Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

Domingo Sevilla: Οι νόμοι της διαλεκτικής & η οικοδόμηση του κομμουνιστικού κόμματος

Η μαρξιστική – λενινιστική φιλοσοφία βασίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες: την αντίληψη για τον κόσμο και τη μέθοδο ανάλυσης των φαινομένων που λαμβάνουν χώρα σε τρία πεδία: τη φύση, την κοινωνία και τη σκέψη, παρότι αυτή η διάκριση γίνεται μόνο για διδακτικούς σκοπούς, καθότι η αντίληψη και η μέθοδος είναι στενά αλληλοσυνδεόμενες τόσο που η ιδεαλιστική αντίληψη αντιστοιχεί στη μεταφυσική μέθοδο και η υλιστική στη διαλεκτική. Επιπρόσθετα, κάθε μια από αυτές, αντιστοιχούν στα συμφέροντα της τάξης που τις υιοθετεί: η μία για να διατηρήσει το εκμεταλλευτικό σύστημα και η άλλη για να το καταστρέψει.
Ας θυμηθούμε επιγραμματικά τις αντιλήψεις για τον κόσμο: υπάρχουν μόνο δύο, η ιδεαλιστική και η υλιστική, οι οποίες συνίστανται απλούστατα στην διατύπωση του τι είναι πρωταρχικό ή ποιο πράγμα παράγει ποιο, η ύλη και το πνεύμα ή η ύλη και η νόηση.
Για τους ιδεαλιστές, η ιδέα ή ένα “καθολικό πνεύμα” είναι η πηγή της ύλης, δημιούργησε το σύμπαν και τα ανθρώπινα όντα. Ως εκ τούτου, η ύλη είχε μια αρχή και, κατά συνέπεια, θα έχει και τέλος.
Για τους υλιστές, η ύλη είναι αιώνια και μπορεί αυτό να αποδειχθεί από το γεγονός ότι είναι αδύνατο να δημιουργήσει κανείς ύλη από το τίποτα ή να την κάνει να εξαφανιστεί, καθώς αν αυτό ήταν εφικτό, όπως ισχυρίζονται οι ιδεαλιστές, οι λαοί θα είχαν επιλύσει τα υλικά τους προβλήματα, αφού, μόνο με την ιδέα ή τη σκέψη θα μπορούσε να δημιουργηθεί στέγη, τροφή, οχήματα και άλλα αναγκαία για τη ζωή στοιχεία.
Υποστηρίζουμε, επομένως, ότι η ύλη πάντοτε υπήρχε και πάντοτε θα υπάρχει, φυσικά, σε διαφορετικές μορφές· ότι τίποτε δεν τη δημιούργησε, αλλά βρισκόταν σε συνεχή αλλαγή και ανάπτυξη, μέχρι του σημείου να φτάσει τη μέγιστη έκφρασή της που είναι μέχρι στιγμής γνωστή, τον ανθρώπινο εγκέφαλο, τη μόνη ύλη που είναι ικανή να γεννήσει τη σκέψη, την ιδέα ή τη συνείδηση. Για αυτό, αποδεχόμενοι το φαινόμενο του Big Bang, αυτό δεν σημαίνει, όπως ισχυρίζονται οι ιδεαλιστές, την αποδοχή της απαρχής της ύπαρξης της ύλης, παρά την αποδοχή της αρχής μιας ανάπτυξης της ίδιας μέχρις ότου να φτάσει τη σημερινή της κατάσταση.

Η διαλεκτική

Ο μαρξισμός ισχυρίζεται ότι είναι η “επιστήμη η οποία πραγματεύεται τους πιο γενικούς νόμους της ανάπτυξης της φύσης, της κοινωνίας και της ανθρώπινης σκέψης”, με τέτοιο τρόπο που όλα τα φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα στα τρία πεδία που προαναφέρθηκαν μπορούν να αναλυθούν με τη διαλεκτική μέθοδο, η οποία προέρχεται από την ελληνική λέξη “διαλέγομαι”, που σημαίνει διάλογος αλλά και πολεμική. Στην αρχαιότητα λεγόταν ότι μέσω του διαλόγου ή της σύγκρουσης ιδεών ανακαλύπτεται η αλήθεια. Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για το ότι η πάλη ανάμεσα σε αντίθετα πράγματα είναι ο νόμος που βρίσκεται στη βάση της ανάπτυξης οποιουδήποτε φαινομένου σε οποιοδήποτε από τα τρία προαναφερθέντα πεδία.
Σε αντίθεση με τη μεταφυσική, ο διαλεκτικός υλισμός έχει τρία ιδιαίτερα χαρακτηριστικά:
1.Δεν βλέπει τα αντικείμενα ή τα φαινόμενα απομονωμένα το ένα από τα άλλα, αλλα ως συνδεόμενα μεταξύ τους, καθώς, σε διαφορετική περίπτωση, θα είχαμε φαινόμενα μη εξηγήσιμα, μεμονωμένα. Δεν υπάρχει, επομένως, φαινόμενο χωρίς αιτία, ούτε αιτία που δεν παράγει κάποιο νέο φαινόμενο.
2.Βλέπει ότι μέσα σε κάθε φαινόμενο υπάρχουν δύο στοιχεία αντίθετα, ευρισκόμενα σε διαπάλη και μόνιμη σύγκρουση, η οποία συνιστά την κινητήρια δύναμη ανάπτυξης του φαινομένου.
3.Πραγματεύεται τη φύση, την κοινωνία και τη σκέψη ωσάν αυτές να βρίσκονται σε μόνιμη κίνηση και αλλαγή. Τίποτα δεν είναι σε ηρεμία: η ακινησία είναι επιφανειακή, γιατί η ύλη βρίσκεται σε μόνιμη κίνηση και, ως εκ τούτου, σε διαρκή αλλαγή και ανάπτυξη.
4.Θεωρεί ότι υπάρχουν δύο τύποι στις αλλαγές που προκαλούνται κατά τη διαδικασία της ανάπτυξης της ύλης: ποιοτικοί και ποσοτικοί· αλλαγές στην ποσότητα, οι ίδιες που συσσωρεύονται στο φαινόμενο και καθορίζουν, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, μία αλλαγή στην ποιότητα του ίδιου του φαινομένου, το οποίο αποκτά μια νέα διακριτή από την προηγούμενη ποιότητα και ενός σταδίου ανώτερου.

Έννοια του νόμου

Κατά το μαρξισμό – λενινισμό, είναι η βαθιά, ουσιαστική, σταθερή, επαναλαμβανόμενη σχέση ανάμεσα σε φαινόμενα ή σε πτυχές του ίδιου φαινομένου. Ο νόμος είναι η αντανάκλαση του ουσιαστικού στην κίνηση του καθολικού.
Οι νόμοι, ανάλογα με τα πεδία που επενεργούν, μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε καθολικούς, γενικούς και ιδιαίτερους. Σε αυτό το κείμενο θα αναφερθούμε στους καθολικούς νόμους, οι οποίοι επενεργούν στα πεδία της φύσης, της κοινωνίας και της σκέψης, δηλαδή, στους νόμους της διαλεκτικής και την εφαρμογή τους στην οικοδόμηση του κόμματος του προλεταριάτου.

Οι τρεις νόμοι της διαλεκτικής και η οικοδόμηση του κόμματος

Πρώτος νόμος: ενότητα και πάλη των αντιθέτων

Είναι η πηγή της ανάπτυξης των φαινομένων και εκφράζεται με το ότι σε κάθε φαινόμενο υπάρχουν δύο αντιτιθέμενα, δύο αντίθετα, τα οποία υπάρχουν υπό τον όρο ότι υπάρχει το άλλο, δηλαδή αποκαλείται ενότητα για αυτό το λόγο· όμως δεν συμφιλιώνονται, αλλά βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση, επιχειρώντας το ένα να αντικαταστήσει το άλλο· και αυτή η σύγκρουση είναι που καθορίζει την ανάπτυξη του φαινομένου.
Όμως ας δούμε πώς αυτός ο νόμος διέπει την ανάπτυξη ενός φαινομένου όπως είναι το κόμμα του προλεταριάτου, το κομμουνιστικό κόμμα.
Το κομμουνιστικό κόμμα είναι αυτό που εκπροσωπεί τα οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, σε αντιπαράθεση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης, με δεδομένο ότι πρόκειται για τις δύο σημαντικότερες (όχι τις μοναδικές) τάξεις που υπάρχουν στην καπιταλιστική κοινωνία.
Σε κοινωνικό, πολιτικό, εκλογικό επίπεδο, η αστική και η εργατική τάξη είναι τα δύο ανταγωνιστικά αντίθετα για τα οποία κάνει λόγο ο πρώτος νόμος και για αυτό βρίσκονται σε μια διαλεκτική ενότητα, δηλαδή, στην καπιταλιστική κοινωνία, όμως ευρισκόμενες σε μόνιμη σύγκρουση και διαπάλη: η μία για να διατηρήσει το σύστημά της και η εργατική τάξη για να το καταστρέψει και να το αντικαταστήσει από ένα άλλο, το σοσιαλισμό.
Όμως, καθώς αυτός ο νόμος, ο οποίος έχει καθολικό χαρακτήρα, επενεργεί επίσης στη σφαίρα της σκέψης, αυτή η πάλη των τάξεων ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο αναπαράγεται και στο ιδεολογικό πεδίο, τόσο εντός κοινωνίας όσο και εντός κομμουνιστικού κόμματος. Πώς; Εντός κοινωνίας, με την παρουσία της αστικής τάξης και την επιβολή από πλευράς της των ιδεών της, των πεποιθήσεών της, των αντιλήψεών της κλπ. Και, από την άλλη, με την παρουσία – στην ίδια καπιταλιστική κοινωνία – των ιδεών του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Και οι δύο συγκρούονται στον καπιταλισμό, με την αστική τάξη να έχει το πλεονέκτημα, καθώς, κατέχει την εξουσία.
Επίσης εκφράζεται εντός κομμουνιστικού κόμματος, με την ιδεολογική διαπάλη ανάμεσα σε ιδέες, αντιλήψεις, πρακτικές και δράσεις αστικές και μικροαστικές, τις οποίες υιοθετούν κάποια μέλη του κόμματος, και τις προλεταριακές αντιλήψεις, πρακτικές και δράσεις των άλλων. Δεν πρόκειται απλώς για μια φυσική ή φραστική σύγκρουση: πρόκειται για μια βαθιά σύγκρουση ανάμεσα σε ιδεολογικές αντιλήψεις και πρακτικές αντιτιθέμενων τάξεων.
Ποιες είναι αυτές οι μη προλεταριακές αντιλήψεις, πρακτικές και δράσεις που υιοθετούν κάποια μέλη του κόμματος;
Ο υποκειμενισμός, ρεύμα που βλέπει και αναλύει τα φαινόμενα σύμφωνα με τις επιθυμίες μας και όχι με την πραγματικότητα, δηλαδή, μια ιδεαλιστική εκτίμηση της πραγματικότητας, η οποία τοποθετεί πιο ψηλά την ιδέα, τη σκέψη μας, πιο πάνω από αυτό που είναι πραγματικό. Ως εκ τούτου, δεν επιτρέπει να αναλύουμε με αντικειμενικό τρόπο το ή τα φαινόμενα, την ουσία τους, ώστε να μετασχηματίσουμε αυτή την πραγματικότητα· και με το να μη μπορούμε να τη μετασχηματίσουμε, αυτή συνεχίζει απαράλλαχτη προς όφελος της αστικής τάξης, η οποία κυριαρχεί. Όταν δρούμε κατ’ αυτό τον τρόπο, τα τίμια μέλη, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, υπηρετούμε τα συμφέροντα της αστικής τάξης.
Ένα από τα στυλ δουλειάς μας που αντιμετωπίζουμε μόνιμα με την ιδεολογική πάλη είναι ο γραφειοκρατισμός, το οποίο είναι ένα αντιδραστικό ρεύμα που αποσπά την ηγεσία από τα μέλη του κόμματος, αποσπά τον αγωνιστή της βάσης από τις μάζες, επιδιώκει με ιδεαλιστικό τρόπο να “διευθύνει και να ελέγχει” την επαναστατική δουλειά από την καρέκλα, το γραφείο, το σπίτι ή με τις νέες τεχνολογίες, μέσω του διαδικτύου, με το κινητό ή το facebook, αφήνοντας στην άκρη μια προλεταριακή πρακτική άμεσης σύνδεσης για την καλύτερη γνώση της πραγματικότητας όπου εργαζόμαστε και για να μπορούμε έγκαιρα να κάνουμε τροποποιήσεις και αλλαγές πορείας. Πρόκειται για μια ιδεαλιστική μέθοδο, γιατί θέτει σε πρώτο πλάνο την περιορισμένη, επιφανειακή και όχι επιστημονική γνώση της πραγματικότητας.
Άλλη έκφραση επίσης ιδεαλιστικών αντιλήψεων μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα είναι ο βολονταρισμός, ο οποίος εκφράζεται με το να θέλουμε να εκπληρώσουμε καθήκοντα εκτός πραγματικότητας, πέραν των δυνατοτήτων, μόνο με την “απόφαση και θέληση” να τα εκπληρώσουμε. Και, συγκρουόμενες με την πραγματικότητα, οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί, δεν μπορούν να υλοποιηθούν ή υλοποιούνται μόνο μερικώς, προκαλώντας έτσι στον αγωνιστή απογοήτευση, αποθάρρυνση, με συνέπεια τη μη ανάληψη ευθυνών. Και, με την επιμονή σε αυτή την πρακτική, ενίοτε επέρχεται ως και η έξοδος από την κομματική οργάνωση, αφού τότε κυριαρχεί το μικροαστικό πνεύμα της αποκαρδίωσης μπροστά στα πρώτα εμπόδια, μία ταξική πρακτική η οποία αντιτίθεται στο επίμονο και ανθεκτικό πνεύμα της εργατικής τάξης. Η καταπολέμηση αυτής της πρακτικής αποτελεί επίσης τμήμα της ταξικής πάλης που λαμβάνει χώρα εντός κόμματος.
Άλλη πρακτική η οποία καταπολεμάται με την μαρξιστική – λενινιστική ιδεολογία μας είναι ο εμπειρισμός, ένα ρεύμα το οποίο θεωρεί μόνο την “εμπειρία” μέσο γνώσης, περιφρονεί τη μελέτη και την έρευνα, και το οποίο επίσης εκφράζει μια μικροαστική πρακτική, καθώς οι επιστημονικές γνώσεις για την επίλυση των πρακτικών προβλημάτων της επανάστασης δεν μελετώνται, δεν αφομοιώνονται και δεν τίθενται στην πράξη από τους αγωνιστές, κάτι που σημαίνει περιφρόνηση ενός πολύ σημαντικού εργαλείου για τη γνώση και την καλύτερη ανάλυση της πραγματικότητας που επιθυμούμε να αλλάξουμε.
Αυτή η αντίληψη δουλειάς στις τάξεις των επαναστατών βρίσκει μια ξεκάθαρη έκφραση στον πρακτικισμό, ένα ρεύμα το οποίο μετατρέπει το μέλος σε απλό εκτελεστή καθηκόντων, σε άνθρωπο που δεν εκπονεί πολιτική ούτε πρωτοβουλίες για το μέτωπο ή τον τομέα δουλειάς που βρίσκεται, και το οποίο έτσι μετατρέπει τη δράση του σε ένα σύνολο ατομικιστικών ενεργειών οι οποίες είναι απομονωμένες από τις μάζες, άσκοπες, χωρίς συγκεκριμένο στόχο ο οποίος να συμβάλλει στην επαναστατική διαδικασία, και οι οποίες τελικά καταλήγουν να το εξουθενώσουν, το κάνουν να χάσει την επαναστατική προοπτική και, σε όχι λίγες περιπτώσεις, να εγκαταλείψει τις τάξεις του κόμματος της εργατικής τάξης.
Πρόκειται για μια ακόμα μικροαστική πρακτική η οποία έλκει, όπως και στις άλλες κοινωνικές τάξεις, την καταγωγή της στην παραγωγή. Ο μικροαστός, όπως ο μικροϊδιοκτήτης, ο χειροτέχνης, ο ιδιοκτήτης μικρού εργαστηρίου, η μοδίστρα, ο ράφτης, ο τσαγκάρης και άλλοι μικροπαραγωγοί εκτελούν όλα τα καθήκοντα της παραγωγής: προετοιμάζουν την πρώτη ύλη, την επεξεργάζονται και τελικά αποκτούν ένα προϊόν προορισμένο για ανταλλαγή, δηλαδή ένα εμπόρευμα το οποίο ήταν το προϊόν της μοναχικής δράσης του καθενός από αυτούς. Πέραν αυτού, ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παραγωγής είναι ότι είναι χωρίς τάξη, μη σχεδιασμένη, αυθόρμητη και, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ατελής την ώρα που προσφέρεται στους πελάτες. Τελικά, το χαρακτηριστικό του χειροτέχνη είναι ότι αισθάνεται ευχαριστημένος με το καθήκον του που ολοκλήρωσε μοναχικά.
Αυτό αντιτίθεται προς τη συλλογική, συντεταγμένη και σχεδιασμένη δράση της ίδιας της αστικής τάξης στην οποία υποτάσσει και υποχρεώνει το προλεταριάτο στην παραγωγική διαδικασία εμπορευμάτων σε ένα εργοστάσιο. Όλοι οι εργάτες εισέρχονται με ακρίβεια για να υλοποιήσουν τους “στόχους” της παραγωγής που έχουν τεθεί από τον εκμεταλλευτή, με ωράρια και δράση που τοποθετούν τον εργαζόμενο σχεδόν σε κατάσταση “επέκτασης” των μηχανών που χειρίζεται. Αντίθετα με το μικροαστό χειροτέχνη, κανένας εργάτης δεν μπορεί να πει ότι παρήγαγε αυτός μόνος το ζευγάρι παπούτσια, ρούχα, καρέκλες κλπ, καθώς επρόκειτο για μία συλλογική δράση των εργαζομένων για να παράγουν πολλά εμπορεύματα.
Στην επαναστατική μας δουλειά εκφράζονται με σαφήνεια αυτά τα δύο αντιτιθέμενα ρεύματα: Το ένα, το χειροτεχνικό, το οποίο εμφανίζεται όταν αρνούμαστε να συνδέσουμε επαναστατικά καθήκοντα και τις πιο πρωτοπόρες μάζες και τμήματα, να τα κερδίσουμε ιδεολογικά και πολιτικά στις θέσεις του κόμματος και να τα πείσουμε ότι τα καθήκοντα που τίθενται είναι τμήμα της επαναστατικής διαδικασίας ώστε συλλογικά να μπορούμε να προχωρήσουμε σε αυτή τη διαδικασία. Θυμίζοντας τον χειροτέχνη που είναι ευχαριστημένος, όταν δρούμε ως μικροαστοί, προκειμένου να έχουμε εκπληρώσει τα καθήκοντα, αισθανόμαστε μια “επαναστατική ικανοποίηση”, όμως, όπως και ο χειροτέχνης, είμαστε μονάχοι.
Αυτή η πρακτική, η οποία έχει μια ιδεολογική προέλευση, δίνει τροφή στο να εμφανιστεί σε πολλά στελέχη ο προσωποκεντρισμός, τα οποία πιστεύουν ότι είναι απαραίτητα για την επαναστατική διαδικασία, τα οποία πιστεύουν ότι “χωρίς εμένα τίποτα δεν ολοκληρώνεται, τίποτα δεν βγαίνει”, υιοθετώντας πολλές φορές πρακτικές “αυτάρκειας”, αλαζονίας, υπεροχής, σύγκρουσης ανάμεσα στα ίδια τα μέλη, για το “ποιος θα είναι στην πρώτη γραμμή”, ή “ποιος θα καταλαμβάνει το πρώτο πλάνο στον Τύπο ή τα τηλεοπτικά μέσα”, και τα οποία εκφυλίζονται ενίοτε σε θέσεις οπορτουνιστικές. Η πάλη ενάντια σε αυτή την παρέκκλιση αποτελεί τμήμα μιας ιδεολογικής πάλης: πρέπει να αντιτάξουμε σε αυτό τον τύπο εκφράσεων την επαναστατική ταπεινότητα, την επαναστατική απλότητα, την ευελιξία για να ξεπερνάμε δυσμενείς καταστάσεις, δηλαδή, να αντιτάξουμε τις προλεταριακές στάσεις απέναντι στις αστικές και μικροαστικές στάσεις, οι οποίες είναι εσφαλμένες.
Όμως επίσης, ως τμήμα μη προλεταριακών εκφράσεων, συναντούμε και το φορμαλισμό, το μικροαστικό εκείνο κίνημα της βολικότητας, της “εκπλήρωσης” των καθηκόντων χωρίς επαναστατική πρωτοβουλία, όταν δουλεύουμε “με τη δύναμη της συνήθειας”, δηλαδή, αφήνουμε τα πράγματα ως έχουν παρότι είμαστε κομμουνιστές, “προκειμένου να μη μας ασκηθεί κριτική”. Η σύγκρουση σε αυτή την τάση είναι επίσης τμήμα της πάλης των τάξεων στο εσωτερικό του κόμματος.
Αυτές δεν είναι οι μοναδικές ιδεολογικές εκφράσεις που απαντώνται κατά την ιδεολογική πάλη που αναπτύσσεται στο εσωτερικό του κόμματος, όμως είναι οι πιο σημαντικές και, ως εκ τούτου, είναι αυτές που πρέπει να αντιπαλεύουμε έχοντας μια θεμελιώδη αντίληψη: οι μαρξιστές – λενινιστές δεν είμαστε μάζα, είμαστε επαναστάτες ηγέτες, οργανωτές και καθοδηγητές της επαναστατικής διαδικασίας, δηλαδή – ας το αποσαφηνίσουμε αυτό – πηγαίνουμε με μια διαφορετική νοοτροπία να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, να τις κάνουμε κτήμα των μεσαίων στελεχών, των μελών του κόμματος, των υποψήφιων μελών, των μελών των αριστερών μετώπων, πηγαίνουμε με μια πρακτική οργανωτών της διαδικασίας, να κάνουμε τα καθήκοντα κτήμα κάθε φορά όλο και πιο πλατιών στρωμάτων των μαζών.
Αν πραγματευόμαστε αυτά τα ιδεολογικά καθήκοντα με προλεταριακές αντιλήψεις, αναπτύσσοντας μια δίκαιη, επίμονη και βαθιά ιδεολογική διαπάλη στους κόλπους μας, θα τα εκπληρώσουμε και θα επιβάλλουμε τη μαρξιστική – λενινιστική πρακτική και, συνεπώς, θα βάλουμε το κόμμα σε μια άλλη κατάσταση, που θα σημάνει μια αλματική πρόοδο στην οικοδόμηση του κόμματος.

Δεύτερος νόμος: νόμος της μετατροπής των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές

Ας αρχίσουμε ορίζοντας αυτό το οποίο στη φιλοσοφία συνιστά ποιότητα: είναι το σύνολο των ιδιοτήτων που κάνει ένα φαινόμενο ή ένα αντικείμενο αυτό που είναι. Δηλαδή, το σύνολο χαρακτηριστικών που κάνουν ένα σκύλο να είναι σκύλος, μια εστία να είναι μια εστία και ένα κοινωνικό σύστημα να είναι κοινωνικό σύστημα, για παράδειγμα, ο καπιταλισμός.
Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι τα φαινόμενα, τα πράγματα, ή γενικά η ύλη δεν βρίσκονται σε ηρεμία, αλλά είναι σε διαρκή αλλαγή. Για ποιο λόγο προκαλείται αυτή η αλλαγή; Ας πούμε, βασικά, από τη σύγκρουση ανάμεσα στα αντίθετα που υπάρχουν στο εν λόγω φαινόμενο. Όμως εδώ πρέπει να διακρίνουμε τι τύποι αλλαγών υπάρχουν: αλλαγές ποσοτικές, οι οποίες δεν αλλάζουν την ουσία του φαινομένου, και αλλαγές στην ποιότητά του, δηλαδή, μια αλλαγή στην ουσία του.
Ωστόσο, οι αλλαγές στην ουσία ενός φαινομένου δεν λαμβάνουν χώρα με τρόπο αυθόρμητο, αλλά είναι το αποτέλεσμα συσσώρευσης αλλαγών στην ποσότητα. Για παράδειγμα, η αλλαγή από την ποιότητα ενός εμβρύου σε αυτή ενός νεογέννητου ανθρώπου, αποτελεί προϊόν μηνών εγκυμοσύνης, μέχρις ότου η συσσώρευση αλλαγών θα δημιουργήσει σε μια πολύ σύντομη στιγμή την αλλαγή σε μια νέα ποιότητα. Αυτή η ξαφνική, βίαιη, κομβική αλλαγή ονομάζεται διαλεκτικό άλμα.
Το κομμουνιστικό κόμμα είναι ένα φαινόμενο, μια διαλεκτική ενότητα όπου, όπως είδαμε προηγουμένως, συγκρούονται σε ιδεολογικό επίπεδο οι δύο κοινωνικές τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας και, σε αυτό, συναντούμε ηγετικά κλιμάκια όπως και δεκάδες, εκατοντάδες και χιλιάδες μελών που, ως σύνολο, και με την επαναστατική τους πρακτική, διαμορφώνουν, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, μια ποιότητα.
Το κομμουνιστικό κόμμα έχει συνείδηση του ότι δεν μπορεί από μόνο του να αποκτήσει την ιδιότητα του οδηγητή της επαναστατικής διαδικασίας και να τη φτάσει στην κορύφωσή της με την κατάληψη της εξουσίας: χρειάζεται να καταλάβουμε ότι η συσσώρευση ποσοτικών αλλαγών τόσο στην πολιτική, όσο και στο οργανωτικό σκέλος του κόμματος θα οδηγήσει σε μία νέα ποιότητά του· ως εκ τούτου, επιβάλλεται να κατανοήσουμε την υποχρεωτικότητα της διαδικασίας συσσώρευσης δυνάμεων οι οποίες έχουν συμφέρον από την κοινωνική αλλαγή, οι οποίες επιδιώκουν την εγκαθίδρυση ενός νέου κοινωνικού καθεστώτος, χωρίς εκμεταλλευτές. Για όσο αυτό δεν συμβαίνει, απλούστατα, η “έφοδος στον ουρανό” δεν θα μπορεί να αποτελεί πραγματικότητα.
Το πρώτο βήμα για αυτή τη διαδικασία είναι το να διαρθρωθεί η σπονδυλική στήλη της ίδιας, όπως είναι η συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά, κυρίως τη φτωχή· όμως επίσης σημαίνει να εντάξουμε σε αυτό το σχέδιο όλες τις εργαζόμενες κοινωνικές τάξεις και στρώματα και τους καταπιεσμένους λαούς του Ισημερινού που νιώθουν κοινωνική και γενική περιθωριοποίηση, αποστρέφονται την εκμετάλλευση των φυσικών μας πλούτων και την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, θύματα του ιμπεριαλισμού, όλους τους άντρες και τις γυναίκες του Εκουαδόρ που αισθάνονται την αναγκαιότητα να φτάσουμε σε μια κοινωνία που δημιουργεί ένα νέο άτομο, ένα νέο πρόσωπο, χωρίς μικροπρέπειες και βλαβερούς ατομικισμούς. Το να καταλαβαίνουμε έτσι την επαναστατική δουλειά σημαίνει πως εφαρμόζουμε σωστά το δεύτερο νόμο της διαλεκτικής, καθώς το αποτέλεσμα θα είναι ένα άλμα στο συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων το οποίο προφανώς θα φέρει πιο κοντά τη στιγμή της εξέγερσης στο Εκουαδόρ και την ανατροπή της αστικής τάξης ως τάξης.
Ως τμήμα αυτής της ενιαίας διαδικασίας, είναι υποχρεωτικό οι δυνάμεις της επαναστατικής αριστεράς να μεγαλώσουν ταχύτατα και σε μεγάλη ποσότητα, με τρόπο ώστε να διασφαλιστεί η καθοδήγηση από πλευράς εργατικής τάξης αυτής της ενιαίας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, πρέπει να καταλαβαίνουμε επίσης αυτό το νόμο ως την ανάγκη οι διάφορες τακτικές του κόμματος του προλεταριάτου να επιφέρουν μία μετεωρική ανάπτυξη σε οργανωτικό επίπεδο· και, τέλος, στο εσωτερικό του κόμματος του προλεταριάτου, να αναπτύσσεται η συνείδηση του ότι η διαδικασία της συσπείρωσης, επιλογής και στρατολόγησης αποτελεί επίσης και μια διαδικασία συσσώρευσης ποιοτικών αλλαγών ώστε, σε μια δεδομένη στιγμή, αυτή η συσσωρευμένη ποσότητα να επιφέρει ένα διαλεκτικό άλμα στην ποιότητα του κόμματος, και αυτό να φτάνει σε νέο στάδιο για να πραγματεύεται με καλύτερο τρόπο την επαναστατική διαδικασία και τις πολιτικές προϋποθέσεις που αυτή απαιτεί.
Συνεπάγεται, επομένως, ότι πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτή η διαδικασία συσπείρωσης μελλοντικών μελών του κομμουνιστικού κόμματος πρέπει να λαμβάνει χώρα με πραγματικά κύματα, με μεγάλο τρόπο, ώστε αυτό να επιτρέψει στο μέλος να επιλέξει τους καλύτερους άντρες και γυναίκες της εργατικής τάξης και του λαού, ώστε να πετύχει την μεγέθυνση του κόμματος.
Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις αυτή η πρακτική ευτελίζεται, συσπειρώνονται λίγοι και φυσικά απομένουν τόσο λίγοι για στρατολόγηση στο τέλος μιας διαδικασίας που αυτές οι στρατολογήσεις δεν διαμορφώνουν πραγματικά ένα άλμα στην ποιότητα. Έτσι, πρέπει να αναμένουμε χρόνια πολλά για να πετύχουμε μία αρκετά σημαντική μεγέθυνση.
Το να μην κατανοούμε, επομένως, ότι η πολιτική και ιδεολογική δουλειά με τις μάζες μας πρέπει να μας κάνει να καθοδηγούμε τους αγώνες για τις υλικές και πολιτικές διεκδικήσεις και ότι, σε αυτή τη διαδικασία, πρέπει να συσπειρώνουμε τους φυσικούς αγωνιστές αυτών των μαζών, τους πιο σκληρά εργαζόμενους, τους πιο εξεγερμένους, αυτούς ακόμα που ενίοτε δεν συμφωνούν με ό,τι λέμε, όμως είναι από σκαρί μαχητών και καθοδηγητών, σημαίνει πως δεν κατανοούμε στην πράξη το δεύτερο νόμο της διαλεκτικής.
Η συσπείρωση δεκάδων, εκατοντάδων, χιλιάδων προσώπων για τη διαμόρφωση πυρήνων υποψηφίων για μέλη του κόμματος, θα επιλύει, εξάλλου, προβλήματα όπως την ανάπτυξη και την πώληση του επαναστατικού Τύπου, τα οικονομικά της οργάνωσης, την ύπαρξη ανθρώπων για τις διάφορες τακτικές και, το πιο σημαντικό: μια νέα και πολυάριθμη στρατιά κομμουνιστών.
Αυτή η μορφή εργασίας για την οικοδόμηση του κόμματος θα έχει ως συνέπεια μια μεγαλύτερη επιρροή στις λαϊκές μάζες, θα πολλαπλασιάσει τον αγώνα στα άλλα κοινωνικά τμήματα, θα δημιουργήσει όρους για αγώνες όλο και πιο μεγάλους, διεκδικητικούς και, πάνω από όλα, το κόμμα, σε μια αδιάσπαστη διαδικασία, θα μεγεθύνεται με μεγάλα άλματα. Κατανοώντας έτσι αυτό το νόμο, θα διασφαλίζουμε ένα κόμμα όλο και πιο μεγάλο και ποιοτικότερο, το οποίο να είναι σε καλύτερες συνθήκες για να εκπληρώσει την ιστορική του αποστολή να οδηγήσει την εργατική τάξη και τους λαούς του Εκουαδόρ στην κατάκτηση της εξοσυάις και στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.

Τρίτος νόμος: ο νόμος της άρνησης της άρνησης

Πρώτα πρέπει να ορίσουμε την έννοια της άρνησης στη διαλεκτική: άρνηση είναι η απαραίτητη, υποχρεωτική αντικατάσταση μιας παλιάς ποιότητας από μια νέα, η οποία γεννήθηκε μέσα στην παλιά, όμως είναι σε ένα στάδιο και ποιοτικά ανώτερη από την προηγούμενη. Έτσι, για παράδειγμα, η πρωτόγονη κομμουνιστική κοινωνία αντικαταστάθηκε από τη δουλοκτητική, αυτή από τη φεουδαρχία, αυτή από τον καπιταλισμό και ο καπιταλισμός από το σοσιαλισμό. Αυτό σημαίνει πως η δουλοκτητική ήταν άρνηση της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας, η φεουδαρχία άρνηση της δουλοκτητικής, ο καπιταλισμός άρνηση της φεουδαρχίας και ο σοσιαλισμός άρνηση του καπιταλισμού, για να φτάσουμε τελικά, στη μετάβαση στον κομμουνισμό. Όλες οι νέες ποιότητες, οι οποίες είναι προϊόν της κοινωνικής ανάπτυξης, συνιστούν ένα ανώτερο στάδιο σε αυτή την ανάπτυξη. Είναι αυτό που αποκαλείται σπειροειδής ανάπτυξη.
Ας εργαστούμε λοιπόν για να αντικαταστήσουμε την παλιά, διεφθαρμένη και εκμεταλλευτική καπιταλιστική αστική κοινωνία από μια νέα κοινωνία, χωρίς εκμετάλλευση, τη σοσιαλιστική κοινωνία, την κοινωνία της ευημερίας. Για κάτι τέτοιο, χρειαζόμαστε επίσης ένα κόμμα με μια νέα ποιότητα, το οποίο έχει τις ιδεολογικές, πολιτικές και οργανωτικές προϋποθέσεις για να εκπληρώσει το πιο σύνθετο ως τώρα καθήκον, αυτό του να προχωρήσει προς τη διαδικασία που να θέτει τις βάσεις για την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού στο Εκουαδόρ.
Κάθε φορά που υπάρχει μια σημαντική ποσοτική ανάπτυξη, με τη μορφή που αναπτύχθηκε προηγουμένως, αυτό οδηγεί σε μια νέα ποιότητα που, με τη σειρά της, αποτελεί άρνηση της προηγούμενης, η οποία όμως θέτει το κομμουνιστικό κόμμα σε ένα στάδιο κάθε φορά ανώτερο, το οποίο επιτρέπει, επίσης, ως προϊόν της αριθμητικής του ανάπτυξης, μία καθοδήγηση όλο και πιο ικανή, με μεγαλύτερη αφοσίωση και ανάπτυξη, όπως επίσης και μία βάση όλο και πιο αφοσιωμένη στη διαδικασία που αναφέρεται μια καθοδήγηση του κόμματος, με μεγαλύτερη δεξιότητα για την εκπόνηση επαναστατικών πολιτικών, με καλύτερες ιδεολογικές προϋποθέσεις για την υλοποίηση αυτής της γραμμής, με μέλη όλο και πιο διακεκριμένα και θαρραλέα, για την ανταπόκριση στις νέες προκλήσεις που θέτει η επαναστατική διαδικασία.
Πρέπει να καταλάβουμε επίσης ότι αυτή η διαδικασία δεν ανακόπτεται: η διαλεκτική ανάπτυξη του κομμουνιστικού κόμματος θα συνεχίσει και μετά την κατάληψη της εξουσίας, με τα καθήκοντα της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας· και κάτι τέτοιο θα απαιτεί ένα κόμμα ανώτερης ποιότητας, το οποίο θα σταματήσει να υπάρχει με την οικοδόμηση του κομμουνισμού, η οποία θα προκαλέσει την εξαφάνιση των κοινωνικών τάξεων και την εξαφάνιση τόσο του σοσιαλιστικού κράτους όσο και του ίδιου του κόμματος, καθώς αυτό εκπροσωπεί τα πολιτικά και ιδεολογικά συμφέροντα της εργατικής τάξης· και, καθώς αυτή θα έχει εξαφανιστεί, ούτε το κόμμα θα είναι πλέον απαραίτητο.
Οι νόμοι της διαλεκτικής θα συνεχίσουν να δρουν στην ανθρώπινη κοινωνία σε άλλες σφαίρες και όχι πλέον στην πάλη των τάξεων.
Νοέμβρης 2014

Περιοδικό Revista Politica, Θεωρητικό Περιοδικό της Κεντρικής Επιτροπής του Μαρξιστικού Λενινιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος Εκουαδόρ, τ. 29, Δεκέμβρης 2014, σ.σ. 111-126
Μετάφραση:  parapoda.wordpress.com

Από http://anasintaxi.blogspot.gr/2017/02/domingo-sevilla.html

Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017

Το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας...και η διαστρέβλωση και απάτη των φιλισταίων...

 Διαβάζοντας όλα αυτά, μπορεί κανείς, που επιθυμεί να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία, να κυριαρχηθεί από ζάλη και ν’ αρχίσει, όπως ο Γκαίτε στο «Φάουστ», να φωνάζει: «Όλα αυτά με αποβλακώνουν σε βαθμό, που λες και γυρίζει στο κεφάλι μου μια μυλόπετρα!». Δεν υπάρχει, τέλος πάντων, κανένα μέσο που να διευκολύνει τον άνθρωπο να προσανατολιστεί μέσα σ’ αυτή την πολυπλοκότητα, που φέρνει σύγχυση;

Ναι, το μέσο αυτό υπάρχει. Και είναι ένα πολύ σπουδαίο μέσο. Ο Φρίντριχ Ένγκελς χαρακτήρισε αυτό το μέσο σαν το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας. Ύστερα απ’ όσα είπαμε, μπορούμε ευκολότερα να κατανοήσουμε το ζήτημα αυτό. Θα το εκθέσουμε παρακάτω με δικά μας λόγια:

Σε τελευταία ανάλυση, το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας είναι η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη φύση και το πνεύμα, στο Είναι και τη συνείδηση. Ποιο από τα δυό είναι το πρωταρχικό: η φύση ή το πνεύμα;

Από το πώς απαντούν στο ερώτημα αυτό, οι φιλόσοφοι χωρίζονται σε δυό μεγάλα στρατόπεδα. Το ένα είναι το στρατόπεδο που το αποτελούν οι φιλόσοφοι που υποστηρίζουν, ότι, αρχικά, υπήρχε η φύση. Στην πορεία της εξέλιξης της φύσης, εμφανίστηκαν ζωντανά όντα. Στην πορεία της ανάπτυξης της ζωής, διαμορφώθηκαν οι άνθρωποι, που ανάπτυξαν συνείδηση, πνεύμα και ιδέες. Η φιλοσοφική σχολή που υποστηρίζει, ότι αρχικά υπήρχε η φύση, η ύλη, από την οποία προέκυψε το πνεύμα, η ιδέα, ονομάζεται υλισμός. Η ύλη είναι μια φιλοσοφική έννοια, με την οποία χαρακτηρίζουμε αυτό που υπάρχει έξω από τη συνείδησή μας και ανεξάρτητα απ’ αυτήν, δηλαδή, η φύση, που επιδρά πάνω στις αισθήσεις μας και διεισδύει, έτσι, στη συνείδησή μας.

Το άλλο στρατόπεδο το αποτελούν οι φιλόσοφοι που υποστηρίζουν, ότι, αρχικά, υπήρχε το πνεύμα κι αυτό είναι, τάχα, ο δημιουργός του κόσμου. Όλοι αυτοί που θεωρούν το πνεύμα, την ιδέα, σαν το πρωταρχικό, συγκροτούν το στρατόπεδο του ιδεαλισμού.

Στο στρατόπεδο αυτό της ιδεαλιστικής κοσμοθεωρίας, ανήκουν και όλες οι θρησκείες. Θρησκεία και ιδεαλιστική φιλοσοφία υποστηρίζουν, ότι, αρχικά, υπήρχε ένα πνευματικό ον, που δημιούργησε τον κόσμο από το τίποτε. Η διαφορά ανάμεσά τους συνίσταται στο ότι η πρώτη ανθρωποποιεί τα πράγματα (Θεός = υπεράνθρωπος), ενώ η δεύτερη χρησιμοποιεί τις έννοιες «πνεύμα», «ιδέα» κλπ.

Υλιστές, λοιπόν, είναι οι άνθρωποι που ξεκινούν από το ότι η φύση είναι το πρωταρχικό και ότι το πνεύμα αναπτύχθηκε στη φύση, με τη μορφή της ανθρώπινης συνείδησης.

Ιδεαλιστές, αντίθετα, είναι οι άνθρωποι που πιστεύουν, ότι το πνεύμα δημιούργησε τον κόσμο.

Τίποτε άλλο δεν σημαίνουν στη φιλοσοφία τα λόγια των υλιστών και των ιδεαλιστών. Ωστόσο, ακούμε παντού, ότι ιδεαλισμός σημαίνει να έχεις μεγάλα ιδεώδη και να τα υπερασπίζεις. Ότι υλισμός, απεναντίας, σημαίνει χαμηλό φρόνημα, πλεονεξία, σημαίνει να επιδιώκεις τις γήινες απολαύσεις κλπ.

Έχουμε μπροστά μας, λοιπόν, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ψευτιάς και υποκρισίας στον πνευματικό ταξικό αγώνα. Οι μεγάλοι υλιστές φιλόσοφοι του παρελθόντος διώκονταν σχεδόν πάντα από τις κυρίαρχες τάξεις και τις εκκλησίες τους και ρίχνονταν στη φωτιά σαν αιρετικοί. Οι κομμουνιστές, που είναι οπαδοί της υλιστικής διδασκαλίας, διώκονταν και κλείνονταν στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι σύντροφοί μας στη Χιλή (και, παλιότερα στο Βιετνάμ), σκοτώνονταν και σκοτώνονται για τις πεποιθήσεις τους. Αλλά αυτό δεν δείχνει, ότι οι οπαδοί της υλιστικής κοσμοθεωρίας δεν έχουν καμιά σχέση με την πλεονεξία; Κάτι περισσότερο: αυτοί ξέρουν, ότι, για τους πολέμους, για την εξαθλίωση και τη δυστυχία σ’ αυτό τον κόσμο, δεν υπάρχουν κανενός είδους σκοτεινές φυσικές αιτίες, η ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί σε οποιαδήποτε μοίρα, οι πραγματικές αιτίες βρίσκονται σε εντελώς «επίγεια», ταξικά συμφέροντα. Συνεπώς, πρέπει να αγωνιζόμαστε ενάντια στα συμφέροντα της ισχυρής εκμεταλλεύτριας και καταπιεστικής τάξης. Ο αγώνας, όμως, αυτός συνδέεται με κόπους και θυσίες.

Το αντίθετο, λοιπόν, δείχνει η πράξη: Αν οι υλιστές ήταν πλεονέκτες, θα έπρεπε να συμμαχήσουν με τους ισχυρούς για να κερδίσουν κάτι απ’ αυτούς.

Αλλά ας δούμε ποια θέση παίρνουν στους πολιτικούς αγώνες οι εκπρόσωποι της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας. Που είναι ενταγμένοι αυτοί που μας λένε, πως ο πνευματικός πλούτος είναι σπουδαιότερος από τον υλικό; Πάρτε για παράδειγμα τις εκκλησίες. Δεν είναι με το μέρος των πλουσίων, των ισχυρών; Που και πότε η εκκλησία πήρε σύσσωμη μέρος στην επανάσταση κατά των πλουσίων και των ισχυρών, στο πλευρό αυτών που υφίστανται την εκμετάλλευση και την καταπίεση;

Ήδη, πριν από εκατό χρόνια, ο Ένγκελς διαπίστωνε: Οι εχθροί μας, με τον όρο «υλισμός», εννοούν: το φαγοπότι, τη ματαιοδοξία, τη σαρκική ηδονή, το φανφαρονισμό, τη φιλαργυρία, την τσιγγουνιά, την πλεονεξία, το κυνήγι του κέρδους και τις χρηματιστηριακές απάτες, κοντολογίς, όλα εκείνα τα βρωμερά ελαττώματα που οι ίδιοι πρεσβεύουν. Και με τον όρο «ιδεαλισμός» εννοούν: την πίστη στην αρετή, στο γενικό φιλανθρωπισμό και σ’ έναν «καλύτερο κόσμο». Αλλά μ’ αυτό επιδιώκουν απλώς να συσκοτίσουν τα γεγονότα.


Από το βιβλίο του Ρόμπερτ Στάιγκερβαλντ ''Μαρξιστική φιλοσοφία,βασικές έννοιες και αρχές''.

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΜΟΥ Η ΣΗΜΑΙΑ...

  Υποστηρίζεται από εθνικόφρονες κύκλους, ότι η ελληνική σημαία αποτελεί σύμβολο ελευθερίας, για το οποίο έχουν χυθεί ποταμοί αίματος, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ΄40. Τις τελευταίες ημέρες σε συζητήσεις στο διαδίκτυο και στους τηλεοπτικούς δέκτες αυξάνουν αυτοί, που υποστηρίζουν, ότι ο κόσμος πρέπει να αντιταχθεί στο Δ.Ν.Τ. κατεβαίνοντας στους δρόμους κρατώντας -όχι κομματικές, αλλά- μόνο την ελληνική σημαία, σαν ένδειξη εθνικής ενότητας.
     Η  ελληνική σημαία ωστόσο, συμβολίζει ακριβώς εκείνες τις «αξίες», που έχουν οδηγήσει την Ελλάδα στη σημερινή κατάσταση (βυζαντινισμό, διαπλοκή, διαφθορά, θεοκρατία, υπανάπτυξη κ.λπ.). Στο άρθρο αυτό θα εξετάσουμε πώς προέκυψε η «εθνική» μας σημαία και τι συμβολίζει.
   
Ένας ακόμα μύθος της Ρωμιοσύνης
    Η επιλογή των χρωμάτων και τής μορφής τής σημαίας τού νεοελληνικού κρατιδίου αποτελεί έναν ακόμα μύθο τής Ρωμιοσύνης, οι νεαροί μαθητές τής οποίας διδάσκονται στα σχολεία, ότι τα χρώματά της συμβολίζουν δήθεν το γαλάζιο τής θάλασσας τού Αιγαίου και το λευκό των κυμάτων, ενώ οι εννέα λωρίδες της τις συλλαβές τής φράσης «ελευθερία ή θάνατος».

      Η πλειονότητα των σημερινών κατοίκων τής Ελλάδας αγνοούν την πραγματικότητα, ότι δηλαδή τα χρώματα τής σημαίας τής σύγχρονης Ελλάδας (μπλέ και άσπρο) καθορίστηκαν από τον Όθωνα, για να ταιριάζουν με τα χρώματα τής σημαίας τής Βαυαρίας, ενώ η μορφή της (πέντε μπλέ και τέσσερις λευκές οριζόντιες λωρίδες με σταυρό επάνω αριστερά) καθορίστηκε από τον αγγλόφιλο Αλ. Μαυροκορδάτο κι αποτελεί απλή αντιγραφή τής σημαίας των Άγγλων αποικιοκρατών στην Ινδία.
Απόφαση καθιέρωσης σημαίας γιά το νέο κράτος
     Με το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», που προέκυψε από την Α΄ Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο (Ιανουάριος 1822) καθορίστηκε γιά πρώτη φορά ενιαίος τύπος εθνικής σημαίας με χρώματα γαλάζιο και λευκό, ανατέθηκε δε στο Εκτελεστικό Σώμα να προσδιορίσει τη μορφή της (παρ. ρδ΄ και ρε΄).

     Στις 15 Μαρτίου 1822 εκδόθηκε η με αριθμό 540 απόφαση τής Προσωρινής Διοίκησης υπογεγραμμένη από τον πρόεδρο Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, με την οποία καθοριζόνταν η μορφή τής σημαίας. Για την ακρίβεια καθορίστηκαν τρείς τύποι σημαιών: μία πολεμική για την ξηρά (γαλάζια με μεγάλο άσπρο σταυρό) και δύο για τη θάλασσα: εμπορική (γαλάζια με άσπρο τετράγωνο επάνω αριστερά και γαλάζιο σταυρό εντός του) και πολεμική (γαλάζια, και ακριβώς ίδια στη μορφή με τη σημερινή σημαία, που γνωρίζουμε). Από τότε μέχρι σήμερα ακολούθησαν σειρά διαταγμάτων, που επέφεραν διάφορες παραλλαγές στους τύπους και τις διαστάσεις τών σημαιών (προσθαφαιρέσεις βασιλικών παρασήμων, στεμμάτων, εικόνας του αγ. Γεωργίου κ.λπ.).

    Από τους διάφορους τύπους σημαιών δεν άλλαξε η μορφή (αλλά μόνο το χρώμα) τής πολεμικής σημαίας τής θάλασσας. Στο άρθρο αυτό θα ασχοληθούμε ειδικά με αυτή τη σημαία και τους λόγους, που επιλέχθηκε η συγκεκριμένη της μορφή και τα χρώματα, καθ΄ ότι έχει ταυτισθεί απόλυτα με τήν έννοια του νεοελληνικού έθνους / κράτους και αποτελεί σήμερα την επίσημη -ενιαία γιά όλες τις εκδηλώσεις- σημαία της σύγχρονης Ελλάδας.



Ο Όθων αλλάζει τα χρώματα τής ελληνικής σημαίας,
για να ταιριάζουν με τα χρώματα τής σημαίας τής Βαυαρίας

  Μερικά χρόνια μετά την πρώτη εθνοσυνέλευση, ο νέος βασιλιάς αποφάσισε να αλλάξει το γαλάζιο χρώμα τής σημαίας και να το κάνει πιό σκούρο (λιγότερο γαλάζιο και περισσότερο μπλέ), προκειμένου να ταυτίζεται με τα χρώματα τής σημαίας τής Βαυαρίας (βλ. παραπλεύρως εικόνα), από τον βασιλικό οίκο τής οποίας προερχόταν ο Όθων.
.
  
       


Ο αγγλόφιλος Μαυροκορδάτος αντιγράφει
τη σημαία των άγγλων αποικιοκρατών
     Περισσότερο ενδιαφέρον όμως, παρουσιάζει ο λόγος, γιά τον οποίο ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος είχε επιλέξει τη συγκεκριμένη μορφή γιά τη σημαία. Ο Μαυροκορδάτος, τόσο κατά τη διάρκεια της επανάστασης, όσο και επί Όθωνα ήταν ο κύριος εκφραστής τής αγγλικής πολιτικής. Επέλεξε λοιπόν ως μορφή τής ελληνικής σημαίας τη σημαία τής περιβόητης αποικιοκρατικής British East India Company, τής -υπό την αιγίδα τού αγγλικού κράτους- εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών.
     Μιάς εταιρείας, η οποία καταλήστευσε τον πλούτο τής Ινδίας (βαμβάκι, αλάτι κ.λπ.). Μιά εξέγερση Ινδών το 1857 καταπνίγηκε στο αίμα με μαζικές δολοφονίες αμάχων. Η εταιρεία πλούτισε ακόμα περισσότερο από το λαθρεμπόριο οπίου με την Κίνα. Το όπιο, που παραγόταν στις Ινδίες με ελάχιστο κόστος, διοχετευόταν στην Κίνα μέσω διεφθαρμένων κρατικών μηχανισμών, όπου ανταλλασσόταν κυρίως με τσάι και μετάξι, προϊόντα, που έβρισκαν έντονο αγοραστικό ενδιαφέρον στην Αγγλία. Η αντίδραση τής Κίνας στο λαθρεμπόριο οπίου τής East India Company οδήγησε το 1839 τις δύο χώρες σε πόλεμο.

Η εικονιζόμενη σημαία ήταν τής East India Company (1700). Aποτελείτο αρχικά από έξη κόκκινες και πέντε λευκές οριζόντιες λωρίδες, που αργότερα μειώθηκαν σε πέντε και τέσσερις αντίστοιχα. Ο σταυρός επάνω αριστερά είναι τού Αγίου Γεωργίου και συμβολίζει το Βασίλειο τής Αγγλίας. Η σημειολογική πλευρά τής επιλογής τής μορφής τής σύγχρονης ελληνικής σημαίας, που έγινε από τον εκφραστή τής αγγλικής πολιτικής, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ήταν η ανάδειξη τής χώρας -πριν ακόμη απελευθερωθεί από τους οθωμανούς- σε προτεκτοράτο των Άγγλων…



    Διάφοροι ανατολικοί λαοί έκαναν χρήση σημαιών· όπως γιά παράδειγμα αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη: «Ας στρατοπεδεύωσιν οι υιοί Ισραήλ έκαστος πλησίον τής σημαίας αυτού μετά τού σημείου τού οίκου των πατέρων αυτών κύκλω τής σκηνής του μαρτυρίου». («Αριθμοί», β: 1-2). Οι αρχαίοι Έλληνες τουλάχιστον μέχρι την κλασική εποχή (όπως άλλωστε και κάθε ελεύθερος άνθρωπος), δεν χρησιμοποιούσαν σημαίες, όπως σήμερα, αφού δεν είχαν ανάγκη να σέρνονται σαν πρόβατα στη σφαγή, πίσω από «σύμβολα». Αυτό δεν οφειλόταν, στο ότι… οι σημαίες δεν είχαν ακόμη εφευρεθεί -χρησιμοποιούνταν ενίοτε σημαίες, γιά να δηλώνουν όμως, διαταγές κατά τη διάρκεια των μαχών- αλλά, στο ότι διαμόρφωναν οι ίδιοι (και όχι μέσω «εξηγητών») τα σημαίνοντα και σημαινόμενα των πολιτειών τους, έτσι ώστε να μην χρειάζονται «συμβολοποιήσεις», «επεξηγήσεις» και άλλες μαντροποιήσεις. Ευρύτερη χρήση σημαιών εμφανίστηκε σταδιακά με το θάνατο τού πολιτικού ανθρώπου, από την επικράτηση των Μακεδόνων κι ύστερα (οπότε θάφτηκε και η πολιτική αυτονομία των πόλεων κι οι άνθρωποι άρχισαν να κοπαδοποιούνται), κατά τη ρωμαιοκρατία, ενώ άκμασε κατά το βυζαντινό μεσαίωνα.



Αφρίζουν οι ρωμιοί υπερπατριώτες κάθε φορά, που ένα κομμάτι τής κοινωνίας αποφασίζει να δείξει έμπρακτα την αποστασιοποίησή του από το κοινωνικό μαντρί τού «πατριωτισμού»/εθνικισμού.



     Μέσα στο παραλήρημά τους, οι ντοπαρισμένοι από το πατριωτικό ναρκωτικό, ελληναράδες, αγνοούν παντελώς την αρχαιοελληνική έννοια τής πατρίδας, όχι ως απλού εδαφικού χώρου, αλλά ως κατ΄ εξοχήν πολιτικού χώρου έμπρακτης κοινωνικής ευημερίας για όλους.
     Αγνοούν επίσης ότι η σημαία, ο εθνοποιητικός αυτός μηχανισμός (όπως είναι κι ο εορτασμός επετείων, οι παρελάσεις, οι εκφωνήσεις λόγων κ.λπ., βλ. Τα έθνη επινοούνται και κατασκευάζονται), που τούς έχουν δώσει, για να κάθονται μπροστά του προσοχή σαν πειθήνια και καλοκουρδισμένα αυτόματα, δεν στοχεύει σε τίποτε άλλο από τον διαρκή έλεγχο των αντανακλαστικών τους.
     Όσον αφορά δε στο αίμα, που έχει χυθεί γιά την ελληνική σημαία και ειδικότερα για το ΄40, αποτελεί μύθο η εκούσια «ηρωική» εμπλοκή μας στο αιματοκύλισμα, η οποία έγινε λόγω του ότι η Ελλάδα ήταν έρμαιο της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής. Αντιγράφουμε από το άρθρο αυτό:  «Σε αντίθεση με τους πολιτικάντηδες και τους πάτρωνές τους, που γνώριζαν εξ αρχής τα πάντα, αυτός που δεν γνωρίζει τίποτα είναι -ως συνήθως- ο «κυρίαρχος» λαός, που αποδεκατίστηκε για «ιδεώδη», τα οποία πρώτοι και καλύτεροι τα «γράφουν» στα παλαιότερα των υποδημάτων τους, αυτοί που τόν έχουν βάλει να τα απαγγέλει σαν ποιηματάκια στις εθνικές επετείους, ή να τα ανεμίζει στις παρελάσεις. Όταν ο ηρωισμός δεν έχει πραγματικό λόγο ύπαρξης, οι δάφνες «ηρωισμού» και «αυταπάρνησης», που οι δήμιοι απονέμουν στους σφαγμένους είναι ειρωνείες, που τα θύματα απλώς δεν τις αντιλαμβάνονται... Η μεγαλύτερη ντροπή και αυτοεξευτελισμός είναι το να τιμάς με «εθνικές» επετείους -και έτσι να διαιωνίζεις- την προσωπική και συλλλογική σου θυματοποίηση».
     Όπως έλεγε κι ο Ινδός φιλόσοφος, Όσσο (βλ. Όσσο: «Θέλω να βγάλω την τρέλα από μέσα σας...»): «Θυσίασε τον εαυτό σου για κάθε ηλίθια ιδέα· για τη σημαία, για ένα κομμάτι ύφασμα. Θυσίασε τον εαυτό σου για το έθνος, που είναι απλώς κάτι φανταστικό, επειδή η γη δεν είναι πουθενά χωρισμένη σε έθνη. Είναι η πονηριά των πολιτικών, που χωρίζει τη γη πάνω στο χάρτη. Θυσιάζεσαι για γραμμές, που είναι ζωγραφισμένες πάνω στο χάρτη!»




   Η αγγλοβαυαρική σημαία τού νεοελληνικού προτεκτοράτου, μαρκαρισμένη με τον χαρακτηριστικό χριστιανικό σταυρό, δεν συμβολίζει τίποτε άλλο από το θρησκευτικό προσανατολισμό τού σύγχρονου νεοελληνικού κρατιδίου, τον επιβιώσαντα κοτσαμπασισμό τού Βυζαντίου και τής Τουρκοκρατίας και το χρέος υποταγής (μέχρι θανάτου) των Ρωμηών σε αυτά. Δεν πρόκειται επομένως γιά σύμβολο ελευθερίας, αλλά σκλαβιάς...




Από ''Ελεύθερη έρευνα ''  http://www.freeinquiry.gr/pro.php?id=1333

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2017

Τι είναι η φιλοσοφία;

Αν θα έθετα την ερώτηση αυτή σε κοινό είμαι σίγουρος ότι οι περισσότερες απαντήσεις που θα έπαιρνα θα ήταν ποικίλες και πιστέψτε με, τόσο διαφορετικές η μια από την άλλη. Ίσως, το μόνο κοινό που θα είχαν, θα ήταν η ετυμολογία της λέξης, ότι η φιλοσοφία είναι για παράδειγμα η φιλία, δηλαδή η αγάπη, για τη σοφία. Όμως αυτό δεν λέει τίποτα αφού και στη «σοφία» ο καθένας θα έδινε μια διαφορετική ερμηνεία. Αυτή η σχετικότητα των εννοιών δημιουργεί παρανοήσεις. Οι έννοιες για την ίδια λέξη είναι πολλές και διαφορετικά τις αντιλαμβάνεται ο καθένας, γιατί ο καθένας σκέπτεται διαφορετικά. Γι’ αυτό και στην αρχαία ελληνική οι διάφορες φιλοσοφικές σχολές ονομάστηκαν «αιρέσεις». Αίρεση σημαίνει τρόπος του σκέπτεσαι, προαίρεση, σχολή
  Ο Επίκουρος τόνιζε ότι, ανάμεσα στους συνομιλητές, για κάθε λέξη πρέπει να αποδίδουμε την ίδια έννοια διαφορετικά δεν θα μπορούμε να συνεννοηθούμε.
Δεν είχε άδικο. Οι περισσότερες παρανοήσεις γίνονται επειδή δεν τηρούμε αυτόν τον κανόνα, ακόμα κι όταν λέμε τα ίδια πράγματα και διαφορετικά τα εννοούμε ή εννοούμε τα ίδια και με διαφορετικές λέξεις τα αποδίδουμε.
Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη «σοφία» που αναφέραμε πιο πάνω. Κάποιοι θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τη λέξη «σοφία» με την «αλήθεια» δηλώνοντας ότι φιλοσοφία είναι η αγάπη, η αναζήτηση δηλαδή της αλήθειας. Όμως τι είναι αλήθεια; Σίγουρα και εδώ έχουμε μία σχετική έννοια. Διαφορετικά αντιλαμβάνεται ο καθένας την αλήθεια ή μήπως έχω άδικο;
Η γνώμη του καθένα είναι διαφορετική και σύμφωνη με τον τρόπο που σκέπτεται, τη σχολή δηλαδή που ακολουθεί, βλέπει το ίδιο πράγμα από διαφορετική γωνία και η επικοινωνία μας γίνεται πολλές φορές από δύσκολη μέχρι ακατανόητη. Και επειδή οι γνώμες με το χρόνο αλλάζουν γι αυτό συνεχώς επισημαίνω ότι η γνώμη μας γι αυτό δηλαδή που θεωρούμε αληθινό, είναι όχι μόνο σχετικό αλλά και ιστορικά καθορισμένο. Οι αναγνώστες του blog το ξέρουν καλά αυτό. Όσοι δεν αντιλαμβάνονται τι λέμε ας ρίξουν μια ματιά εδώ «Τι είναι η αλήθεια;»[http://epic-atheist.blogspot.gr/2010/02/blog-post_25.html].
Ακριβώς αυτή η θέση, φιλοσοφικά, με καθιστά απέναντι σε κάθε δόγμα.

        Τι είναι όμως δόγμα;
Η απόλυτη γνώμη! Η γνώμη που στο χρόνο παραμένει πάντα η ίδια είναι αναχρονιστική και ξεπερασμένη και γι’ αυτό ακριβώς είναι αυθαίρετη!
Η αλήθεια είναι ζωντανή και γι αυτό είναι σχετική και ιστορικά καθορισμένη. Κάθε μέρα εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία, με νέες αναλύσεις, από το δάσκαλο στο μαθητή και μέρα με τη μέρα γίνεται όλο και πληρέστερη, αποβάλλοντας κάτι που θεωρήθηκε λανθασμένα στο παρελθόν ή εισάγοντας νέα στοιχεία εμπλουτίζοντας το περιεχόμενό της στο διηνεκές.
Ας δώσουμε και έναν ορισμό για την έννοια: Σαν σκέψη, είναι το ανώτερο προϊόν του εγκεφάλου που αντανακλά γενικευμένα τα αντικείμενα και τα φαινόμενα της πραγματικότητας. Μέσω των εννοιών λοιπόν, σκεπτόμενοι, απεικονίζουμε γραπτά ή σε γλωσσική μορφή την πραγματικότητα του κόσμου και αυτό ακριβώς είναι που σηματοδοτεί την ακριβολογία των εννοιών.
Μμ, αυτός ο διαλογισμός πιο πάνω μου φαίνεται βοηθάει προκειμένου να αντιληφτούμε, μέσω της σοφίας και της αλήθειας, της αίρεσης και του δόγματος, της γνώμης και της γνώσης, τι είναι φιλοσοφία.
Πολλοί νομίζουν ότι η φιλοσοφία είναι οι όμορφες φράσεις, όπως «αγάπη σημαίνει να μην αναγκαστείς να ζητήσεις ποτέ συγνώμη» ή «τα δάκρυα είναι σαν τα διαμάντια, γι’ αυτό μην τα χαρίζεις σε όσους δεν τ’ αξίζουν».
Όχι, όχι!
Η φιλοσοφία είναι άλλο πράγμα.
Πριν δώσουμε έναν γενικό ορισμό, ας πούμε και δυο λόγια για τη γέννηση της φιλοσοφίας.          
                 
                                                                                                                                                                    Από την εποχή του Διογένη Λαέρτιου είχε τεθεί το ερώτημα. Στους «Βίους φιλοσόφων» ο Διογένης έγραφε: για όσους δεν έχουν αντιληφθεί η φιλοσοφία στην Ελλάδα γεννήθηκε και οι ξένοι πλανώνται αν έχουν διαφορετική γνώμη αφού ακόμα και το όνομά της, στη γλώσσα τους αδυνατούν να αλλάξουν. Επίσης πρέπει να ξέρουν ότι τα επιτεύγματα των Ελλήνων χάρη της φιλοσοφίας τους επιτεύχθηκαν. Οι έλληνες πρώτο φιλόσοφο θεωρούσαν τον Αναξίμανδρο (610-540) που ήταν μαθητής ενός εκ των επτά σοφών της αρχαιότητας του Θαλή του Ίωνα από τη Μίλητο (624-547).
Ο Θαλής ήταν εμπνευστής της γεωμετρίας και της αστρονομίας ενώ ο Αναξίμανδρος διάδοχος της πρώτης Φιλοσοφικής Σχολής των Φυσιοκρατών (Υλιστών) που θεωρούσε πρώτη αρχή του κόσμου το Άπειρο, σαν απροσδιόριστη ύλη που ήταν αγέννητη, άφθαρτη και αθάνατη που βρίσκεται σε αιώνια και αδιάκοπη κίνηση. Ο Ηράκλειτος (540-480) έμεινε στην αιωνιότητα με την περίφημη φράση του που σαν αξίωμα και σήμερα χρησιμοποιούμε. Ναι, «τα πάντα ρει» και σ’ αυτό κανένας δεν διαφωνεί! 

  

Δεν χρειάζεται νομίζω να πούμε τίποτε περισσότερο. Οι πρώτες αρχές, σαν αξιώματα, που σήμερα η Επιστήμη χρησιμοποιεί, από τότε είχαν μπει.
Τώρα μπορούμε, νομίζω, να δώσουμε ένα γενικό ορισμό, τι εννοούμε φιλοσοφία, χωρίς να παρεκκλίνουμε εννοιολογικά από εκείνους που πρώτοι προσπάθησαν να πάρουν απαντήσεις ρωτώντας, όχι το Ιερατείο ως έκαναν οι ποιητές των μύθων, αλλά από τη φύση την ίδια, περνώντας ομαλά από το μύθο στο λόγο και τη σοφία της φύσης, του όλου δηλαδή, αυτό που λέμε αντικειμενική πραγματικότητα.
Φιλοσοφία είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να ανακαλύψει την αλήθεια των όντων (αυτών που υπάρχουν δηλαδή) και των φαινομένων της πραγματικότητας. Επίσης πρέπει να γνωρίζουμε ότι η επιστήμη είναι εκείνη που μελετά το σύνολο των φαινομένων της ύλης σε σχέση με την κίνηση και τις διάφορες μορφές των μετατροπών της.
Ανάμεσα στους δυο αυτούς ορισμούς φαίνεται μία ουσιαστική σύνδεση όπου η επιστήμη και η φιλοσοφία συνδέονται, γιατί η μια στηρίζει την άλλη. Αν ανάμεσα στις δύο χαθεί αυτή η σχέση τότε σημαίνει ότι η μια από τις δυο διατυπώνεται  λανθασμένα. Η φιλοσοφία, που μπορεί αυτό να το κάνει καλύτερα, είναι ο Διαλεκτικός Υλισμός.

   
Από την αρχαιότητα, όταν ο άνθρωπος αποφάσισε να φιλοσοφήσει, φιλοσόφησε υλιστικά (φυσιοκρατικά) προσπαθώντας να εξηγήσει τον κόσμο. Οι πρώτοι Έλληνες στοχαστές της Φυσιοκρατικής σχολής της Μιλήτου απομυθοποίησαν τον κόσμο δίνοντας εξηγήσεις θεμελιώνοντας έτσι την πρώτη θεωρητική γνώση. Έκτοτε η φιλοσοφική σκέψη, όταν είναι επιστημονική, τεκμηριώνει το επιστημονικό πείραμα και η επιστήμη με τη σειρά της επιβεβαιώνει το φιλοσοφικό στοχασμό. Ο ένας δηλαδή συμπληρώνει τον άλλον. Οι Επιστήμες γεννούν τις επιστημονικές έννοιες με το πείραμα ή με την εξήγηση του φαινομένου και η φιλοσοφία αναλύει σε βάθος τις έννοιες που χρησιμοποιεί η επιστήμη.
Αυτός είναι ο λόγος που στο blog αυτό με τόσο ζήλο προσπαθώ να συνδέσω τη φιλοσοφία με την επιστήμη. Όμως, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, ανάμεσα στις σχολές που αυτό μπορεί να το κάνει καλύτερα, μόνο μία μπορεί: ο Διαλεκτικός Υλισμός, γιατί μόνο αυτός απορρίπτει τις Ιδεαλιστικές σχολές που βρίσκονται σε ολοκληρωτική αντίθεση με την επιστημονική νομιμότητα. Για να αντιληφθεί κανείς τις ουσιαστικές και καθολικές αντιθέσεις ανάμεσα στον Υλισμό και Ιδεαλισμό πρέπει να αναγνωρίσει αυτό που στη φιλοσοφία λέγεται «Βασικό ζήτημα (ή πρόβλημα) της φιλοσοφίας. Περισσότερα για το θέμα αυτό, για να μην επαναλαμβάνομαι εδώ: Τα δυο στρατόπεδα της φιλοσοφίας.[http://epic-atheist.blogspot.gr/2008/01/blog-post_08.html].


   

Πέρα απ όσα είπαμε ως εδώ, ο ψαγμένος αναγνώστης του Διαλεκτικού Υλισμού ας γνωρίζει τις σημαντικότατες αλήθειες της φιλοσοφίας που διάσπαρτα στο blog αυτό με έμφαση θίγω συνεχώς.
Να μερικά ψήγματα που έχουν ειδικό βάρος στην έρευνά μας: 


 Η φιλοσοφία δεν είναι φλυαρία περί ανέμων και υδάτων που εντυπωσιάζουν με ωραίες φάσεις τον αναζητητή της αλήθειας.
Όταν φιλοσοφούμε κυρίως πρέπει να αναφερόμαστε στην αντικειμενικότητα του κόσμου μας. Γι αυτό πρέπει να γνωρίζουμε ότι η φιλοσοφία και η επιστήμη συνδέονται στενά και γι αυτό πρέπει να έχουν κυρίως πρακτική αξία.


  Ο κόσμος μας είναι υλικός.
Η ύπαρξη αναφέρεται στο «είναι», το πνεύμα στη «νόηση» έχοντας πάντα υπ όψιν ότι το πνεύμα είναι παράγωγο της ύλης. Η γνώση λοιπόν και η πρακτική, αποτελεί την άμεση απόδειξη ότι ο κόσμος μας είναι αντικειμενικός και υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς.
Γι αυτό αναγκαίο είναι να γνωρίζουμε ότι το Είναι ταυτίζεται με τη Φύση.


  Ο κόσμος μας γίνεται γνωστός με τη βοήθεια, όχι μόνον των περιορισμένων αισθητηρίων μας, αλλά και μέσω των επιστημονικών οργάνων. Και αυτών που ανακαλύψαμε και εκείνων που θα ανακαλυφτούν στο μέλλον. Γι’ αυτό και η γνώση ή αυτό που σήμερα αναγνωρίζουμε σαν αληθές είναι, όχι μόνο σχετικό, άλλα και ιστορικά καθορισμένο και δεν αποκτιέται μόνο με τη μάθηση αλλά μέσω της πρακτικής γίνεται οργανικό στοιχείο της ανθρώπινης δραστηριότητας!
Αυτός είναι ο λόγος που η γνώση αποκομμένη από την πρακτική γίνεται το πολύ - πολύ μία φιλολογία ή καλύτερα μία ανούσια ιδεαλιστική φιλοσοφία.


  Ο Ιδεαλισμός βρίσκεται σε μεγαλειώδη αντίφαση με την αντικειμενικότητα του κόσμου μας. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια φλυαρία που μας αλλοτριώνει, παραμορφώνοντας τον κόσμο μας αντιστρέφοντας τη λογική.


  Η φιλοσοφία αναλύει και διατυπώνει τους γενικούς νόμους της κίνησης της ύλης. Η επιστήμη εξιχνιάζει τους νόμους του ειδικού που αποτελούν μία αδιάσπαστη ενότητα, την ενότητα του γενικού με το ειδικό, τη θεωρία δηλαδή με την πράξη. Έτσι, η φιλοσοφία ερμηνεύει ολόκληρη την ιστορική πορεία της επιστήμης και μέσα από τη Διαλεκτική καταφέρνει να ξεπεράσει τους φιλοσοφικούς σκοπέλους των επιστημολογικών σφαλμάτων που συχνά εμφανίζονται στην πορεία για την κατανόηση της φύσης και του κόσμου γενικότερα.


  Ο κόσμος μας στην κυριολεξία βρίσκεται σε ένα αέναο γίγνεσθαι.
«Τα πάντα ρει» έλεγε ο Ηράκλειτος και η αλήθεια αυτή είναι τόσο σωστή που η επιστήμη στην γενικότητα αυτή στηρίχτηκε ώστε η Διαλεκτική να γίνει η έκφραση της κίνησης της πραγματικότητας. Η φύση διαρκώς αλλάζει. Η μια μορφή της ύλης περνά σε άλλη, συνεχώς κινείται και μετασχηματίζεται.


  Τίποτε δεν χάνεται, όπως και τίποτα από το τίποτε δεν γεννιέται. Ακόμα και σήμερα, επιστημονικά σαν αρχή, στηριζόμαστε στην διατήρηση της ενέργειας και φιλοσοφικά, σαν αξίωμα, δεχόμαστε την αφθαρσία της ύλης.
Ναι, ο κόσμος μας είναι αντικειμενικός, η ύλη αυθύπαρκτη και ο χρόνος άπειρος, χωρίς αρχή και τέλος.


  Η ζωή, αποτέλεσμα μακροχρόνιων χημικών αντιδράσεων και διαδικασιών της ανόργανης ύλης, κατάφερε να αυτοοργανωθεί σε πολυσύνθετους οργανισμούς, δίνοντας αντίγραφα του εαυτού της.
Πράγματι, η διαλεκτική σχέση του «δυνάμει και του ενεργεία» δείχνουν ότι η ύλη μπορεί να αυτοοργανώνεται όλο και πιο πολύ, σε μία ανεξάντλητη πολυμορφία, που το εξελικτικό της αποτέλεσμα αδυνατούμε και να φανταστούμε.
Γι αυτό ακριβώς πιστεύουμε ότι η συνείδηση, ο νους, το πνεύμα δηλαδή, σαν δραστηριότητα του εγκεφάλου, είναι παράγωγο της ύλης.


  Η ζωή και η συνείδηση, πρέπει να το αντιληφθούμε καλά, δεν προϋποθέτουν κανένα δημιουργό.
Από τη στιγμή που διαμορφώνονται οι συνθήκες εκείνες που ευνοούν τη ζωή, η ζωή αναπόφευκτα θα εμφανισθεί! Η ζωή, με τη σειρά της, θα επηρεάσει το περιβάλλον και αυτό με τη σειρά του θα γεννήσει νέες μορφές ζωής.
Μέσω της φυλογένεσης θα εμφανιστούν νέα είδη. Ο ανταγωνισμός θα εξαφανίσει τα περισσότερα, όμως οι νικητές θα επιβιώσουν και θα εξελιχθούν!


  Μέσα από τις λίγες αυτές γραμμές θέλω να δείξω ότι η ύλη συνεχώς κινείται. Αυτοοργανώνεται. Εμφανίζονται και εξαφανίζονται ποικίλες μορφές που και αυτές είναι ιστορικά καθορισμένες. Τίποτε δεν γεννήθηκε όπως το ξέρουμε. Τίποτε δεν θα χαθεί χωρίς να προκαλέσει ένα νέο συμβάν.
Το παλιό διαδέχεται το καινούριο. Ο κόσμος συνεχώς αλλάζει σε ένα αέναο γίγνεσθαι.


 Οι νόμοι είναι αυστηροί σαν τα μαθηματικά, όμως κι αυτοί σαν ενδογενής δυνατότητα της ύλης, δημιουργημένοι από την αναγκαιότητα της φύσης.
Έκφραση του τυχαίου και του αναγκαίου είναι ο κόσμος μας και η εξέλιξη μια στιγμή της αέναης νομοτελειακής κίνησης στον κόσμο της αντικειμενικής πραγματικότητας. 


  Τέτοια είναι η Διαλεκτική Φιλοσοφία στην οποία βρίσκουμε την αρμονική συνύπαρξη των αντιθέτων.
Η έκφραση της ενότητας και της πάλης των αντιθέτων είναι η ουσία της Διαλεκτικής!




            



Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2017

Η «σοβιετική εισβολή» και «κατοχή» στο Αφγανιστάν

Ενα αρκετά διαδεδομένο επιχείρημα αντικομμουνιστικής ιστορικής διαστρέβλωσης αφορά το ζήτημα της λεγόμενης «σοβιετικής εισβολής» και «κατοχής» του Αφγανιστάν. Αυτό το επιχείρημα γνωρίζει ιδιαίτερη διάδοση μετά τις ιμπεριαλιστικές εισβολές των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ.
Ας δούμε, όμως, ποια είναι τα γεγονότα. Το 1973 στο Αφγανιστάν πραγματοποιήθηκε αντιμοναρχικό στρατιωτικό κίνημα που έφερε στην εξουσία τον Νταούντ. Η κυβέρνηση υποσχέθηκε ένα πρόγραμμα αστικοδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες όχι μόνο δεν υλοποιήθηκαν, αλλά επί της ουσίας προχώρησε σε αντιλαϊκά και αντιδημοκρατικά μέτρα που όξυναν την λαϊκή δυσαρέσκεια. Απέναντι σε αυτήν την πολιτική, το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα του Αφγανιστάν87 αποτέλεσε το βασικό οργανωτή των λαϊκών αγώνων. Αποκορύφωμα της όξυνσης της ταξικής πάλης ήταν τον Απρίλη του 1978 η υπό την καθοδήγηση του ΛΔΚΑ λαϊκή και στρατιωτική εξέγερση που ανέτρεψε την κυβέρνηση Νταούντ.
Η Επανάσταση στο Αφγανιστάν είχε χαρακτήρα αντιιμπεριαλιστικής δημοκρατικής επανάστασης, η οποία, σύμφωνα με τους ηγέτες του ΛΔΚΑ, είχε ως καθήκον να ανοίξει το δρόμο για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της χώρας. Το Αφγανιστάν ανακηρύχθηκε σε Λαϊκή Δημοκρατία. Σε αυτήν την κατεύθυνση πάρθηκαν μια σειρά μέτρα: Πραγματοποιήθηκε αντιφεουδαρχική αγροτική μεταρρύθμιση, ξεκίνησε μάχη ενάντια στον αναλφαβητισμό (πάνω από το 90% των Αφγανών ήταν αναλφάβητοι)88, προσπάθεια να αντιμετωπισθούν οι τοπικισμοί και οι διαμάχες ανάμεσα στις εθνότητες, έβαλε πρόγραμμα εκβιομηχάνισης κ.λπ..
Αυτή η διαδικασία από την πρώτη στιγμή ήρθε σε αντίθεση με τους καπιταλιστές, φεουδάρχες, τον ισχυρό ισλαμικό κλήρο, τους τοπικούς φύλαρχους και αρχηγούς των καστών, αλλά και με τα διεθνή μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό, που έβλεπαν ότι η επανάσταση θα έβαζε εμπόδια στα στρατηγικής σημασίας συμφέροντά τους στη περιοχή. Ετσι πατώντας πάνω και σε λάθη που διεπράχθησαν από την κυβέρνηση του ΛΔΚΑ, αλλά και στη δυσκολία εδραίωσης της επαναστατικής εξουσίας σε όλη την έκταση της χώρας, οργανώθηκαν στην επαρχία αντεπαναστατικές ομάδες, στις οποίες επικεφαλής μπήκαν «μουλάδες» (μουσουλμάνοι κληρικοί) και τοπικοί φύλαρχοι - φεουδάρχες, οι οποίοι σχεδίασαν και εκτέλεσαν μεγάλες επιθέσεις ενάντια στην επανάσταση με δολιοφθορές, δολοφονίες κ.λπ.
Η δράση αυτών των ομάδων βρήκε την άμεση υποστήριξη του διεθνούς ιμπεριαλισμού, ιδιαίτερα των ΗΠΑ που μέσω των βάσεών τους στο Πακιστάν προωθούσαν όπλα και πολεμικό υλικό. Επίσης στέλνονταν από τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τη Μεγάλη Βρετανία χρήματα και βοήθεια προς τους «μουτζαχεντίν»89 - που χαρακτηρίστηκαν αργότερα από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν ως «μαχητές της ελευθερίας». Στην πακιστανική πόλη Πεσαβάρ90 στα σύνορα με το Αφγανιστάν, οργανώθηκαν πάνω από 30 στρατόπεδα εκπαίδευσης των «μουτζαχεντίν» από τις πακιστανικές ένοπλες δυνάμεις και Αμερικάνους πράκτορες.
Σε αυτές τις συνθήκες, στο τέλος του 1979, η κατάσταση στη χώρα ήταν τραγική και έτσι η αφγανική κυβέρνηση ζήτησε - βάσει του «Συμφώνου Βοήθειας»91 που είχαν υπογράψει πριν ένα χρόνο η κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας του Αφγανιστάν και της ΕΣΣΔ - την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια της ΕΣΣΔ. Ο πόλεμος κράτησε για 13 περίπου χρόνια. Στα πλαίσια της πολιτικής της Περεστρόικα αποφασίσθηκε η αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν το 1989. Τρία χρόνια αργότερα, το 1992, παρά την αντίσταση των προοδευτικών δυνάμεων, οι «μουτζαχεντιν» κατέλαβαν την πρωτεύουσα Καμπούλ, ανέτρεψαν την Επανάσταση και πραγματοποίησαν απίστευτες σε έκταση σφαγές. Το 1996, το καθεστώς τον «μουτζαχεντίν» ανατράπηκε από τους «Ταλιμπάν». Ο τελευταίος Πρόεδρος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Αφγανιστάν Νατζιμπουλάχ, που από το 1992 είχε ζητήσει άσυλο στα γραφεία του ΟΗΕ στην Καμπούλ, απαγχονίζεται σε κοινή θέα.
Το καθεστώς που επικράτησε στο Αφγανιστάν μετά το 1992 ξαναβύθισε τη χώρα στο σκοτάδι της καθυστέρησης, της φτώχειας, της φεουδαρχίας, στις τοπικές και εθνοτικές έριδες, παίρνοντας πίσω όλες τις κατακτήσεις και τα προοδευτικά βήματα που έγιναν την περίοδο 1978-1992 (δημόσια δωρεάν Παιδεία, δικαιώματα στη γυναίκα κ.λπ.)92.
Οι αντιδραστικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν δεν ήταν εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα, όπως τους παρουσίασε η αστική προπαγάνδα, αλλά δυνάμεις που αντιστάθηκαν στην πρόοδο και την ανάπτυξη της χώρας προς όφελος της λαϊκής πλειοψηφίας υπό την καθοδήγηση της λαϊκής επαναστατικής εξουσίας. Η επικράτηση των αντιδραστικών δυνάμεων ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της στήριξης του ιμπεριαλισμού.
Οπως, άλλωστε, αποκαλύπτει σε συνέντευξή του ο πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ επί Προεδρίας Τζίμι Κάρτερ, Ζίμπιγκνιου Μπρεζίνσκι: «Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή της ιστορίας, η CIA άρχισε να βοηθά τους Μουτζαχεντίν μέσα στο 1980, δηλαδή, μετά την εισβολή του σοβιετικού στρατού στο Αφγανιστάν, στις 24 Δεκέμβρη 1979. Αλλά στην πραγματικότητα, όπως κρατήθηκε μυστικά έως τώρα, τα πράγματα έγιναν τελείως διαφορετικά. Στην πραγματικότητα, ήταν 3 Ιούλη του 1979, όταν ο πρόεδρος Κάρτερ υπέγραψε το πρώτο διάταγμα για μυστική βοήθεια στους αντίπαλους του φιλο-σοβιετικού καθεστώτος στην Καμπούλ. Εκείνη ακριβώς τη μέρα, έγραψα ένα σημείωμα στον πρόεδρο όπου εξηγούσα πως κατά τη γνώμη μου αυτή η βοήθεια θα προκαλέσει την επέμβαση του σοβιετικού στρατού»93.
Η ιμπεριαλιστική επέμβαση στο Αφγανιστάν μπορεί να μην πήρε χαρακτήρα ανοικτής ιμπεριαλιστικής στρατιωτικής εισβολής με την άμεση συμμετοχή των ιμπεριαλιστών - όπως έγινε αργότερα - όμως αποτέλεσε μέρος ενός «μυστικού σχεδίου» στα πλαίσια της πολιτικής του ψυχρού πολέμου.


                                                     


                                         
Αναδημοσίευση από ''Ριζοσπάστης''


87. Το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα του Αφγανιστάν ιδρύθηκε το 1965. Ηταν κόμμα, που, σύμφωνα με το Καταστατικό του, υιοθετούσε το μαρξισμό - λενινισμό. Το 1967 διασπάστηκε σε δύο ομάδες το ΛΔΚΑ - «Λαός» και το ΛΔΚΑ - «Σημαία». Οι δύο ομάδες ενώνονται ξανά το 1977. Παρ' όλη την ένωση του Κόμματος, η διαπάλη συνεχίστηκε ανάμεσα στις δύο ομάδες και κορυφώθηκε το 1979 λαμβάνοντας διαστάσεις σύγκρουσης στα πλαίσια της λαϊκής εξουσίας.
88. Στοιχεία από το βιβλίο «Αφγανιστάν - Η λαϊκή επανάσταση», Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1980, σελ. 25.
89. Η συνέντευξη του Μπαμπράκ Καρμάλ, ΓΓ του ΛΔΚΑ και Πρόεδρου της ΛΔ του Αφγανιστάν, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Προβλήματα Ειρήνης και Σοσιαλισμού», τεύχος 4ο, 1980. Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη» 1/01/2002.
90. Στοιχεία από το βιβλίο «Αφγανιστάν - Η λαϊκή επανάσταση», Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1980, σελ. 58.
91. Στοιχεία από το βιβλίο «Αφγανιστάν - Η λαϊκή επανάσταση», Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1980, σελ. 51.
92. Εφημερίδα «Καθημερινή» 29/12/1999.(Αναδημοσίευση αποσπασμάτων από εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 29/04/2004).
93. Συνέντευξη του Ζίμπιγκνιου Μπρεζίνσκι στο «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» το Γενάρη του 1998 (Αναδημοσίευση αποσπασμάτων από την εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 14/10/2001.)

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Λατρεία της Λογικής («Culte de la Raison»)

Λαϊκή επαναστατική θρησκευτική λατρεία του Ορθού Λόγου,την οποία προσπάθησαν να επιβάλλουν οι λεγόμενοι ''αποχριστιανιστές'',κατά την Γαλλική Επανάσταση



Τελετή ονοματοδοσίας σε Ναό της Λογικής
Ο «ΑΠΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ»

Αν και ως αρχή του λεγόμενου «αποχριστιανισμού», ορίζεται από κάποιους η κατάσχεση της εκκλησιαστικής περιουσίας από την δημοκρατική κυβένηση για την πληρωμή του δημοσίου χρέους, το πραγματικό κύμα «αποχριστιανισμού» ξέσπασε το φθινόπωρο του έτους 2 (1793), με αρχή την 25η Σεπτεμβρίου, όταν ο εντεταλμένος αντιπρόσωπος της Συμβατικής Ιωσήφ Φουσέ (Joseph Fouché, 1759 – 1820, ο περιβόητος μετέπειτα αντιδραστικός «θερμιδωριανός», αλλά και αρχηγός της αστυνομίας του Βοναπάρτη) εξέδωσε στην Nievre ένα διάταγμα, με το οποίο απαγορευόταν πλέον η αγαμία στους κληρικούς και τους δινόταν προθεσμία ενός μηνός για να νυμφευθούν, να υιοθετήσουν ένα ορφανό παιδί και να πάρουν υπό την προστασία τους έναν τουλάχιστον υπέργηρο ή ανάπηρο άνθρωπο. Την επόμενη ημέρα (26 Σεπτεμβρίου 1793), ο Φουσέ ανακοίνωσε την ίδρυση μιας «Θρησκείας της Δημοκρατίας και της Φυσικής Ηθικής» (Kennedy, σελ. 154).

Το κύμα του «αποχριστιανισμού» που ακολούθησε τα διατάγματα του Φουσέ ήταν ισχυρότατο και αρκετές φορές σε αυτό πρωτοστατούσαν πρώην ρωμαιοκαθολικοί κληρικοί που τώρα είχαν δώσει τον όρκο στην Δημοκρατία και είχαν γίνει μέλη των ανά τόπους πολιτικών «Λεσχών». Ενδεικτικά μόνον αναφέρουμε την απόφαση της ιακωβινικής λέσχης του Montargis να σφραγιστούν όλες οι εκεί εκκλησίες έπειτα από εισήγηση του «εκκοσμικευμένου» κληρικου Auguste Couet στις 23 Μπρυμαίρ (13 Νοεμβρίου) και το ψήφισμα της λέσχης του Blois στις 28 Μπρυμαίρ (18 Νοεμβρίου) υπέρ μιας «νέας επανάστασης» για να σταλεί ο χριστιανικός φανατισμός «ταχύτατα πίσω στην κόλαση από την οποία προήλθε». Οι κληρικοί του Ste. Marie – aux – Mines έδιναν στην τοπική λέσχη τον όρκο «πιστεύω μόνον στις φυσικές, πολιτικές και ηθικές αρετές, επιθυμώ να τις εφαρμόσω έμπρακτα, επιθυμώ μία και αδιαίρετη Δημοκρατία, δηλώνω δημοκράτης μέχρι θανάτου και αποτάσσω κάθε δεισιδαιμονία», ενώ στις 28 Μπρυμαίρ ο επίσης «εκκοσμικευμένος» βικάριος Patin τόνιζε σε ομιλία του στην λέσχη του Bourges, ότι ο Χριστιανισμός «επιδιώκει την αποκτήνωση όλων των ανθρώπων, για να τους κάνει σκλάβους του, κάνοντάς τους να πιστεύουν ότι 2 συν 1 ίσον 1 και χιλιάδες άλλες ανάλογες ανοησίες, καθώς και για να μπορεί να συμμαχεί με τους τυράννους και να μοιράζεται μαζί τους τα κλοπιμαία από τον λαό». Εκατοντάδες άλλοι πρώην κληρικοί πρωτοστάτησαν στις ανά τόπους πράξεις «αποχριστιανισμού», μεταξύ των οποίων ως πλέον δραστήριοι αποδείχθηκαν οι Tabardin του Montaignt, Meignan του Saumur, Duprat του Casters,  κ.ά.


Διαπόμπευση χριστιανικών συμβόλων
από τους "αποχριστιανιστές"
Ήδη από τις 21 Οκτωβρίου 1793 η Συμβατική είχε ενθαρρύνει τους ανά τόπους δημάρχους να αλλάξουν όλα τα τοπωνύμια που θύμιζαν «μοναρχία, φεουδαρχία και δεισιδαιμονία», ενώ αρκετοί από τους εντεταλμένους αντιπροσώπους της πρωτοστατούσαν στον «αποχριστιανισμό» των περιοχών όπου είχαν σταλεί να εποπτεύσουν: εκτός από τον Φουσέ, αποδείχθηκαν υπερδραστήριοι «αποχριστιανιστές» οι αντιπρόσωποι Javogues στο Loire, Dumont στο Somme, Dartigoeyte και Cavaignac στις περιοχές των Πυρηναίων, Laignelot και Lequinio στο Charente – Infericure, κ.ά. Αρκετοί επίσης αξιωματικοί του «Επαναστατικού Στρατού» παρότρυναν σε άμεσο «αποχριστιανισμό» των περιοχών από τις οποίες εξεδίωκαν τα στρατεύματα των αντεπαναστατών, 

λ.χ. ο P. J. Picot – Bellac έβγαζε πύρινους λόγους στους δημοκρατικούς της Ariege και επόπτευε προσωπικά την λεηλασία των εκκλησιών, ο Alard στο La Bastide de Serou, και ο L.R. Vauquoy στο Bourgoin, όπου συνέλαβε και καρατόμησε τους εκεί κληρικούς που είχαν πολύτροπα βοηθήσει τους αντεπαναστάτες. Ενώ όλες οι εκκλησίες του Blois είχαν σφραγιστεί, και πολλές ακόμα και λεηλατηθεί, στις 6 Φριμαίρ του έτους 2 (26 Νοεμβρίου 1793), η τοπική «Λέσχη των Ιακωβίνων» τύπωσε και κυκλοφόρησε μία διακήρυξη, στην οποία ο χριστιανικός σταυρός κηρυσσόταν ανοικτά «χυδαίο σύμβολο της αντεπανάστασης».

Η ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΗΣ «ΛΑΤΡΕΙΑΣ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ»
 
Στο ίδιο το Παρίσι οι περισσότερες εκκλησίες του Παρισιού είχαν σφραγιστεί ήδη από τον Μάϊο του 1793. Στις 20 Μπρυμαίρ του έτους 2 (10 Νοεμβρίου 1793), δεκατέσσερις ημέρες πριν απαγορευθεί από την Κομμούνα η σε οποιονδήποτε χώρο τέλεση ρωμαιοκαθολικών λειτουργιών (στις 4 Φριμαίρ του έτους 2 ή 24 Νοεμβρίου 1793), οι εξτρεμιστές «αποχριστιανιστές» του χώρου των «Σανκιλότ» («Αβράκωτων»), κυρίως μέλη της «Λέσχης των Κορδελιέρων», οπαδοί των Γκασπάρ Σωμέτ (Pierre Gaspard Chaumette, 1763 – 1794, προέδρου τότε της Κομμούνας) και Ζακ Ρενέ Εμπέρ (Jacques René Hébert, 1757-1794) καθιέρωσαν την αθεϊστική «Λατρεία της Λογικής». Την ημέρα εκείνη, κατά προτροπή του Σωμέτ, πλήθη «Αβράκωτων» κατέλαβαν, αποχριστιάνισαν και μετονόμασαν σε «Ναούς της Λογικής» τον παρισινό καθεδρικό της Νοτρ Νταμ (Notre Dame), αλλά και άλλες εκκλησίες τόσο του Παρισιού όσο και των υπόλοιπων πόλεων όπου είχε κυριαρχήσει η Επανάσταση.

Επί ένα ολόκληρο δεκαήμερο μετά τον αποχριστιανισμό της «Νοτρ Νταμ», τα εκκλησιαστικά βιβλία καίγονταν στους δρόμους, εικόνες θραύονταν και χρυσά ή ασημένια ιερά σκεύη λιώνονταν, και μία μετά την άλλη οι «καθαρισμένες» εκκλησίες αφιερώνονταν στην Ελευθερία, την Αδελφοσύνη, τον Έρωτα, την Φιλοσοφία, την συζυγική Συντροφικότητα, κ.ά., ενώ οι αρχηγοί της Κομμούνας πέτυχαν στις 20 Νοεμβρίου 1793 (30η Μπρυμαίρ του έτους 2) την ψήφιση νόμου από την Συμβατική, με τον οποίο τέθηκε εκτός νόμου η χριστιανική Θρησκεία και αντικαταστάθηκε επίσημα από την «Λατρεία της Λογικής».


Λιτανεία της Θεάς Λογικής που ενσάρκωνε η Μομορό
Ενώ στις 23 Νοεμβρίου 1793 (3η Φριμαίρ του έτους 2) η καθοδηγούμενη από τους εξτρεμιστές άθεους Παρισινή Κομμούνα σφράγισε όλες τις εκκλησίες της πόλης, στο Μουλέν (Moulins), ο Φουσέ είχε διέλθει έφιππος την πόλη επικεφαλής ενός μικρού πλήθους και με ένα σφυρί στο χέρι έσπαζε τους σταυρούς, τους εσταυρωμένους και τις εικόνες των χριστιανών. Οι μίτρες και τα σκεύη είχαν λιωθεί, ενώ ο αρχιεπίσκοπος Φρανσουά Λωράν (Francois Laurent) μαζί με 30 ακόμα κληρικούς είχαν πετάξει τα άμφιά τους και είχαν φορέσει τον κόκκινο σκούφο της Επανάστασης. Στην αναφορά του προς την Συμβατική, ο Φουσέ ανέφερε: «Μπορώ πια να διαβεβαιώσω τους συναδέλφους μου βουλευτές ότι ο Χριστιανισμός έχει εξαφανιστεί σε όλη την κεντρική Γαλλία (στους νομούς La Nievre και l' Allier και τις πόλεις Nevers, Clamecy, Moulins, Gannat, Montlucon, Decize, La Charite, Bercy) και την θέση του έχει πάρει η λατρεία της Θεάς Λογικής. Έχουν σφραγιστεί, αλλάξει χρήση ή πυρποληθεί 147 εκκλησίες και 352 παρεκκλήσια. Όλα τα σκεύη, αγάλματα αγίων, σταυροί, εσταυρωμένοι και άλλες ιερές γι’ αυτούς απεικονίσεις έχουν

καταστραφεί, ενώ όλα τα άμφια έχουν σταλεί προς χρήση σε νοσοκομεία ή γηροκομεία, αφού πρώτα τους αφαιρέθηκαν οι πολύτιμες διακοσμήσεις. Σε όλους τους κληρικούς έχει δοθεί προθεσμία 30 ημερών για να βρούνε μία σύζυγο ή τουλάχιστον να υιοθετήσουν ένα παιδί και να ορκιστούν πίστη στην Επανάσταση. Ο επίσκοπος του Μουλέν Φρανσουά Λωράν παρέδωσε την μίτρα του και τον σταυρό και αποστάτησε δημόσια στην πλατεία της πόλης, ακολουθούμενος από 30 ακόμα κληρικούς. Στην Νεβέρ, οδηγήσαμε μέσα από τους δρόμους της πόλης έναν γάϊδαρο ντυμένο με άμφια, με μία επισκοπική μίτρα στο κεφάλι και μία Βίβλο δεμένη στην ουρά του και του δώσαμε να πιει νερό μέσα από δισκοπότηρα. Στην συνέχεια κάψαμε κατηχητήρια και Βίβλους και πέπλους καλογριών και όλος ο λαός χόρεψε γύρω από την εορταστική φωτιά, ενώ σε 35 μεγάλες πλατείες κάηκαν ομοιώματα του Πάπα. Η ποσότητα χρυσού που απέδωσε το πιο πρόσφατο λιώσιμο των σκευών και την οποία στείλαμε σήμερα στο Δημόσιο Ταμείο του Παρισιού, αποτελώντας την τέταρτη τέτοιου είδους αποστολή, φθάνει τα 250 κιλά. Επιπρόσθετα σας έχουμε στείλει 17 μπαούλα γεμάτα με σταυρούς διακοσμημένους με διαμάντια, στέμματα, σκήπτρα, κηροπήγια και άλλα χρυσά και ασημένια αντικείμενα. Ας ποδοπατήσουμε στο χώμα όλα τα είδωλα της θεοκρατικής μοναρχίας».                                                                                                                  

ΕΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΤΥΠΙΚΑ

Καθιερώθηκε κάθε φορά που θα εορτάζει ο Λόγος, να διαβάζονται μέσα στις πρώην εκκλησίες το λαοκρατικό Σύνταγμα του 1793 και κείμενα επαναστατών και αρχαίων φιλοσόφων, να απαγγέλλονται ποιήματα και ηθικά παραγγέλματα, να παίζεται μουσική και να τραγουδιούνται δημοκρατικά τραγούδια. Όλα αυτά κάτω από επιγραφές για σεβασμό προς τις έγκυες γυναίκες ή τους ηλικιωμένους, για τους οποίους ήσαν κρατημένες ειδικές τιμητικές θέσεις και ανάμεσα σε προτομές αρχαίων και νεότερων φιλοσόφων, ενώ στο βάθος των Ναών υψωνόταν ο «ανώτατος βωμός», επάνω στον οποίο έκαιγε η «φλόγα της Ελευθερίας». Καθισμένη στην «Αγία Τράπεζα» της πρώην Νοτρ Νταμ, η «Θεά της Λογικής», την οποία ενσάρκωνε η όμορφη ηθοποιός Σοφία Μομορό (Sophie Momoro), σύζυγος του «κορδελιέρου» οπαδού του Εμπέρ ζωγράφου και εκδότη Αντουάν – Φρανσουά Μομορό (Antoine - Francois Momoro, 1756 – 1794, εμπνευστή κατά πολλούς του συνθήματος «Ελευθερία – Ισότης – Αδελφότης»), αντάμοιβε κατά την διάρκεια της «Εορτής της Λογικής» («Fete de la Raison») με ένα φιλί τους «πιστούς» της Δημοκρατίας και της Επανάστασης, ενώ λευκοντυμένες κοπέλλες στεφανωμένες με φύλλα βελανιδιάς έψελναν ύμνους προς την Ελευθερία, κάτω από πανό με επαναστατικά συνθήματα.



Η ένθρονη Λογική κεραυνοβολεί την

δεισιδαιμονία (πίνακας της εποχής)
Στους ανά τόπους «Ναούς της Λογικής», όπου οι χριστιανικές εικόνες είχαν αντικατασταθεί από τις μορφές των «μαρτύρων της Ελευθερίας» Λεπελετιέ (Louis Michel le Peletier de Saint-Fargeau, 1760 – 1793), Σαλιέ (Marie Joseph Chalier, 1747 - 1793) και Μαρά (Jean Paul Marat, 1743 – 1793), οι «αποχριστιανιστές» βάπτιζαν από τον Νοέμβριο του 1793 μέχρι την άνοιξη του 1794 τα παιδιά τους όχι στο όνομα της «Αγίας Τριάδας» των χριστιανών, αλλά στην επαναστατική ιερή τριάδα «Ελευθερία – Ισότης - Αδελφότης» και στις εισόδους των νεκροταφείων είχε αναρτηθεί η αθεϊστική επιγραφή «Ο θάνατος είναι αιώνιος ύπνος» (έμπνευσης του Φουσέ), ενώ τα θλιβερά κυπαρίσια είχαν κοπεί και αντικατασταθεί από ανθώνες, στους οποίους δέσποζε το άγαλμα του Θεού Μορφέως.

Η ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ «ΡΟΒΕΣΠΙΕΡΙΣΤΕΣ»

Οι εξτρεμισμοί των λεγόμενων «οπαδών του αποχριστιανισμού» τους έφεραν όμως αντιμέτωπους τόσο με τους «μετριοπαθείς» οπαδούς του Νταντών, όσο και με τους «ροβεσπιεριστές», αφού οι αθεϊστικές προκλήσεις τους προκαλούσαν την οργή των εντός και εκτός Γαλλίας αντιδραστικών χριστιανικών δυνάμεων, που παρέσερναν εύκολα με το μέρος τους τα θρησκόληπτα πλήθη, ιδίως των αγροτικών περιοχών: ήδη από τις 5 Δεκεμβρίου 1793 (15η Φριμαίρ του έτους 2) ο Ροβεσπιέρος, προσπαθώντας να αποτρέψει το γενικευμένο χάος που εγκυμονούσε η ακραία δράση των «Αβράκωτων» και της Κομμούνας κατά των χριστιανών, δήλωνε από το βήμα της Συμβατικής: «οφείλετε εσείς, οι αντιπρόσωποι της Συνέλευσης, να αντιδράσετε στις εξωφρενικές και ανόητες πράξεις, που μονάχα τα σχέδια της ξένης συνωμοσίας εξυπηρετούν. Ζητώ ν’ απαγορευθεί στις ιδιωτικές εξουσίες (εννοώντας την Κομμούνα) να διευκολύνουν τους εχθρούς της πατρίδας μας με απερίσκεπτους νεωτερισμούς, καθώς και να μην εμπλέκονται οι οποιεσδήποτε ένοπλες δυνάμεις σε ζητήματα θρησκευτικής συνείδησης».



Απόδοση τιμής στο πνεύμα (genius) της Ελευθερίας
Έχοντας για μία ακόμα φορά πεισθεί από την επιχειρηματολογία του, η Συμβατική ακύρωσε αυθημερόν την προγενέστερη απόφασή της για απαγόρευση του Χριστιανισμού και ψήφισε την απαγόρευση «κάθε βίας και κάθε πράξης αντίθετης προς την ελευθερία της λατρείας», φροντίζοντας επίσης να σταλεί η απόφασή της σε όλα τα έθνη της Ευρώπης. Δύο ημέρες αργότερα στις 7 Δεκεμβρίου 1793 (17η Φριμαίρ του έτους 2), η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας είχε καταδικάσει τις αντιχριστιανικές πρακτικές των διαφόρων εντεταλμένων αντιπροσώπων της Συμβατικής στις επαρχίες και παράλληλα είχε δώσει αυστηρές διαταγές να σταματήσουν άμεσα όλες οι παρεμποδίσεις της ελευθερίας της λατρείας, ασχέτως από το ποια Θρησκεία ακολουθεί κανείς. Την επόμενη κιόλας ημέρα (8 Δεκεμβρίου 1793, ή 18η Φριμαίρ του έτους 2) στάλθηκε σε όλη την χώρα το διάταγμα περί θρησκευτικής ανεκτικότητας της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας, ώστε να κατασβεστούν οι πολλές εξεγέρσεις φανατικών χριστιανών σε διάφορες περιοχές (Κολομιέ, Νιέβρ, Αμιένη, Λοζέρ, Άνω Λουάρ, Ερώ, Κορέζ, Σερ, Μεζ, Αρδένες κ.ά.), οι οποίες παρ’ όλα αυτά διήρκεσαν ολόκληρο τον χειμώνα.

Επιπρόσθετα, οι περισσότεροι από τους πρωτεργάτες της «Λατρείας της Λογικής» ενεπλάκησαν στην συνομωσία της φράξιας των λεγόμενων «Εμπεριστών» («Hébertistes»). Όταν η συνωμοσία αποκαλύφθηκε, οι «Εμπεριστές» συνελήφθηκαν, δικάστηκαν, καταδικάστηκαν σε θάνατο και τελικά καρατομήθηκαν στα τέλη του Μαρτίου του 1794.

Μετά από λίγες εβδομάδες, στις 18 Φλορεάλ του έτους 2 (7 Μαϊου 1794), καθιερώθηκε επίσημα από την Συμβατική Εθνοσυνέλευση η «Λατρεία του Υπερτάτου Όντος», ως αποτέλεσμα της μακράς προσπάθειας του Ροβεσπιέρου και των οπαδών του (ήδη από την 1η Φριμαίρ του έτους 2 ή 21 Νοεμβρίου 1793) να αποδυναμώσουν την αθεϊστική «Λατρεία της Λογικής» τώρα που οι πρωτεργάτες της είχαν ήδη καρατομηθεί και σταδιακά να την επικαλύψουν με την νέα. Από την επόμενη κιόλας ημέρα οι ανά τόπους «Λέσχες» (με πρώτες εκείνες των Rodez, Lorient, Martigues και Eymoutiers) ζήτησαν από τις δημοτικές αρχές την μετατροπή όλων των έως τότε «Ναών της Λογικής» σε «Ναούς του Υπερτάτου Όντος», καθώς και την αντικατάσταση στα νεκροταφεία της επιγραφής των «αποχριστιανιστών» «Ο θάνατος είναι αιώνιος ύπνος» με την επιγραφή «Ο θάνατος είναι η αρχή της αθανασίας».

ΤΟ ΤΕΛΙΚΟ ΚΤΥΠΗΜΑ

Μετά όμως από την ανατροπή και καρατόμηση των «ροβεσπιεριστών», τόσο η «Λατρεία της Λογικής» όσο και η «Λατρεία του Υπερτάτου Όντος» δέχθηκαν την σκληρή επίθεση των «Θερμοδωριανών» και άρχισαν να σβήνουν. Το τελικό κτύπημα δέχθηκαν από τον Βοναπάρτη, όταν για πολιτικούς λόγους επέλεξε την επαναπροσέγγιση με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία με το «κονκορδάτο» του 1801.


Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2007



Ουσία και αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας

 του Παναγιώτη Γαβάνα Ένα από τα βασικά ζητήματα που είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί στην αρχή αυτής της σειράς άρθρων που παρουσιάζουμε ανα...