Τρίτη 7 Μαΐου 2019

Η έννοια του Άπειρου στην Ελληνική Φιλοσοφία


Όλοι οι λαοί σε κάποια φάση της κοινωνικής και διανοητικής τους ανάπτυξης έθεσαν (και εξακολουθούν να θέτουν) το ερώτημα για το Σύμπαν: Είναι το Σύμπαν, ο Κόσμος, αδημιούργητος; Δημιουργήθηκε από μόνος του από προϋπάρχουσα ύλη ή φτιάχτηκε από κάποια έξω από τον Κόσμο υπέρτατη δύναμη, ένα υπέρτατο ον, τον θεό; Η αυθυπαρξία του Θεού είναι αυτονόητη, διότι διαφορετικά θα καταλήγαμε σε μία ατελείωτη αλυσίδα θεών, καθένας από τους οποίους θα κατασκευάζονταν από τον προηγούμενό του, μία κατάσταση που θα θύμιζε το (επί γης) πρόβλημα της κβαντικής μέτρησης με την ατελείωτη αλυσίδα των μετρητικών συσκευών χωρίς να παίρνουμε αποτέλεσμα. Εάν, όμως, δεχτούμε την αυθυπαρξία του Θεού, τότε γιατί να μην δεχτούμε μια και έξω την αυθυπαρξία της Φύσης, του Κόσμου, του Σύμπαντος; Ο καθένας δίνει την απάντηση του και κάνει τις επιλογές του. Κλείνει η παρένθεση.

Η ιδέα της Δημιουργίας και του Θεού-Δημιουργού ήταν απολύτως ξένη στην Ελληνική σκέψη. Πολύ περισσότερο της δημιουργίας εκ του μηδενός: «Μηδέν τι εκ του μη όντος γίγνεσθαι, μηδέ εις το μην ον φθείρεσθαι». Ακόμη και για τον Πατριάρχη του ιδεαλισμού Πλάτωνα, ο Δημιουργός δεν δημιουργεί τον κόσμο εκ του μηδενός. Οι Ιδέες προϋπάρχουν (ο Θεός είναι η ανώτερη Ιδέα, η Ιδέα του Αγαθού), και ο Δημιουργός, ως αγαθός, οικοδομεί τον κόσμο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο που μπορεί. Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι αν και χαμένος στον κόσμο των Ιδεών του, ο Πλάτων δεν αναγνώριζε τον Θεό ως παντοδύναμο ον, αλλά ως μία οντότητα που προσπαθεί να κάνει το καλύτερο. Οι κοσμογονικοί μύθοι των Ελλήνων θεωρούσαν την φύση αυθύπαρκτη. Επρόκειτο για μία φυσιοκρατική κοσμοαντίληψη, πρόδρομο περισσότερο συγκεκριμένων υλιστικών αντιλήψεων (Ατομικοί, Αριστοτέλης, Στωϊκοί κ.λπ.). Μία άλλη πλευρά του κοσμολογικού προβλήματος αφορούσε το πεπερασμένο ή την απειρότητα του Σύμπαντος. Η έννοια του απείρου ήταν τότε διαισθητική. Στην πορεία μεταπλάστηκε σε φιλοσοφική, και πολύ αργότερα σε μαθηματική έννοια. Πριν αναφερθούμε στις κοσμολογικές αντιλήψεις των προσωκρατικών και την στενά συνδεδεμένη μ΄ αυτές έννοια του άπειρου, θα κάνουμε μία σύντομη αναδρομή σε προφιλοσοφικές, μυθολογικές αντιλήψεις για τον χώρο και τον χρόνο, συστατικά στοιχεία των κοσμογονικών μύθων. Κατά τους Ορφικούς πρώτες αρχές του κόσμου είναι η ύλη και το νερό. Από την ένωση της γεννήθηκε ο χρόνος, πρώτη αιτία των πάντων, αγέραστος, παγγενέτωρ, και παμφάγος. Ο χρόνος είναι «γαίης βλάστημα και ουρανού αστερόεντος». Κατά την κοσμογονία των Ορφικών η φύση είναι το παν: «…Ουράνιον Νόμον, αστροθέτην, σφραγίδα δικαίαν πόντου τ’ ειναλίου και γης, φύσεως το βέβαιον ακλινές, αστασίαστον, αεί τηρούντα νόμισιν» (Ορφικοί Ύμνοι). Το μυθικό-ποιητικό σύμπαν των Ορφικών είναι το ίδιο αιτία του εαυτού του, νομοτελειακό και σε αέναο γίγνεσθαι. Αντίστοιχα διαβάζουμε στις Όρνιθες του Αριστοφάνη: «Χάος ην και Νυξ Έρεβος τε μέλαν πρώτον και Τάρταρος ευρύς. γη δ’ ουδ’ αήρ ουδ’ ουρανός ην. Ερέβους δ’ εν απείροσι κόλποις τίκτει πρώτιστον υπηνέμιον Νυξ η μελανόπτερος ωόν, εξ ου περιτελλομέναις ώραις έβλαστεν Έρως ο ποθεινός, στίλβων νώτον πτερύγοιν χρυσαίν, εικώς ανεμώκεσι δίναις. […] Πρότερον δ’ ουκ ην γένος αθανάτων, πριν Έρως ξυνέμιξεν άπαντα. ξυμμιγνυμένων δ’ ετέρων ετέροις γένετ’ ουρανός ωκεανός τε και γη πάντων τε θεών μακάρων γένος άφθιτον» (Αριστοφάνους Όρνιθες, στ. 693-697 και 700-702).


Τα όσα αναφέραμε μέχρι τώρα σαν ενδεικτικά παραδείγματα είναι, όπως είπαμε, προφιλοσοφικές κοσμοαντιλήψεις, περισσότερο όμορφες ποιητικές εικόνες παρά φιλοσοφικές έννοιες, ενδεικτικές ενός λαού γεμάτου ευαισθησία, λεπτότητα και φαντασία. Χαρακτηριστικό τους είναι η αυθόρμητη, φυσιοκρατική διαλεκτική: αυθυπαρξία της φύσης και κοσμικό γίγνεσθαι. Ένα άλλο χαρακτηριστικό των κοσμοαντιλήψεων των αρχαίων Ελλήνων ήταν, όπως είναι γνωστό, το γεωκεντρικό του Σύμπαντος. Κατά τους Ορφικούς, τον Ησίοδο, τον Αριστοτέλη, τον Πτολεμαίο, η Γη είναι το κέντρο του Σύμπαντος και περιβάλλεται από την ουράνια σφαίρα ή από τις ομόκεντρες σφαίρες του Αριστοτέλη και του Πτολεμαίου.
Η γεωκεντρική κοσμοεικόνα είναι εποπτικά αληθινή: κανένας «λογικός» άνθρωπος, ο οποίος θα έστρεφε τα μάτια του στον ουρανό, θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι η γη είναι το κέντρο της ουράνιας σφαίρας, το κέντρο του Ουρανού, το κέντρο του Κόσμου. Ο γεωκεντρισμός, εκτός του ότι υποστηρίχθηκε από τους μεγαλύτερους αστρονόμους της αρχαιότητας, ήταν σύμφωνος με τις λαϊκές δοξασίες, και γενικώτερα με την τότε κυρίαρχη ιδεολογία. Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο που ο Αρίσταρχος, ο οποίος αμφισβήτησε τον γεωκεντρισμό και εισηγήθηκε, πρώτος στην ιστορία της ανθρωπότητας, το ηλιοκεντρικό πρότυπο, κατηγορήθηκε για αθεΐα. Ευτυχώς για τον ίδιο δεν ζούσε στην Αθήνα για να πιει το κώνειο (1).


                                          (Πηγή εικόνας: http://el.science.wikia.com)

Το γεωκεντρικό και σφαιρικό Σύμπαν ήταν συμβατό με την αντίληψη ότι είναι και πεπερασμένο. Κατά τον Αριστοτέλη το Σύμπαν είναι γεωκεντρικό, σφαιρικό, ιεραρχημένο σε ομόκεντρες σφαίρες και πεπερασμένο: έξω από την εξώτατη σφαίρα των απλανών δεν υπάρχει τίποτα, ούτε καν το κενό (2).
Προς το τέλος της κλασσικής εποχής, το γεωκεντρικό πρότυπο ήταν πάντα κυρίαρχο, αλλά όχι μοναδικό. Ήδη, σύμφωνα με λαϊκούς μύθους, αλλά και σύμφωνα με ωρισμένους φιλόσοφους, ο χρόνος είναι άπειρος, αγέννητος, καθώς συνδέεται με την αιωνιότητα της κίνησης. Αλλά Ίωνες φιλόσοφοι, όπως ο Αναξίμανδρος, ατομικοί όπως ο Δημόκριτος και άλλοι, αμφισβήτησαν το πεπερασμένο του χώρου και κήρυξαν την απειρότητα του Σύμπαντος.
Με την διατύπωση κοσμολογικού προτύπου από τους προσωκρατικούς, η έννοια άπειρο, λειτούργησε ως φιλοσοφική κατηγορία στα πλαίσια μιας λιγότερο ή περισσότερο ορθολογικής Κοσμολογίας. Και είναι χαρακτηριστικό της φιλοσοφικής σαφήνειας των προσωκρατικών, ότι διέκριναν τις έννοιες Κόσμος και Σύμπαν (3). Δηλαδή, Σύμπαν (σύν + πάν): καθετί που υπάρχει. Το όλον. Κόσμος: το σήμερα προσιτό μέρος του Σύμπαντος, μία έκταση κάπου 10-15 δισεκατομμύρια έτη φωτός.


Όπως ήδη είπαμε, το Σύμπαν θεωρήθηκε από τους κυριώτερους προσωκρατικούς ως άπειρο. Συγκεκριμένα: Κατά την Σχολή της Ελέας, το Σύμπαν είναι αγέννητο και ανώλεθρο, ομοιόμορφο, συνεχές, ακίνητο, δεμένο με τις αλυσίδες του χρόνου. Στην τυπική λογική της Ελέας αντιπαρατέθηκε η διαλεκτική των Ιώνων φιλοσόφων. Έτσι, κατά τον Αναξίμανδρο, το Σύμπαν είναι άπειρο. Περιλαμβάνει άπειρους κόσμους και υπάρχει σε αδιάκοπη γένεση και φθορά: «Αναξίμανδρος δ’ ο Μιλήσιος φησί των όντων την αρχήν είναι το άπειρον. εκ γαρ τούτου πάντα γίνεσθαι και εις τούτο πάντα φθείρεσθαι διό και γεννάσθαι απείρους κόσμους και πάλιν φθείρεσθαι εις το εξ ου γίνονται. Λέγει γουν διά τι άπειρόν εστιν, ινα μηδέν ελλείπηι η γένεσις η υφισταμένη». Κατά τον Αναξίμανδρο, επομένως, το άπειρο είναι αρχή. Δηλαδή είναι αυτό που διατηρείται παρ’ όλες τις αλλαγές οι οποίες πραγματοποιούνται στην Φύση. Στον ορισμό του απείρου από τον Αναξίμανδρο υπάρχει ήδη ο πυρήνας του πολύ μεταγενέστερου ορισμού του απείρου από τους μαθηματικούς: «Άπειρον έστιν, ίνα μηδέν ελλείπηι η γένεσις η υφισταμένη».
Και κατά τον Αναξιμένη, το άπειρο είναι αρχή: «Και ότι κατ’ έκροιαν τούτου γινόμεθα, ανάγκη αυτού και άπειρον είναι και πλούσιον διά το μηδέποτε εκλείπειν». Και αυτός ο ορισμός του απείρου προοιωνίζεται τον ορισμό των Μαθηματικών.

Αν και γενικά η απειρότητα του Σύμπαντος υποστηρίζεται από τους Ίωνες φιλόσοφους, το άπειρο δεν θεωρείται από όλους ως αρχή. Έτσι, σύμφωνα με την υλιστική διαλεκτική κοσμολογία του Ηράκλειτου, αρχή είναι το πυρ το οποίο είναι αείζωο «απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα». Το Σύμπαν είναι αιτία του εαυτού του και υπάρχει σε αέναη διαδικασία μεταμόρφωσης: «Κόσμον τόνδε, τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν, αλλ’ ην αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα». Το Σύμπαν είναι αγέννητο, αδημιούργητο, σε αέναη διαδικασία γένεσης και καταστροφής: «Ζη πυρ τον γης θάνατον και αήρ ζη του πυρός θάνατον, ύδωρ ζη του αέρος θάνατον, γη του ύδατος». Να υποθέσουμε ότι ο σοφός της Εφέσου προαναγγέλλει την εποχή των μεταστοιχειώσεων;
Τις φυσιοκρατικές αντιλήψεις των Ιώνων διαδέχεται η άποψη των ατομικών, η οποία ξεπερνά τις αντιλήψεις αυτές, θεμελιώνοντας στο φιλοσοφικό επίπεδο την έννοια άπειρο, η οποία θα μεταλλάσσονταν τον 19ο αιώνα σε επιστημονική έννοια, χάρις στις κατακτήσεις της Χημείας.


Κατά τον Λεύκιππο, τον Δημόκριτο, τον Επίκουρο, η ύλη συγκροτείται από άτομα (το Ον), τα οποία υπάρχουν στο κενό (μη Ον). Υπάρχει μία απειρία ατόμων, και αντίστοιχα άπειροι Κόσμοι κατεσπαρμένοι στο Διάστημα: «Υπάρχουν απειράριθμοι κόσμοι, που διαφέρουν σε μέγεθος. Σε κάποιους από αυτούς δεν υπάρχει ήλιος ή σελήνη, σε κάποιους αυτά είναι μεγαλύτερα από τα δικά μας και σε κάποιους αυτά περισσότερα σε αριθμό. Οι αποστάσεις μεταξύ των κόσμων είναι άνισες, σε κάποια σημεία είναι μεγαλύτερες και σε κάποια μικρότερες, κάποιοι άλλοι κόσμοι διευρύνονται, κάποιοι είναι στην ακμή τους, κάποιοι συρρικνώνονται, κάποιοι δημιουργούνται και κάποιοι εξαφανίζονται. Υφίστανται, επίσης, κόσμοι όπου δεν υπάρχουν ζώα, φυτά και κανένα υγρό» (Δημόκριτος, απόσπ. Α 40 Diels-Kranz).
Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι σύμφωνα με τον Επίκουρο τα άτομα αποτελούνται από τρία-τέσσερα πέρατα (αμερή), τα οποία άπτονται μεταξύ τους. Πρόκειται για τα ελάχιστα αδιαίρετα «σημεία» τα οποία δεν μπορούμε να διακρίνουμε, επειδή δεν υπάρχουν σε ελεύθερη κατάσταση (Επίκουρου Επιστολή προς Ηρόδοτον, παρ. 59. Επίσης, Επίκουρος, εκδ. Θύραθεν 2011). Η διαισθητική αυτή ιδέα θυμίζει τις σημερινές θεωρίες της δομής των βαρυονίων, σύμφωνα με τις οποίες δεν μπορούμε να «δούμε» ελεύθερα κουάρκς, επειδή είναι «έγκλειστα», στο εσωτερικό των βαρυονίων.


Σύμπαν, λοιπόν, αγέννητο, άπειρο, σε αέναο γίγνεσθαι. Κατά τον Αριστοτέλη, πεπερασμένο και με όρια. Όμως, ο Σταγειρίτης δεν απέρριπτε την έννοια του άπειρου. Με ένα διαλεκτικό επιχείρημα συσχέτισε το πεπερασμένο με το άπειρο, στο οποίο άπειρο δίδει τον λακωνικώτερο, ταυτόχρονα, όμως, και περιεκτικώτερο ορισμό, ουσιαστικά ταυτόσημο με τον ορισμό των Μαθηματικών: Το άπειρο είναι «αεί γε έτερον και έτερον». Το άπειρο, έννοια δυναμική, ενέχει την κίνηση και χάρις στην κίνηση συνδέεται διαλεκτικά με το πεπερασμένο: «Αν θα απορρίπταμε το άπειρο», γράφει, «τότε θα έπρεπε να υπάρχει αρχή και τέλος του χρόνου. Αλλά η κίνηση και ο χρόνος είναι χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Αντίστοιχα το άπειρο δεν είναι στάσιμη έννοια. Είναι γίγνεσθαι, όπως ο χρόνος και ο αριθμός του χρόνου. Το άπειρο είναι αεί γε έτερον και έτερον» (Αριστοτέλης, Φυσικά 206a).
Το άπειρο συνδέεται με την γένεση και με την φθορά των πραγμάτων. Η γένεση ενός πράγματος είναι φθορά ενός άλλου και η φθορά ενός πράγματος είναι γένεση ενός ή περισσοτέρων άλλων πραγμάτων. Συνεπώς, δεν είναι ανάγκη να υπάρχει άπειρο αισθητό σώμα για να μην εξαντλείται η γένεση. Επειδή μπορεί η φθορά του ενός πράγματος να είναι γένεση του άλλου, και έτσι το Σύμπαν να είναι πεπερασμένο. Κατά τον Αριστοτέλη, το άπειρο κατά το πλήθος ή κατά το μέγεθος δεν είναι δυνατόν να γνωσθεί, και το κατ’ είδος άπειρον είναι μία άγνωστη ποσότητα.

Στο Σύμπαν του Αριστοτέλη δεν υπάρχει κενό (4). Η απόρριψη της έννοιας του κενού από τον Αριστοτέλη ήταν η λογική συνέπεια της θεωρίας του για την κίνηση: «Η φύση είναι αρχή κινήσεως και αλλαγής. Αλλά αν θα υπήρχε κενό, η ηρεμία θα ήταν αναπόφευκτη, εφόσον δεν θα υπήρχε κάποια κατεύθυνση προς την οποία θα πραγματοποιούνταν κατά προτίμηση η κίνηση. Επειδή το κενό, σαν τέτοιο, δεν συνεπάγεται καμμία  διαφορά» (Στο ίδιο, 214b). Συνεπώς, ένα σώμα στο κενό ή θα ηρεμεί ή θα κινείται αιώνια, όσο κάτι πιο δυνατό δεν το ακινητοποιεί. Ο Αριστοτέλης διατυπώνει σ’ αυτό το σημείο, διαισθητικά, την αρχή της αδράνειας. Επίσης, ο Αριστοτέλης απέρριπτε την έννοια της κίνησης με άπειρη ταχύτητα. Η κίνηση είναι πεπερασμένη και απαιτεί χρόνο. Άλλη μία διαίσθηση, πρόδρομος της τοπικότητας (5). Άπειρο, λοιπόν, αεί γε έτερον και έτερον. Εξ ορισμού ανεξάντλητο. Στερούμενο μέτρου. Σ’ αυτήν την σε αιώνια κίνηση ολότητα, το πεπερασμένο και το άπειρο συνιστούν ενότητα των αντιθέτων. Το ένα υπάρχει μόνο σε σχέση με το άλλο, τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο.


Η επιστήμη δεν απέδειξε την απειρότητα της φύσης και δεν θα μπορούσε να την αποδείξει. Η απόπειρα να οριστεί κάποιο μέτρο του άπειρου θα ακύρωνε την έννοια του «μετρούμενου». Το πρόβλημα του άπειρου δεν ανήκει στην δικαιοδοσία της επιστήμης. Είναι θέμα της φιλοσοφίας. Το άπειρο είναι φιλοσοφική κατηγορία. «Αντιπροσωπεύει εκείνο που δεν έχει συντελεστεί και την ίδια στιγμή είναι σε κατάσταση γίγνεσθαι. Εκείνο που δεν είναι ούτε πραγματωμένο ούτε πραγματοποιήσιμο και το οποίο υπερβαίνει οποιοδήποτε φυσικό μέγεθος οσοδήποτε μεγάλο (Ε. Bitsakis, Physique et Materialisme, κεφ. 5). Το άπειρο δεν έχει θέση στην επιστήμη παρά μόνον ως όριο προς το οποίο τείνουν ασυμπτωτικά ωρισμένα φυσικά μεγέθη. Εν τούτοις, όλα τα επιστημονικά δεδομένα, θεωρητικά και πειραματικά, καθώς και τα φαινόμενα της κίνησης και της εξέλιξης, είναι σύμφωνα με την αντίληψη ενός κόσμου ανεξάντλητου – άπειρου σε υλικές μορφές και σε μορφές κίνησης (6).
Το άπειρο, έννοια ασύλληπτη για την ανθρώπινη διάνοια, απασχόλησε την Ελληνική σκέψη. Χάρις στους Ίωνες φιλόσοφους, αλλά και χάρις στον Αριστοτέλη, οι Πατέρες μας έδωσαν ορισμούς του άπειρου προάγγελους επιστημονικών πλέον ορισμών, αναδεικνύοντας και αποδεικνύοντας την δύναμη, την διεισδυτικότητα, την ευρύτητα, την διαχρονική αξία και ισχύ του Ελληνικού Πνεύματος, ενός πνεύματος ανήσυχου, το οποίο προσπάθησε να κατανοήσει τον κόσμο και την απειρότητά του.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.

1) Ο Αρίσταρχος γλίτωσε το κώνειο, δεν γλίτωσε, όμως, από το «κώνειο» της λησμονιάς, με το οποίο τον πότισαν και συνεχίζουν να τον ποτίζουν οι σύγχρονοι του συμπατριώτες…

2) Εδώ, όπως και στους οπαδούς του Big-Bang, τίθεται το γνωστό ερώτημα: «εάν απλώσουμε το χέρι μας έξω από την εξώτατη σφαίρα των απλανών, όπου δεν υπάρχει – κατά την αντίληψη τους – τίποτε ούτε καν το κενό, τι θα βρούμε;».
Το γεωκεντρικό, σφαιρικό, πεπερασμένο, ιεραρχημένο Σύμπαν των Αριστοτέλη-Πτολεμαίου, σύμφωνο με τα παρατηρησιακά δεδομένα της τότε Αστρονομίας, θυμίζει τις κλειστές δουλοκτητικές κοινωνίες της αρχαιότητας. Γενικώτερα τις κλειστές προκεφαλαιοκρατικές κοινωνίες, ειδικά της μεσαιωνικής-χριστιανικής περιόδου.

3) Αντίθετα με τους αρχαίους, οι σύγχρονοι, ακόμη και οι Κοσμολόγοι, ταυτίζουν τις δυο αυτές έννοιες, το Σύμπαν και τον Κόσμο. Η ταύτιση, όμως, του Όλου με το μέρος είναι σοβαρό επιστημολογικό σφάλμα, οδηγεί δε σε περίεργες καταστάσεις. Έτσι, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της (οιονεί μεταφυσικής) υπόθεσης της Μεγάλης Έκρηξης (Big-Bang) το «Σύμπαν» δημιουργήθηκε από την έκρηξη μιας σημειακής ιδιομορφίας (singularity) μερικά δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Με την έκρηξη αυτή άρχισαν να δημιουργούνται ο χώρος και ο χρόνος, που δεν υπήρχαν πριν από το Big-Bang. Μπορεί αυτό το τελευταίο να είναι σύμφωνο με τις Γραφές, αναπόφευκτο συμπέρασμα, όμως, είναι ότι η Μεγάλη Έκρηξη, που οδήγησε στην δημιουργία του «Σύμπαντος», έλαβε χώρα στον μη χώρο, δηλαδή στο πουθενά, και στον μη χρόνο, δηλαδή στο ποτέ.
Η εικόνα γίνεται τελείως διαφορετική αν αντιδιαστείλουμε αυτές τις δυο έννοιες Σύμπαν-Κόσμος, και δεχτούμε ότι η υπόθεση της Μεγάλης Έκρηξης ή οποιαδήποτε άλλη υπόθεση ή θεωρία σχετικά με την δημιουργία του Κόσμου μας αναφέρεται σε μία περιοχή του Όλου, του Σύμπαντος, σε προϋπάρχοντα χώρο και προϋπάρχοντα χρόνο. Πιο λογικό δεν είναι αυτό το τελευταίο;
Πέραν τούτου, το να προσπαθεί κανείς να ερμηνεύσει την δημιουργία του Σύμπαντος, μιας έννοιας ασύλληπτης για την ανθρώπινη διάνοια, φανερώνει είτε άγνοια του τι σημαίνει Σύμπαν είτε την ανθρώπινη ματαιοφροσύνη και αλαζονεία. Το μόνο που μπορούμε να πούμε για το Σύμπαν είναι ότι ΥΠΑΡΧΕΙ.

4) Η ύλη, κατά τον Αριστοτέλη, είναι συνεχής: το κενό είναι ανύπαρκτο. Την άποψη για το συνεχές της ύλης θα την ανανέωνε πολύ αργότερα ο Καρτέσιος, και θα την συγκεκριμενοποιούσαν, σε επιστημονική πλέον βάση, οι σύγχρονες πεδιακές θεωρίες, κατά τις οποίες τα σωμάτια είναι ιδιομορφίες του πεδίου. Αντίθετα, οι ατομικοί φιλόσοφοι θεωρούσαν την ύλη ασυνεχή, αποτελούμενη από άτομα (το Ον) και το κενό, το οποίο ταυτίζεται με το μη Ον. Όπως, όμως, αναφέρουμε στο προηγούμενο άρθρο («Αριστοτέλης και Κοπεγχάγη», σημείωση 5), σύμφωνα με τις σύγχρονες επιστημονικές αντιλήψεις, το κενό δεν είναι καθόλου, μα καθόλου μη Ον.

5) Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, ότι, όπως αναλυτικά παρουσιάζουμε στο ίδιο άρθρο («Αριστοτέλης και Κοπεγχάγη»), ο Σταγειρίτης φιλόσοφος κληροδότησε στην ανθρωπότητα δυο ανεκτίμητα φιλοσοφικά διαμάντια, δυο έννοιες, οι οποίες αποδείχτηκαν πολύτιμα εργαλεία στον χώρο της μικροφυσικής, ακόμη και για εκείνους που έκαναν περιωρισμένη και στρεβλή χρήση τους, τις έννοιες του δυνάμει και του ενεργεία.

6) Ως κίνηση δεν νοείται μόνον η μετατόπιση στον χώρο, αλλά η ιστορικότητα, η εξέλιξη, το αέναο γίγνεσθαι των μορφών της ύλης.

Πάρθηκε από http://pyraeizoon.blogspot.com/2016/04/blog-post.html

Πέμπτη 2 Μαΐου 2019

Ολυμπιακοί Αγώνες: ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΔΕΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΜΕΛΛΟΝ - Ο αθλητικός ανταγωνισμός σκοτώνει την άθληση

Ο αθλητισμός είναι για το λαό - Αφίσα της Μεγάλης
Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα - 1968

Γενικότερα το κακό των αγώνων και η συνολικά αρνητική τους φύση δεν βρίσκεται σε εκείνο για το οποίο τους κατηγορεί η ψευτοαριστερά, δηλαδή στον εμπορευματικό χαρακτήρα τους και στο ρόλο των μονοπωλιστών που διαφημίζονται μέσα από αυτούς. Ούτε ακόμα περισσότερο στην αστυνόμευσή τους. Αυτά τα στοιχεία δεν είναι συνυφασμένα με τους ολυμπιακούς αγώνες περισσότερο απ’ όσο είναι κάθε άλλη μαζική διαδικασία θεάματος και κάθε άλλη μεγάλης κλίμακας διαδικασία έκθεσης εμπορευμάτων στην εποχή του καπιταλισμού.

Εννοούμε ότι στον καπιταλισμό ακόμα και η πιο υπέροχη συμφωνική συναυλία του πιο υπέροχου έργου μπαίνει στη σφαίρα της κυκλοφορίας του εμπορεύματος και υφίσταται τους νόμους της. Μια τέτοια συναυλία σαν συγκέντρωση ανθρώπων και μάλιστα των πιο εύπορων ή ακόμα και εκείνων που ανήκουν στην κυβερνητική ελίτ προστατεύεται από αστυνομική φύλαξη. Αυτά τα στοιχεία ισχύουν και στις μαζικές εκδηλώσεις στις οποίες το κεφάλαιο παρουσιάζει τα πιο υλικά προϊόντα της παραγωγικής του δραστηριότητας, όπως γίνεται στις μεγάλες εμπορικές εκθέσεις. Και στις συναυλίες και στις εμπορικές εκθέσεις μπορεί κανείς να αρνηθεί όσο θέλει την εμπορευματική μορφή του καλλιτεχνικού ή υλικού προϊόντος, αλλά δεν μπορεί να αρνηθεί αυτό το ίδιο το προϊόν μόνο και μόνο επειδή παίρνει τη μορφή του εμπορεύματος.


Μόνο ο σοσιαλφασισμός και οι πιο καθυστερημένοι από τους παπάδες κατηγορούν σήμερα αυτά καθ’ αυτά τα προϊόντα επειδή παίρνουν εμπορευματική μορφή και δεν νοιάζονται καθόλου που σε τελική ανάλυση αυτά τα προϊόντα τα παράγουν οι μάζες και τα χρησιμοποιούν για να αναπαράγουν την ίδια την υλική τους ύπαρξη.

Το αντιδραστικό περιεχόμενο του αθλητικού θεάματος.
Η καταστροφή του αθλητή

Όμως στο σύγχρονο αθλητικό θέαμα το μεγάλο ζήτημα κριτικής βρίσκεται σε αυτό το ίδιο το περιεχόμενό του. Το κεντρικό πρόβλημα μάλιστα βρίσκεται στον πρωταγωνιστή του, τον αθλητή. Αν ο αθλητισμός έχει σαν κεντρικό στόχο να αναπτύξει το ανθρώπινο σώμα και να δώσει στο ανθρώπινο πνεύμα και στις αισθήσεις όλη την πληρότητα και τη χαρά της σωματικής προσπάθειας και της σωματικής υγείας, το σύγχρονο αθλητικό θέαμα έχει σαν αποτέλεσμα να τραυματίσει, ακόμα και να καταστρέψει και τη σωματική και την πνευματική υγεία του αθλητή.

Η μεγάλη αντίφαση και η αλήθεια του σύγχρονου αθλητικού θεάματος συμπυκνώνεται στην εξής φράση: «Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι άρρωστοι από αγυμνασιά παρακολουθούν τον ανταγωνισμό μερικών χιλιάδων συνανθρώπων τους, ακόμα πιο άρρωστων από υπεργύμναση».

Πρόκειται για μια πιο πολιτισμένη επανέκδοση της ρωμαϊκής αρένας στην οποία οι μονομάχοι απλά δεν πεθαίνουν στο τέλος. Για την ακρίβεια δεν πεθαίνουν μέσα στην αρένα, αλλά η ζωή τους, σύμφωνα με στατιστικές για τον μέσο όρο ζωής των πρώην πρωταθλητών είναι σαφώς συντομότερη από εκείνη όσων ζουν έξω από αυτήν. Στο κέντρο αυτής της αρρώστιας βρίσκονται περισσότερο τα ατομικά αθλήματα παρά τα ομαδικά και από αυτά περισσότερο τα αντοχής παρά τα ταχύτητας, όμως η αρρώστια είναι καθολική.


Για να το μάθει κανείς αυτό χρειάζεται να προσέξει και να μελετήσει μια σχετικά περιορισμένη αρθρογραφία γύρω από αυτά τα ζητήματα. Όμως πολύ συχνά έρχονται στον μέσο άνθρωπο εικόνες και συμπτώματα αυτού του φαινόμενου. Ποιος δεν έχει ακούσει για το ότι ο τάδε ακοντιστής δεν μπορεί να συμμετάσχει στους αγώνες γιατί είναι για πολύ καιρό τραυματισμένος στην ωμοπλάτη, ή ποιος δεν έχει δει την ξαφνική πτώση μέσα στο στίβο του τάδε δρομέα που σφαδάζει από πόνο μετά την ξαφνική θλάση ενός τένοντα. Αν κάποιος παρακολουθεί έστω και από μακριά την πορεία ενός πρωταθλητή θα διαπιστώσει πόσο συχνά έχει προβλήματα τραυματισμού, ουσιαστικά αυτοτραυματισμού, πράγμα που εκφράζεται και από τον ίδιο όταν μιλάει για τις μελλοντικές επιδόσεις του και διατυπώνει την επιφύλαξη «αν δεν έχω τραυματισμό».

Λιγότερα στοιχεία φτάνουν στο πλατύ κοινό για τα προβλήματα υγείας των δρομέων μεγάλων αποστάσεων, όπως της σκλήρυνσης και υπερμεγέθυνσης της καρδιάς, ή των πολύ σοβαρών ορμονικών τους προβλημάτων, ειδικά για τις γυναίκες. Ακόμα λιγότερο μαθαίνει αυτό το κοινό για το πώς οι προπονητές κόβουν την περίοδο στις νεαρές γυμνάστριες και σημαδεύουν την ανάπτυξή τους ή για τους συχνά αφόρητους πόνους, ειδικά όταν προσπαθούν να αναπαυθούν, με τους οποίους ζουν για χρόνια οι αρσιβαρίστες. Αυτοί οι τελευταίοι, που αποτελούν ένα είδος παραπεταμένων του πρωταθλητισμού, είναι οι πιο τσακισμένοι και οι πιο βασανισμένοι σωματικά πρωταθλητές, οι άνθρωποι με τις κατεστραμμένες αρθρώσεις.

Η γενική αυτή κατάσταση των αθλητών δεν τονίζεται όσο της αντιστοιχεί από τα διεθνή ΜΜΕ, γιατί η αστική τάξη που τα ελέγχει δεν θέλει να αποκαλυφθεί στις μάζες πόσο άρρωστο είναι το αθλητικό θέαμα και ακόμα περισσότερο πόσο άρρωστη είναι όλη η λογική του κεφαλαιοκρατικού ανταγωνισμού που σήμερα έχει αδράξει το αθλητικό θέαμα απ' άκρη σ’ άκρη.


Η μόνη κριτική που κάνει η αστική τάξη στο αθλητικό θέαμα είναι στο ντοπάρισμα με χημικές ουσίες. Για την αστική τάξη μόνο αυτό το ντοπάρισμα αποτελεί άρνηση του αθλητικού ιδεώδους. Στην πραγματικότητα το ντοπάρισμα με χημικές ουσίες αποτελεί μόνο παραβίαση της ισότητας των όπλων στον ανταγωνισμό και γι’ αυτό είναι απεχθές αποκλειστικά στην αστική τάξη που είναι δεμένη ακόμα με τον ανταγωνισμό του τύπου της ελεύθερης αγοράς. Όμως το αληθινό πρόβλημα είναι ο ίδιος ο ανταγωνισμός και η υπεργύμναση, ο τραυματισμός, η υπερκόπωση ακόμα και η ψυχική αρρώστια που αυτός φέρνει. Το ντοπάρισμα, που φαίνεται σαν να αποτελεί μια εξαίρεση, μια παραβίαση του κανόνα του αθλητικού «ιδεώδους» χρησιμεύει απλά σαν ο αποδιοπομπαίος τράγος του σύγχρονου αθλητισμού, ή καλύτερα ο παράγοντας που εξασφαλίζει ήσυχη συνείδηση στην κυρίαρχη τάξη και στην κυρίαρχη ιδεολογία.

Στην πραγματικότητα το ντοπάρισμα είναι ο ανταγωνισμός που έχει φτάσει στην πιο ακραία καταστροφή του σώματος και στην πιο μεγάλη ηθική παρακμή για τον αθλητή που με αυτόν τον τρόπο εξαπατάει, αλλά και εκδικείται τους θαυμαστές του. Είναι ο αθλητικός ανταγωνισμός, που έχει γίνει πια τμήμα και εργαλείο του κεφαλαιοκρατικού και μάλιστα του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, εκείνος που σπρώχνει τον αθλητή στην υπεργύμναση. Μόνο έτσι ο αθλητής ξεπερνάει τα φυσικά όρια που έχει βάλει στο ανθρώπινο σώμα για μια ολόκληρη εποχή η φυσική και κοινωνική εξέλιξη. Αυτό το ξεπέρασμα είναι υποχρεωτικό για να δώσει στον αθλητή τη νίκη, δηλαδή την υπεροχή του πάνω στους ανταγωνιστές του, είτε σε μια συγκεκριμένη χρονικά περιορισμένη και αυτοτελή αναμέτρηση, όπως γίνεται με την κατάκτηση ενός μεταλλείου, είτε σε μια ιστορική αναμέτρηση που υψώνεται πάνω από τις επιμέρους αναμετρήσεις με την κατάκτηση ενός ρεκόρ.

Αλλά το ξεπέρασμα των ορίων είναι μόνο φαινομενικό, πλαστό. Γιατί κάποια στιγμή το σώμα αντιδρά και αρνείται να αναλάβει το πρόσθετο βάρος. Ο τένοντας αρνείται να αναλάβει την υπερβολική ενέργεια του υπερτροφικού μυός. Η άρθρωση αρνείται να αναπληρώσει την αδυναμία του μυός. Το αιματοποιητικό σύστημα αρνείται να αναλάβει το βάρος του κυκλοφοριακού και η φυσική ορμόνη που εκκρίνει το σώμα να γεμίσει όλα τα κενά. Αυτή η άρνηση είναι ο τραυματισμός, το χρόνιο ορμονικό ελάττωμα, και τελικά η αρρώστια. Αυτό είναι το αποτέλεσμα του να γίνεται τελικά η σωματική ρώμη αντί σκοπός εργαλείο και τελικά θύμα του ανταγωνισμού.

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι αυτή η υπερπροσπάθεια και το ξεπέρασμα των ορίων είναι ευθύνη του ατομικού αθλητή και όχι του αθλητικού συστήματος και γενικά του ιμπεριαλισμού. Στην πραγματικότητα όμως ο σύγχρονος μεγάλος αθλητής ή καλύτερα ο πρωταθλητής δεν είναι ένα μεμονωμένο άτομο που γυμνάζεται και ανταγωνίζεται άλλα. Είναι ένα μέρος μιας καπιταλιστικής επιχείρησης ή ακόμα περισσότερο ενός καπιταλιστικού κράτους που ανταγωνίζονται για την κατάκτηση της κυριαρχίας πάνω σε άλλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις και σε άλλα κράτη. Ο σύγχρονος μεγάλος αθλητής μοιάζει με τον αστροναύτη και τον πιλότο της φόρμουλα. Ο αστροναύτης κάνει τη μεγάλη τελική κίνηση, αλλά από κάτω του στη Γη, βρίσκεται ένα πελώριο σώμα από ειδικούς και μηχανές που τον έχει εξαπολύσει στο διάστημα και που τον κρατάει σε αυτό παρακολουθώντας και ελέγχοντας κάθε του κίνηση.


Αυτό φαίνεται πιο καθαρά στον μισοαθλητικό ανταγωνισμό της Φόρμουλα 1, όπου ο πιλότος και το αμάξι είναι διασυνδεδεμένα με το συνεργείο των τεχνικών που αλληλεπιδρούν, στην ουσία συνοδηγούν, με αυτόν σύμφωνα με έναν ακριβή καταμερισμό δράσης, σε όλη τη διάρκεια του αγώνα. Έτσι και ο σύγχρονος πρωταθλητής είναι ο φανερός, ο πιο καίριος και πιο δημοφιλής κρίκος μιας αλυσίδας που περιλαμβάνει προπονητές, τεχνικούς της άθλησης, φυσιολόγους, γιατρούς, διαιτολόγους και οικονομικούς μάνατζερ, οι οποίοι χειρίζονται όλο και πιο περίπλοκα και ακριβά μηχανήματα και οι οποίοι τον εξαπολύουν στην αρένα και τον στηρίζουν σε κάθε στάδιο του ανταγωνισμού. Ο αστροναύτης της άθλησης δεν μπορεί να υπάρξει ούτε στιγμή χωρίς τον παραπάνω μηχανισμό πίσω του. Και αυτός είναι ένας μηχανισμός του κεφάλαιου, που έχει είτε τη μορφή μιας αθλητικής καπιταλιστικής εταιρείας, είτε τη μορφή των χορηγών του πρωταθλητή, είτε τη μορφή του κρατικού μηχανισμού του αστικού και ιμπεριαλιστικού κράτους.

Αυτοί οι μηχανισμοί δεν είναι φτιαγμένοι για να κάνουν υγιή ανάπτυξη του σώματος και διαπαιδαγώγηση. Είναι φτιαγμένοι για να διεξάγουν ένα πόλεμο κυριαρχίας πάνω στους ανταγωνιστές τους όπως κάνει πάντα και σε κάθε ίνα του το κεφάλαιο. Δεν είναι δυνατό σε έναν αθλητή να στερήσει τα κέρδη και ακόμα χειρότερα να υπονομεύσει το γόητρο του κεφαλαιοκρατικού μηχανισμού που τον εκτόξευσε. Είναι μάλιστα υποχρεωμένος να νικάει γιατί ύστερα από μια σειρά ήττες όχι μόνο ο ίδιος αποσύρεται αλλά συχνά και ο μηχανισμός. Αυτό είναι το νόημα του αθλητικού πολέμου. Δεν σκοτώνεται εδώ ο νικημένος, αλλά πεθαίνει σαν αθλητής ο ίδιος και κυρίως πεθαίνει ή έστω τραυματίζεται βαριά ο μηχανισμός που τον στηρίζει. Γι’ αυτό το λόγο αυτός ο πόλεμος διαπερνά κάθε μέλος της ομάδας που βρίσκεται πίσω του. Και όχι μόνο της στενής ομάδας που περιγράψαμε, αλλά όλης της ευρύτερης κοινότητας του κεφαλαίου και των ανθρώπων που θελημένα ή αθέλητα ταυτίζονται με τη νίκη αυτού του κεφάλαιου. Αυτή η ευρύτητα φτάνει στο μεγαλύτερο βαθμό της στην περίπτωση που ο αθλητής ανταγωνίζεται για λογαριασμό του κράτους.

Οι ολυμπιονίκες ορκίζονται μόνιμοι καραβανάδες -Η πλήρης
πολεμική αποκτήνωση και διαστροφή κάθε
υποψίας αθλητικού πνεύματος άμιλλας

Στην περίπτωση αυτή εκατομμύρια και δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι περιμένουν από τον βασανισμένο μονομάχο τους τη νίκη και μάλιστα με κάθε θυσία. Τότε αυτός γίνεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά το όργανο αυτού του πόθου για νίκη, που στα μάτια του παρουσιάζεται σαν νίκη των μαζών. Τότε το σώμα του, ακόμα και το πνεύμα του γίνεται ξένο και στον ίδιο. Στην πραγματικότητα ο ίδιος ολόκληρος σαν πρωταθλητής έχει γίνει σώμα και πνεύμα του κεφάλαιου και του κράτους. Αυτό το πλήθος που ουρλιάζει και κλαίει με τη νίκη του πρωταθλητή είναι το μεγαλύτερο σύγχρονο αναβολικό. Εννοείται ότι το πλήθος δεν ουρλιάζει από μόνο του. Ντοπάρεται και αυτό με τη σειρά του από τα ΜΜΕ του έθνους, από τους πολιτικούς του από τους αναλυτές και τους «σοφούς» του, από όλους αυτούς που του κρύβουν ότι χειροκροτεί σακάτηδες ή στην καλύτερη περίπτωση απλά τραγικά πρόσωπα.

Το ότι αυτή η καταστροφή του σώματος έχει την πηγή της στον ανταγωνισμό το μαρτυράνε τα αθλητικά παιχνίδια και πιο πολύ το πιο δημοφιλές από όλα, το ποδόσφαιρο. Εδώ αποδεικνύεται ότι τα προβλήματα της υπερκόπωσης και των τραυματισμών μεγαλώνουν όσο μεγαλώνει ο κεφαλαιοκρατικός ανταγωνισμός και όσο πιο βαθιά το μεγάλο κεφάλαιο αδράχνει τη μια μετά την άλλη τις ποδοσφαιρικές ομάδες. Αφού στο αθλητικό παιχνίδι αντίθετα με τα αθλήματα επίδοσης δεν μπαίνει στον ανταγωνισμό κυρίως η καθαρά σωματική επίδοση, αλλά μπαίνει πολύ περισσότερο η τεχνική δεξιότητα και μια σειρά πνευματικές αρετές και ταλέντα, θα περίμενε κανείς η σωματική καταπόνηση σε αυτό να μην είναι τόσο ισχυρή, όσο ας πούμε στο στίβο. Και όντως έτσι ήταν ως πριν μερικές δεκαετίες.

Όμως τώρα την υπερκόπωση και τις κακώσεις των αθλητών στίβου τις αντιμετωπίζουν και οι ποδοσφαιριστές. Τώρα δηλαδή, με δεδομένους τους συσχετισμούς δύναμης ανάμεσα στις ομάδες σε ό,τι αφορά το επίπεδο της τεχνικής κατάρτισης και του ατομικού ταλέντου των παικτών, νικάει η ομάδα που έχει την καλύτερη «φυσική κατάσταση». Στον ποδοσφαιρικό πρωταθλητισμό αυτή μεταφράζεται στο αφύσικο καθήκον ενός παίχτη να διανύει δεκάδες χιλιόμετρα σε μιάμιση ώρα ανεβοκατεβαίνοντας σε όλο το γήπεδο με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα. Αυτή η υπερκόπωση, που αποτελεί προϋπόθεση της σύγχρονης τεχνικής του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου» ξεσπάει συνήθως στους καλύτερους παίχτες των καλύτερων ποδοσφαιρικών ομάδων που αναλαμβάνουν το βάρος να συμμετέχουν ταυτόχρονα στο εθνικό τους πρωτάθλημα, στο περιφερειακό διακρατικό τους πρωτάθλημα πρωταθλητριών και στο πρωτάθλημα των εθνικών τους ομάδων.

Στο μέτρο, λοιπόν, που αυτή η κούραση γενικεύεται αρχίζουν και οι ποδοσφαιριστές να είναι θύματα όχι μόνο των τραυματισμών από τις όλο και περισσότερες συγκρούσεις μεταξύ τους μέσα στον αγωνιστικό χώρο, αλλά και από τραυματισμούς λόγω υπεργύμνασης στα παιχνίδια και στις εξουθενωτικές προπονήσεις, κυρίως από θλάσεις των τενόντων. Σύμφωνα με ειδικούς αυτή η υπερκόπωση είναι μια από τις αιτίες που στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα (σ.ΚΜ: Euro 2004) έκαναν τις εθνικές ομάδες της Αγγλίας και της Γαλλίας με τους μεγαλύτερους παίχτες τους εξουθενωμένους από τους πολλούς αγώνες να χάσουν από ομάδες κατώτερες σε τεχνικές ικανότητες, αλλά με πολύ πιο ξεκούραστους παίχτες.

Όμως το χειρότερο δεν είναι αυτό, γιατί σε τελική ανάλυση είναι μια τιμωρία του κεφάλαιου από το ίδιο το κεφάλαιο. Το χειρότερο είναι η αποδειγμένη πλέον καταστροφή, ακόμα και η απώλεια ζωής των παιχτών.

Ο Τζιανλούκα Σινιορίνι με τη φανέλα της
Τζένοα

Μετά από μια σειρά θανάτων σημαντικών παιχτών του ιταλικού ποδοσφαίρου σαν τους Τζιανλούκα Σινιορίνι, Κουίντο Βιντζέντζι, Τζιόρτζιο Ρονιόνι και Μπρούνο Μπεατρίς, η ιταλική δικαιοσύνη έκανε μια επιδημιολογική έρευνα από τα 1960 ως τις μέρες μας πάνω σε 24000 ιταλούς ποδοσφαιριστές των τριών ανώτερων ποδοσφαιρικών κατηγοριών για να ανακαλύψει εμβρόντητη ότι σε 400 παίκτες που πέθαναν σε αυτό το διάστημα 70 θάνατοι είναι ύποπτοι και επίσης ότι το ποσοστό θνησιμότητας από καρκίνο των ποδοσφαιριστών είναι το διπλάσιο του μέσου όρου του πληθυσμού! Η χειρότερη διαπίστωση των δικαστών ήταν ότι μια από τις πιο σκληρές και θανάσιμες αρρώστιες που οδηγεί σε ολική παράλυση, την πλευρική αμυοτροφική σκλήρυνση (Sclerosis Lateral Amyotrpohic), ενώ περίμεναν να τη συναντήσουν στο μέσο ποσοστό της που είναι το 0,61 % στο σύνολο του πληθυσμού, δηλαδή το πολύ σε μία περίπτωση στους 24000, την συνάντησαν σε 45 παίκτες εκ των οποίων ήδη οι 13 πέθαναν.

Η πρώτη επίσημη ιατρική απάντηση σε αυτό το τελευταίο φαινόμενο έρχεται από τους ιταλούς νευροβιολόγους, που με ένα άρθρο τους στο πολύ έγκυρο ιατρικό περιοδικό Lancet εκτιμούν ότι: «Οι τραυματισμοί και μια έντονη φυσική προσπάθεια, συνδεδεμένες με μια πιθανή επίδραση μιας καταχρηστικής λήψης φαρμάκων -η οποία δεν έχει γίνει ακόμα αντικείμενο πραγματικής έρευνας- μπορούν να θεωρηθούν σαν πιθανές αιτίες της SLA στους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές». Η εκτίμηση αυτή στηρίχθηκε ανάμεσα στα άλλα και στο ότι η ήδη διαπιστωμένη σχέση ανάμεσα στην SLA και τους φυσικούς τραυματισμούς διασταυρώθηκε με το γεγονός ότι το σύνολο των θυμάτων ήταν αμυντικοί παίκτες (Τα στοιχεία από τις Le Monde της 9. 12. 2003 και της 2.3. 2004)

Ο Σινιορίνι λίγο πριν το θάνατό του

Στο ποδόσφαιρο ο ανταγωνισμός αποκαλύπτει και μια άλλη ιδιαίτερη συνέπειά του σε σχέση με άλλα αθλήματα: Την ψυχική υπερφόρτωση των μετόπισθεν και πιο συγκεκριμένα των προπονητών που πάσχουν σε ένα πολύ ψηλό ποσοστό από καρδιοπάθειες λόγω του στρες που φέρνει η πολύπλοκη σχέση τους με παίκτες, κοινό και διοίκηση της ομάδας (Le Monde, 18.12.2001).

Το χημικό ντοπάρισμα


Αν μέχρι στιγμής δώσαμε στο χημικό ντοπάρισμα πολύ μικρή σημασία, ήταν για να αποκαλύψουμε ότι έτσι και αλλιώς, και ανεξάρτητα από αυτό, ο σύγχρονος αθλητικός ανταγωνισμός καταστρέφει τους πρωταθλητές και ότι σε τελευταία ανάλυση ο πρωταθλητής βρίσκεται κάτω από την επιρροή ενός μόνιμου ψυχικού και ιδεολογικού ντοπαρίσματος από την κοινωνία. Πρέπει ωστόσο να δώσουμε στο χημικό ντοπάρισμα το ξεχωριστό βάρος που έχει από δυο απόψεις. Πρώτον, από την άποψη ότι αποτελεί την πιο ακραία επίδραση του ανταγωνιστικού αθλητισμού στην καταστροφή του σώματος και δεύτερον, από την άποψη ότι αποτελεί την πιο ακραία έκφραση της ηθικής διαφθοράς και απάτης του αθλητικού ανταγωνισμού. Και από τις δυο αυτές απόψεις το ντοπάρισμα είναι το κατ' εξοχήν τεχνικό εργαλείο του φασιστικού κρατικομονοπωλιακού κεφάλαιου που περισσότερο από κάθε άλλο κεφάλαιο και συνειδητότερα από κάθε άλλο βάζει το σύγχρονο αθλητικό θέαμα στην υπηρεσία της πάλης του αντίστοιχου κράτους για πολιτικοστρατιωτική ηγεμονία.

Το βασικό που πρέπει να τονιστεί με το ντοπάρισμα είναι ότι είναι σύμφυτο με τον αθλητικό ανταγωνισμό. Η λογική της πάλης ενάντια στο ντοπάρισμα δεν είναι η λογική της πάλης για την υγεία του αθλητή, αλλά η πάλη για την ισότητα των όπλων του αθλητικού πολέμου. Όμως είναι στη φύση του πολέμου όχι η ισότητα, αλλά ακριβώς αντίθετα η ανισότητα των όπλων. Κανείς δεν θα παρέλειπε σε έναν πόλεμο να χρησιμοποιήσει ένα όπλο που θα του έδινε την νίκη και είναι στους βασικούς κανόνες και του πιο έντιμου πολέμου η εξαπάτηση του εχθρού. Ο παλιός προπονητής των γάλλων ποδηλατών Αντουάν Βαγιέρ δήλωσε στη Le Monde στις 26.11.99: «Τα σπορ είναι ο θρίαμβος της πανουργίας, της πονηριάς και της κομπίνας. Αν λείψει ο έλεγχος το αποτέλεσμα θα είναι το ντοπάρισμα, η διαφθορά και η απάτη».

Αφού όμως ο έλεγχος είναι μια υπόθεση εξωτερική ως προς τη φύση του ανταγωνισμού έχει γίνει πλέον μέρος του αγώνα η παράκαμψη των ελέγχων και η εξαπάτηση των ελεγκτών. Σε όλες τις συζητήσεις που γίνονται σήμερα σχετικά με τις ουσίες που ντοπάρουν, οι ειδικοί συμφωνούν ότι η χρήση τους είναι καθολική σε μερικούς τομείς όπως είναι ο στίβος και η ποδηλασία και εξαιρετικά εκτεταμένη σε όλους τους άλλους. Το ζήτημα είναι μόνο ένα: πώς ο ντοπαρισμένος αθλητής δεν θα συλληφθεί.

Ένας από τους αθλητές που μίλησαν ανοιχτά στον τύπο για το ντοπάρισμα, ο Γάλλος ποδηλάτης Φιλίπ Γκομόν, ανάλυσε διεξοδικά τις μεθόδους με τις οποίες οι αθλητές παρακάμπτουν το ντόπιγκ-κοντρόλ μιλώντας στη Le Monde στις 16 Μάρτη του 2004:


«Kατ' αρχήν υπάρχουν προϊόντα που δεν μπορούν να ανιχνευτούν, όπως η αυξητική ορμόνη που οι δρομείς τη χρησιμοποιούν όπως θέλουν. Για την τεστοστερόνη αρκεί να τρυπήσει κανείς με σύριγκα μια κάπσουλα Παντεστόν να πάρει το περιεχόμενό της και να τη χορηγήσει κάτω από τη γλώσσα. Αντίθετα την ΕΠΟ (την ερυθροποιητίνη) δεν μπορούμε να την πάρουμε στη διάρκεια της κούρσας αφού πλέον εντοπίζεται (σ. ΝΑ: για χρόνια ολόκληρα η ΕΠΟ δεν εντοπιζόταν και πολλά σπουδαία ρεκόρ έχουν γίνει χάρη σε αυτήν)... Από εκεί το ενδιαφέρον να καταφύγει κανείς στη μετάγγιση από φιάλες δικού του αίματος που έχει φυλάξει (ύστερα από μια θεραπεία με ΕΠΟ). Με μια φιάλη αίματος την εβδομάδα ένας δρομέας μπορεί να διατηρήσει τον αιματοκρίτη του στο 50 ενώ οι υπόλοιποι τελειώνουν το γύρο με 40. Όμως οι μεταγγίσεις είναι μόνο για τους μεγάλου διαμετρήματος αθλητές γιατί χρειάζονται γιατρό για να γίνουν»…

…«Για την κορτιζόνη ή τα κορτικοειδή αρκεί να έχει κανείς μια καλή θεραπευτική δικαιολογία για να γίνουν αρνητικοί οι θετικοί έλεγχοι. Να πώς γίνεται: Ο γιατρός της ομάδας σε στέλνει σε έναν αλλεργιολόγο, είναι υποχρεωτικό. Αυτός διαπιστώνει ότι είσαι ευαίσθητος στα ακάρια και σου γράφει ένα σπρέυ. Είχαμε την εντολή να ζητάμε με κάθε τρόπο να μας γράφουν το Νασακόρτ. Γιατί; Γιατί είναι ένα σπρέυ που καλύπτει την κορτιζόνη. Όταν πάμε στον έλεγχο δηλώνουμε ότι είμαστε αλλεργικοί στα ακάρια, ότι έχουμε συνταγή για Νασακόρτ και ότι το πήραμε το πρωί από τη μύτη. Παραδίπλα μπορούμε να κάνουμε με την ησυχία μας μια ένεση με Κενακόρτ -προϊόν που απαγορεύεται- γιατί στον έλεγχο δεν μπορούν να βρουν τη διαφορά ανάμεσα στο σπρέυ και την ένεση. Στη συνέχεια ο γιατρός σε στέλνει σε ένα δερματολόγο. Ξύνεις λίγο τους όρχεις σου με αλάτι για να του δείξεις ότι έχει κοκκινίλες και τότε αυτός σου γράφει έξη μήνες Ντιπροσόλ σε αλοιφή. Έτσι, από πίσω, μπορείς να κάνεις Ντιπροστέν-που είναι απαγορευμένο- σε ενέσεις χωρίς να διακινδυνέψεις να είσαι θετικός».

Όταν ο δημοσιογράφος ρωτάει τον αθλητή: «τι γίνεται με τους αιφνιδιαστικούς ελέγχους»; Αυτός απαντάει:

«Δεν είναι αιφνιδιαστικοί! Γίνονται στους τόπους της εκγύμνασης και στις κούρσες: Μπορούμε λοιπόν να προετοιμαστούμε εύκολα για να είμαστε σίγουροι πως δεν θα είμαστε θετικοί. Όλοι οι δρομείς ξέρουν ότι όταν παίρνουν προϊόντα που ντοπάρουν, πρέπει να βασίζονται στη μέρα της άφιξής τους στο χώρο της εκγύμνασης ή της κούρσας για να υπολογίσουν πότε πρέπει να σταματήσουν. Για την ΕΠΟ π.χ. ξέρουμε ότι όταν χορηγείται ενδοφλέβια μένει μόνο τρεις μέρες στα ούρα. Αρκεί λοιπόν να σταματήσει κανείς τη θεραπεία τρεις μέρες πριν φθάσει στο χώρο της κούρσας ή της εκγύμνασης για να περάσει τη δοκιμασία, καθώς το αποτέλεσμα της οξυγόνωσης του αίματος γίνεται αισθητό για δέκα μέρες μετά τη λήψη. Ένας δρομέας που θα έχει επτά μέρες παύση ανάμεσα σε δυο κούρσες θα μπορέσει έτσι να ξαναφορτώσει ΕΠΟ αμέσως μετά την κούρσα και να σταματήσει 3 μέρες πριν φθάσει στην επόμενη. Όσο γι αυτούς που έχουν βάλει τον Γύρο της Γαλλίας σαν στόχο, γενικά σταματάνε κάθε συναγωνισμό δυο βδομάδες πριν το Γύρο και εξαφανίζονται για να ξαναφορτώσουν ΕΠΟ ώστε να φθάσουν στην αφετηρία με έναν αιματοκρίτη που φθάνει στα 50».

Παρακάτω ο Γκομόν εκθέτει τις τεχνικές με τις οποίες οι ποδηλάτες παρακάμπτουν και έναν πιο δύσκολο να παρακαμφθεί, τον λεγόμενο μακροπρόθεσμο ιατρικό έλεγχο που γίνεται ειδικά στη Γαλλία και ο οποίος έχει σαν στόχο όχι μόνο την πάλη ενάντια στο ντοπάρισμα, αλλά και τη διαπίστωση της κατάστασης της υγείας του αθλητή για τη δικιά του προφύλαξη. Εκεί καταλήγει στην καταγγελία των γιατρών που κάνουν αυτούς τους ελέγχους ότι δεν τον ειδοποίησαν για τους σοβαρούς κινδύνους υγείας που διατρέχει από τα ψηλά ποσοστά βλαβερών ουσιών που βρέθηκαν στο αίμα του, αλλά μόνο για τον κίνδυνο να συλληφθεί από το αντιντόπινγκ κοντρόλ.

Αυτή η στάση των γιατρών αποδεικνύει ότι το πρόβλημα στο ντοπάρισμα δεν βρίσκεται στην πραγματικότητα ούτε στον αθλητή, ούτε καν στην ομάδα των ειδικών κάθε είδους που βρίσκεται πίσω του, αλλά στο κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς που επιτρέπει και μάλιστα ενθαρρύνει και αναπτύσσει τον εγκληματικό αθλητικό ανταγωνισμό. Πάντως ο γιατρός εμπνευστής του μέτρου του μακροπρόθεσμου ελέγχου, ο Ζεράρ Ντιν, που δουλεύει εθελοντικά εδώ και 10 χρόνια με διάφορες αθλητικές ομοσπονδίες και είναι ο ειδικός βιολόγος της Γαλλικής Αθλητικής Ομοσπονδίας αρκετά χρόνια πριν τις αποκαλύψεις του Γκομόν διαβεβαίωνε ότι: «Στο επίπεδο της διεθνούς αθλητικής ελίτ, από το 1995 δεν υπάρχει ούτε μία επίδοση που να έχει επιτευχθεί δίχως να έχει προηγούμενα υπάρξει λήψη ΕΠΟ» (Le Monde, 11. 5. 1999).

Το κρατικό ντοπάρισμα σοσιαλφασιστικού τύπου


Το πρόβλημα του ντοπαρίσματος είναι τόσο πιο μεγάλο όσο πιο συγκεντρωμένο και πιο επιθετικό είναι το οικονομικό ή πολιτικό μονοπώλιο που διαχειρίζεται την αθλητική επίδοση και τον αθλητή. Ο μεγαλύτερος ντοπέρ είναι το σύγχρονο φασιστικό κράτος. Η ανθρωπότητα είχε ουσιαστικά μια ευκαιρία να το διαπιστώσει αυτό όταν διαλύθηκε το ανατολικογερμανικό σοσιαλφασιστικό κράτος. Μόνο τότε ήρθε στην επιφάνεια το καθολικό ντοπάρισμα των αθλητών και αθλητριών της Ανατολικής Γερμανίας που εξασφάλιζε για πολλά χρόνια σε αυτή τη χώρα των μόλις 17 εκατομμυρίων ανθρώπων την τρίτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη σε μετάλλια και επιδόσεις, μετά τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ.

Αυτό το ντοπάρισμα δεν ήταν δυνατό να ανιχνευτεί, όπως και κάθε άλλο κατά το οποίο το κράτος το ίδιο ντοπάρει τους αθλητές του, γιατί σε αυτές τις χώρες δεν υπάρχει έστω και στοιχειώδης ενδιάμεσος έλεγχος πριν οι αθλητές φτάσουν στους μεγάλους διεθνείς αγώνες. Αυτός ο ενδιάμεσος έλεγχος γίνεται στις χώρες όπου είναι ισχυρός ο εσωτερικός ανταγωνισμός των κεφάλαιων, οπότε και των αθλητικών επιτελείων και προπονητικών ομάδων που περιγράψαμε παραπάνω.

Σε αυτήν την περίπτωση δεν μπορεί να επιτρέψει το ένα αθλητικό συγκρότημα στο άλλο, δηλαδή το ένα κεφάλαιο στο άλλο, να παραβεί τους κανόνες του ανταγωνισμού που δεν μπορεί να παραβεί το ίδιο. Σε αυτές τις χώρες τα ξεχωριστά κεφάλαια αναθέτουν στο κράτος να είναι ο εγγυητής αυτών των κανόνων. Στην πραγματικότητα το κράτος δεν πετυχαίνει ποτέ να είναι ένας τέτοιος εγγυητής, γιατί τα αθλητικά συγκροτήματα και οι προπονητικές ομάδες έχουν μπροστά τους πάντα ένα στόχο, να ξεπερνάνε διαρκώς το ένα μετά το άλλο τα εμπόδια που βάζουν μπροστά του οι όλο και πιο ανεπτυγμένες τεχνικές και μέθοδες του κρατικού αντιντόπινγκ κοντρόλ, αλλά πάντως το κράτος προσπαθεί να είναι εγγυητής. Σε τέτοιες χώρες δεν είναι δυνατό να υπάρχουν διαφορετικοί όροι για την αθλητική αγορά από όσους υπάρχουν για την αγορά γενικά. Η απάτη είναι βέβαια σύμφυτη με την αγορά εφόσον αυτή είναι ταυτισμένη με το κυνήγι του κέρδους, αλλά η απάτη δεν αποτελεί την ίδια την ουσία της, για αυτό βάζει στον απατεώνα έναν απαράβατο όρο για να του επιτρέπει να κινείται μέσα της: να μη συλληφθεί.

Η πρώτη ναζιστική Ολυμπιάδα του Βερολίνου το 1936 - Ακολούθησε
εκείνη της Μόσχας το 1980 και εκείνη του Πεκίνου το 2008

Στην περίπτωση του φασιστικού κράτους ο εσωτερικός ανταγωνισμός των αθλητών και των κεφαλαίων, υπόκειται στον εξωτερικό, δηλαδή χρησιμεύει στον δεύτερο μόνο για να γίνεται η επιλογή των αθλητών που θα εκπροσωπήσουν τη χώρα στον διεθνή διακρατικό ανταγωνισμό. Αλλά αυτός ο τελευταίος, ειδικά για το φασιστικό κράτος είναι απογυμνωμένος από κάθε λογική οικονομικού ανταγωνισμού της αγοράς, οπότε και από κάθε λογική τυπικής ισότητας των όρων του ανταγωνισμού. Το φασιστικό κράτος θέλει και μπορεί μόνο με τη βία, σε τελική ανάλυση με τον πόλεμο, οπότε και με την απάτη να κυριαρχήσει πάνω στα άλλα. Άλλωστε μόνο με την απάτη μπορεί να στηριχθεί η φασιστική προπαγάνδα που συμπυκνώνεται στον ισχυρισμό ότι το αντίστοιχο κράτος υπερέχει ντε φάκτο φυσικά, φυλετικά ή ιδεολογικά πάνω στα υπόλοιπα.

Έτσι προέκυψε αυτή η πληθώρα «υπεραθλητών» της «Λαοκρατικής Δημοκρατίας» της Γερμανίας. Η ώρα της αλήθειας σήμανε μετά την πτώση του τείχους.

Στις 15 Οκτώβρη του 2001 όλες οι πολιτικές ομάδες του Κοινοβουλίου της ενοποιημένης Γερμανίας αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα ταμείο ενός ποσού ανάμεσα στα 1 έως 5 εκατομμύρια ευρώ για να αρχίσει η αποζημίωση των αθλητών της ΛΔΓ. Σύμφωνα με τον γιατρό τραυματολόγο, πρόεδρο του «Συνδέσμου των θυμάτων του ντόπιγκ της ΛΔΓ» Κλάους Τσέλιγκ είναι 1000 ο αριθμός των θυμάτων που μπορούν να διεκδικήσουν αποζημίωση. Σύμφωνα με ειδικούς ιστορικούς και ειδικούς δημοσιογράφους πάνω από 10.000 άτομα ήταν αντικείμενο αυτού του προγράμματος στην ΛΔΓ (Le Monde, 28.11.2001). Πρόκειται για ένα πρόγραμμα επιστημονικού κρατικού ντόπιγκ που τα βασικά του στοιχεία τα αντιγράφουμε από το ίδιο άρθρο της Le Monde:

«Το βασικό προϊόν ήταν το Οράλ-Τουριναμπόλ, ένα ισχυρό στεροειδές αναβολικό που τελειοποιήθηκε στο φαρμακευτικό σύμπλεγμα της Ιέναφαρμ, το οποίο μετά την επανένωση το αγόρασε η Σέριγκ. Αυτά τα περίφημα μπλε χαπάκια χορηγήθηκαν από τους ανατολικογερμανούς γιατρούς και προπονητές σε νεαρούς αθλητές, κυρίως κορίτσια. Αυτά τα παιδιά επιλέγονταν και μετά στέλνονταν εσωτερικά και υφίσταντο εντατική προπόνηση κάτω από την εξουσία προπονητών που εκτελούσαν χρέη ανάδοχου γονιού. Εκεί έπαιρναν μια καθημερινή δόση "τονωτικών" σύμφωνα με μια δοσολογία τέτοια ώστε να αποφύγουν κάθε θετικό έλεγχο στις διεθνείς αναμετρήσεις. Οι Ανατολικογερμανοί ηγέτες μιλούσαν τότε για "πρόγραμμα υποστήριξης". Ο όρος ντοπάρισμα ήταν απαγορευμένος και φυλασσόταν μόνο για τον δυτικό ταξικό εχθρό. Το αποτέλεσμα αυτού του προγράμματος στο οποίο είχε το πάνω χέρι ο πρόεδρος της Αθλητικής Ομοσπονδίας Μάνφρεντ Έβαλντ ήταν μια απίστευτη συγκομιδή ολυμπιακών μεταλλίων γι αυτή τη χώρα των 17 εκατομμυρίων: 25 μετάλλια στο Μεξικό το 1968, 102 στη Σεούλ το 1988. Από τους πρωταθλητές κολύμβησης (Κρίστιν Όττο, Κορνέλια Έντερ...) μέχρι του στίβου (Μαρίτα Κοχ, Μάρλις Γκερ...) η άλλη Γερμανία χτυπούσε δυνατά, με τους "διπλωμάτες της με αθλητική φόρμα"»...

Η Birgit Boese- Θύμα των σοσιαλφασιστών του Χόνεκερ
που τις κατέστρεψαν τη ζωή με τα αναβολικά στεροειδή
που τις έδιναν από τα 11 της- Αυτούς τους ναζήδες λιβανίζει ακόμα
και σήμερα ο Περισσός

Είναι σήμερα μέσα στα νοσοκομεία που μπορεί κανείς να ξετρυπώσει την κληρονομιά αυτής της δόξας που χρησιμοποίησε για τους δικούς του στόχους το καθεστώς. Όγκοι στο συκώτι, κύστες στις ωοθήκες, καρδιακά προβλήματα, ψυχικά προβλήματα, ορμονικές διαταραχές: «Είμαστε όλοι βραδυφλεγείς βόμβες, βεβαιώνει η πρώην σφαιροβόλος Μπιργκίτ Μπέζε, 39 χρονών. Δεν έχουμε πληροφόρηση για το τι συμβαίνει ακριβώς, 20 χρόνια μετά τη λήψη των ουσιών, δεν ξέρουμε τα μέτρα πρόληψης για να εμποδίσουμε τις αρρώστιες να προχωρήσουν...»

Θα περίμενε κανείς ότι το μεγάλο αυτό σκάνδαλο κρατικού ντόπιγκ που από μόνο του αχρηστεύει όλα τα ρεκόρ και όλες τις ολυμπιάδες που έγιναν πριν από την αποκάλυψή του, θα συγκλόνιζε τον παγκόσμιο αθλητισμό και όλη την ανθρωπότητα. Κι όμως μόνο σε περιορισμένους πολιτικούς και αθλητικούς κύκλους έγιναν θέμα τα πλαστά ρεκόρ και τα μετάλλια της Ανατολικής Γερμανίας, όπως και η εκατόμβη των θυμάτων του ντοπαρίσματος εκεί. Η πιο άμεση αιτία ήταν ότι την εποχή της ύπαρξης των 2 γερμανικών κρατών, ο πολιτικός κόσμος στη Δυτική Γερμανία προσπαθούσε να αποσιωπήσει το σκάνδαλο για τις μεγαλογερμανικές ανάγκες της περίφημης Οστπολιτίκ. Στη συνέχεια, όταν αυτό αποκαλύφθηκε, το νέο ενιαίο γερμανικό κράτος είχε εντάξει μέσα του και μάλιστα σε ψηλές θέσεις μέσα στην Εθνική Ολυμπιακή Επιτροπή αθλητές και ηγετικά διοικητικά στελέχη του ανατολικογερμανικού αθλητισμού που έκαναν και κάνουν ό,τι μπορούν για να πνίξουν το έγκλημα. Όμως αυτή είναι η στενά γερμανική αιτία του φαινομένου.

Η διεθνής εξήγηση αυτής της σχετικής απάθειας βρίσκεται στο γεγονός ότι ο σοσιαλιμπεριαλισμός, παρά την απορρόφηση της ΛΔΓ από τη Δυτική Γερμανία, ισχυροποιείται σε παγκόσμια κλίμακα και έχει ανάγκη να ενισχύσει ένα από τα πιο πολύτιμα πολιτικο-ιδεολογικά του εργαλεία, τον ιμπεριαλιστικό πρωταθλητισμό. Δεν επιτρέπει λοιπόν με την τεράστια προπαγανδιστική του μηχανή σε καμιά καμπάνια για οποιοδήποτε ζήτημα να συντρίψει ή και να μειώσει το κύρος αυτού του εργαλείου.

Ο λακές της Ρωσίας στον Τρίτο Κόσμο, κάποτε επαναστάτης Φιντέλ
Κάστρο με το αφεντικό του

Ακόμα περισσότερο η Ρωσία, η Κίνα και η Κούβα μπορούν με την αθλητική και κυρίως την πολιτική τους δύναμη να επηρεάζουν τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή ώστε να μην παίρνει μέτρα ενάντια στο κρατικό ντοπάρισμα, δηλαδή να μην επιβάλει αιφνιδιαστικούς ελέγχους από διεθνή ελεγκτικά όργανα σε όλους τους αθλητές ανά πάσα στιγμή και σε οποιοδήποτε κράτος.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Διεθνής Επιτροπή Ενάντια στο Ντοπάρισμα, η ΑΜΑ δεν επιτρέπει στις υπηρεσίες της να κάνουν ξαφνικό έλεγχο για τα διεγερτικά (κοκαΐνη και αμφεταμίνες) και τα γλυκοκορτικοστεροειδή (κορτιζόνη). Κι όμως αυτά χορηγούνται αποκλειστικά στην εποχή των προπονήσεων. Αυτή η ρύθμιση ανάγκασε χώρες σαν τη Γαλλία που είχαν αυστηρούς αντιντόπινγκ κανόνες να τους αμβλύνουν.

Αν πέρναγε μια αντίθετη ρύθμιση αυτό θα έφερνε σε δύσκολη θέση όλες τις χώρες του κρατικού ντόπιγκ, πιθανά και του ελληνικού, του οποίου ήδη ορισμένοι υπερπρωταθλητές του στίβου και περισσότερο ο Κεντέρης, θεωρούνται από το διεθνές αθλητικό κοινό σοβαρά ύποπτοι για ντοπάρισμα επειδή δεν συμμετέχουν στα τακτικά διεθνή μίτιγκ στα οποία συμμετέχουν όλοι οι άλλοι μεγάλοι δρομείς. Κατηγορούνται ότι το κάνουν αυτό για να μην ελέγχονται συχνά και έτσι να μπορούν να ντοπάρονται σε όλο το διάστημα πριν τις πολύ μεγάλες αναμετρήσεις στις οποίες και μόνο συμμετέχουν. Ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, το ελληνικό κράτος είναι πια ένα από αυτά στα οποία το κρατικό ντοπάρισμα στο στίβο είναι δυνατό γιατί ο εσωτερικός διασυλλογικός ανταγωνισμός σε αυτόν τον τομέα είναι μικρός και απλά υπηρετεί τον εξωτερικό μεγαλοκρατικό αθλητικό ανταγωνισμό.

Από την άλλη η έμφαση στο γερμανικό σκάνδαλο θα έπρεπε τελικά να σημαίνει αναδρομική αφαίρεση όλων των μεταλλίων της ΛΔΓ. Αυτό όμως θα σήμαινε να ξαναγραφτεί η ιστορία των ολυμπιακών αγώνων και τελικά να βυθιστεί στην αναξιοπιστία όλος ο θεσμός, πράγμα που με το ίδιο πάθος δεν θέλει ούτε και ο δυτικός ιμπεριαλιστικός κόσμος. Άλλωστε και σε αυτόν παρά τους διαρκείς και αρκετά αιφνιδιαστικούς ελέγχους δεν μπορεί να αποφευχθεί η αποκάλυψη του ντοπαρίσματος όλο και περισσότερων «γιγάντων» και «θρύλων» του αθλητισμού, αρχίζοντας από το ντοπάρισμα σοκ του Μπεν Τζόνσον στα 1988 που του κόστισε το παγκόσμιο ρεκόρ και το χρυσό μετάλλιο και συνεχίζοντας με μια σειρά αποκαλύψεις για άλλους «θρύλους» τύπου Τζόυνερ ή τελευταία της Τζόουνς.

Ο πρωταθλητής και οι μάνατζερ του ιμπεριαλισμού

Η φριχτή πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τον σύγχρονο αθλητισμό δεν μπορεί πια να κρυφτεί. Από παντού χάνει το σάπιο του οικοδόμημα και πρώτα από όλους ο σωματικά και ψυχικά σάπιος πρωταθλητής. Αυτός ο μεγάλος υποκριτής, θύτης και θύμα αυτού του καθεστώτος, δεν μπορεί πια να αντέχει το πελώριο βάρος που έριξε στις πλάτες του ο ιμπεριαλισμός. Δεν μπορεί πια να σηκώνει στα εύθραυστα και ταλαιπωρημένα μέλη του ομάδες ειδικών, επιχειρήσεις, έθνη και ευνουχισμένες μάζες διψασμένες για νίκη. Όλο και περισσότερο θα είναι ένας θαμώνας των ιατρείων και όλο και περισσότερο οι στατιστικές θα καταγράφουν τη μοίρα των πρωταθλητών και το όλο και πιο χαμηλό μέσο όρο ζωής τους. Αυτό στο τέλος θα γίνει γνωστό στις μάζες και θα κάνει τον ιμπεριαλιστικό αθλητισμό πολύ απεχθή σε αυτές. Και τότε ίσως αρχίσουν επί τέλους να αδειάζουν τα στάδια-αρένες.

Αυτή η καταστροφή των «ηρώων» του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού δεν είναι κάτι το περιορισμένο ειδικά στο χώρο του αθλητισμού. Είναι στη φύση γενικά του ιμπεριαλισμού να σκοτώνει όχι μόνο τους προλετάριους αλλά και τα στελέχη του, ακόμα και τους ηγέτες του. Υπάρχει ένα ρεύμα φιλελεύθερων μέσα στη δυτικού τύπου αστική τάξη που θεωρώντας, και σωστά, ότι το ντοπάρισμα είναι στη φύση του σύγχρονου αθλητισμού, ζητάει νομιμοποίηση των ουσιών ντοπαρίσματος και χρησιμοποιεί ένα βασικό επιχείρημα: Αφού παίρνουν τέτοιες ουσίες οι μεγάλοι επιχειρηματίες μας, οι μεγάλοι καλλιτέχνες μας και οι πολιτικοί μας ηγέτες για να αντέξουν το τρομαχτικό στρες και την σωματική καταπόνηση της δουλειάς τους, γιατί να μην επιτρέπεται αυτό στους αθλητές; Ο καθένας είναι κύριος του σώματός του και της υγείας του, ας αποφασίσει αυτός αν και πόσο θέλει να ντοπάρεται ξέροντας τις συνέπειες. Αφού δεν ελέγχουμε τους πολιτικούς δεν επιτρέπεται να ελέγχουμε και τους αθλητές (Le Monde, 19. 09. 1996).

Αυτή η λογική είναι η μόνη συνεπής με τη λογική του ιμπεριαλισμού. Πραγματικά ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της σύγχρονης μεγάλης επιχείρησης είναι η υπερδραστηριότητα και η υπερκόπωση των στελεχών της, ιδιαίτερα των ηγετικών της. Πραγματικά αυτά τα στελέχη είναι η ενσάρκωση του ανταγωνισμού που όσο πιο σκληρός γίνεται, τόσο πιο σκληρά πρέπει και αυτά να δουλεύουν για να επιβιώσουν σε αυτόν και να βγουν νικητές, μέχρι αποκτήνωσης. Στους υπεραθλητές του ιμπεριαλισμού αυτή η κίνηση έχει φτάσει στο έσχατο σημείο της. Αυτός είναι ο λόγος που σήμερα είναι της μόδας τα ανώτατα στελέχη των επιχειρήσεων να συμμετέχουν σε σεμινάρια και συναντήσεις με τους υπεραθλητές του στίβου για να μαθαίνουν από αυτούς ταχτικές ανταγωνισμού αλλά και ψυχικής και σωματικής στήριξης. Ένας εκπρόσωπος εταιρίας από αυτές που οργάνωσε ένα τέτοιο σεμινάριο δήλωσε: «Οι συνεργάτες μας πρέπει να κάνουν πιο ρωμαλέο το ηθικό τους, πρέπει να έχουν φόρμα αθλητή για να κολλάνε πιο κοντά στις ανάγκες της αγοράς...Υπάρχουν προφανείς αναλογίες ανάμεσα στα σπορ και τις επιχειρήσεις: η αναζήτηση της επίδοσης, η ομαδική δουλειά, η διαχείριση του στρες, είναι θέματα που αντιμετωπίζουμε από κοινού» (Le Monde, 20.02.2001)

Το αναπόφευκτο τέλος του ιμπεριαλιστικού αθλητισμού

Πιστεύουμε και μεις ότι οι σύγχρονοι υπεραθλητές και οι σύγχρονοι μάνατζερ έχουν κοινή μοίρα, αλλά αυτή είναι κατά τη γνώμη μας η κατάργησή τους. Όχι γιατί στάθηκαν αχρείαστοι, όπως δεν στάθηκε αχρείαστος και ο ιμπεριαλισμός, αλλά γιατί τώρα πια και αυτός κι εκείνοι έχουν βυθιστεί στην αποσύνθεση. Οι μάνατζερ του ιμπεριαλισμού πήγαν ως την άκρη της τη διαδικασία της συγκέντρωσης του κεφάλαιου και τη διαδικασία οικονομικής ενοποίησης του πλανήτη και στο μέτρο αυτό διευκόλυναν και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε έναν ασύλληπτο βαθμό και τη συντριβή των συνόρων φέρνοντας πιο κοντά τους υλικούς όρους της παγκόσμιας επανάστασης.

Αλλά ακόμα και μέσα από την αρνητική τους δράση, μέσα δηλαδή από τους πολέμους που καθοδήγησαν για λογαριασμό του κεφάλαιου, ακόμα και σαν στρατιωτικοί μάνατζερ, ακόμα και σαν πολιτικοί μάνατζερ και γητευτές των μαζών, άθελά τους έμαθαν πόλεμο και πολιτική στις μάζες, συγκρότησαν ενάντιά τους τις δημοκρατικές επαναστάσεις του Tρίτου Kόσμου και ύψωσαν απέναντί τους τα πρώτα κράτη της σοσιαλιστικής επανάστασης, τις πρώτες απόπειρες της νέας κοινωνίας.

Ο μεγάλος Αλεσσάντρο Ντελ Πιέρο με τη φανέλα της
Γιουβέντους

Οι πρωταθλητές είναι μέρος αυτής της κίνησης και υπηρέτες της και από τη θετική τους άποψη δίδαξαν την άθληση στις μάζες και δείξανε τα μεγάλα όρια της ανθρώπινης φυσικής δυνατότητας και επιδεξιότητας, πράγμα που έχει μέσα του και υγεία και ομορφιά. Με τα αθλητικά παιχνίδια μάλιστα, και κατ' εξοχήν με το ποδόσφαιρο, εκτός από ένα υπέροχο θέαμα και μια σπάνια απόλαυση πρόσφεραν στους λαούς το πιο γλαφυρό υπόδειγμα ομαδικής δράσης, συνδυασμένης πνευματικής και σωματικής άσκησης, καθώς και ένα απλό και αβλαβές μάθημα στρατηγικής και ταχτικής, άμυνας και επίθεσης, στο οποίο κάθε άνθρωπος μπορεί να συμμετέχει παίζοντας μπάλα.

Ο κατά γενική ομολογία μεγαλύτερος καλαθοσφαιριστής
όλων των εποχών Μάικλ Τζόρνταν

Αυτά τα θετικά η νέα κοινωνία που έρχεται, η κοινωνία των λαών θα τα κρατήσει. Αλλά αυτό θα το πετύχει καταστρέφοντας αρχικά και καταργώντας όλο το σύστημα του πρωταθλητισμού. Αυτή η καταστροφή θα είναι ένα μέρος της επαναστατικής πάλης για την κατάργηση όλου του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Είναι αδύνατο η νέα κοινωνία των λαών να δεχτεί έναν αθλητισμό που όλο του το οικοδόμημα στηρίζεται στην επιλογή και υπεργύμναση των ταλέντων για να χρησιμοποιηθούν στις μεγάλες αρένες. Το πρόβλημα δηλαδή δεν βρίσκεται σε μια δράκα υπερπρωταθλητών που καταστρέφεται σωματικά και διαφθείρεται ηθικά.

Το πρόβλημα είναι ότι από πάνω ως τα κάτω σε όλες τις βαθμίδες του οργανωμένου αθλητισμού, σε όλες τις λεγόμενες «κατηγορίες» κυριαρχεί η λογική του πιο σκληρού ανταγωνισμού, λογική που διαφθείρει και καταστρέφει τους πάντες, αθλητές, ειδικούς, παράγοντες και κοινό, τον καθένα στην «κατηγορία του». Είναι ο καπιταλισμός και μάλιστα ο ιμπεριαλισμός που έχει κάνει τη νίκη, ουσία και βασικό στόχο του κάθε αθλήματος και αθλητικού παιχνιδιού.

Είναι αλήθεια ότι η νίκη ανεβάζει άτομα και ομάδες στην πιο πάνω «κατηγορία», δηλαδή στο χρήμα και στη δόξα, ενώ η ήττα τα κατεβάζει σε όλο και πιο χαμηλές «κατηγορίες», στη φτώχεια και τη ντροπή. Πραγματικά σε κανέναν τομέα της η σύγχρονη κοινωνία δεν είναι τόσο αυστηρά και ανελέητα ταξική όσο στον επίσημο αθλητισμό. Νίκη και ήττα, πρόκριση και αποκλεισμός. Αυτές είναι οι λέξεις κλειδιά του αθλητικού πολέμου. Οι αστοί υποκριτές μιλάνε για την ανάγκη εντιμότητας και συναδελφικότητας στους αθλητικούς αγώνες. Όμως στην ίδια τους τη γλώσσα έχει περάσει η κρυμμένη αλήθεια.

Τους αγώνες που δεν έχουν βαθμολογικό ενδιαφέρον και στους οποίους οι ομάδες δεν μπαίνουν στη διαδικασία της πρόκρισης και του αποκλεισμού, οι ίδιοι τους ονομάζουν «φιλικούς». Αυτό σημαίνει ότι έμμεσα αναγνωρίζουν ότι όλοι οι άλλοι είναι εχθρικοί.


Άλλωστε μόνο στον πόλεμο κλαίει και οδύρεται ο νικημένος και μεθάει από χαρά και διοργανώνει θριάμβους ο νικητής. Μετά από μερικές δεκάδες ίσως και εκατοντάδες χρόνια οι άνθρωποι θα ανατριχιάζουν με τη βαρβαρότητα μιας εποχής κατά την οποία στο ίδιο στάδιο-αρένα οι παίχτες και οι οπαδοί της νικημένης ομάδας κλαίνε συντετριμμένοι και δίπλα τους ακριβώς οι νικητές, παίκτες και «φίλαθλοι», παραληρούν από χαρά, όχι μόνο αδιάφοροι στον πόνο των προηγούμενων, όπως θα επέβαλε το συνηθισμένο αυθόρμητο τακτ των πολιτισμένων ανθρώπων, αλλά τόσο πιο πολύ ευχαριστημένοι όσο πιο μεγάλος είναι αυτός ο πόνος. Αυτή η συμπεριφορά δεν είναι σαδιστική. Είναι απλώς πολεμική. Και είναι αυτός ο πόλεμος -ψυχρός πόλεμος σε πρώτη φάση- που διαφθείρει πάνω από κάθε τι άλλο τις μάζες, που διαφθείρει την κερκίδα, που διασπάει τους λαούς και μάλιστα τους διασπάει εθνικά ετοιμάζοντάς τους για τον επόμενο θερμό πόλεμο στον οποίο θα τους καλέσει η κυρίαρχη τάξη.

Για ένα νέο λαϊκό αθλητικό πολιτισμό

"Σύντροφοι Σπαρτακιστές!! Βάλτε τα δυνατά
σας για να κάνετε κτήμα του
λαού το ποδόσφαιρο! Αναπτύξτε
την τεχνική σας και τις τακτικές σας δεξιότητες"
Σοβιετική αφίσα του 1949

Για το νέο, τον προλεταριακό πολιτισμό που έρχεται, αυτή η βαρβαρότητα πρέπει να τελειώσει. Γι’ αυτόν τον πολιτισμό, που αναδύεται ακριβώς ενάντια στον ανταγωνισμό, η άθληση δεν μπορεί να έχει βασικό σκοπό τη νίκη, αλλά τη σωματική, ψυχική και πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να είναι πολύπλευρος και σαν τέτοιος δεν μπορεί να είναι ταυτισμένος με ένα ρεκόρ, με μια επίδοση και μια δεξιότητα αποκλειστικά σε έναν τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η άθληση δεν μπορεί να είναι σκοπός, αλλά μέσο για την ανάπτυξη του συνολικού, του ολοκληρωμένου ανθρώπου και ο αθλητισμός πρέπει να υπηρετεί αυτό το σκοπό.

Σαν τέτοιος δεν πρέπει να έχει σαν στόχο να επιλέγει, να υπεραναπτύσσει και να υπεργυμνάζει μέχρι καταστροφής μια μειοψηφία ανθρώπων και να καταδικάζει την πλειοψηφία στη στέρηση της σωματικής υγείας και ψυχικής ολοκλήρωσης και απόλαυσης που δίνει η άθληση, αλλά ακριβώς αντίθετα να αναπτύσσει την πλειοψηφία των ανθρώπων εντάσσοντας σε αυτήν και χρησιμοποιώντας για αυτήν τα κάθε είδους αθλητικά ταλέντα και βέβαια όλη την προηγούμενη θετική αθλητική εμπειρία. Στη διαδικασία της άθλησης και πιθανά για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο δεν νομίζουμε ότι θα καταργηθεί ή έννοια της νίκης, σαν στοιχείο αναφοράς και κριτήριο άμιλλας ανάμεσα σε άτομα και ομάδες. Όμως η νίκη θα πάψει να είναι ο κύριος στόχος της άθλησης.

Η νίκη θα είναι ένα σχετικό και παροδικό στοιχείο συναγωνισμού και άμιλλας, δηλαδή θα υποτάσσεται στη συνεργασία ανάμεσα στους αθλούμενους που θα έχουν από κοινού σαν στόχο τους να αναπτύσσουν μέσα από κάθε αναμέτρηση και τους εαυτούς τους και τις τεχνικές και την ομορφιά των αθλημάτων και των αθλητικών παιχνιδιών. Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα μπορεί να υπάρξει και η έννοια του ρεκόρ, όχι όμως του ρεκόρ σαν κύριου και ιστορικού στόχου υπεροχής, αλλά σαν ενός σχετικού και περαστικού στο χώρο και στο χρόνο κριτηρίου επιτυχίας μιας κοινής προσπάθειας. Όμως τα σημερινά αθλητικά ρεκόρ που αποτελούν άρνηση και όχι επιβεβαίωση του υγιούς ανθρώπου πρέπει να πάρουν τη θέση που τους αξίζει ανάμεσα στις άλλες επώδυνες παραξενιές των ανθρώπων που καταγράφει το βιβλίο Γκίνες, δίπλα στον άνθρωπο που κράταγε πιο πολύ την αναπνοή του κάτω από το νερό ή του άλλου που έμεινε για πιο πολλές μέρες κρεμασμένος ανάποδα από ένα δέντρο.

Ήδη η πιο προωθημένη από τις προλεταριακές επαναστάσεις, η κινέζικη όταν κορυφώθηκε σαν προλεταριακή πολιτιστική επανάσταση αποφάσισε να πάψει να συμμετέχει στον ιμπεριαλιστικό πρωταθλητισμό και στον βασικό του ηγετικό θεσμό, τις Ολυμπιάδες.


Στην Κίνα του Μάο Τσε Τουνγκ ο αστικός πρωταθλητισμός κριτικαρίστηκε βαθιά και το σύνθημα της προλεταριακής άθλησης «πρώτα η φιλία και μετά ο συναγωνισμός» αντικατέστησε το πολεμικό σύνθημα του αστικού αθλητισμού «όλα για τη νίκη».

Η Κίνα μπήκε ξανά στον διεθνή αθλητικό ανταγωνισμό αμέσως μόλις ήρθε στην εξουσία η νέα αστική τάξη και μόλις ο σοσιαλφασισμός σύντριψε το προηγούμενο προλεταριακό αθλητικό πνεύμα. Η φασιστική Κίνα γέμισε μετάλλια και βυθίστηκε στην πιο βαθιά εκμετάλλευση και διαφθορά. Αλλά το αθλητικό εκείνο πνεύμα δεν χάθηκε.

Υπάρχουν ακόμα και στη δικιά μας χώρα άνθρωποι που θυμούνται ένα φιλικό ποδοσφαιρικό παιχνίδι μιας ομάδας εκείνης της Κίνας στην Ελλάδα με τον Παναθηναϊκό όπου οι Κινέζοι παίκτες σε κάποια στιγμή έδωσαν οι ίδιοι ένα φάουλ στον αντίπαλό τους που δεν το είχε προσέξει ο διαιτητής. Κάτι το ασήμαντο, που όμως συγκίνησε όλους τους θεατές που διαισθάνθηκαν ότι βρέθηκαν μπροστά σε ένα βαθύ μήνυμα από το ανθρώπινο μέλλον και το χειροκρότησαν με θέρμη.

Αλλά ακόμα και ανεξάρτητα από την εμπειρία της κινέζικης προλεταριακής εξουσίας ο νέος λαϊκός αθλητισμός δεν αποτελεί μέρος μιας ουτοπίας που περιμένει να γίνει κάποτε κρατικό διάταγμα. Ήδη μπροστά στα μάτια μας και μέσα στην ατομική πείρα του καθενός βρίσκεται ο αθλητικός συναγωνισμός του μέλλοντος, ο συναγωνισμός ή καλύτερα η άμιλλα μεταξύ φίλων.


Ο καθένας έχει ζήσει εκείνο το ήρεμο και ευγενικό πνεύμα -από το οποίο όμως δεν λείπει το πείσμα- το οποίο διαπερνάει τα αθλητικά παιχνίδια της γειτονιάς, της εκδρομής, και των πολυάριθμων ασταθών μικρών αθλητικών ομάδων που στήνονται εδώ και εκεί αυθόρμητα από τους ανθρώπους του λαού. Αυτές οι προσπάθειες γεννιούνται και σβήνουν χωρίς μέλλον και χωρίς συνέχεια επειδή το σύγχρονο κράτος και το κεφάλαιο τους στερεί τους υλικούς όρους ύπαρξης και πρώτα από όλα της γης, δηλαδή δεν υπάρχει γι αυτούς ούτε αλάνα για μια ποδοσφαιρική ομάδα, ούτε μέσα άθλησης έξω από τον τοπικό σύλλογο που είναι ενταγμένος στο κρατικό ανταγωνιστικό σύστημα, ούτε λεφτά για μια ορειβατική εκδρομή νεολαίων.

Σε τελική ανάλυση τα μέσα άθλησης ανήκουν στο κεφάλαιο όπως ανήκουν και τα μέσα παραγωγής. Και είναι η βαθύτερη αλήθεια ότι όσο τα μέσα παραγωγής θα ανήκουν στο κεφάλαιο τόσο οι άμεσοι παραγωγοί δεν θα είναι σε θέση να αθλούνται. Αν μάλιστα δούμε ότι οι περισσότεροι άμεσοι παραγωγοί σε επίπεδο πλανήτη ζουν στον τρίτο κόσμο μέσα στην απόλυτη αθλιότητα θα διαπιστώσουμε ότι για τους περισσότερους από αυτούς δεν μπαίνει καν θέμα άθλησης. Κανείς πεινασμένος ή εξαντλημένος από τη δουλειά δεν έχει περίσσευμα ενέργειας για να το χάσει αθλούμενος.

Είναι λοιπόν η κοινωνική επανάσταση εκείνη που δίνοντας τα μέσα παραγωγής στους άμεσους παραγωγούς θα τους δώσει και τα μέσα άθλησης. Αυτή την άθληση λοιπόν αυτοί δεν έχουν κανένα λόγο να τη βάλουν στην υπηρεσία του ταξικού ανταγωνισμού που θα ξαναφέρει τους εκμεταλλευτές στην εξουσία και θα τους στερήσει τελικά κάθε υλική και πνευματική τους επαναστατική κατάκτηση.

                                                   Οι πέντε κλασσικοί του μαρξισμού

Η επανάσταση απεχθάνεται τον ιμπεριαλιστικό πολεμικό αθλητισμό και είναι υποχρεωμένη επί ποινή θανάτου να τον συντρίψει. Και πρώτα από όλα πρέπει να συντρίψει την κορυφή αυτού του ανταγωνισμού που είναι οι «Ολυμπιακοί Αγώνες». Εννοείται ότι αυτή είναι μια διαδικασία στην οποία τον πρώτο ρόλο πρέπει να έχουν οι μάζες που σημαίνει ότι έχει νόημα μόνο όταν οι ίδιες οι μάζες από την πείρα τους κατανοήσουν τον θανάσιμο γι αυτές ρόλο του ανταγωνιστικού αθλητισμού. Ως τότε σαν επαναστάτες δεν θα πρέπει να επιτρέπουμε σε κανέναν σοσιαλφασίστα πραξικοπηματία και σε κανέναν ισλαμοφασίστα να καταργεί αυτός από μόνος του τους οποιουσδήποτε αθλητικούς αγώνες, τιμωρώντας τις μάζες για τις συμπάθειες τους και ασκώντας πάνω τους ωμή δικτατορία ώσπου να συμμορφώσουν τα γούστα τους στις δικές τους απαιτήσεις.


Η ανασκευή της κριτικής του σοσιαλφασισμού στους Ολυμπιακούς είναι προϋπόθεση για μια αριστερή και δημοκρατική κριτική σε αυτούς, για μια πραγματική επαναστατική τους άρνηση.

Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι χειρότερος και από τον δυτικού οικονομικού τύπου αθλητικό ανταγωνισμό είναι ο ανατολικού στρατιωτικού τύπου ανταγωνισμός και χειρότερη και από τους δυο, η φεουδαρχικής θρησκευτικής φύσης κατάργησή κάθε επίδειξης και κάθε προσπάθειας σχετικής με την ανάπτυξη και την ομορφιά του ανθρώπινου σώματος.


* Πρόκειται για άρθρο που δημοσιεύτηκε στο φύλλο 391 του οργάνου της ΚΕ της ΟΑΚΚΕ «Νέα Ανατολή», στις 30 του Ιούλη του 2004, με αφορμή τότε τους  Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Λίγες ημέρες μετά, ξεσπούσε το σκάνδαλο Θάνου – Κεντέρη. Το αναδημοσιεύουμε με αφορμή τη σημερινή επίσημη έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου, μιας και συμπυκνώνει την επαναστατική προλεταριακή κριτική στο ιμπεριαλιστικό αντι-αθλητικό πνεύμα Ανατολής και Δύσης, που έχει την «τιμητική» του σε κάθε Ολυμπιάδα.

Πάρθηκε από http://kokkinometerizi.blogspot.com/2012/07/blog-post_27.html

Τρίτη 5 Μαρτίου 2019

Αιώνια η πάλη ανάμεσα στην ύλη και την ιδέα

Από το blog Η ΑΘΕΪΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΕΤΗ


Στην προηγούμενη ανάρτηση δώσαμε έμφαση στην ελλιπή γνώση των πιστών σε θέματα φυσικής και φιλοσοφίας και αντιμετωπίσαμε τον ενεργητισμό των ιδεαλιστών που έχοντας μια σχετική μόρφωση προσπαθούν να θεμελιώσουν τα δόγματα της πίστης τους οικειοποιώντας την επιστήμη φυσικά διαστρεβλώνοντάς την. Οι πρώτοι, οι αγράμματοι πιστοί, είναι φιντεϊστές, που διατείνονται ότι η πίστη τους είναι ανώτερη της λογικής ακόμα και αν συγκρούεται με τον ορθολογισμό, όπως καυχιόταν ο Τερτυλλιανός για την σοφή παραλογία του. Οι δεύτεροι είναι ενεργητιστές που οικειοποιώντας την επιστήμη προσπαθούν να στηρίξουν την πίστη τους διαστρεβλώνοντας φυσική και φιλοσοφία με ιδεαλισμούς. Θεωρώντας ότι είναι αδύνατον να πείσουμε τους πρώτους, σύμφωνα με την αρχή ότι κατεβαίνοντας στο επίπεδό τους είναι βέβαιο ότι θα ηττηθούμε από την ανοησία, στρέφουμε τα βέλη μας στους δεύτερους αφού με όρους φυσικής και λίγης φιλοσοφίας ελπίζουμε ότι μπορούμε να διατηρήσουμε ένα σχετικό επίπεδο λογικής. Έτσι στην προηγούμενη ανάρτηση δώσαμε έμφαση στην υλικότητα της μάζας και της ενέργειας στηρίζοντας μια φιλοσοφία μονισμού. Αυτές τις δυο μορφές ύπαρξης της ύλης οι ενεργητιστές, όπως παλιά οι πνευματοκρατιστές, τις ξεχωρίζουν σαν δυο διαφορετικές ουσίες ύπαρξης, προκειμένου να βγάλουν συμπεράσματα για να στηρίξουν τον ιδεαλισμό τους θέτοντας το πνεύμα σαν πρωταρχική ουσία και την ύλη σαν παράγωγο, όπως ο Πλάτων θεωρούσε τις ιδέες του αντικειμενικές, εξ ου και ο όρος «αντικειμενικός ιδεαλισμός»! Εδώ ας κάνουμε μια σύντομη χρονική αναδρομή για να δούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, παρακάμπτοντας σχεδόν για δυο χιλιάδες χρόνια τις υλιστικές απόψεις των φυσικών φιλοσόφων, του Θαλή και του Δημόκριτου που κατάφεραν να βρουν απαντήσεις, όχι στις ευφάνταστες εικασίες ιδεαλιστών φιλοσόφων, αλλά αναζητώντας απαντήσεις παρατηρώντας τη φύση και υπολογίζοντας με τη λογική.

                           Πλάτων, Αυγουστίνος, Θωμάς Ακινάτης, Τζώρτζ Μπέρκλευ

Ο αριστοκρατικός φιλόσοφος, Πλάτων, θεμελιωτής του αντικειμενικού ιδεαλισμού και θιασώτης του δουλοκτητικού συστήματος της εποχής του, θεωρούσε ότι η υλιστική φιλοσοφία οδηγούσε κατευθείαν στον αθεϊσμό, και σε αυτό δεν είχε άδικο. Ίσως ήταν από τις πιο τρανές και αληθινές διαπιστώσεις του, όμως αυτό δεν το επαινεί αφού στους «Νόμους» του υποστήριζε ότι οι άθεοι πρέπει να θανατώνονται σαν εγκληματίες! Στην φιλοσοφία του διακήρυττε ότι ο κόσμος των αισθητών πραγμάτων, αυτά που βλέπουμε δηλαδή, ήταν τα ωχρά αντίγραφα και οι σκιές των ιδεών. Η ύλη, έλεγε, δεν υφίσταται αυτοτελώς αλλά γίνεται πραγματική μόνο χάριν στην δύναμη της ιδέας και του πνεύματος! Μέσω του Αυγουστίνου η πνευματοκρατία του Πλατωνισμού πέρασε στον χριστιανισμό και στη Δύση μέσα από τις ιδέες του Θωμά του Ακινάτη και τις διαστρεβλώσεις του Αριστοτέλη επηρέασε την Μεσαιωνική σχολαστική φιλοσοφία. Όλα αυτά μέχρι να εμφανιστεί ο Φράνσις Μπέϊκον στα τέλη του 16ου αιώνα, που απέδιδε το αληθινό νόημα της φιλοσοφίας, όχι στο πνεύμα και τα δόγματα της θρησκείας αλλά στην μεθοδολογία της γνώσης της φύσης, στο πείραμα και την απόδειξη. Όμως οι ιδεαλιστές δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Μπροστά στην αναβίωση των υλιστικών ιδεών αντίπαλο δέος στάθηκε ο «υποκειμενικός ιδεαλισμός» του ιρλανδού επίσκοπου Τζωρτζ Μπέρκλεϋ που διακήρυττε τον 18ο αιώνα ότι οι ιδέες που βρίσκονται στο νου του θεού, μας τις τροφοδοτεί στον δικό μας σαν εντυπώσεις. Αυτά, έλεγε, είναι τα αισθητηριακά δεδομένα! Έτσι, οι ιδέες έγιναν υποκειμενικές ποιότητες. Μεταξύ άλλων και αυτός υποστήριξε ότι τα εξωτερικά αντικείμενα, τα πράγματα δηλαδή, δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας. Εκείνο που υπάρχει είναι το πνεύμα που νοεί, ενώ τις παραστάσεις τις προκαλεί ο φορέας τους, ο θεός! Απορρίπτοντας το φυσικό κόσμο και την ύλη αρνείται κάθε φυσική επιστήμη. Πολέμησε και αυτός με δριμύτητα τους υλιστές και τις πρωτοπόρες επιστημονικές απόψεις της εποχής του, όπως για παράδειγμα τη φυσική του Νεύτωνα που τότε θεμελίωνε επιστημονικά τον τρόπο που εκδηλώνονται τα φυσικά φαινόμενα. Από τότε, πότε έτσι και πότε αλλιώς οι ιδεαλιστές, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο προσπαθούσαν να αντισταθούν στην άνοδο του υλισμού που με επιστημονικό τρόπο ανακάλυπταν νόμους και θεμελίωναν επιστημονικά την νομοτέλεια της φύσης. Βλέποντας όμως, όσο καλύτερα ερμήνευαν οι επιστήμονες τον κόσμο, τόσο περισσότερους θεούς απέβαλλαν από το κεφάλι τους, οι ιδεαλιστές με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συνέχιζαν να αντιστέκονται διαστρεβλώνοντας φυσικές έννοιες και φιλοσοφία. Εδώ ακριβώς βρισκόμαστε.


Με τις νέες επιστημονικές ιδέες και ο χριστιανισμός αναγκάστηκε να βάλει αρκετό νερό στο κρασί του, άσχετα αν δεν το παραδέχεται. Ο χριστιανισμός σήμερα δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την αντικειμενικότητα της φύσης, όμως επιμένει να μην αναγνωρίζει και την οντολογική του αυτάρκεια. Αυτήν την αποδίδει στο θεό, ταυτίζοντας την ύλη με το πνεύμα. Έτσι η ψυχή γίνεται ενέργεια που σαν τις ιδέες του Πλάτωνα εκπορεύεται από το θεό. Η δημιουργία του κόσμου από το θεό, στις μέρες μας, αρκετά έχει τροποποιηθεί από τότε που οι βεδουίνοι «φιλόσοφοι της ερήμου» επινόησαν. Ο κόσμος μας δεν είναι στατικός. Ο θεός δεν φαίνεται να δημιούργησε τον κόσμο σε κείνες τις εφτά μέρες, αφού όλα τα επιστημονικά δεδομένα μας αναγκάζουν να δεχτούμε την συνεχιζόμενη δημιουργία, όπου ο θεός είναι πανταχού απών! Σήμερα με διάφορες διαστρεβλώσεις δικαιολογούν την γέννηση και την καταστροφή σε αυτό το αέναο γίγνεσθαι, είτε ο θεός επεμβαίνοντας, είτε το κοσμικό ρολόϊ με θεϊκή βούληση κουρδίζεται και ξεκουρδίζεται όπως εξ΄ αρχής το όρισε να γίνεται. Όμως, από την άλλη, οι φυσικοί νόμοι αφαιρούν όλο και περισσότερες αρμοδιότητες μιας τέτοιας θεϊκής επέμβασης. Οι νόμοι της παγκόσμιας έλξης του Νεύτωνα, άθελά του, το έκανε και αυτό στη φυσική, όπως και οι νόμοι του Λαβουαζιέ στη χημεία, του Δαρβίνου στην βιολογία και κάθε καινοτομίας στο χώρο επιρροής του κάθε επιστήμονα. Ο κόσμος μας τελικά δεν δημιουργήθηκε προ έξι χιλιάδων ετών, αλλά πριν δισεκατομμύρια χρόνια, ενώ η εμφάνιση του ανθρώπου έγινε μόλις πριν από λίγες χιλιάδες χρόνια, τα πνεύματα και οι θεοί επινοήθηκαν πολύ αργότερα και οι θρησκείες θεμελιώθηκαν μόλις πρόσφατα.


Πώς θα δικαιολογήσουν τώρα οι ιδεαλιστές στους σκαπανείς των φυσικών επιστημών που αποδεικνύουν να υφίσταται το συμπαντικό γίγνεσθαι ακόμα και όταν δεν υπήρχαν άνθρωποι ώστε ο θεός να μεταδίδει στους νόες τους τα αισθητηριακά δεδομένα; Κι όμως, οι διαστρεβλωτές του κόσμου επιμένουν ακόμα στις απόψεις του ιρλανδού επισκόπου ότι η ύλη, δεν υπάρχει ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας και κάθε τι που γίνεται δεν καθορίζεται από προηγηθέντα φυσικά αίτια, όταν η πραγματικότητα είναι διαφορετική! Η επιστήμη απέδειξε με τον καλύτερο τρόπο τις θέσεις του επιστημονικού υλισμού για την υλικότητα του κόσμου, όπου η ύλη, σαν ουσία, είναι αυτή που δημιουργεί την αισθητηριακή αντίληψη, αν και αυτό ήταν γνωστό ακόμα από την αρχαιότητα. Αυτή είναι η αντικειμενική πραγματικότητα του κόσμου που υπάρχει ανεξάρτητα από το ανθρώπινο πνεύμα. Το ότι είναι αιώνια και αδημιούργητη, άπειρη στο χώρο και τον χρόνο και εντός της περιέχει και την αιτία της ύπαρξής της, όπως επίσης ότι αναπτύσσεται εξελικτικά, φυσικά και δεν μπορεί να το αποδείξει, αφού το πρόβλημα της οντολογικής της αυτάρκειας δεν είναι ζήτημα επιστημονικό, αλλά φιλοσοφικό. Η επιστήμη δεν μπορεί ούτε να το αποδείξει, ούτε να το αναιρέσει, όμως μπορεί μέσα από τους διάφορους κλάδους της επιστήμης να γενικεύσει μια κοσμοθεωρία που ο θεός φαίνεται να μην είναι αναγκαίος για την ύπαρξη και την διαιώνισή του κόσμου, όπως ακριβώς και η δημιουργία του δεν είναι σύμφυτη με τη λογική, αφού ο κόσμος μας δεν είναι δημιούργημα και δεν εξαρτάται από το νου κανενός. Συνεπώς, ούτε ο κόσμος εξαρτάται από το νου μας αφού υπάρχει ανεξάρτητα από αυτόν. Η κίνηση της ύλης είναι ενδογενής που εκφράζει τον τρόπο της ύπαρξής της και την νομοτελειακή της ανάπτυξη στο χρόνο. Το πνεύμα, λόγω της πολύ μεταγενέστερης εμφάνισής του, είναι επιστημονικά εξακριβωμένο ότι αποτελεί μια νοητική δραστηριότητα του εγκεφάλου και συνεπώς ο θεός, σαν ιδέα, καταντά απλά ένα νοητικό επινόημα που πρέπει να συνέβη στα πρώτα στάδια ανάπτυξης του εγκεφάλου του, στην προσπάθειά του να εξηγήσει με τις δυνατότητες που είχε τότε, τη φύση και τον κόσμο του! Αναφέρομαι στην εποχή των Νεάντερταλ. Εκεί ανήκει η λογική των πνευμάτων.


Ο θεός λοιπόν, σαν ιδέα είναι παράγωγο όχι μόνο της ύλης, αλλά σαν ιδέα, σχετικά με την εμφάνιση του ανθρώπου, μόλις πρόσφατα επινοήθηκε. Οι δε θρησκείες ακόμα αργότερα. Συνεπώς ο άνθρωπος δεν πίστευε ανέκαθεν στο θεό. Οι θεοί και οι θρησκείες εμφανίστηκαν σε κάποιο στάδιο εξέλιξης του ανθρώπου και θα εξαφανιστούν σε κάποιο άλλο. Τουλάχιστον αυτό αποτελεί διαπίστωση της ανθρωπολογίας και η αποδοχή της, όπως φαίνεται είναι καθολική από την κοινωνιοβιολογία και ανθρωπολογία. Αν δεν πείθει τους ιδεαλιστές, αυτό δεν φαίνεται να μας ξενίζει αφού από την εποχή του Πλάτωνα ακόμα αντιδρούσαν! Για φέρτε την εικόνα μπροστά σας, τον Πλάτωνα να ετοιμάζεται να σχίσει τα συγγράμματα του Δημόκριτου και οι πιο νηφάλιοι μαθητές του να προσπαθούν να τον αποτρέψουν! Σήμερα όχι μόνο σαν Έλληνες, αλλά και σαν άνθρωποι καυχιόμαστε για τις ιδέες του Δημόκριτου. Δεν είναι λυπηρό που οι χριστιανοί ακολούθησαν την συμβουλή του Πλάτωνα να καταστρέφουν ό,τι αντιτίθεται στην ιδεολογία τους και να καίνε άθεους για να φοβίσουν τους πιστούς;
Πιο πάνω παρακάμψαμε τις άνω των δυο χιλιάδων χρόνων απόψεις των φυσικών φιλοσόφων, του Θαλή και του Δημόκριτου, μέσω των οποίων οδηγηθήκαμε στην επιστημονική και τεχνολογική επανάσταση. Αρχικά με τον μηχανιστικό υλισμό της εποχής του Διαφωτισμού και στη συνεχεία στον Διαλεκτικό και Επιστημονικό Υλισμό που ξεκαθάρισε το τοπίο από κάθε ιδεαλιστική παγίδα.
Πώς έγινε αυτό θα το δούμε στην επόμενη ανάρτηση «Αγώνας δρόμου για τον μονισμό της ύλης».



Πάρθηκε από http://epic-atheist.blogspot.com/2019/02/blog-post.html

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

ΠΩΣ Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΕΦΕΡΕ ΞΑΝΑ ΤΑ 4 ΚΟΡΑΚΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΕΘΝΟΣ


Πουθενά τόσο πολύ όσο στο μακεδονικό δεν εκφράζονται με τόση βαρβαρότητα τα αποτελέσματα της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ και της συνακόλουθης διάλυσης των διεθνιστικών βαλκανικών κομμουνιστικών κομμάτων και η αντικατάσταση τους με σοσιαλφασιστικά και σοσιαλσοβινιστικά. Πιστεύουμε μάλιστα ότι σε καμιά άλλη χώρα στον κόσμο όσο στην Ελλάδα δεν εκδηλώνεται πιο χτυπητά αυτός ο εκβαρβαρισμός μιας και μόνο σε αυτήν δημιουργείται τώρα δα μπροστά στα μάτια μας ένα πλειοψηφικό στο λαό πολιτικό κίνημα που έχει πρακτικά στην ηγεσία του ένα κανονικό χιτλερικό κόμμα όπως είναι η «Χρυσή Αυγή».

 Ότι και να λένε οι κάθε λογής φιλελεύθεροι που θεωρούν πατριωτικά τα συλλαλητήρια της ντροπής, αυτά από το βασικό τους αίτημα και μόνο δεν μπορούν να έχουν άλλο κόμμα πολιτικό ηγέτη εκτός από τη ναζιστική δολοφονική συμμορία. Και τούτο γιατί μετά τις Πρέσπες που πρόδωσαν στην πράξη την τάχα «μία και μόνη Μακεδονία», δηλαδή την κατά τον Ελύτη «ψυχή του έθνους», μόνο οι ναζιστές είναι κατάλληλοι για να τιμωρήσουν τους προδότες με το μόνο τρόπο που οι κατεστραμμένες οικονομικά και γι αυτό όλο και πιο θυμωμένες μάζες θεωρούν τον πιο συνεπή απέναντί τους: την άσκηση ωμής φασιστικής βίας.

Η φασιστική βία βρίσκεται μέσα στη γραμμή της «μίας Μακεδονίας» και δεν είναι μια παρέκκλιση ως προς τη δημοκρατική εφαρμογή αυτής της γραμμής, γιατί δεν μπορεί να εκφραστεί με δημοκρατικό τρόπο η απαίτηση να καταργηθεί η εθνική υπόσταση και η κρατική κυριαρχία μιας άλλης χώρας. Αυτό το καταλαβαίνουν οι περισσότεροι δημοκράτες. Εκείνο που δεν φαίνεται εύκολα είναι ότι η λογική της «μίας Μακεδονίας» βρίσκεται μέσα στη λογική και του «σύνθετου ονόματος», δηλαδή βρίσκεται μέσα σε όλη τη λεγόμενη εθνική γραμμή, δηλαδή βρίσκεται και μέσα στην εμφανιζόμενη σαν φιλειρηνική και διεθνιστική συμφωνία των Πρεσπών.

Πρόκειται για τη βία που ασκούν στη γειτονική χώρα οι ελληνικές κυβερνήσεις να αλλάξει όχι απλά το όνομά της, αλλά ουσιαστικά να αρνηθεί τον εθνικό χαρακτήρα του κράτους της. Αυτή η βία δεν εκδηλώθηκε με τα όπλα αλλά ασκήθηκε αρχικά άμεσα με οικονομικό αποκλεισμό ώσπου να αλλάξει η γειτονική χώρα το όνομά της προσθέτοντας σε αυτό τον προσδιορισμό που την κάνει τέως χώρα, το «Πρώην Γιουγκοσλαβική». Μετά η πίεση συνεχίστηκε με τη βοήθεια των όπλων των αλβανών αποσχιστών και, όλο αυτό τον καιρό, με την έμμεση απειλή βίας από τους βούλγαρους επεκτατιστές για να γίνει το όνομα σύνθετο όχι απλά με έναν πολιτειακό αλλά έναν γεωγραφικό προσδιορισμό, δηλαδή να γίνει κράτος που καταλαμβάνει απλά ένα έδαφος στην επιφάνεια της γης, ώστε να φύγει από τη μέση κάθε υπαινιγμός για την εθνική του ύπαρξη. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό που επιβάλλεται ανοιχτά σε αυτή τη μικρή χώρα μέσα από όλες τις αλλεπάλληλες εκβιαστικές αλλαγές του ονόματός της και του Συντάγματος της από το 1993 και το 1995 ως τις Πρέσπες είναι η σταδιακή απαλοιφή κάθε σαφούς αναφοράς σε ύπαρξη μακεδονικού έθνους. Αυτό γιατί μόνο χωρίς εθνική υπόσταση μπορεί το συγκεριμένο κράτος να γίνει ένα κλωτσοσκούφι από τους σοβινιστές των γειτονικών χωρών και από όλους τους ιμπεριαλιστές και κυρίως από τους σοσιαλιμπεριαλιστές που κανακεύουν ή υποδαυλίζουν όχι μόνο τους σοβινιστές που περικυκλώνουν τη χώρα, αλλά και τους σοβινιστές της ίδιας της Δημοκρατίας της Μακεδονίας που το μόνο που κάνουν είναι να προβοκάρουν τον αγώνα της για εθνική ανεξαρτησία και να ασκούν και αυτοί βία στο λαό της.

Ο λόγος για τον οποίο αναφερθήκαμε στην αρχή για τον εκβαρβαρισμό που έφερε η διάλυση των κομμουνιστικών κομμάτων σε όλο τον κόσμο, είναι ότι χάρη σε αυτή τη διάλυση συντελείται στα Βαλκάνια ένα από τα μεγαλύτερα εθνικά εγκλήματα που βρίσκονται σε εξέλιξη μετά τη διάλυση της κάποτε σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας. Τέτοιο είναι το έγκλημα της άρνησης της ύπαρξης μακεδονικού έθνους κύρια από την Ελλάδα και τη Βουλγαρία και δευτερευόντως από την Αλβανία, που αναγνωρίζει μακεδονική εθνότητα, αλλά αρνείται ότι με τις ιστορικές πρωτοβουλίες αυτής της εθνότητας και τους εθνικούς αγώνες της συγκροτήθηκε αυτό το κράτος.

Η άρνηση του εθνικού χαρακτήρα αυτού του κράτους οφείλεται ουσιαστικά στη διάλυση των κομμουνιστικών κομμάτων στα Βαλκάνια και στην αντικατάσταση τους από σοσιαλφασιστικά πολύ πριν διαλυθεί η Γιουγκοσλαβία. Αυτή η διαδικασία ήταν ιδιαίτερα καταστροφική στην περίπτωση της Βουλγαρίας και της Ελλάδας, όπου τα νέα σοσιαλφασιστικά ψευτοκομμουνιστικά κόμματα με επικεφαλής τους Ζίβκοφ και Φλωράκη αντίστοιχα φτάσανε στο σημείο να εκδηλώσουν ανοιχτά τον αντιδιεθνιστικό και φασιστικό τους κατήφορο μετά τα 1970 ο πρώτος, και μετά τα 1980 ο δεύτερος όπου ξεδιάντροπα πια ποδοπάτησαν τον πυρήνα της διεθνιστικής ιδεολογίας των ΚΚ των Ζαχαριάδη και Δημητρόφ η οποία εκδηλώθηκε πάνω απ όλα ακριβώς στην αναγνώριση της ύπαρξης μακεδονικού έθνους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το βουλγάρικο κομμουνιστικό κόμμα που χρειάστηκε να δώσει μια τρομακτικού βάρους πολιτική και ιδεολογική πάλη με επικεφαλής τον σπουδαίο Δημητρόφ για να αποδείξει ότι το μακεδονικό έθνος είναι άλλο από το βουλγάρικο και κατά συνέπεια η Βουλγαρία δεν μπορεί να έχει εδαφικές βλέψεις σε βάρος του κύριου όγκου των εθνοτικά μακεδονικών εδαφών. Ουσιαστικά πάνω σε αυτό το ζήτημα πήραν οι κομμουνιστές και στις δύο αυτές χώρες τον τίτλο του πραγματικού διεθνιστή, και αυτό όχι μόνο με τα λόγια αλλά με το αίμα τους στους εμφύλιους, και με τα εκτελεστικά αποσπάσματα και τα βασανιστήρια στις φυλακές των ελλήνων και των βούλγαρων σοβινιστών. Από τότε ως τα σήμερα η αναγκαία συνθήκη για να είναι κομμουνιστής ένας έλληνας ή ένας βούλγαρος είναι να αναγνωρίζει την ύπαρξη και τα δικαιώματα του μακεδονικού έθνους και της μακεδονικής εθνικής μειονότητας σε κάθε μια από τις δυο αυτές χώρες. Από την άλλη μεριά είναι σχεδόν ζήτημα αρχής για τις αστικές τάξεις των δύο χωρών ότι δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος. Λέμε «σχεδόν» γιατί υπάρχει και μια φιλελεύθερη αστική άποψη σύμφωνα με την οποία υπάρχει μακεδονικό έθνος όχι για αντικειμενικούς λόγους, αλλά γιατί έτσι αυτοπροσδιορίζεται, δηλαδή γιατί νομίζει ότι είναι έθνος. Αυτή η αντίληψη μπορεί να σημαίνει είτε μια δειλή αναγνώριση ενός καταπιεσμένου έθνους είτε είναι μια τακτική ενός καταπιεστικού έθνους να διαλύσει ένα καταπιεζόμενο με το να σπρώχνει διάφορες εθνικές μειονότητες μέσα του να αποσχισθούν από αυτό.

Ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας των ιστορικών των βαλκανικών αστικών τάξεων για το ότι δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος, βασίζεται στο επιχείρημα ότι αυτό το έθνος ήταν ένα εφεύρημα της Τρίτης Διεθνούς η οποία με την απόφασή της το 1934 να το αναγνωρίσει, είναι εκείνη που στην πραγματικότητα το δημιούργησε. Πρόκειται για τον ισχυρισμό ότι αυτό το έθνος δεν προέκυψε από τη ζωή και την κοινωνική και πολιτική δράση των μαζών που το αποτέλεσαν αλλά από τη συνείδηση και μάλιστα από τα σχέδια κάποιας υποτιθέμενης κλίκας δικτατόρων που έξω από τις μάζες έγραφε για λογαριασμό τους την παγκόσμια ιστορία. Στο βάθος το αντικομμουνιστικό αυτό επιχείρημα αξιοποιεί το πραγματικό γεγονός ότι αυτό το έθνος ήρθε σαν τέτοιο στο ιστορικό προσκήνιο πολύ πρόσφατα, δηλαδή στην εποχή του ώριμου καπιταλισμού και μάλιστα του ιμπεριαλισμού. Το μακεδονικό έθνος δηλαδή δεν εμφανίστηκε στο προσκήνιο της ιστορίας μαζί με τα μεγάλα ευρωπαϊκά έθνη από τις αρχές της αστικής εποχής, ούτε καν στις αρχές του 18ου ή του 19ου αιώνα, όπως έγινε με τα περισσότερα βαλκανικά έθνη και εθνικά κράτη, αλλά άρχισε να συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, αρχικά με τους διανοούμενους του, από τα τέλη του 19ου αρχές του 20ου αιώνα και μετά να νιώθουν αυτήν την πραγματικότητα με όλη τους τη δύναμη και οι πλατειές, βασικά αγροτικές μάζες των εθνικά μακεδόνων μέσα από τη συμμετοχή στον κοινό β΄ παγκόσμιο αντιφασιστικό πόλεμο. Είναι μέσα στη διάρκεια αυτού του πόλεμου τομής στη σύγχρονη ιστορία των λαών, που έγινε το τελικό ξεκαθάρισμα της εθνικής μακεδονικής συνείδησης. Γιατί ως τον β΄ παγκόσμιο οι μεγάλες μάζες των Μακεδόνων, υπέφεραν από την άγρια αφομοιωτική καταπίεση την οποία τους είχαν επιβάλει η σέρβικη κυριαρχία στο Βορρά και η ελληνική στο Νότο. Όμως στον πόλεμο, βρέθηκαν για πρώτη φορά τόσο συγκεκριμένα και τόσο ωμά μπροστά στην καταπίεση του βουλγάρικου έθνους στο οποίο ως τότε ταλαντεύονταν αν ανήκαν η όχι, καθώς είχαν σε σημαντικό βαθμό κοινή γλώσσα με αυτό ενώ είχαν πολύ λιγότερο κοινή με το σέρβικο και καθόλου με το ελληνικό. Όμως η βουλγάρικη καταπίεση έγινε η χειρότερη για τους εθνικά Μακεδόνες όταν ο βουλγάρικος σοβινισμός συμμάχησε με τη ναζιστική Γερμανία παρασέρνοντάς το μεγαλύτερο μέρος του βουλγαρικού έθνους για να κάνει τμήμα της φιλοχιτλερικής Μεγάλης Βουλγαρίας το κατοικούμενο από τους Μακεδόνες κομμάτι της Γιουγκοσλαβίας, όπως και τα αντίστοιχα της ελληνικής Μακεδονίας και της Μακεδονίας του Πιρίν. Μόνο έτσι οι εθνικά Μακεδόνες σαν μάζα ξεκαθάρισαν οριστικά με το βουλγάρικο εθνικισμό όπως στην αρχή του 20ου αιώνα το είχαν κάνει ήδη με τους δυο άλλους πιο ανοιχτά εχθρικούς και εθνοτικά πιο ξένους καταπιεστές του, τον ελληνικό και το σέρβικο.

Είναι λοιπόν η πείρα της ζωής που οδήγησε τους Μακεδόνες, που ένοιωθαν τέτοιοι περισσότερο τοπικά παρά εθνικά στο να ακολουθήσουν μαζικά το δρόμο της ένοπλης εθνικοαπελευθερωτικής αντίστασης ενάντια στους βούλγαρους κατακτητές και ακόμα πιο πολύ ενάντια τους γερμανούς ναζί συμμάχους τους.

Αλλά αυτό το δρόμο της εθνικής μακεδονικής απελευθέρωσης από το βουλγάρικο και παράλληλα από το σέρβικο σοβινισμό τον είχαν ήδη χαράξει και τον ακολουθούσαν κυρίως στη Γιουγκοσλαβία του μεσοπολέμου, δηλαδή μια δεκαετία πριν από το 1940, με τη μεγαλύτερη συνέπεια και αυτοθυσία οι μακεδόνες κομμουνιστές που έτσι κατοχυρώθηκαν σαν η εθνική πρωτοπορία αλλά και η ταξική πρωτοπορία του εθνικά μακεδονικού λαού. Την ανάλογη συνεπή αντιφασιστική στάση έδειξαν στη διάρκειά του β παγκόσμιου πόλεμου οι εθνικά μακεδόνες κομμουνιστές και στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία. Και στις τρεις αυτές καταπιεστικές χώρες οι μακεδόνες κομμουνιστές πολεμούσαν στον αντιφασιστικό πόλεμο δίπλα-δίπλα στους σέρβους, έλληνες και βούλγαρους συντρόφους τους όσο και αν ο ασταμάτητα αναδυόμενος και πάντα παρών αστικός εθνικισμός, και ο εθνικά μακεδονικός, έβαζε εμπόδια σε αυτή την ενότητα από κάθε πλευρά.

Ετσι γεννήθηκε το μακεδονικό έθνος, που δεν είναι το μόνο που εμφανίστηκε πιο αργά στο προσκήνιο ακριβώς επειδή το καταπίεσαν τόσο έντονα αυτά που εμφανίστηκαν πιο νωρίς. Το έθνος είναι μια δυναμική έννοια της αστικής εποχής και η αναζήτηση ενός μακρινού παρελθόντος για τη διεθνή νομιμοποίηση καθενός από αυτά είναι ιδεαλισμός και πολιτική αντίδραση.

Στη συγκεριμένη περίπτωση αντίθετα από ό,τι λένε οι αστοί και ιδίως οι αντικομμουνιστές ιστορικοί δεν είναι κάποιος Στάλιν και κάποια Τρίτη Διεθνής που δημιούργησαν το μακεδονικό έθνος, αλλα αντίθετα είναι η καταπίεση των μακεδόνων από τις τρεις πολύ καταπιεστικές απέναντί τους βαλκανικές μοναρχίες που οδήγησαν τους πρωτοπόρους πατριώτες και ιδιαίτερα τους κομμουνιστές ανάμεσα σε αυτούς να καταλάβουν πρώτοι ότι αυτός ο λαός αποτελούσε ένα ξεχωριστό έθνος, και να πολεμήσουν για την απελευθερωσή του μέσα από τη δημιουργία ενός πολυεθνικού κράτους. Στη διάρκεια των μακεδονικών εθνοαπελευθερωτικών αγώνων του 20ου αιώνα οι μακεδόνες εθνικιστές δεν είχαν ποτέ την ακτινοβολία και την απήχηση των μακεδόνων κομμουνιστών γιατί δεν έβλεπαν ούτε τον πολυεθνικό, οπότε αναγκαστικά διεθνιστικό χαρακτήρα ενός μακεδονικού κράτους που θα προέκυπτε μέσα από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και στις τρεις καταπιεστικές χώρες, ούτε την ταξική φύση ενός τέτοιου αγώνα που εκείνη την εποχή θα ήταν αναγκαστικά αγροτικός.

Ηταν η διαπίστωση αυτής της πραγματικότητας που έκανε την Τρίτη Διεθνή στα πλαίσια του αντιφασιστικού μετώπου, και στις συνθήκες των όλο και στενότερων σχέσεων του βουλγάρικου σοβινισμού, αλλά και τους ελληνικού και του σέρβικου με τον ανερχόμενο φασισμό στην Ευρώπη, να σκύψει μεθοδικά πάνω στο μακεδονικό ζήτημα, να το μελετήσει συλογικά και να διατυπώσει επίσημα την τελική θέση της ότι υπάρχει μακεδονικό έθνος. Η ορθότητα αυτής της θέσης επιβεβαιώθηκε από τα πράγματα όταν ο μακεδονικός λαός ακολούθησε συντριπτικά και στις τρεις χώρες τους κομμουνιστές του και έδωσε το μεγάλο, κοινό αντιφασιστικό αγώνα έχοντας συνείδηση των εθνικών του δικαιωμάτων που τουλάχιστον στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, όπου το διεθνικό επαναστατικό προλεταριάτο νίκησε, οι γιουγκοσλάβοι μακεδόνες απέχτησαν το δικό τους ομόσπονδο κράτος. Μόνο όταν η Γιουγοσλαβία διαλύθηκε, αφού πολύ προηγούμενα είχαν νικηθεί ταξικά οι κομμουνιστές της, το ανεξάρτητο πια νεαρό και μικρό μακεδονικό κράτος βρέθηκε ξανά μπροστά στα τρία παλιά κοράκια, την Ελλάδα, τη Βουλγαρία και τη Σερβία. Μόνο που αυτά τούτη τη φορά ήταν πια ασύδοτα σε βαναυσότητα γιατί δεν είχαν πια μέσα τους τα μαζικά τους κομμουνιστικά κόμματα. Μάλιστα αυτή τη φορά προστέθηκε και το πιο καινούργιο, γι αυτό και πιο διψασμένο για επέκταση κοράκι, η Αλβανία που το κομμουνιστικό της κόμμα και όταν ήταν επαναστατικό ήταν ήδη χτυπημένο από τον εθνικσμό που εκδηλωνόταν κυρίως στο ζήτημα του Κόσβου. Το επικίνδυνο με τον αλβανικό σοβινισμό είναι ότι μόνο αυτός μπόρεσε να χρησιμοποιήσει ένα ισχυρό εσωτερικό στήριγμα όπως την αλβανική εθνική μειονότητα για να τη σπρώξει στο δρόμο της εθνικής και εδαφικής διάσπασης της χώρας που ζει. Στον αλβανικό σοβινισμό πατάνε σήμερα η Ελλάδα και η Βουλγαρία με την κρυφή υποκίνηση της Ρωσίας και την πλήρη κατανόηση της Δύσης, για να διασπάσουν πολιτικά και να διαμελίσουν εθνοτικά, τη Δημ. της Μακεδονίας. Από την άλλη πάλι η Ρωσία χρησιμοποιεί τη φασιστική Σερβία και τους μακεδόνες σοβινιστές για να φτιάξει έναν ορθόδοξο σλάβικο άξονα σαν δήθεν απάντηση στον αλβανικό σοβινισμό και τη Δύση. Ελλείψει των μαζικών κομμουνιστικών κομμάτων είναι οι ευρωπαϊκές αστικές δημοκρατίες (στις οποίες την εξουσία έχουν οι μονοπωλιακές αστικές τάξεις δεύτερης γραμμής), εκείνες που έχουν την ιστορική ευθύνη για το ότι επέτρεψαν στα τέσσερα κοράκια και κυρίως στο πιο διαβρωμένο από τους φασίστες ελληνικό να αμφισβητήσουν έμπρακτα την κρατική κυριαρχία, και, μέσω της ενθάρρυνσης του αλβανικού σοβινισμού και την εδαφική ακεραιότητα αυτής της χώρας.

Αν οι λαοί των Βαλκανίων δεν σηκωθούν να υποστηρίξουν αυτή τη μικρή περικυκλωμένη Δημοκρατία πόλεμος και φασιστικές δικτατορίες είναι αυτό που θα εισπράξουν. Γιατί παρόλο που προς το παρόν υπάρχουν στα Βαλκάνια ατιμώρητα εγκλήματα πολύ πιο φρικαλέα, όπως είναι ο διαμελισμός και η εθνοκάθαρση της Βοσνίας από τη Σερβία, ή πιο υποχθόνια εγκλήματα, όπως είναι ο διαμελισμός της Σερβίας και η αναγνώριση του Κοσόβου, το μακεδονικό έγκλημα είναι κατά τη γνώμη μας το πιο βασανιστικό και το πιο επικίνδυνο γιατί σε αυτό εμπλέκονται πρακτικά τα μισά Βαλκάνια που αργοσκοτώνουν με το μαρτύριο της ασφυξίας, της διαρκούς πολιτικής ταλάντευσης και του διχασμού μια μικρή χώρα που θέλησε απλά να ζήσει ειρηνικά και δημοκρατικά.

Πάρθηκε από https://www.oakke.gr/antifasism/2013-02-16-20-18-50/2013-02-16-20-23-51/item/1105-%CF%80%CF%89%CF%83-%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B5%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%B5-%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B1-%CF%84%CE%B1-4-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%89-%CE%B1%CF%80%CE%BF-%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF-%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CF%83

Ουσία και αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας

 του Παναγιώτη Γαβάνα Ένα από τα βασικά ζητήματα που είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί στην αρχή αυτής της σειράς άρθρων που παρουσιάζουμε ανα...