατί χρειάζονται γιατρό για να γίνουν»…

…«Για την κορτιζόνη ή τα κορτικοειδή αρκεί να έχει κανείς μια καλή θεραπευτική δικαιολογία για να γίνουν αρνητικοί οι θετικοί έλεγχοι. Να πώς γίνεται: Ο γιατρός της ομάδας σε στέλνει σε έναν αλλεργιολόγο, είναι υποχρεωτικό. Αυτός διαπιστώνει ότι είσαι ευαίσθητος στα ακάρια και σου γράφει ένα σπρέυ. Είχαμε την εντολή να ζητάμε με κάθε τρόπο να μας γράφουν το Νασακόρτ. Γιατί; Γιατί είναι ένα σπρέυ που καλύπτει την κορτιζόνη. Όταν πάμε στον έλεγχο δηλώνουμε ότι είμαστε αλλεργικοί στα ακάρια, ότι έχουμε συνταγή για Νασακόρτ και ότι το πήραμε το πρωί από τη μύτη. Παραδίπλα μπορούμε να κάνουμε με την ησυχία μας μια ένεση με Κενακόρτ -προϊόν που απαγορεύεται- γιατί στον έλεγχο δεν μπορούν να βρουν τη διαφορά ανάμεσα στο σπρέυ και την ένεση. Στη συνέχεια ο γιατρός σε στέλνει σε ένα δερματολόγο. Ξύνεις λίγο τους όρχεις σου με αλάτι για να του δείξεις ότι έχει κοκκινίλες και τότε αυτός σου γράφει έξη μήνες Ντιπροσόλ σε αλοιφή. Έτσι, από πίσω, μπορείς να κάνεις Ντιπροστέν-που είναι απαγορευμένο- σε ενέσεις χωρίς να διακινδυνέψεις να είσαι θετικός».

Όταν ο δημοσιογράφος ρωτάει τον αθλητή: «τι γίνεται με τους αιφνιδιαστικούς ελέγχους»; Αυτός απαντάει:

«Δεν είναι αιφνιδιαστικοί! Γίνονται στους τόπους της εκγύμνασης και στις κούρσες: Μπορούμε λοιπόν να προετοιμαστούμε εύκολα για να είμαστε σίγουροι πως δεν θα είμαστε θετικοί. Όλοι οι δρομείς ξέρουν ότι όταν παίρνουν προϊόντα που ντοπάρουν, πρέπει να βασίζονται στη μέρα της άφιξής τους στο χώρο της εκγύμνασης ή της κούρσας για να υπολογίσουν πότε πρέπει να σταματήσουν. Για την ΕΠΟ π.χ. ξέρουμε ότι όταν χορηγείται ενδοφλέβια μένει μόνο τρεις μέρες στα ούρα. Αρκεί λοιπόν να σταματήσει κανείς τη θεραπεία τρεις μέρες πριν φθάσει στο χώρο της κούρσας ή της εκγύμνασης για να περάσει τη δοκιμασία, καθώς το αποτέλεσμα της οξυγόνωσης του αίματος γίνεται αισθητό για δέκα μέρες μετά τη λήψη. Ένας δρομέας που θα έχει επτά μέρες παύση ανάμεσα σε δυο κούρσες θα μπορέσει έτσι να ξαναφορτώσει ΕΠΟ αμέσως μετά την κούρσα και να σταματήσει 3 μέρες πριν φθάσει στην επόμενη. Όσο γι αυτούς που έχουν βάλει τον Γύρο της Γαλλίας σαν στόχο, γενικά σταματάνε κάθε συναγωνισμό δυο βδομάδες πριν το Γύρο και εξαφανίζονται για να ξαναφορτώσουν ΕΠΟ ώστε να φθάσουν στην αφετηρία με έναν αιματοκρίτη που φθάνει στα 50».

Παρακάτω ο Γκομόν εκθέτει τις τεχνικές με τις οποίες οι ποδηλάτες παρακάμπτουν και έναν πιο δύσκολο να παρακαμφθεί, τον λεγόμενο μακροπρόθεσμο ιατρικό έλεγχο που γίνεται ειδικά στη Γαλλία και ο οποίος έχει σαν στόχο όχι μόνο την πάλη ενάντια στο ντοπάρισμα, αλλά και τη διαπίστωση της κατάστασης της υγείας του αθλητή για τη δικιά του προφύλαξη. Εκεί καταλήγει στην καταγγελία των γιατρών που κάνουν αυτούς τους ελέγχους ότι δεν τον ειδοποίησαν για τους σοβαρούς κινδύνους υγείας που διατρέχει από τα ψηλά ποσοστά βλαβερών ουσιών που βρέθηκαν στο αίμα του, αλλά μόνο για τον κίνδυνο να συλληφθεί από το αντιντόπινγκ κοντρόλ.

Αυτή η στάση των γιατρών αποδεικνύει ότι το πρόβλημα στο ντοπάρισμα δεν βρίσκεται στην πραγματικότητα ούτε στον αθλητή, ούτε καν στην ομάδα των ειδικών κάθε είδους που βρίσκεται πίσω του, αλλά στο κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς που επιτρέπει και μάλιστα ενθαρρύνει και αναπτύσσει τον εγκληματικό αθλητικό ανταγωνισμό. Πάντως ο γιατρός εμπνευστής του μέτρου του μακροπρόθεσμου ελέγχου, ο Ζεράρ Ντιν, που δουλεύει εθελοντικά εδώ και 10 χρόνια με διάφορες αθλητικές ομοσπονδίες και είναι ο ειδικός βιολόγος της Γαλλικής Αθλητικής Ομοσπονδίας αρκετά χρόνια πριν τις αποκαλύψεις του Γκομόν διαβεβαίωνε ότι: «Στο επίπεδο της διεθνούς αθλητικής ελίτ, από το 1995 δεν υπάρχει ούτε μία επίδοση που να έχει επιτευχθεί δίχως να έχει προηγούμενα υπάρξει λήψη ΕΠΟ» (Le Monde, 11. 5. 1999).

Το κρατικό ντοπάρισμα σοσιαλφασιστικού τύπου


Το πρόβλημα του ντοπαρίσματος είναι τόσο πιο μεγάλο όσο πιο συγκεντρωμένο και πιο επιθετικό είναι το οικονομικό ή πολιτικό μονοπώλιο που διαχειρίζεται την αθλητική επίδοση και τον αθλητή. Ο μεγαλύτερος ντοπέρ είναι το σύγχρονο φασιστικό κράτος. Η ανθρωπότητα είχε ουσιαστικά μια ευκαιρία να το διαπιστώσει αυτό όταν διαλύθηκε το ανατολικογερμανικό σοσιαλφασιστικό κράτος. Μόνο τότε ήρθε στην επιφάνεια το καθολικό ντοπάρισμα των αθλητών και αθλητριών της Ανατολικής Γερμανίας που εξασφάλιζε για πολλά χρόνια σε αυτή τη χώρα των μόλις 17 εκατομμυρίων ανθρώπων την τρίτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη σε μετάλλια και επιδόσεις, μετά τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ.

Αυτό το ντοπάρισμα δεν ήταν δυνατό να ανιχνευτεί, όπως και κάθε άλλο κατά το οποίο το κράτος το ίδιο ντοπάρει τους αθλητές του, γιατί σε αυτές τις χώρες δεν υπάρχει έστω και στοιχειώδης ενδιάμεσος έλεγχος πριν οι αθλητές φτάσουν στους μεγάλους διεθνείς αγώνες. Αυτός ο ενδιάμεσος έλεγχος γίνεται στις χώρες όπου είναι ισχυρός ο εσωτερικός ανταγωνισμός των κεφάλαιων, οπότε και των αθλητικών επιτελείων και προπονητικών ομάδων που περιγράψαμε παραπάνω.

Σε αυτήν την περίπτωση δεν μπορεί να επιτρέψει το ένα αθλητικό συγκρότημα στο άλλο, δηλαδή το ένα κεφάλαιο στο άλλο, να παραβεί τους κανόνες του ανταγωνισμού που δεν μπορεί να παραβεί το ίδιο. Σε αυτές τις χώρες τα ξεχωριστά κεφάλαια αναθέτουν στο κράτος να είναι ο εγγυητής αυτών των κανόνων. Στην πραγματικότητα το κράτος δεν πετυχαίνει ποτέ να είναι ένας τέτοιος εγγυητής, γιατί τα αθλητικά συγκροτήματα και οι προπονητικές ομάδες έχουν μπροστά τους πάντα ένα στόχο, να ξεπερνάνε διαρκώς το ένα μετά το άλλο τα εμπόδια που βάζουν μπροστά του οι όλο και πιο ανεπτυγμένες τεχνικές και μέθοδες του κρατικού αντιντόπινγκ κοντρόλ, αλλά πάντως το κράτος προσπαθεί να είναι εγγυητής. Σε τέτοιες χώρες δεν είναι δυνατό να υπάρχουν διαφορετικοί όροι για την αθλητική αγορά από όσους υπάρχουν για την αγορά γενικά. Η απάτη είναι βέβαια σύμφυτη με την αγορά εφόσον αυτή είναι ταυτισμένη με το κυνήγι του κέρδους, αλλά η απάτη δεν αποτελεί την ίδια την ουσία της, για αυτό βάζει στον απατεώνα έναν απαράβατο όρο για να του επιτρέπει να κινείται μέσα της: να μη συλληφθεί.

Η πρώτη ναζιστική Ολυμπιάδα του Βερολίνου το 1936 - Ακολούθησε
εκείνη της Μόσχας το 1980 και εκείνη του Πεκίνου το 2008

Στην περίπτωση του φασιστικού κράτους ο εσωτερικός ανταγωνισμός των αθλητών και των κεφαλαίων, υπόκειται στον εξωτερικό, δηλαδή χρησιμεύει στον δεύτερο μόνο για να γίνεται η επιλογή των αθλητών που θα εκπροσωπήσουν τη χώρα στον διεθνή διακρατικό ανταγωνισμό. Αλλά αυτός ο τελευταίος, ειδικά για το φασιστικό κράτος είναι απογυμνωμένος από κάθε λογική οικονομικού ανταγωνισμού της αγοράς, οπότε και από κάθε λογική τυπικής ισότητας των όρων του ανταγωνισμού. Το φασιστικό κράτος θέλει και μπορεί μόνο με τη βία, σε τελική ανάλυση με τον πόλεμο, οπότε και με την απάτη να κυριαρχήσει πάνω στα άλλα. Άλλωστε μόνο με την απάτη μπορεί να στηριχθεί η φασιστική προπαγάνδα που συμπυκνώνεται στον ισχυρισμό ότι το αντίστοιχο κράτος υπερέχει ντε φάκτο φυσικά, φυλετικά ή ιδεολογικά πάνω στα υπόλοιπα.

Έτσι προέκυψε αυτή η πληθώρα «υπεραθλητών» της «Λαοκρατικής Δημοκρατίας» της Γερμανίας. Η ώρα της αλήθειας σήμανε μετά την πτώση του τείχους.

Στις 15 Οκτώβρη του 2001 όλες οι πολιτικές ομάδες του Κοινοβουλίου της ενοποιημένης Γερμανίας αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα ταμείο ενός ποσού ανάμεσα στα 1 έως 5 εκατομμύρια ευρώ για να αρχίσει η αποζημίωση των αθλητών της ΛΔΓ. Σύμφωνα με τον γιατρό τραυματολόγο, πρόεδρο του «Συνδέσμου των θυμάτων του ντόπιγκ της ΛΔΓ» Κλάους Τσέλιγκ είναι 1000 ο αριθμός των θυμάτων που μπορούν να διεκδικήσουν αποζημίωση. Σύμφωνα με ειδικούς ιστορικούς και ειδικούς δημοσιογράφους πάνω από 10.000 άτομα ήταν αντικείμενο αυτού του προγράμματος στην ΛΔΓ (Le Monde, 28.11.2001). Πρόκειται για ένα πρόγραμμα επιστημονικού κρατικού ντόπιγκ που τα βασικά του στοιχεία τα αντιγράφουμε από το ίδιο άρθρο της Le Monde:

«Το βασικό προϊόν ήταν το Οράλ-Τουριναμπόλ, ένα ισχυρό στεροειδές αναβολικό που τελειοποιήθηκε στο φαρμακευτικό σύμπλεγμα της Ιέναφαρμ, το οποίο μετά την επανένωση το αγόρασε η Σέριγκ. Αυτά τα περίφημα μπλε χαπάκια χορηγήθηκαν από τους ανατολικογερμανούς γιατρούς και προπονητές σε νεαρούς αθλητές, κυρίως κορίτσια. Αυτά τα παιδιά επιλέγονταν και μετά στέλνονταν εσωτερικά και υφίσταντο εντατική προπόνηση κάτω από την εξουσία προπονητών που εκτελούσαν χρέη ανάδοχου γονιού. Εκεί έπαιρναν μια καθημερινή δόση "τονωτικών" σύμφωνα με μια δοσολογία τέτοια ώστε να αποφύγουν κάθε θετικό έλεγχο στις διεθνείς αναμετρήσεις. Οι Ανατολικογερμανοί ηγέτες μιλούσαν τότε για "πρόγραμμα υποστήριξης". Ο όρος ντοπάρισμα ήταν απαγορευμένος και φυλασσόταν μόνο για τον δυτικό ταξικό εχθρό. Το αποτέλεσμα αυτού του προγράμματος στο οποίο είχε το πάνω χέρι ο πρόεδρος της Αθλητικής Ομοσπονδίας Μάνφρεντ Έβαλντ ήταν μια απίστευτη συγκομιδή ολυμπιακών μεταλλίων γι αυτή τη χώρα των 17 εκατομμυρίων: 25 μετάλλια στο Μεξικό το 1968, 102 στη Σεούλ το 1988. Από τους πρωταθλητές κολύμβησης (Κρίστιν Όττο, Κορνέλια Έντερ...) μέχρι του στίβου (Μαρίτα Κοχ, Μάρλις Γκερ...) η άλλη Γερμανία χτυπούσε δυνατά, με τους "διπλωμάτες της με αθλητική φόρμα"»...

Η Birgit Boese- Θύμα των σοσιαλφασιστών του Χόνεκερ
που τις κατέστρεψαν τη ζωή με τα αναβολικά στεροειδή
που τις έδιναν από τα 11 της- Αυτούς τους ναζήδες λιβανίζει ακόμα
και σήμερα ο Περισσός

Είναι σήμερα μέσα στα νοσοκομεία που μπορεί κανείς να ξετρυπώσει την κληρονομιά αυτής της δόξας που χρησιμοποίησε για τους δικούς του στόχους το καθεστώς. Όγκοι στο συκώτι, κύστες στις ωοθήκες, καρδιακά προβλήματα, ψυχικά προβλήματα, ορμονικές διαταραχές: «Είμαστε όλοι βραδυφλεγείς βόμβες, βεβαιώνει η πρώην σφαιροβόλος Μπιργκίτ Μπέζε, 39 χρονών. Δεν έχουμε πληροφόρηση για το τι συμβαίνει ακριβώς, 20 χρόνια μετά τη λήψη των ουσιών, δεν ξέρουμε τα μέτρα πρόληψης για να εμποδίσουμε τις αρρώστιες να προχωρήσουν...»

Θα περίμενε κανείς ότι το μεγάλο αυτό σκάνδαλο κρατικού ντόπιγκ που από μόνο του αχρηστεύει όλα τα ρεκόρ και όλες τις ολυμπιάδες που έγιναν πριν από την αποκάλυψή του, θα συγκλόνιζε τον παγκόσμιο αθλητισμό και όλη την ανθρωπότητα. Κι όμως μόνο σε περιορισμένους πολιτικούς και αθλητικούς κύκλους έγιναν θέμα τα πλαστά ρεκόρ και τα μετάλλια της Ανατολικής Γερμανίας, όπως και η εκατόμβη των θυμάτων του ντοπαρίσματος εκεί. Η πιο άμεση αιτία ήταν ότι την εποχή της ύπαρξης των 2 γερμανικών κρατών, ο πολιτικός κόσμος στη Δυτική Γερμανία προσπαθούσε να αποσιωπήσει το σκάνδαλο για τις μεγαλογερμανικές ανάγκες της περίφημης Οστπολιτίκ. Στη συνέχεια, όταν αυτό αποκαλύφθηκε, το νέο ενιαίο γερμανικό κράτος είχε εντάξει μέσα του και μάλιστα σε ψηλές θέσεις μέσα στην Εθνική Ολυμπιακή Επιτροπή αθλητές και ηγετικά διοικητικά στελέχη του ανατολικογερμανικού αθλητισμού που έκαναν και κάνουν ό,τι μπορούν για να πνίξουν το έγκλημα. Όμως αυτή είναι η στενά γερμανική αιτία του φαινομένου.

Η διεθνής εξήγηση αυτής της σχετικής απάθειας βρίσκεται στο γεγονός ότι ο σοσιαλιμπεριαλισμός, παρά την απορρόφηση της ΛΔΓ από τη Δυτική Γερμανία, ισχυροποιείται σε παγκόσμια κλίμακα και έχει ανάγκη να ενισχύσει ένα από τα πιο πολύτιμα πολιτικο-ιδεολογικά του εργαλεία, τον ιμπεριαλιστικό πρωταθλητισμό. Δεν επιτρέπει λοιπόν με την τεράστια προπαγανδιστική του μηχανή σε καμιά καμπάνια για οποιοδήποτε ζήτημα να συντρίψει ή και να μειώσει το κύρος αυτού του εργαλείου.

Ο λακές της Ρωσίας στον Τρίτο Κόσμο, κάποτε επαναστάτης Φιντέλ
Κάστρο με το αφεντικό του

Ακόμα περισσότερο η Ρωσία, η Κίνα και η Κούβα μπορούν με την αθλητική και κυρίως την πολιτική τους δύναμη να επηρεάζουν τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή ώστε να μην παίρνει μέτρα ενάντια στο κρατικό ντοπάρισμα, δηλαδή να μην επιβάλει αιφνιδιαστικούς ελέγχους από διεθνή ελεγκτικά όργανα σε όλους τους αθλητές ανά πάσα στιγμή και σε οποιοδήποτε κράτος.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Διεθνής Επιτροπή Ενάντια στο Ντοπάρισμα, η ΑΜΑ δεν επιτρέπει στις υπηρεσίες της να κάνουν ξαφνικό έλεγχο για τα διεγερτικά (κοκαΐνη και αμφεταμίνες) και τα γλυκοκορτικοστεροειδή (κορτιζόνη). Κι όμως αυτά χορηγούνται αποκλειστικά στην εποχή των προπονήσεων. Αυτή η ρύθμιση ανάγκασε χώρες σαν τη Γαλλία που είχαν αυστηρούς αντιντόπινγκ κανόνες να τους αμβλύνουν.

Αν πέρναγε μια αντίθετη ρύθμιση αυτό θα έφερνε σε δύσκολη θέση όλες τις χώρες του κρατικού ντόπιγκ, πιθανά και του ελληνικού, του οποίου ήδη ορισμένοι υπερπρωταθλητές του στίβου και περισσότερο ο Κεντέρης, θεωρούνται από το διεθνές αθλητικό κοινό σοβαρά ύποπτοι για ντοπάρισμα επειδή δεν συμμετέχουν στα τακτικά διεθνή μίτιγκ στα οποία συμμετέχουν όλοι οι άλλοι μεγάλοι δρομείς. Κατηγορούνται ότι το κάνουν αυτό για να μην ελέγχονται συχνά και έτσι να μπορούν να ντοπάρονται σε όλο το διάστημα πριν τις πολύ μεγάλες αναμετρήσεις στις οποίες και μόνο συμμετέχουν. Ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, το ελληνικό κράτος είναι πια ένα από αυτά στα οποία το κρατικό ντοπάρισμα στο στίβο είναι δυνατό γιατί ο εσωτερικός διασυλλογικός ανταγωνισμός σε αυτόν τον τομέα είναι μικρός και απλά υπηρετεί τον εξωτερικό μεγαλοκρατικό αθλητικό ανταγωνισμό.

Από την άλλη η έμφαση στο γερμανικό σκάνδαλο θα έπρεπε τελικά να σημαίνει αναδρομική αφαίρεση όλων των μεταλλίων της ΛΔΓ. Αυτό όμως θα σήμαινε να ξαναγραφτεί η ιστορία των ολυμπιακών αγώνων και τελικά να βυθιστεί στην αναξιοπιστία όλος ο θεσμός, πράγμα που με το ίδιο πάθος δεν θέλει ούτε και ο δυτικός ιμπεριαλιστικός κόσμος. Άλλωστε και σε αυτόν παρά τους διαρκείς και αρκετά αιφνιδιαστικούς ελέγχους δεν μπορεί να αποφευχθεί η αποκάλυψη του ντοπαρίσματος όλο και περισσότερων «γιγάντων» και «θρύλων» του αθλητισμού, αρχίζοντας από το ντοπάρισμα σοκ του Μπεν Τζόνσον στα 1988 που του κόστισε το παγκόσμιο ρεκόρ και το χρυσό μετάλλιο και συνεχίζοντας με μια σειρά αποκαλύψεις για άλλους «θρύλους» τύπου Τζόυνερ ή τελευταία της Τζόουνς.

Ο πρωταθλητής και οι μάνατζερ του ιμπεριαλισμού

Η φριχτή πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τον σύγχρονο αθλητισμό δεν μπορεί πια να κρυφτεί. Από παντού χάνει το σάπιο του οικοδόμημα και πρώτα από όλους ο σωματικά και ψυχικά σάπιος πρωταθλητής. Αυτός ο μεγάλος υποκριτής, θύτης και θύμα αυτού του καθεστώτος, δεν μπορεί πια να αντέχει το πελώριο βάρος που έριξε στις πλάτες του ο ιμπεριαλισμός. Δεν μπορεί πια να σηκώνει στα εύθραυστα και ταλαιπωρημένα μέλη του ομάδες ειδικών, επιχειρήσεις, έθνη και ευνουχισμένες μάζες διψασμένες για νίκη. Όλο και περισσότερο θα είναι ένας θαμώνας των ιατρείων και όλο και περισσότερο οι στατιστικές θα καταγράφουν τη μοίρα των πρωταθλητών και το όλο και πιο χαμηλό μέσο όρο ζωής τους. Αυτό στο τέλος θα γίνει γνωστό στις μάζες και θα κάνει τον ιμπεριαλιστικό αθλητισμό πολύ απεχθή σε αυτές. Και τότε ίσως αρχίσουν επί τέλους να αδειάζουν τα στάδια-αρένες.

Αυτή η καταστροφή των «ηρώων» του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού δεν είναι κάτι το περιορισμένο ειδικά στο χώρο του αθλητισμού. Είναι στη φύση γενικά του ιμπεριαλισμού να σκοτώνει όχι μόνο τους προλετάριους αλλά και τα στελέχη του, ακόμα και τους ηγέτες του. Υπάρχει ένα ρεύμα φιλελεύθερων μέσα στη δυτικού τύπου αστική τάξη που θεωρώντας, και σωστά, ότι το ντοπάρισμα είναι στη φύση του σύγχρονου αθλητισμού, ζητάει νομιμοποίηση των ουσιών ντοπαρίσματος και χρησιμοποιεί ένα βασικό επιχείρημα: Αφού παίρνουν τέτοιες ουσίες οι μεγάλοι επιχειρηματίες μας, οι μεγάλοι καλλιτέχνες μας και οι πολιτικοί μας ηγέτες για να αντέξουν το τρομαχτικό στρες και την σωματική καταπόνηση της δουλειάς τους, γιατί να μην επιτρέπεται αυτό στους αθλητές; Ο καθένας είναι κύριος του σώματός του και της υγείας του, ας αποφασίσει αυτός αν και πόσο θέλει να ντοπάρεται ξέροντας τις συνέπειες. Αφού δεν ελέγχουμε τους πολιτικούς δεν επιτρέπεται να ελέγχουμε και τους αθλητές (Le Monde, 19. 09. 1996).

Αυτή η λογική είναι η μόνη συνεπής με τη λογική του ιμπεριαλισμού. Πραγματικά ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της σύγχρονης μεγάλης επιχείρησης είναι η υπερδραστηριότητα και η υπερκόπωση των στελεχών της, ιδιαίτερα των ηγετικών της. Πραγματικά αυτά τα στελέχη είναι η ενσάρκωση του ανταγωνισμού που όσο πιο σκληρός γίνεται, τόσο πιο σκληρά πρέπει και αυτά να δουλεύουν για να επιβιώσουν σε αυτόν και να βγουν νικητές, μέχρι αποκτήνωσης. Στους υπεραθλητές του ιμπεριαλισμού αυτή η κίνηση έχει φτάσει στο έσχατο σημείο της. Αυτός είναι ο λόγος που σήμερα είναι της μόδας τα ανώτατα στελέχη των επιχειρήσεων να συμμετέχουν σε σεμινάρια και συναντήσεις με τους υπεραθλητές του στίβου για να μαθαίνουν από αυτούς ταχτικές ανταγωνισμού αλλά και ψυχικής και σωματικής στήριξης. Ένας εκπρόσωπος εταιρίας από αυτές που οργάνωσε ένα τέτοιο σεμινάριο δήλωσε: «Οι συνεργάτες μας πρέπει να κάνουν πιο ρωμαλέο το ηθικό τους, πρέπει να έχουν φόρμα αθλητή για να κολλάνε πιο κοντά στις ανάγκες της αγοράς...Υπάρχουν προφανείς αναλογίες ανάμεσα στα σπορ και τις επιχειρήσεις: η αναζήτηση της επίδοσης, η ομαδική δουλειά, η διαχείριση του στρες, είναι θέματα που αντιμετωπίζουμε από κοινού» (Le Monde, 20.02.2001)

Το αναπόφευκτο τέλος του ιμπεριαλιστικού αθλητισμού

Πιστεύουμε και μεις ότι οι σύγχρονοι υπεραθλητές και οι σύγχρονοι μάνατζερ έχουν κοινή μοίρα, αλλά αυτή είναι κατά τη γνώμη μας η κατάργησή τους. Όχι γιατί στάθηκαν αχρείαστοι, όπως δεν στάθηκε αχρείαστος και ο ιμπεριαλισμός, αλλά γιατί τώρα πια και αυτός κι εκείνοι έχουν βυθιστεί στην αποσύνθεση. Οι μάνατζερ του ιμπεριαλισμού πήγαν ως την άκρη της τη διαδικασία της συγκέντρωσης του κεφάλαιου και τη διαδικασία οικονομικής ενοποίησης του πλανήτη και στο μέτρο αυτό διευκόλυναν και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε έναν ασύλληπτο βαθμό και τη συντριβή των συνόρων φέρνοντας πιο κοντά τους υλικούς όρους της παγκόσμιας επανάστασης.

Αλλά ακόμα και μέσα από την αρνητική τους δράση, μέσα δηλαδή από τους πολέμους που καθοδήγησαν για λογαριασμό του κεφάλαιου, ακόμα και σαν στρατιωτικοί μάνατζερ, ακόμα και σαν πολιτικοί μάνατζερ και γητευτές των μαζών, άθελά τους έμαθαν πόλεμο και πολιτική στις μάζες, συγκρότησαν ενάντιά τους τις δημοκρατικές επαναστάσεις του Tρίτου Kόσμου και ύψωσαν απέναντί τους τα πρώτα κράτη της σοσιαλιστικής επανάστασης, τις πρώτες απόπειρες της νέας κοινωνίας.

Ο μεγάλος Αλεσσάντρο Ντελ Πιέρο με τη φανέλα της
Γιουβέντους

Οι πρωταθλητές είναι μέρος αυτής της κίνησης και υπηρέτες της και από τη θετική τους άποψη δίδαξαν την άθληση στις μάζες και δείξανε τα μεγάλα όρια της ανθρώπινης φυσικής δυνατότητας και επιδεξιότητας, πράγμα που έχει μέσα του και υγεία και ομορφιά. Με τα αθλητικά παιχνίδια μάλιστα, και κατ' εξοχήν με το ποδόσφαιρο, εκτός από ένα υπέροχο θέαμα και μια σπάνια απόλαυση πρόσφεραν στους λαούς το πιο γλαφυρό υπόδειγμα ομαδικής δράσης, συνδυασμένης πνευματικής και σωματικής άσκησης, καθώς και ένα απλό και αβλαβές μάθημα στρατηγικής και ταχτικής, άμυνας και επίθεσης, στο οποίο κάθε άνθρωπος μπορεί να συμμετέχει παίζοντας μπάλα.

Ο κατά γενική ομολογία μεγαλύτερος καλαθοσφαιριστής
όλων των εποχών Μάικλ Τζόρνταν

Αυτά τα θετικά η νέα κοινωνία που έρχεται, η κοινωνία των λαών θα τα κρατήσει. Αλλά αυτό θα το πετύχει καταστρέφοντας αρχικά και καταργώντας όλο το σύστημα του πρωταθλητισμού. Αυτή η καταστροφή θα είναι ένα μέρος της επαναστατικής πάλης για την κατάργηση όλου του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Είναι αδύνατο η νέα κοινωνία των λαών να δεχτεί έναν αθλητισμό που όλο του το οικοδόμημα στηρίζεται στην επιλογή και υπεργύμναση των ταλέντων για να χρησιμοποιηθούν στις μεγάλες αρένες. Το πρόβλημα δηλαδή δεν βρίσκεται σε μια δράκα υπερπρωταθλητών που καταστρέφεται σωματικά και διαφθείρεται ηθικά.

Το πρόβλημα είναι ότι από πάνω ως τα κάτω σε όλες τις βαθμίδες του οργανωμένου αθλητισμού, σε όλες τις λεγόμενες «κατηγορίες» κυριαρχεί η λογική του πιο σκληρού ανταγωνισμού, λογική που διαφθείρει και καταστρέφει τους πάντες, αθλητές, ειδικούς, παράγοντες και κοινό, τον καθένα στην «κατηγορία του». Είναι ο καπιταλισμός και μάλιστα ο ιμπεριαλισμός που έχει κάνει τη νίκη, ουσία και βασικό στόχο του κάθε αθλήματος και αθλητικού παιχνιδιού.

Είναι αλήθεια ότι η νίκη ανεβάζει άτομα και ομάδες στην πιο πάνω «κατηγορία», δηλαδή στο χρήμα και στη δόξα, ενώ η ήττα τα κατεβάζει σε όλο και πιο χαμηλές «κατηγορίες», στη φτώχεια και τη ντροπή. Πραγματικά σε κανέναν τομέα της η σύγχρονη κοινωνία δεν είναι τόσο αυστηρά και ανελέητα ταξική όσο στον επίσημο αθλητισμό. Νίκη και ήττα, πρόκριση και αποκλεισμός. Αυτές είναι οι λέξεις κλειδιά του αθλητικού πολέμου. Οι αστοί υποκριτές μιλάνε για την ανάγκη εντιμότητας και συναδελφικότητας στους αθλητικούς αγώνες. Όμως στην ίδια τους τη γλώσσα έχει περάσει η κρυμμένη αλήθεια.

Τους αγώνες που δεν έχουν βαθμολογικό ενδιαφέρον και στους οποίους οι ομάδες δεν μπαίνουν στη διαδικασία της πρόκρισης και του αποκλεισμού, οι ίδιοι τους ονομάζουν «φιλικούς». Αυτό σημαίνει ότι έμμεσα αναγνωρίζουν ότι όλοι οι άλλοι είναι εχθρικοί.


Άλλωστε μόνο στον πόλεμο κλαίει και οδύρεται ο νικημένος και μεθάει από χαρά και διοργανώνει θριάμβους ο νικητής. Μετά από μερικές δεκάδες ίσως και εκατοντάδες χρόνια οι άνθρωποι θα ανατριχιάζουν με τη βαρβαρότητα μιας εποχής κατά την οποία στο ίδιο στάδιο-αρένα οι παίχτες και οι οπαδοί της νικημένης ομάδας κλαίνε συντετριμμένοι και δίπλα τους ακριβώς οι νικητές, παίκτες και «φίλαθλοι», παραληρούν από χαρά, όχι μόνο αδιάφοροι στον πόνο των προηγούμενων, όπως θα επέβαλε το συνηθισμένο αυθόρμητο τακτ των πολιτισμένων ανθρώπων, αλλά τόσο πιο πολύ ευχαριστημένοι όσο πιο μεγάλος είναι αυτός ο πόνος. Αυτή η συμπεριφορά δεν είναι σαδιστική. Είναι απλώς πολεμική. Και είναι αυτός ο πόλεμος -ψυχρός πόλεμος σε πρώτη φάση- που διαφθείρει πάνω από κάθε τι άλλο τις μάζες, που διαφθείρει την κερκίδα, που διασπάει τους λαούς και μάλιστα τους διασπάει εθνικά ετοιμάζοντάς τους για τον επόμενο θερμό πόλεμο στον οποίο θα τους καλέσει η κυρίαρχη τάξη.

Για ένα νέο λαϊκό αθλητικό πολιτισμό

"Σύντροφοι Σπαρτακιστές!! Βάλτε τα δυνατά
σας για να κάνετε κτήμα του
λαού το ποδόσφαιρο! Αναπτύξτε
την τεχνική σας και τις τακτικές σας δεξιότητες"
Σοβιετική αφίσα του 1949

Για το νέο, τον προλεταριακό πολιτισμό που έρχεται, αυτή η βαρβαρότητα πρέπει να τελειώσει. Γι’ αυτόν τον πολιτισμό, που αναδύεται ακριβώς ενάντια στον ανταγωνισμό, η άθληση δεν μπορεί να έχει βασικό σκοπό τη νίκη, αλλά τη σωματική, ψυχική και πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να είναι πολύπλευρος και σαν τέτοιος δεν μπορεί να είναι ταυτισμένος με ένα ρεκόρ, με μια επίδοση και μια δεξιότητα αποκλειστικά σε έναν τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η άθληση δεν μπορεί να είναι σκοπός, αλλά μέσο για την ανάπτυξη του συνολικού, του ολοκληρωμένου ανθρώπου και ο αθλητισμός πρέπει να υπηρετεί αυτό το σκοπό.

Σαν τέτοιος δεν πρέπει να έχει σαν στόχο να επιλέγει, να υπεραναπτύσσει και να υπεργυμνάζει μέχρι καταστροφής μια μειοψηφία ανθρώπων και να καταδικάζει την πλειοψηφία στη στέρηση της σωματικής υγείας και ψυχικής ολοκλήρωσης και απόλαυσης που δίνει η άθληση, αλλά ακριβώς αντίθετα να αναπτύσσει την πλειοψηφία των ανθρώπων εντάσσοντας σε αυτήν και χρησιμοποιώντας για αυτήν τα κάθε είδους αθλητικά ταλέντα και βέβαια όλη την προηγούμενη θετική αθλητική εμπειρία. Στη διαδικασία της άθλησης και πιθανά για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο δεν νομίζουμε ότι θα καταργηθεί ή έννοια της νίκης, σαν στοιχείο αναφοράς και κριτήριο άμιλλας ανάμεσα σε άτομα και ομάδες. Όμως η νίκη θα πάψει να είναι ο κύριος στόχος της άθλησης.

Η νίκη θα είναι ένα σχετικό και παροδικό στοιχείο συναγωνισμού και άμιλλας, δηλαδή θα υποτάσσεται στη συνεργασία ανάμεσα στους αθλούμενους που θα έχουν από κοινού σαν στόχο τους να αναπτύσσουν μέσα από κάθε αναμέτρηση και τους εαυτούς τους και τις τεχνικές και την ομορφιά των αθλημάτων και των αθλητικών παιχνιδιών. Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα μπορεί να υπάρξει και η έννοια του ρεκόρ, όχι όμως του ρεκόρ σαν κύριου και ιστορικού στόχου υπεροχής, αλλά σαν ενός σχετικού και περαστικού στο χώρο και στο χρόνο κριτηρίου επιτυχίας μιας κοινής προσπάθειας. Όμως τα σημερινά αθλητικά ρεκόρ που αποτελούν άρνηση και όχι επιβεβαίωση του υγιούς ανθρώπου πρέπει να πάρουν τη θέση που τους αξίζει ανάμεσα στις άλλες επώδυνες παραξενιές των ανθρώπων που καταγράφει το βιβλίο Γκίνες, δίπλα στον άνθρωπο που κράταγε πιο πολύ την αναπνοή του κάτω από το νερό ή του άλλου που έμεινε για πιο πολλές μέρες κρεμασμένος ανάποδα από ένα δέντρο.

Ήδη η πιο προωθημένη από τις προλεταριακές επαναστάσεις, η κινέζικη όταν κορυφώθηκε σαν προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση αποφάσισε να πάψει να συμμετέχει στον ιμπεριαλιστικό πρωταθλητισμό και στον βασικό του ηγετικό θεσμό, τις Ολυμπιάδες.


Στην Κίνα του Μάο Τσε Τουνγκ ο αστικός πρωταθλητισμός κριτικαρίστηκε βαθιά και το σύνθημα της προλεταριακής άθλησης «πρώτα η φιλία και μετά ο συναγωνισμός» αντικατέστησε το πολεμικό σύνθημα του αστικού αθλητισμού «όλα για τη νίκη».

Η Κίνα μπήκε ξανά στον διεθνή αθλητικό ανταγωνισμό αμέσως μόλις ήρθε στην εξουσία η νέα αστική τάξη και μόλις ο σοσιαλφασισμός σύντριψε το προηγούμενο προλεταριακό αθλητικό πνεύμα. Η φασιστική Κίνα γέμισε μετάλλια και βυθίστηκε στην πιο βαθιά εκμετάλλευση και διαφθορά. Αλλά το αθλητικό εκείνο πνεύμα δεν χάθηκε.

Υπάρχουν ακόμα και στη δικιά μας χώρα άνθρωποι που θυμούνται ένα φιλικό ποδοσφαιρικό παιχνίδι μιας ομάδας εκείνης της Κίνας στην Ελλάδα με τον Παναθηναϊκό όπου οι Κινέζοι παίκτες σε κάποια στιγμή έδωσαν οι ίδιοι ένα φάουλ στον αντίπαλό τους που δεν το είχε προσέξει ο διαιτητής. Κάτι το ασήμαντο, που όμως συγκίνησε όλους τους θεατές που διαισθάνθηκαν ότι βρέθηκαν μπροστά σε ένα βαθύ μήνυμα από το ανθρώπινο μέλλον και το χειροκρότησαν με θέρμη.

Αλλά ακόμα και ανεξάρτητα από την εμπειρία της κινέζικης προλεταριακής εξουσίας ο νέος λαϊκός αθλητισμός δεν αποτελεί μέρος μιας ουτοπίας που περιμένει να γίνει κάποτε κρατικό διάταγμα. Ήδη μπροστά στα μάτια μας και μέσα στην ατομική πείρα του καθενός βρίσκεται ο αθλητικός συναγωνισμός του μέλλοντος, ο συναγωνισμός ή καλύτερα η άμιλλα μεταξύ φίλων.


Ο καθένας έχει ζήσει εκείνο το ήρεμο και ευγενικό πνεύμα -από το οποίο όμως δεν λείπει το πείσμα- το οποίο διαπερνάει τα αθλητικά παιχνίδια της γειτονιάς, της εκδρομής, και των πολυάριθμων ασταθών μικρών αθλητικών ομάδων που στήνονται εδώ και εκεί αυθόρμητα από τους ανθρώπους του λαού. Αυτές οι προσπάθειες γεννιούνται και σβήνουν χωρίς μέλλον και χωρίς συνέχεια επειδή το σύγχρονο κράτος και το κεφάλαιο τους στερεί τους υλικούς όρους ύπαρξης και πρώτα από όλα της γης, δηλαδή δεν υπάρχει γι αυτούς ούτε αλάνα για μια ποδοσφαιρική ομάδα, ούτε μέσα άθλησης έξω από τον τοπικό σύλλογο που είναι ενταγμένος στο κρατικό ανταγωνιστικό σύστημα, ούτε λεφτά για μια ορειβατική εκδρομή νεολαίων.

Σε τελική ανάλυση τα μέσα άθλησης ανήκουν στο κεφάλαιο όπως ανήκουν και τα μέσα παραγωγής. Και είναι η βαθύτερη αλήθεια ότι όσο τα μέσα παραγωγής θα ανήκουν στο κεφάλαιο τόσο οι άμεσοι παραγωγοί δεν θα είναι σε θέση να αθλούνται. Αν μάλιστα δούμε ότι οι περισσότεροι άμεσοι παραγωγοί σε επίπεδο πλανήτη ζουν στον τρίτο κόσμο μέσα στην απόλυτη αθλιότητα θα διαπιστώσουμε ότι για τους περισσότερους από αυτούς δεν μπαίνει καν θέμα άθλησης. Κανείς πεινασμένος ή εξαντλημένος από τη δουλειά δεν έχει περίσσευμα ενέργειας για να το χάσει αθλούμενος.

Είναι λοιπόν η κοινωνική επανάσταση εκείνη που δίνοντας τα μέσα παραγωγής στους άμεσους παραγωγούς θα τους δώσει και τα μέσα άθλησης. Αυτή την άθληση λοιπόν αυτοί δεν έχουν κανένα λόγο να τη βάλουν στην υπηρεσία του ταξικού ανταγωνισμού που θα ξαναφέρει τους εκμεταλλευτές στην εξουσία και θα τους στερήσει τελικά κάθε υλική και πνευματική τους επαναστατική κατάκτηση.

                                                   Οι πέντε κλασσικοί του μαρξισμού

Η επανάσταση απεχθάνεται τον ιμπεριαλιστικό πολεμικό αθλητισμό και είναι υποχρεωμένη επί ποινή θανάτου να τον συντρίψει. Και πρώτα από όλα πρέπει να συντρίψει την κορυφή αυτού του ανταγωνισμού που είναι οι «Ολυμπιακοί Αγώνες». Εννοείται ότι αυτή είναι μια διαδικασία στην οποία τον πρώτο ρόλο πρέπει να έχουν οι μάζες που σημαίνει ότι έχει νόημα μόνο όταν οι ίδιες οι μάζες από την πείρα τους κατανοήσουν τον θανάσιμο γι αυτές ρόλο του ανταγωνιστικού αθλητισμού. Ως τότε σαν επαναστάτες δεν θα πρέπει να επιτρέπουμε σε κανέναν σοσιαλφασίστα πραξικοπηματία και σε κανέναν ισλαμοφασίστα να καταργεί αυτός από μόνος του τους οποιουσδήποτε αθλητικούς αγώνες, τιμωρώντας τις μάζες για τις συμπάθειες τους και ασκώντας πάνω τους ωμή δικτατορία ώσπου να συμμορφώσουν τα γούστα τους στις δικές τους απαιτήσεις.


Η ανασκευή της κριτικής του σοσιαλφασισμού στους Ολυμπιακούς είναι προϋπόθεση για μια αριστερή και δημοκρατική κριτική σε αυτούς, για μια πραγματική επαναστατική τους άρνηση.

Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι χειρότερος και από τον δυτικού οικονομικού τύπου αθλητικό ανταγωνισμό είναι ο ανατολικού στρατιωτικού τύπου ανταγωνισμός και χειρότερη και από τους δυο, η φεουδαρχικής θρησκευτικής φύσης κατάργησή κάθε επίδειξης και κάθε προσπάθειας σχετικής με την ανάπτυξη και την ομορφιά του ανθρώπινου σώματος.


* Πρόκειται για άρθρο που δημοσιεύτηκε στο φύλλο 391 του οργάνου της ΚΕ της ΟΑΚΚΕ «Νέα Ανατολή», στις 30 του Ιούλη του 2004, με αφορμή τότε τους  Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Λίγες ημέρες μετά, ξεσπούσε το σκάνδαλο Θάνου – Κεντέρη. Το αναδημοσιεύουμε με αφορμή τη σημερινή επίσημη έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου, μιας και συμπυκνώνει την επαναστατική προλεταριακή κριτική στο ιμπεριαλιστικό αντι-αθλητικό πνεύμα Ανατολής και Δύσης, που έχει την «τιμητική» του σε κάθε Ολυμπιάδα.

Πάρθηκε από http://kokkinometerizi.blogspot.com/2012/07/blog-post_27.html

Ουσία και αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας

 του Παναγιώτη Γαβάνα Ένα από τα βασικά ζητήματα που είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί στην αρχή αυτής της σειράς άρθρων που παρουσιάζουμε ανα...