Πέμπτη 10 Αυγούστου 2017

25η Μαρτίου: Με οδηγούς τους Μαρξ - Ένγκελς να αρνηθούμε την κύρια πλευρά του 1821

Από Κόκκινο Μετερίζι


Αν και για τεχνικούς καθαρά λόγους, δεν καταφέραμε να δημοσιέψουμε τις συγκεκριμένες πραγμάτειες περί της ελληνικής εξέγερσης του ’21 ανήμερα της ημέρας που εορτάζεται η «εθνική παλιγενεσία», με δεδομένο ότι η σειρά ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ για το ’21 έχει ανάψει μια γενικότερη συζήτηση για το θέμα, νομίζουμε πως έστω και με έναν μικρόν ετεροχρονισμό, έχει μιαν αξία να διαβαστούν με προσοχή οι παρακάτω αναλύσεις, που είναι και ιδιαίτερα τεκμηριωμένες με τη χρήση πληθώρας πηγών.

Πρόκειται για την ανάπτυξη, από την πλευρά των συναγωνιστών της ΟΑΚΚΕ, της πιο πρωτοπόρας ελλαδίτικης μαρξιστικής ιστοριογραφικής θέσης, ότι δηλαδή οι φιλορώσοι μέσα στο ’21 αποτελούσαν την άκρα δεξιά πλευρά του, κι ας υποδύονταν την πιο «λαϊκή». Ανάπτυξη που οδήγησε τους μαρξιστές της ΟΑΚΚΕ, μέσα από ενδελεχή μελέτη, στη θέση ότι το ’21 έχει στην κύρια πλευρά του ΑΡΝΗΤΙΚΟ χαραχτήρα, τόσο για το τι κληροδότησε στο νεοελληνικό έθνος, όσο και για το πώς επέδρασε στην ευρωπαϊκή αστοδημοκρατική επανάσταση, της οποίας το πιο καλοφρουρημένο εχθρικό προπύργιο ήταν η φεουδαρχική επεκτατική, απολυταρχική τσαρική Ρωσία. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και σήμερα, στην εποχή του μονοπωλιακού – κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, με τη νεοτσαρική σοσιαλιμπεριαλιστική Ρωσία να αποτελεί το μεγαλύτερο εχθρό της προλεταριακής και αντιιμπεριαλιστικής επανάστασης, αφού τους κλέβει και διαστρέφει τα συνθήματα, θέλοντας να χρησιμοποιήσει τους λαούς για να τη βοηθήσουν να επικρατήσει ενάντια στους ιμπεριαλιστές αντιπάλους της, την υπερδύναμη των ΕΠΑ αλλά και τους δευτεροκοσμικούς της Δυτικής Ευρώπης.

Το πρώτο είναι μια γενική τοποθέτηση για το ζήτημα, που δημοσιέυτηκε στη Ν.Α. του Μάρτη του 1992 (φ.159), ενώ το δεύτερο είναι μέρος του διαλόγου που αναπτύχθηκε στα 1995 στις στήλες της Ν.Α. μεταξύ της Συντακτικής Ομάδας της και του ιστορικού Λύσανδρου Παπανικολάου, με αφορμή τη διχογνωμία τους για το τελικό ιστορικό απόβαρο του '21.
Όλα τα σχετικά με το '21 που έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα της ΟΑΚΚΕ:

http://www.oakke.gr/1821/links.htm

Να κάνουμε μονάχα μια παρατήρηση, όσον αφορά στην ιδεολογική μήτρα της αναμφισβήτης αυτής ανάπτυξης της μαρξιστικής σκέψης όσον αφορά στη χώρα μας και ευρύτερα στα Βαλκάνια: δεν είναι τυχαίο που αυτή η σε βάθος κριτική του '21 δεν προήλθε από κατ΄ επάγγελμα "αντιεθνικιστές" τροτσκιστές ή ψευτοδιεθνιστές συνασπισμαίους, αλλά από ένα ρεύμα που έχει βαθιές ιδεολογικές ρίζες στο επαναστατικό τριτοδιεθνιστικό κομμουνιστικό κίνημα, όπως αυτό εκφράστηκε από το παλιό μεγάλο ΚΚΕ. Μόνο πραγματικοί διεθνιστές, που είναι συνακόλουθα και πραγματικοί πατριώτες και υπερασπιστές της ανεξαρτησίας των κρατών και εθνών από την ξένη μπότα, θα μπορούσαν να φτάσουν σε τέτοιο βάθος και υπερασπιζόμενοι την αλήθεια, να έρθουν σε σύγκρουση με το σύνολο των αστικών και μικροαστικών ιδεολογημάτων, αλλά και των λαϊκών προλήψεων για την εποχή εκείνη, που σφραγίζει ουσιαστικά ακόμα και το σήμερα.

Κανένας επαρμένος τροτσκιστής, που θεωρεί το ποδοπάτημα του "εθνικού" έστω και με τη βία "διεθνιστική απελευθέρωση" και "τσάκισμα των εθνικών αυταπατών" δε θα μπορούσε να ξεπατώσει το '21 τόσο μαστόρικα, ακριβώς γιατί είναι έξω από κάθε λογική του η εξέταση της πορείας ενός έθνους από το προλεταριάτο και τη διανόησή του, ώστε κάποτε η εργατιά και το κόμμα της να γίνουν ΗΓΕΤΙΔΑ ΔΥΝΑΜΗ του έθνους, πυξίδα της λευτεριάς. Σ'αυτά τα συμπεράσματα μπορούσαν να καταλήξουν μονάχα κομμουνιστές, βαθιοί διεθνιστές, ιδεολογικοί συνεχιστές της παράδοσης του παλιού ΚΚΕ και των λαογέννητων ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και ΔΣΕ, και μετά το 1960 μαοϊστές.

Καλή ανάγνωση
ΚΜ


                                                                  1

ΜΕ ΟΔΗΓΟΥΣ ΤΟΥΣ ΜΑΡΞ – ΕΝΓΚΕΛΣ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΄21
Ο σοβινισμός εμποδίζει τους έλληνες μαρξιστές να αναλύσουν το 21

ΤΟ 1821 ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ
Η μαρξιστική θέση για την ελληνική εξέγερση του 1821
Αυτές τις μέρες θα έχουν την τιμητική τους μεγαλόστομες ρητορείες για το “μεγαλείο της φυλής”, για την “εθνική παλιγγενεσία”, για την “καθόλου τυχαία σύμπτωση του ξεσπάσματος της επανάστασης με τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου” και άλλα παρόμοια. Αναμένεται δριμύς βομβαρδισμός από τύπο, ραδιόφωνο και κανάλια, διαποτισμένος και εμπλουτισμένος και με μπόλικο “μακεδονικό”.


Αυτά από τον κλασσικό, τον παλαιοδεξιού τύπου σοβινισμό και ψευτοπατριωτισμό.
Από την άλλη πλευρά, ο σοβαροφανής “μαρξισμός” τύπου ψευτοΚΚΕ και "μ-λ" οπορτουνισμού θα μιλήσει σε πιο ήπιους τόνους, χωρίς όμως να διαφωνήσει στην ουσία , για «προοδευτικό χαρακτήρα της εξέγερσης του ΄21, για τους απελευθερωτικούς πόθους του λαού» που βρήκαν την έκφραση τους στην εξέγερση αυτή και για τις Μεγάλες Δυνάμεις (εννοώντας, βέβαια, μόνο -ή κυρίως- τις δυτικές δυνάμεις που προσπάθησαν να “φρενάρουν” την επανάσταση).

Κάποτε θα πρέπει να αντιληφθούν όλοι αυτοί ότι δεν μπορείς να παίζεις με το μαρξισμό. Ότι δεν μπορείς να παριστάνεις το μαρξιστή και να στηρίζεσαι στα τσιτάτα του σ΄ όλα τα ζητήματα εκτός απ΄ αυτά που έχουν σχέση με το ΄21. Και τα κείμενα, τόσο του Μαρξ όσο και του Ένγκελς, είναι αρκετά για να σχηματίσει κανείς μια ολοκληρωμένη άποψη για το χαρακτήρα της εξέγερσης του 1821. Και είναι τόσο κατηγορηματικές οι τοποθετήσεις τους που να μην επιδέχονται ηθελημένες παρερμηνείες και ν΄ ανοίγουν “παραθυράκια” για αντίθετες εκτιμήσεις.

Κάποτε, λοιπόν, αυτή η φιλολογία θα πρέπει να σταματήσει και η ιστορική αλήθεια να φωτιστεί. Κι αυτό όχι μόνο για την αποκατάσταση της Ιστορίας και την απόδοση των ευθυνών εκεί που ανήκουν, αλλά γιατί μόνο μ΄ αυτή την επανεκτίμηση της Ιστορίας μπορεί να κατανοηθεί όλη η πορεία του νεοελληνικού κράτους από τη στιγμή της ίδρυσης του, μόνο έτσι μπορεί να κατανοηθεί γιατί η Μεγάλη Ιδέα αποτελούσε και αποτελεί την πεμπτουσία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής εδώ και 170 χρόνια, μόνο έτσι μπορεί να κατανοηθεί γιατί η αντίληψη αυτή (της Μεγάλης Ιδέας) οδηγούσε πάντα και οδηγεί και σήμερα στην προσκόλληση της Ελλάδας στο άρμα κάποιας ιμπεριαλιστικής δύναμης και επομένως σε εθνικές περιπέτειες από τις οποίες ο μεγάλος χαμένος είναι πάντα ο λαός κι η επανάσταση.

Με λίγα λόγια, η νεοελληνική ιστορία πρέπει να ξαναγραφτεί. Προς το παρόν ας κάνουμε μερικά πρώτα βήματα σ΄ αυτή την κατεύθυνση. Ας μας συγχωρήσουν προκαταβολικά οι υπομονετικοί μας αναγνώστες για τις ατέλειες και τις παραλείψεις μας, οι οποίες οφείλονται κυρίως στην έλλειψη χρόνου.
Προτιμήσαμε όμως αντί να μη γράψουμε τίποτα για το ΄21, να γράψουμε τη βασική μας θέση, τη μαρξιστική θέση, έστω και αν παρουσιαστεί όχι ολοκληρωμένα.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν.

ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

Κλειδί για την κατανόηση της μαρξιστικής θέσης για το χαρακτήρα της εξέγερσης του 1821 είναι να κατανοήσουμε τι ήταν το ανατολικό ζήτημα και πως ο μαρξισμός το συνέδεε με την επανάσταση στην Ευρώπη.
Σε γενικές γραμμές ανατολικό ζήτημα σήμαινε τον περασμένο (και όχι μόνο) αιώνα ποια θα ήταν η τύχη των εδαφών της οθωμανικής αυτοκρατορίας την εποχή που αυτή κατέρρεε.

Από τις αρχές του 17ου αιώνα στην οθωμανική αυτοκρατορία άρχιζαν να παρουσιάζονται σημάδια παρακμής, τόσο στρατιωτικοπολιτικής όσο και κοινωνικής. Τα σημάδια αυτά από τα 1700 και κάτω άρχισαν να γίνονται όλο και πιο έντονα και η κεντρική (σουλτανική) εξουσία άρχισε να γίνεται όλο και πιο χαλαρή. Φυγόκεντρες τάσεις άρχισαν ν΄ αναπτύσσονται στην περιφέρεια της αυτοκρατορίας και η τάση διαμελισμού της ήταν πια ορατή.
Την αναπόφευκτη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας είχαν διαπιστώσει κι ο Μαρξ με τον Ένγκελς. Το ζήτημα είναι ποιος θα έβγαινε ο μεγάλος κερδισμένος από το μοίρασμα της πίτας. Θα αποκτούσαν οι υπόδουλοι λαοί πραγματική εθνική ανεξαρτησία; Αυτό ήταν το ένα ενδεχόμενο. Θα προσαρτούνταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, φανερά ή κρυφά, τα εδάφη αυτά στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής;

Θα υπάγονταν τα νέα κράτη που θα δημιουργούνταν στην επιρροή κάποιας από τις μεγάλες δυνάμεις; Αυτό ήταν ένα δεύτερο ενδεχόμενο. Και, αν ήταν αναπόφευκτη η επιρροή των μεγάλων δυνάμεων στα νέα κράτη σε ποια απ΄ αυτές ήταν πιο συμφέρον για την επανάσταση στην Ευρώπη να προσκολληθούν τα κράτη αυτά; Ή, για να πούμε πιο σωστά, σε ποια κυρίως από τις δυνάμεις της Ευρώπης έπρεπε πάση θυσία ν΄ αποφύγουν να προσκολληθούν τα νέα κράτη; Αυτό ήταν το τρίτο ενδεχόμενο.

Για το μαρξισμό η «καθαρή» λύση του ζητήματος βρισκόταν στην ίδια την ευρωπαϊκή επανάσταση. Βλέποντας τη να επέρχεται και θεωρώντας ότι θα ήταν ορμητική πίστευαν ότι θα σάρωνε ταυτόχρονα τη δυτική κεφαλαιοκρατία και την τσαρική απολυταρχία, έτσι θα άνοιγε το δρόμο στη σοσιαλιστική συναδέλφωση των λαών και βέβαια το ανατολικό ζήτημα θα εξαφανιζόταν αυτόματα από το προσκήνιο αφού θα εξέλειπαν οι δυνάμεις που το συντηρούσαν.
Γράφει ο Ένγκελς στην New York Daily Tribune (21 του Απρίλη 1853):
“Η λύση του τούρκικου προβλήματος, όπως και άλλων μεγάλων προβλημάτων, επιφυλάσσεται στην Ευρωπαϊκή Επανάσταση. Και δεν είναι παράτολμο να εντάξουμε τούτο το άσχετο, από πρώτη όψη, ζήτημα στον τομέα των αρμοδιοτήτων του μεγάλου επαναστατικού κινήματος(…). Τα προκεχωρημένα φυλάκια της επόμενης επανάστασης πρέπει να ΄ναι η Πετρούπολη κι η Κωνσταντινούπολη. Αυτές είναι οι δύο πιο τρωτές θέσεις, όπου πρέπει να χτυπηθεί ο ρώσικος αντεπαναστατικός κολοσσός”.
Ωστόσο, αν αυτή η λύση ήταν η επιθυμητή και αναπόφευκτη στο μέλλον, αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν και άμεσα εφαρμόσιμη. Πρέπει σε κάθε φάση του κινήματος, για να φέρεις πιο κοντά την επανάσταση να εντοπίζεις τον κύριο εχθρό και εκεί να συγκεντρώνεις και να κατευθύνεις τα πυρά σου, συμμαχώντας ταχτικά με τους όχι κύριους εχθρούς του κινήματος.

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Στο ζήτημα αυτό ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήταν κατηγορηματικοί: ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται από την κοινωνικά υπανάπτυκτη, αλλά πολιτικά και διπλωματικά εξαιρετικά δυναμική τσαρική Ρωσία.
Κάθε ενίσχυση ή επέκταση (της τσαρικής Ρωσίας) δεν μπορεί παρά να σημαίνει ανάσχεση της ευρωπαϊκής επανάστασης και συρρίκνωση των δυνατοτήτων της. Και το πανευρωπαϊκής σημασίας αυτό ενδεχόμενο συνδέεται πάλι άμεσα με το ανατολικό ζήτημα αφού ένας από τους προσφορότερους χώρους πιθανής εκδήλωσης του ρώσικου επεκτατισμού είναι ακριβώς η αποσυντιθέμενη ευρωπαϊκή Τουρκία.

Γράφει πάλι ο Ένγκελς στη New York Daily Tribune (12 του Απρίλη 1853):
“Η Ρωσία είναι πέρα από κάθε αμφιβολία κατακτητικό έθνος, και ήταν τέτοιο έναν αιώνα ολόκληρο πριν το μεγάλο κίνημα του 1789 ξυπνήσει την έντονη ενεργητικότητα ενός τρομερού ανταγωνιστή. Εννοούμε την ευρωπαϊκή Επανάσταση, την εκρηκτική δύναμη των δημοκρατικών ιδεών και τη φυσική δίψα του ανθρώπου για ελευθερία. Από την εποχή αυτή και μετά, στην πραγματικότητα δεν υπήρξαν παρά δύο μόνο δυνάμεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο – η Ρωσία με την απολυταρχία κι η Επανάσταση με τη δημοκρατία. Προς το παρόν η Επανάσταση φαίνεται καταπνιγμένη, όμως ζει και τη φοβούνται εξίσου όσο και πάντα. Μάρτυς η τρομάρα της αντίδρασης στο άκουσμα των ειδήσεων για την τελευταία εξέγερση στο Μιλάνο. Αν όμως η Ρωσία κατακτήσει την Τουρκία, τότε θ΄ αυξήσει τη δύναμη της σχεδόν κατά το ήμισυ και θα γίνει υπέρτερη απ΄ όλη μαζί την Ευρώπη. Κάτι τέτοιο θ΄ αποτελούσε ανείπωτη συμφορά για την υπόθεση της Επανάστασης. Η διατήρηση της τούρκικης ανεξαρτησίας ή, σε περίπτωση πιθανής διάλυσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η ματαίωση του ρώσικου σχεδίου προσάρτησης είναι ζήτημα ύψιστης σημασίας. Στο σημείο αυτό συμβαδίζουν τα συμφέροντα της επαναστατικής Δημοκρατίας και της Αγγλίας. Καμιά τους δεν μπορεί να επιτρέψει στον τσάρο να κάνει την Κωνσταντινούπολη μια από τις πρωτεύουσες του, και θα δούμε πως, όταν στριμωχτούν με την πλάτη στον τοίχο, η μια θα του αντισταθεί εξίσου αποφασιστικά όσο και η άλλη”.

Για να το πούμε πιο απλά: αν πρόκειται μια εξέγερση υπόδουλων της Τουρκίας να ωφελήσει με τον α ή β τρόπο την επεκτατική πολιτική της τσαρικής Ρωσίας τότε καλύτερα να λείπει. Γιατί η επικράτηση της τσαρικής Ρωσίας, της κατεξοχήν αντεπαναστατικής δύναμης μέσα σε μια οικονομικά και κοινωνικά εξελιγμένη Ευρώπη, σημαίνει χειροτέρευση της επαναστατικής προοπτικής σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. Επιβαλλόταν, λοιπόν, από τα πράγματα μια συμπόρευση των κινημάτων ανεξαρτησίας με όποιες και όσες δυνάμεις αντιτίθονταν έμπρακτα στον τσαρικό επεκτατισμό, ανεξάρτητα από τα κίνητρα και τις προθέσεις των δυνάμεων αυτών.

Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ Η ΜΗ ΤΟΥ STATUS QUO

Μήπως αυτές οι θέσεις του μαρξισμού σημαίνουν ότι οι Μαρξ και Ένγκελς ήθελαν πάση θυσία τη διατήρηση του status quo (δηλ. της υφιστάμενης κατάστασης);; Μήπως ήταν “τουρκόφιλοι”; Ποια θέση έπαιρνε ο μαρξισμός στο ζήτημα αυτό, μια που αποτέλεσε για δεκαετίες ολόκληρες και τη βασική πολιτική της δυτικής Ευρώπης και της Αγγλίας; Να τι έγραφε ο Ένγκελς στη New -York Daily Tribune (7 Απρίλη 1853) για την αντίληψη αυτή της Δύσης: “Οι Μυρμιδόνες της μετριότητας , όπως τους αποκαλεί ο Beranger, χωρίς γνώση της ιστορίας ή βαθύτερη κατανόηση των γεγονότων, χωρίς ιδέες, χωρίς πρωτοβουλία, λατρεύουν το status quo που μοναχοί τους συρράψανε όπως-όπως, ξέροντας κι ίδιοι τι παρδαλό κατασκεύασμα αποτελεί.

Όμως κι η Τουρκία δε μένει περισσότερο στάσιμη απ΄ όσο ο υπόλοιπος κόσμος. Κι ακριβώς όταν το αντιδραστικό κόμμα πέτυχε να παλινορθώσει στην Ευρώπη ότι θεωρούσε ως status quo ante (προγενέστερη κατάσταση), έγινε αντιληπτό πως στο μεταξύ το status quo της Τουρκίας είχε αλλάξει πάρα πολύ. πως ξεβλάστησαν καινούρια ζητήματα, καινούριες σχέσεις, καινούρια συμφέροντα, και πως οι δύσμοιροι διπλωμάτες έπρεπε ν΄ αρχίσουν και πάλι από κει που τους είχε διακόψει ένας γενικός σεισμός κάπου οχτώ ή δέκα χρόνια πιο πριν. Διαφυλάξτε το status quo στην Τουρκία! Εξίσου, μα την αλήθεια, θα μπορούσατε να επιχειρήσετε την διαφύλαξη του ίδιου ακριβώς βαθμού σήψης ενός ψόφιου αλόγου σε ορισμένη στιγμή προτού ολοκληρωθεί η αποσύνθεση του.


Η Τουρκία αποσυντίθεται όλο και περισσότερο, και θα συνεχίσει ν΄ αποσυντίθενται όσο παρατείνεται το σημερινό σύστημα “ισοζυγίου της ισχύος” και διατήρησης του status quo και παρόλα τα συνέδρια, τα πρωτόκολλα και τα τελεσίγραφα θα γεννά το ετήσιο ποσοστό της σε διπλωματικές επιπλοκές και διεθνείς αναστατώσεις, το ίδιο όπως και το οποιοδήποτε σάπιο σώμα θα γεμίζει τον γειτονικό του χώρο με τον ανάλογο κάθε φορά υδρογονάνθρακα και άλλα εύοσμα αέρια”.
Στην ίδια εφημερίδα στις 21 του Απρίλη του 1853 εξηγεί πως αυτή η αντίληψη ρίχνει τους Χριστιανούς υπηκόους της Τουρκίας στην αγκαλιά του τσάρου:
“Η μεγάλη κινητήρια δύναμη, που επιταχύνει την προέλαση της Ρωσίας προς την Κωνσταντινούπολη, συμπίπτει με την επινόηση, η οποία έγινε για να την σταματήσει: την κούφια κι ανεφάρμοστη θεωρία της διατήρησης του status quo.

Σε τι έγκειται τούτο το status quo; Για τους Χριστιανούς υπηκόους της Πύλης δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά διαιώνιση της καταπίεσης τους από την Τουρκία. Κι όσο καταπιέζονται από την τούρκικη κυριαρχία, η κεφαλή της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας (τον τσάρο εννοεί εδώ ο Ένγκελς), ο κύριος εξήντα εκατομμυρίων Ελληνορθόδοξων, αποτελεί τον φυσικό προστάτη κι ελευθερωτή τους, κι ας είναι αυτός ότι θέλει από άλλες απόψεις. Το αποτέλεσμα είναι, ότι το ίδιο εκείνο διπλωματικό σύστημα, το οποίο εφευρέθηκε με σκοπό την πρόληψη ρώσικων υπερβάσεων, εξαναγκάζει δέκα εκατομμύρια Ελληνορθόδοξους της ευρωπαϊκής Τουρκίας να ζητούν την ρώσικη βοήθεια”.
Η άποψη, λοιπόν, του μαρξισμού ήταν ότι η Τουρκία, στο βαθμό που συγκρούεται με την αντεπαναστατική Ρωσία, συμμαχεί αντικειμενικά με την επανάσταση. Και το αντίστροφο: Όποιο εθνικό κίνημα στρεφόταν ενάντια στην Τουρκία κάτω από την καθοδήγηση της Ρωσίας συμμαχεί αντικειμενικά με την αντεπανάσταση.

ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Γράφει ο Ένγκελς στον Μπερνστάιν στις 22-25.2.1882:


“…δεν επιθυμώ να εξετάσω εδώ, πως έγινε κι οι μικροί σλαβικοί λαοί βλέπουν τον τσάρο ως τον μόνο ελευθερωτή τους. Το κάνουν κι αυτό μας φτάνει, δεν μπορούμε να τ΄ αλλάξουμε και θα μείνει έτσι, ώσπου να καταρρεύσει ο τσαρισμός. Aν γίνει πόλεμος, όλα αυτά τα ενδιαφέροντα εθνίδια θα περάσουν από τη μεριά του τσαρισμού, του εχθρού ολόκληρης της αστικής-ανεπτυγμένης Δύσης. Όσο είναι έτσι τα πράγματα, δεν μπορώ να ενδιαφέρομαι για την άμεση, τωρινή τους απελευθέρωση, παραμένουν απ' ευθείας εχθροί μας το ίδιο όπως ο σύμμαχος και προστάτης τους, ο τσάρος.

Πρέπει να συνεργαστούμε στην απελευθέρωση του δυτικοευρωπαϊκού προλεταριάτου και σ΄ αυτόν τον σκοπό να υποτάξουμε κάθε τι άλλο. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι οι Σλάβοι των Βαλκανίων κτλ. είναι τόσο πολύ ενδιαφέροντες, να μου λείπουν, αν η απελευθερωτική τους ορμή συγκρούεται με το συμφέρον του προλεταριάτου. (…) Η νίκη του προλεταριάτου τους απελευθερώνει πραγματικά κι αναγκαία, όχι επιφατικά και προσωρινά, όπως ο τσάρος”.
Συμπέρασμα: Η αρχή της αυτοδιάθεσης των εθνών πρέπει πάντα να υποτάσσεται στις ανάγκες του διεθνούς επαναστατικού κινήματος. Αν αντιβαίνει στις αρχές αυτές, τότε πρέπει ν΄ απορρίπτεται.

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Ο Ένγκελς, στη New-York Daily Tribune (19 του Απρίλη 1853) χαρακτήριζε την Τουρκία “ημιασιατική” ως προς τις συνθήκες, τα ήθη, τις παραδόσεις και τους θεσμούς της. Σε επιστολή του στον Μαρξ μιλάει για τούρκικο “ημιφεουδαλισμό” (22 του Δεκέμβρη 1882). Πρόκειται για την πιο καθυστερημένη στρατιωτικοπολιτική γραφειοκρατία που ζει σε βάρος του πληθυσμού της χώρας με χαρακτηριστικά γνωρίσματα την αυθαιρεσία, τη διαφθορά, προπαντός με τη μορφή της δωροδοκίας, και την εκμετάλλευση των πασάδων. Ο Τούρκος εκπρόσωπος της εξουσίας βλέπει το αξίωμα του ως όργανο αρπαγής και πλουτισμού.

Γράφει ο Ένγκελς στα τέλη του 1889: “Η τούρκικη κυριαρχία, όπως και κάθε ανατολική, είναι ασυμβίβαστη με την καπιταλιστική κοινωνία. όση υπεραξία κερδίζεται δεν είναι σίγουρη από τα χέρια αρπακτικών σατραπών και πασάδων . λείπει ο πρώτος βασικός όρος της αστικής προσοδοφόρας δραστηριότητας: η ασφάλεια του προσώπου και της ιδιοκτησίας του εμπόρου. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν τώρα ακόμα μια φορά, αφού από τα 1774 είχαν ήδη δύο φορές αποπειραθεί να εξεγερθούν”.

Συμπέρασμα: Η Τουρκία δεν μπορεί να παρακολουθήσει την κοινωνική πρόοδο της δυτικής Ευρώπης. Άρα, είναι αναγκαίος κι αναπόφευκτος ο παραγκωνισμός της. Αυτό όμως δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι πρέπει στη θέση της να μπει η Ρωσία. Γράφει ο Ένγκελς στη New-York Daily Tribune (19 Απρίλη 1853):
“Οι Τούρκοι παραγκωνίζονται όλο και περισσότερο. Σύντομα θα εξαφανίζονταν αν δεν είχαν το μονοπώλιο της πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος. Όμως το μονοπώλιο αυτό έγινε αδύνατο για το μέλλον και η ισχύς τους μετατρέπεται σε αδυναμία, εκτός από τις περιπτώσεις όπου βάζουν εμπόδια στην πρόοδο. Το γεγονός είναι ότι πρέπει να βγουν από τη μέση. Το να πει κάποιος ότι δεν μπορούν να βγουν αλλιώς από τη μέση, παρά αν βάλουμε Ρώσους κι Αυστριακούς στη θέση τους ,σημαίνει το ίδιο Σα να λέγαμε ότι η σημερινή πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη θα διαρκέσει για πάντα. Ποιος μπορεί να το βεβαιώσει;”

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Γράφει ο Ένγκελς (τέλη 1889): “Οι Έλληνες ήταν εμπορικός λαός, και οι έμποροι υπέφεραν περισσότερο από την καταπίεση των Τούρκων πασάδων. Ο χριστιανός αγρότης κάτω από την τουρκική κυριαρχία ζούσε, από υλική άποψη, καλύτερα από αλλού. Είχε διατηρήσει τους προτουρκικούς του θεσμούς και όλη του την αυτοκυβέρνηση όσο πλήρωνε τους φόρους του, ο Τούρκος κατά κανόνα δεν νοιαζόταν γι΄ αυτόν . σπάνια μόνο ήταν εκτεθειμένος σε βιαιοπραγίες σαν κι αυτές που ήταν αναγκασμένος να υπομένει ο δυτικοευρωπαίος αγρότης από τους ευγενείς. Ήταν ζωή αναξιοπρεπής, που μόλις γινόταν ανεκτή (από μέρους του κατακτητή), δεν ήταν όμως και υλικά πιεσμένη.. πάντως δεν ήταν αταίριαστη με την τοπική πολιτισμική κατάσταση των λαών εκείνων, και γι΄ αυτό χρειάστηκε πολύς καιρός ώσπου ν΄ ανακαλύψει ο Σλάβος ραγιάς ότι η ζωή αυτή είναι αφόρητη. Αντίθετα, το εμπόριο των Ελλήνων είχε ανθήσει γρήγορα, από τότε που η τουρκική κυριαρχία τους ελευθέρωσε από τον καταθλιπτικό συναγωνισμό των Βενετών και των Γενοβέζων, κι είχε γίνει κιόλας τόσο σημαντικό, ώστε δεν μπορούσε να σηκώσει την τουρκική κυριαρχία”.

Και στη New-York Daily Tribune (19 του Απρίλη 1853): “Ποιοι είναι οι έμποροι στην Τουρκία; Ασφαλώς όχι οι Τούρκοι. Η δική τους μέθοδος προαγωγής του εμπορίου, όταν ακόμα βρίσκονταν στην αρχέγονη νομαδική τους κατάσταση, ήταν η ληστεία καραβανιών και τώρα που εκπολιτίστηκαν κάπως περισσότερο, έγκειται σε κάθε λογής αυθαίρετη και καταπιεστική φορολογία. Οι Έλληνες, οι Αρμένιοι, οι Σλάβοι κι οι Φράγκοι, που ΄ναι εγκατεστημένοι στα μεγάλα λιμάνια, έχουν όλο το εμπόριο στα χέρια τους (…). Όσο για την πρόοδο στο γενικό εκπολιτισμό, ποιος είναι ο φορέας της σ΄ όλα τα μέρη της ευρωπαϊκής Τουρκίας; Όχι οι Τούρκοι, γιατί αυτοί είναι λίγοι και διασκορπισμένοι (…). Η ελληνική και σλαβική αστική τάξη σ΄ όλες τις πόλεις και στα εμπορικά λιμάνια αποτελεί το αληθινό έρεισμα του όποιου πολιτισμού εισάγεται πράγματι στη χώρα”.

Το συμπέρασμα νομίζουμε πως είναι σαφές: Αυτοί που είχαν συμφέρον να εξεγερθούν εναντίον της Τουρκίας ήταν κυρίως η εμπορική αστική τάξη. Έτσι εξηγείται το ότι έπεσε στην αγκαλιά του Τσάρου όταν αυτός καμώθηκε τον “προστάτη”.

ΓΙΑΤΙ Η ΡΩΣΙΑ ΗΘΕΛΕ ΤΟ ΔΙΑΜΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ;


Η μαγική λέξη είναι “Δαρδανέλια”. Προϋπόθεση για μια χώρα που θέλει να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στα παγκόσμια πράγματα, όπως ήταν η τσαρική Ρωσία (και όπως είναι και η σημερινή του Γέλτσιν), είναι να μπορεί να κινεί το στόλο της ανεμπόδιστα σ΄ όλες τις θάλασσες του κόσμου. Η Ρωσία, πριν αποσπάσει τα βόρεια παράλια της Μαύρης Θάλασσας από την Τουρκία, μοναδική θαλάσσια διέξοδο είχε το λιμάνι του Αρχάγγελου στη Βόρεια Θάλασσα. Αυτό όμως ουσιαστικά ήταν ανύπαρκτο, αφού εννιά μήνες το χρόνο ήταν παγωμένο. Κι όταν όμως η Ρωσία με συνεχείς πολέμους ενάντια στην Τουρκία κατάφερε να βρει διέξοδο στη Μαύρη Θάλασσα, έπρεπε πάλι για να βγει ο στόλος της στη Μεσόγειο να περάσει από τα Στενά του Ελλήσποντου. Στενά, όπως λεει ο Μαρξ, μεγαλύτερης στρατηγικής σημασίας κι απ΄ το Γιβραλτάρ γιατί με λίγα κανόνια κλείνει κανείς όλο το πέρασμα.
Έτσι, η τσαρική Ρωσία εφάρμοζε την πολιτική της υποκίνησης και υποδαύλισης εξεγέρσεων στους διάφορους χριστιανικούς λαούς της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, ώστε, απασχολώντας σ΄ αυτά τα μέτωπα τουρκικές δυνάμεις , να κάνει η ίδια ανενόχλητα τη δουλειά της.

Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Πρόκειται για πολύ παλιά ιστορία, που ταυτίζεται με την ίδια την ίδρυση της Ρωσίας ως κράτους.
Στα 1472 ο μεγάλος δούκας της Μόσχας Ιβάν ο Γ΄ παντρεύτηκε την ανιψιά του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, Ζωή (Σοφία), κι έτσι θεώρησε τον εαυτό του διάδοχο και συνεχιστή των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Καθιέρωσε μάλιστα ως έμβλημα το δικέφαλο αετό του Βυζαντίου. Από τότε λοιπόν αρχίζει η προσπάθεια προσεταιρισμού των υπόδουλων για να τους χρησιμοποιεί ο εκάστοτε Τσάρος.

Είναι χαρακτηριστικό να σημειώσουμε εδώ ότι την Κωνσταντινούπολη οι Ρώσοι δεν την έλεγαν με τ΄ όνομα της ή με το τούρκικο άνομα της (Istanbul), αλλά Τσάριγκραντ, δηλαδή η πόλη του Τσάρου.
Η πολιτική αυτή συνεχίστηκε κι εξελίχθηκε ιδιαίτερα όταν έγινε τσάρος ο Μεγάλος Πέτρος. Αυτός εγκαινίασε τους πολέμους προς τα νότια της Ρωσίας κι οι πρώτες σημαντικές επιτυχίες της πολιτικής αυτής διαφάνηκαν όταν ήταν τσαρίνα η Αικατερίνη Β΄ με τους δύο πρώτους ρωσοτουρκικούς πολέμους. Ο πρώτος απ΄ αυτούς σήμαινε και την απαρχή της υποκίνησης εξεγέρσεων από Ρώσους πράκτορες στον ελλαδικό χώρο.

Η ΡΩΣΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΣΤΟΥΣ ΛΑΟΥΣ ΤΗΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ

Πέρα από όσα έχουμε πει ως τώρα, η ρώσικη προπαγάνδα βρήκε πρόσφορο έδαφος στους Χριστιανούς της Βαλκανικής και για έναν άλλο λόγο: μίλησε πολύ τη γλώσσα της θρησκείας, της ορθοδοξίας. Η γλώσσα αυτή Δε θα είχε απήχηση σε ανθρώπους που είχαν μάθει να ζουν σε καθεστώς χωρισμού της Εκκλησίας από το Κράτος και της Θρησκείας από την Πολιτική. Όμως η ίδια η οργάνωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν θεοκρατική, νόμος ήταν το Κοράνι, πολιτικός αρχηγός των υπόδουλων ο πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης (και συνάμα δικαστής και φορομπήχτης). Αυτή η ταύτιση θρησκευτικού και πολιτικού καθώς και ο ανατολίτικος δεσποτισμός βοήθησαν πολύ την επίσης θεοκρατική και δεσποτική τσαρική Ρωσία.

Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑΣ ΣΤΗ ΡΩΣΙΚΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ

Μπορεί να ρωτήσει κανείς: και τι έκανε η Δύση (βασικά η Αγγλία); Δεν έβλεπε τίποτα από την επιθετική πολιτική της Ρωσίας; Ο Μαρξ ρίχνει ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης για τις ρώσικες επεμβάσεις στη στάση ιδιαίτερα της Αγγλίας (New York Daily Tribune, 14 του Ιούλη 1853):

“Από τα 1815 και μετά τίποτα δε φοβήθηκαν τόσο πολύ οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης όσο μια παραβίαση του status quo. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έγιναν αισθητές οι υπερβάσεις της Ρωσίας στην Ανατολή και για τον οποίο ποτέ δεν της ζητήθηκε κάτι τι σε αντάλλαγμα εκτός από το να δώσει στις Δυτικές Δυνάμεις κάποια πρόφαση, οσοδήποτε γελοία, για να παραμείνουν ουδέτερες και για ν΄ αποφύγουν την αναγκαιότητα αντιμετώπισης των ρώσικων επιθέσεων. Η Ρωσία εγκωμιαζόταν ανέκαθεν για την υπομονή και γενναιοδωρία του “σεπτού αυθέντη” της, ο οποίος όχι μόνο κάλυψε συγκαταβατικά τη γυμνή και ντροπιαστική δουλικότητα των δυτικών κυβερνήσεων, αλλά και επέδειξε τη γενναιοψυχία να καταβροχθίσει την Τουρκία κομμάτι-κομμάτι αντί να την κάνει μια μπουκιά. Έτσι, η ρώσικη διπλωματία στηριζόταν στη δειλία των Δυτικών πολιτικών”.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟ 1821

Μιλήσαμε ήδη για την Αικατερίνη Β΄. Γράφει σχετικά ο Ένγκελς (τέλη 1889):
“ Η Αικατερίνη έκανε δύο ( ρωσοτουρκικούς) πολέμους (…) Και στους δύο πολέμους Ρώσοι πράκτορες είχαν παροτρύνει τους Έλληνες να εξεγερθούν εναντίον των Τούρκων. Φυσικά η ρώσικη κυβέρνηση άφησε τελικά τους εξεγερμένους στα κρύα του λουτρού…”
Και ο Μαρξ (People’s Papers, 29 Οκτώβρη 1853):

“Την εποχή εκείνη η Ρωσία νοιαζόταν για τη θρησκεία και την ελευθερία των Ελλήνων άλλο τόσο, όσο τώρα νοιάζεται ο Θεός των Ρώσων για το κλειδί του “Πανάγιου Τάφου” και τον περίφημο “Τρούλο” (ένα από τα επίμαχα σημεία στη σύγκρουση Γαλλίας – Ρωσίας στα 1851 για το ζήτημα των Αγίων Τόπων ήταν το αν οι Καθολικοί ή οι Έλληνες είχαν το δικαίωμα να κρατούν τα κλειδιά της εκκλησίας του Πανάγιου Τάφου και να συντηρούν τον τρούλο της). Παραδοσιακή πολιτική της Ρωσίας ήταν να εξωθεί τους Έλληνες στην εξέγερση και στην συνέχεια να τους εγκαταλείπει στην εκδίκηση του σουλτάνου. Τόσο βαθιά ήταν η συμπάθεια της για την αναγέννηση της Ελλάδας, ώστε στο συνέδριο της Βερόνα αντιμετώπισε τους Έλληνες ως κινηματίες, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα του σουλτάνου ν΄ αποκλείει κάθε ξένη ανάμειξη στις υποθέσεις του με τους Χριστιανούς υπηκόους του. Μάλιστα ο τσάρος προσφέρθηκε “να βοηθήσει την Πύλη στην καταστολή της ανταρσίας”, πρόταση που φυσικά απορρίφθηκε. Όταν απέτυχε στην προσπάθεια του αυτή, στράφηκε προς τις Μεγάλες Δυνάμεις με την αντίθετη πρόταση, δηλ. “να στείλει στρατό στην Τουρκία με σκοπό να υπαγορεύσει την ειρήνη κάτω από τους τοίχους του σεραγιού”.

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

Σ΄ ένα κείμενο του στα 1860 ο Μαρξ γράφει:


“Ο σύνδεσμος της Φιλικής Εταιρείας. Απελευθέρωση με κοινή δράση του σλαβικού και του ελληνικού πληθυσμού. Η Ρωσία έχει μέσα το χεράκι της. Οι ηγέτες ονόμαζαν την καθοδηγήτρια δύναμη αρχή. Οι ηγέτες μυστικοί. Οι προσήλυτοι όλων των χωρών ασυνείδητοι πράκτορες της αυλής της Πετρούπολης. Η Ρωσία μετά την άνδρωση του συνδέσμου κρατούσε όλα τα νήματα και κινούσε όλα του τα ελατήρια, τοποθετημένη στο κέντρο των ενεργειών, πίσω από διακριτικούς πράκτορες, αρκετά κρυμμένη για ν΄ αποκηρύξει σε περίπτωση αποτυχίας κι αρκετά στρατευμένη για να κερδίσει από την επιτυχία. Μπορούσε να διακινδυνεύσει μερικά κεφάλια σαν πειραματικά μπαλόνια (…) Στις διασκέψεις η αρχή σύντομα αντικαταστάθηκε από την αναφορά στον τσάρο. Για την πλειοψηφία των προσήλυτων αυτό σήμαινε πρόσθετες ελπίδες (…) Ο κόμης Καποδίστριας που έμενε στην Κέρκυρα, γνώριζε το μυστικό της Ρωσίας. Προς αυτή τη δύναμη κατηύθυνε τις σκέψεις και τις ελπίδες του (…) Στις 6 Μαρτίου 1821 ο Υψηλάντης περνά τον Προύθο (…) Την ίδια μέρα βρίσκεται στο Ιάσιο (…) Ο (ηγεμόνας) Μιχαήλ Σούτσος κι ο Υψηλάντης απευθύνουν μια διακήρυξη στους κατοίκους, για να τους καλέσουν στα όπλα (φαινομενικός σκοπός έμεινε η απελευθέρωση της Ελλάδας).
Οι Μολδαβοί βογιάροι ψυχροί, όπως κι ο λαός. Απεναντίας, ενθουσιασμός των Ελλήνων (…) Όλοι συνωστίζονται γύρω από τον ελευθερωτή της Ελλάδας, και ο Ρώσος πρόξενος πήγαινε στον Υψηλάντη για να πάρει διαταγές ή οδηγίες. Οι διακηρύξεις του διαβάστηκαν δημόσια στην Οδησσό με τις επιδοκιμασίες ολόκληρου του λαού. Όμως η στιγμή δεν ήταν καλοδιαλεγμένη. Ακριβώς τότε γινόταν το συνέδριο στο Λάιμπαχ εναντίον των επαναστατικών κινημάτων. Ο Έλληνας Καντακουζηνός, σταλμένος από τον Υψηλάντη, έρχεται στο Λάιμπαχ για να ζητήσει τις διαταγές του Αλεξάνδρου. Έξαλλος απ΄ αυτή την άκαιρη επίσκεψη ο τσάρος τον διατάζει να εγκαταλείψει την πόλη μέσα σε 24 ώρες. Στο συνέδριο λέει “αστειευόμενος”: “Πρόκειται για μια βόμβα που μας στέλνουν οι επαναστάτες. όμως δε θα εκραγεί”.
Φτάνοντας στο Φοκσάνι (…) ο Υψηλάντης πληροφορείται ότι ο Ρώσος πρόξενος ερχόταν κατά διαταγή του ηγεμόνα του να γνωστοποιήσει την υψηλή μομφή εναντίον της εξέγερσης. Ο Υψηλάντης χάνει το βαθμό του και απομακρύνεται από το στρατό. Ρώσικη υποκρισία! (…) Ο Υψηλάντης περνούσε τον καιρό του σε γιορτές, χορούς κ.λπ. Δε νοιάζεται καθόλου για τους στρατιώτες του ενώ οι αρχηγοί χόρευαν, οι στρατιώτες λεηλατούσαν: διέπραξαν παρεκτροπές εξίσου άγριες με των Τούρκων. Αυτό ήταν το ντεμπούτο της Φιλικής”.

Και στο κείμενο του “Ο κύριος Vogt” (1860), κεφ. VIII, γράφει :


“Ο Αλέξανδρος Α΄ δεν ήταν ο μυστικός ηγέτης της Φιλικής Εταιρείας; Αυτός δεν έστειλε τον Υψηλάντη στη Βλαχία ως “Αρχηγό του Ιερού Λόχου” κι αυτός δεν πρόδωσε τον ίδιο αυτό λόχο διαμέσου του Υψηλάντη και δεν έβαλε να δολοφονήσουν το Βλαδιμηρέσκου, το Βλάχο επαναστάτη ηγέτη; (…) Ο Νικόλαος δεν έδωσε με πατρική πρόνοια στους Έλληνες για κυβερνήτη ένα Ρώσο στρατηγό, τον κόμη Καποδίστρια; (…) Όμως οι δεν ήταν Γάλλοι και δολοφόνησαν τον ευγενή Καποδίστρια (…) Τη συνταγματική επανάσταση της Ελλάδας το Σεπτέμβρη του 1843 την κατηύθυνε ο Κατακάζης , ο Ρώσος πρεσβευτής στην Αθήνα και πρώην υπεύθυνος επιτηρητής του ναυάρχου Heyden κατά την καταστροφή του Ναβαρίνου”.

Ας έρθουμε όμως και στους δικούς μας ιστορικούς. Ο Γ. Κορδάτος στην “ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας”, τόμος 2ος, σελ. 86-89, αναφέρει συγκεκριμένα ντοκουμέντα που αποδεικνύουν περίτρανα τα λεγόμενα του Μαρξ.

Ντοκουμέντο πρώτο: επιστολή (στα 1821) του φυλακισμένου πια στο αυστριακό φρούριο του Μοντγκάτς Αλέξανδρου Υψηλάντη προς την πριγκίπισσα Ραζουμόφσκι:

“(…) Ω! Εσείς να σκεφθείτε εμένα! Εμένα, το θλιμμένο, τον παρατημένο, τον καταδιωγμένο (…) Εάν θέλετε να σας γράφω και να μου γράφετε μη μεταχειρίζεστε πια το όνομα του φίλου. Είναι μια λέξη που μου κάνει κακό. Το ξέρετε πολύ καλά ότι είχα ένα φίλο. Ε! λοιπόν, θα φρίξετε… με πρόδωσε! Εν τούτοις δεν κατηγορώ κανένα. Έτσι ήταν η μοίρα μου, αλλά το όνομα μου Δε θα τολμήσει κανένας να το μαυρίσει (…)”. Η επιστολή βρέθηκε στα κρατικά αρχεία της Βιέννης από το Γ. Λάιο και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Καθημερινή στις 8-6-1955.

Ντοκουμέντο δεύτερο: Η επιστολή αυτή δόθηκε από τη λογοκρισία στον αυστριακό καγκελάριο Μέττερνιχ, ο οποίος διαβίβασε αποσπάσματα στον πρεσβευτή του στην Πετρούπολη Λεπτζέλτερν:
“Βιέννη 23 Δ/βρίου 1821
Συνημμένως σας αποστέλλω ένα μικρό αρκετά χαρακτηριστικό έγγραφο. Ο Υψηλάντης (…) έλαβε ένα γράμμα από την πριγκίπισσα Ραζουμόφσκι και τη Λουλού (…) Ο Υψηλάντης απήντησε σε κείνο το γράμμα και ιδού ένα απόσπασμα από την απάντηση του. Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για τον Καποδίστρια. Τι ιδέα έχετε Σεις; Ποιος άλλος φίλος θα μπορούσε να προδώση τον Υψηλάντη, αν μη αυτός που υποδεικνύω; Εξάλλου έχω πάνω από είκοσι αποδείξεις ότι ο Καποδίστριας και ο Υψηλάντης ασχολούνται ήδη από το 1819 με την μελλοντική εξέγερση. Η γνώμη μου είναι ότι οι δύο αυτοί κύριοι δεν ήταν απολύτως σύμφωνοι ως προς το χρονικό σημείο που επρόκειτο να ανυψωθεί η σημαία της Επαναστάσεως, ήταν όμως σύμφωνοι ως προς το ρόλο που θα έπαιζαν. Τώρα βέβαια ο ένας θα κατηγορή τον άλλο ότι δεν έμεινε πιστός στη συμφωνία (…)”.

Ντοκουμέντο τρίτο: Σε υπόμνημα του στο νέο τσάρο Νικόλαο το Γενάρη του 1828 ο Αλ. Υψηλάντης, μετά την αποφυλάκιση του γράφει:
“Το έθνος εργάζετο προς αναγέννησιν αυτού, πάσαν καταβάλλον προσπάθειαν και συννενοείτο δια τινός μυστικής Εταιρείας (…). Επίστευσα ότι η ώρα του ζήλου εσήμανε δι΄ εμέ και, την συμβουλήν του κόμητος Καποδιστρίου λαβών, εδέχθην (την ανωτάτην διεύθυνσιν της Εταιρείας). Ην δε τότε το έτος 1820 αρχόμενον (…). Ο κόμης Καποδίστριας, αν συνεβουλεύθην, συνεφώνησεν προς την γνώμην μου, εύρε τα σχέδια και τας παρασκευάς μου καλάς και καταλλήλους και μοι συνεβούλευσεν, ίνα ενεργήσω και επιχειρήσω την έναρξιν τούτων μη δεικνύων δισταγμόν τινά περί της επιτυχίας. Αυτή εφαίνετο αυτώ συνδεομένη προς την πολιτικήν της Ρωσίας (…).
Ιδού η αρχή…εφ ης εστηρίχθη πάσα η επιχείρησις και καθ΄ ην ενήργησα εν πάση πεποιθήσει, πιστεύων ότι η Α.Μ. ο Αυτοκράτωρ (Αλέξανδρος) ην εντελώς σύμφωνος, ως αυτός ούτος ευδοκήσας μοι ωμίλησεν πλειστάκις εν Πετρουπόλει (…)”.
Ντοκουμέντο τέταρτο: Ο Κορδάτος αναφέρει πως η κόμισα Λουλού Τιρχάιμ, με την οποία συνδεόταν ο Υψηλάντης, γράφει ότι ως την ημέρα των αποφάσεων στο Λάιμπαχ (αρχές 1821) ο τσάρος κι ο Καποδίστριας ήταν σύμφωνοι με τον Υψηλάντη. Η κόμισα μάλιστα διηγείται πως ο Καποδίστριας της είπε στη Γενεύη τα παρακάτω, που συμφωνούν με κείνα που υποστηρίζει ο Υψηλάντης:
“Όταν ο Υψηλάντης έγραψε στον Τσάρο για το κίνημα του και τον παρακάλεσε να τον απολύσει από το ρωσικό στρατό, τότε ο Τσάρος πήδηξε από τη χαρά του και χειροκροτώντας είπε: “Μπράβο νεαρέ μου! Αυτό το ονομάζω εγώ “ότι πρέπει”. Έπειτα από μία ώρα πήγε ο Τσάρος στο Μέτερνιχ και δύο ώρες αργότερα διέταξε τον Καποδίστρια να γράψει στον Υψηλάντη ένα κεραυνοβόλο γράμμα, όπου αποδοκίμαζε κατηγορηματικά το κίνημα του και τον απειλούσε βαριά” (δημοσιεύτηκε από τον Π. Ενεπεκίδη στο “Βήμα” στις 26.8.1954).

Ντοκουμέντο πέμπτο:


Ο Ξάνθος, από τα ιδρυτικά μέλη της Φιλικής, γράφει στο υπόμνημα του (1835):
“Μετά την αποδοχήν (υπό του Υψηλάντη) της αρχηγίας, εγράφησαν τα εγκύκλια γράμματα εις τους πλέον σημαντικούς ομογενείς και εστάλησαν δια του Σέκερη, ο δε κόμης Καποδίστριας μαθών ταύτα ενέκρινε και τον Επίτροπον της Αρχής και ταύτα τα πρακτέα”.
Νομίζουμε ότι αυτά είναι αρκετά για να καταδειχθεί ποιος οργάνωσε, καθοδήγησε και υποκίνησε την Ελληνική εξέγερση του 1821.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ

Ο Κονδύλης συμπυκνώνει ως εξής τη μαρξιστική θέση: “στη ρώσικη δραστηριότητα οφείλεται όχι μόνο η έναρξη, αλλά και η αποπεράτωση της ελληνικής εξέγερσης, χάρη στην επέμβαση των Δυνάμεων τη στιγμή που οι Έλληνες βρίσκονταν στα πρόθυρα της τελειωτικής ήττας. Χρησιμοποιώντας για τους σκοπούς της το φιλελεύθερο φιλελληνικό κίνημα και τη συναισθηματική ατμόσφαιρα που αυτό δημιούργησε, όχι δίχως και τη δική της βοήθεια, η Ρωσία παρέσυρε τις Δυτικές Δυνάμεις να συμπαρασταθούν στους Έλληνες. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή του τουρκικού στόλου στο Ναβαρίνο, ενέργεια “δόλια” και παράνομη, γιατί έγινε σε καιρό ειρήνης, χωρίς δηλαδή να έχει προηγηθεί κήρυξη πολέμου εναντίον της Τουρκίας. Τέλος, η ελληνική ελευθερία και η ίδρυση του ελληνικού κράτους επισφραγίστηκε από τη ρώσικη προέλαση του 1829, η οποία συνδυάστηκε με την ταυτόχρονη φιλελληνική παρέμβαση ενός Πάλμερστον καθοδηγούμενου στις ενέργειες του από τις ρώσικες επιθυμίες”.

Γράφει σχετικά ο Μαρξ στα 1860:
“Πορεία της Ελληνικής εξέγερσης. Οι Έλληνες έτοιμοι να ηττηθούν. Οι μακροχρόνιες μηχανορραφίες της Ρωσίας κόντευαν να πάνε χαμένες. Τώρα επικαλείται τη γενναιοψυχία της Γαλλίας και της Αγγλίας. Οι συμπάθειες της κοινής γνώμης με το μέρος της. Συνθήκη Γαλλίας και Αγγλίας με τη Ρωσία στις 6 Ιουλίου 1827: Ναβαρίνο. Με τη συνθήκη της Αλεξάνδρειας της 8ης Απριλίου 1828 η Ελλάδα ξαναπαίρνει τη θέση της ανάμεσα στα έθνη”.
Ο Ένγκελς γράφει στη New-York Daily Tribune στις 21 του Απρίλη του 1853:
“Ποιος έκρινε τον αγώνα όταν εξεγέρθηκαν οι Έλληνες; Όχι βέβαια οι συνωμοσίες και οι ξεσηκωμοί του Αλή Πασά στα Γιάννενα, όχι βέβαια η ναυμαχία του Ναβαρίνου, όχι βέβαια η παρουσία γαλλικού στρατού στο Μοριά ούτε οι συνδιασκέψεις και τα πρωτόκολλα του Λονδίνου, παρά ο Ντίμπιτς, που προέλασε με το ρωσικό στρατό ίσα με την κοιλάδα της Μαρίτσας (Έβρου), περνώντας τον Αίμο. Κι ενώ η Ρωσία άρχιζε, άφοβα το διαμελισμό της Τουρκίας, οι Δυτικοί διπλωμάτες συνέχιζαν να εγγυούνται και να θεωρούν ιερό το status quo και το απαραβίαστο του οθωμανικού εδάφους!”.

Έτσι γίνεται ολοφάνερο ότι “η δημιουργία του ελληνικού κράτους δεν ήταν προϊόν μιας νικηφόρας, σ΄ όλη της την έκταση κι ίσαμε το τέλος, ντόπιας επανάστασης, παρά συντελέστηκε τη στιγμή ακριβώς που η επανάσταση αυτή είχε ηττηθεί σχεδόν ολοκληρωτικά –και συντελέστηκε ως αποτέλεσμα της επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων στην πάλη τους για σφαίρες επιρροής (…). Μονάχα αν αναγνωρίσουμε ανεπιφύλακτα αυτό το πολιτικοδιπλωματικό factum drutum (παράδοξο γεγονός) θα είμαστε και σε θέση να κατανοήσουμε το φαινόμενο που ονομάστηκε “η ξενοκρατία στην Ελλάδα” (Κονδύλης).
Αυτή ακριβώς η ιδιομορφία στην Ελληνική εξέγερση είναι που κάνει το Μαρξ (The People’s Paper, 12 του Νοέμβρη 1853) να χαρακτηρίζει το “συνταγματικό” βασίλειο της Ελλάδας “πολιτικό φάντασμα, που μπορεί να παραβληθεί μονάχα με τον homunculus(ανθρωπάριο) του Βάγκνερ στον Φάουστ”.

Ένα ανέκδοτο του Μαρξ για την κοντόθωρη πολιτική της Δύσης απέναντι στον ρώσικο επεκτατισμό

Ας τελειώσουμε αυτό το άρθρο μας λίγο ευχάριστα. Ο Μαρξ λεει στη New-York Daily Tribune στις 14 του Ιούλη 1853:
“Υπάρχει μια αστεία ιστορία για δύο Πέρσες φυσιοδίφες που εξέταζαν μια αρκούδα. Ο ένας, που δεν είχε δει ποτέ του πριν τέτοιο ζώο, ρώτησε αν αυτό γεννά μικρά ή αυγά. Ο άλλος, που ήταν καλύτερα πληροφορημένος, απάντησε: “Το ζώο αυτό είναι ικανό για τα πάντα”. Ασφαλώς η ρώσικη αρκούδα είναι ικανή για τα πάντα, όσο γνωρίζει ότι τα ζώα με τα οποία έχει να κάνει δεν είναι ικανά για τίποτε”!

*

(Τα αποσπάσματα των Μαρξ-Ένγκελς που παραθέτουμε εδώ τα πήραμε από το εξαιρετικά πολύτιμο βιβλίο “Κ. Μάρξ – Φρ. Ένγκελς, Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα”, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1985. Η εισαγωγή, η μετάφραση και ο υπομνηματισμός στο βιβλίο είναι του Παναγιώτη Κονδύλη).






2

ΤΟ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ’21 - ΤΑ ΤΡΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ

Αν το ’21 είναι ιστορικά εκτεθειμένο μια φορά για τους εξωτερικούς του δεσμούς με την κύρια αντιδραστική δύναμη της εποχής, (την τσαρική Ρωσία) είναι πολύ περισσότερο από την εσωτερική του εξέλιξη.
Ο Λύσανδρος Παπανικολάου (από δω και κάτω θα αναφέρεται ως Λ.Π.) παραδέχεται μόνο μετά από την άσκηση της δικής μας κριτικής πως το ’21 ξεκίνησε σα μια “ληστανταρσία”. Έτσι έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα 4 άρθρα του, στα οποία φανερά χαρακτηρίζει τη “ληστανταρσία” “επανάσταση”: <<Οι Αυστριακοί όμως τον φυλάκισαν (σ.σ.: εννοεί τον Αλ. Υψηλάντη), με τη συγκατάθεση πιθανότατα του τσάρου, που ήθελε να τον εμποδίσει να κατέβει στην επαναστατημένη Ελλάδα. Γιατί στην άλλη άκρη της βαλκανικής χερσονήσου έβραζε κιόλας η ελληνική επανάσταση>> (άρθρο 2ο, σελ. 4).

Αλλά και η λέξη “ληστανταρσία” είναι ωραιοποιητική.

Το ’21 ξεκίνησε σα μια θρησκευτική γενοκτονία, πράξη που σφραγίζει ολόκληρο το χαρακτήρα του και αποτελεί μια απίστευτη οπισθοδρόμηση όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για τον ευρωπαϊκό κόσμο του 19ου αιώνα.
Μέσα σε ελάχιστους μήνες, κάτω από την προτροπή των Φιλικών και της Ρωσίας που δούλεψαν χρόνια τις συνειδήσεις σ’ αυτή την κατεύθυνση σε όλη την Ελλάδα, σφάχτηκαν οι μισοί Τούρκοι της Ελλάδας και έγιναν σκλάβοι των “επαναστατών” ή πουλήθηκαν σαν σκλάβοι ή μπόρεσαν να διαφύγουν οι υπόλοιποι. Ας σημειώσουμε εδώ ότι οι Τούρκοι κάτοικοι της “επαναστατημένης” Ελλάδας αποτελούσαν τότε το 10% του συνολικού πληθυσμού! ΄Αντρες, γυναίκες και παιδιά, οπλισμένοι και άοπλοι, πλούσιοι αγάδες ή εξαθλιωμένοι αγρότες, όποτε ήταν μπορετό σφάχτηκαν σαν τα τραγιά.


Μόνο στην Τριπολιτσά ο Κάρατζιτς του ’21, ο Κολοκοτρώνης, περηφανεύεται που <<το ασκέρι το ελληνικό έκοβε και σκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή γυναίκες, παιδιά και άνδρες 32.000... ΄Ελληνες σκοτώθηκαν 100>>.

Ο Φίνλεϊ γράφει: <<Οι γυναίκες και τα παιδιά περνούσαν από βασανιστήρια πριν δολοφονηθούν. Την τρίτη ημέρα οι ΄Ελληνες συγκέντρωσαν δύο χιλιάδες περίπου άτομα, αδιακρίτως ηλικίας και φύλου, αλλά κυρίως γυναικόπαιδα, τους οδήγησαν στο πιο κοντινό βουνό και αφού τους έσφαξαν μέχρις ενός πέταξαν τα πτώματα σ’ ένα φαράγγι>>.
Μετά από τη σφαγή χιλιάδες πτώματα έμειναν άταφα. Αυτό έγινε και σε πολλές άλλες πόλεις, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ένας λοιμός που απλώθηκε σε όλη την Ελλάδα και πριν τελειώσει το ’21 έστειλε στον άλλο κόσμο περισσότερους χριστιανούς από όσους σκότωσαν οι Τούρκοι σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Σύσσωμη η ελληνική ιστοριογραφία δικαιολογεί την “πρωτοπόρα” αυτή πράξη εθνικής εκκαθάρισης στην Ευρώπη για το 19ο αιώνα (και που πληρώνουμε τώρα και στον εικοστό) με τα λόγια του Τρικούπη <<Λαός όστις αποτινάσσει πολυχρόνιον και βαρύν ζυγόν, κινείται πάντοτε θηριωδώς κατά των δεσποτών του>>.
Αυτό το ψέμα καταρρέει από δύο πλευρές. Από τη μια η μεγαλύτερη μάζα των σφαγμένων Τούρκων ήταν φτωχή αγροτιά που ζούσε ειρηνικά μέχρι το 1770, δηλαδή μέχρι τη ρώσικη ανάμειξη στα ελληνικά πράγματα, δίπλα στους ΄Ελληνες. Γιατί μέχρι εκείνη την ώρα για το λαό αυτής της χώρας, ΄Ελληνες και Τούρκους, οι κοινοί εχθροί ήταν οι πασάδες, οι κοτζαμπάσηδες και οι κλέφτες. Την έχθρα την έσπειρε η “Φιλική” κυρίως τα 3 τελευταία χρόνια πριν το 1821.

Επιπλέον, συχνά το μεσαίο και φτωχό τουρκικό στοιχείο καταπιεζόταν περισσότερο από την οθωμανική εξουσία στα τελευταία χρόνια της από ό,τι το ελληνικό, που ήταν πιο μορφωμένο, ενώ παράλληλα διέθετε πολιτική εκπροσώπηση στην κεντρική εξουσία μέσω των Φαναριωτών, του Πατριαρχείου και των προνομίων που έδινε στο εμπορικό του ανώτερο τμήμα η ρώσικη πολιτική κάλυψη.


Όταν οι κλασικοί του μαρξισμού και ο μόνος ουσιαστικά έλληνας διαφωτιστής της εποχής, ο Κοραής, διαπιστώνουν το ίδιο πράγμα, ότι δηλαδή το ’21 ήταν πρόωρο, εννοούν ότι δεν είχε ακόμα ωριμάσει στην Ελλάδα πολιτικοοικονομικά η ηγετική τάξη των ευρωπαϊκών δημοκρατικών επαναστάσεων, η αστική τάξη.

Μια τέτοια τάξη ασφαλώς θα συγκρουόταν μετά από μισό αιώνα με το Σουλτάνο και την τοπική οθωμανική εξουσία, αλλά δε θα έδινε ποτέ σ’ αυτή τη σύγκρουση θρησκευτικό γενοκτονικό χαρακτήρα, όπως δεν το έκαναν οι πολύ μεταγενέστερες βαλκανικές επαναστάσεις, παρ’ όλο που όλες ήταν χρόνια δηλητηριασμένες από το ίδιο τσαρικό φαρμάκι. Ποτέ μια δημοκρατική αστική τάξη δε θα ξεκινούσε την πολιτική της σταδιοδρομία παίρνοντας για δούλους γυναίκες και παιδιά, όπως έκαναν οι σφαγείς της Τριπολιτσάς και του Ναυαρίνου. Ούτε οι αρχηγοί της θα υπόσχονταν στα μελλοντικά θύματά τους ότι θα τους χάριζαν τη ζωή αν τους έδιναν τα κοσμήματά τους, ούτε θα οδηγούνταν σε “ταξική” σύγκρουση με τους στρατιώτες τους γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, επειδή δηλαδή ήθελαν αυτοί οι τελευταίοι να κάνουν το πλιάτσικό πάνω στους σφαγμένους και όχι οι αρχηγοί.
Η Ρωσία μπόρεσε εύκολα σα φεουδαρχία να πάρει την πολιτικοϊδεολογική ηγεμονία του ’21 ακριβώς επειδή η αστική τάξη, ο βαθύς της αντίπαλος, δεν είχε προβάλει ακόμα ισχυρός στο ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό στερέωμα.
Η τραγωδία για την Ελλάδα βρίσκεται στο ότι το ’21 καθυστέρησε ακριβώς αυτή τη διαδικασία, γιατί τσάκισε στην εμβρυακή τους μορφή και, κυρίως, γιατί διέφθειρε τα πρώτα αποσπάσματα αυτής της επαναστατικής τάξης.


Είναι μάλιστα η υποτιθέμενη νίκη του ’21, δηλαδή αυτή η πλασματική ανεξαρτησία του νέου ελληνικού κράτους (του καποδιστριακού και οθωνικού), που έδωσε βάση και αιώνια φτερά στη διοικητική και στρατιωτική γραφειοκρατία, την αφοσιωμένη μόνιμα στο όνειρο της εδαφικής επέκτασης, που κυριάρχησε για πάντα από τότε πάνω στη βιομηχανική και εμπορική αστική τάξη της Ελλάδας.
Η θρησκευτική γενοκτονία του ’21 δε στέρησε μόνο τη χώρα ολότελα από μια εθνότητα, την τούρκικη, και από ένα μέρος μιας άλλης, τους μουσουλμάνους Αλβανούς, και, βέβαια, τους Εβραίους, ούτε μόνο έφερε θανατηφόρο λοιμό. Το χειρότερο σ’ αυτήν είναι ότι διέφθειρε βαθιά όλο το ελληνικό έθνος, ακόμα και το τούρκικο.

Κατ’ αρχήν έκανε ηγετική δύναμη του έθνους τις στρατιωτικές συμμορίες του Μοριά, δηλαδή την πρώην κλεφτουριά, που δεν ήταν τίποτα άλλο από κοινούς ζωοκλέφτες που ζούσαν σε βάρος των φτωχών χριστιανών χωρικών, ενώ σπάνια έκαναν την αποκοτιά να επιτεθούν σε κανέναν πλούσιο έλληνα προεστό ή, σπανιότερα, σε τούρκο Αγά.
Αυτές οι συμμορίες, που οι αρχηγοί τους στρατολογήθηκαν από τη “Φιλική” προφανώς σαν το καλύτερο υλικό για τα σχέδια του τσάρου, διέπρεψαν στη σφαγή και τη ληστεία των αμάχων Τούρκων, και στη βάση αυτή συγκρότησαν τους ιδιωτικούς στρατούς τους.

Όλοι αυτοί από το ’21 έως το ’27 ελάχιστα ταλαιπώρησαν τα τουρκικά και αιγυπτιακά στρατεύματα της οθωμανικής εξουσίας, αλλά αφάνταστα την ελληνική, ιδίως τη μοραΐτικη αγροτιά, που κυριολεκτικά τη λεηλάτησαν. Ενώ το ίδιο έκαναν, βουτώντας και από τα κρατικά ταμεία που τα γέμιζαν με δάνεια οι ανόητοι Άγγλοι φιλελεύθεροι.

Αυτοί οι στρατοί-συμμορίες επέβαλαν το νόμο τους και κουρέλιασαν όλα τα συντάγματα και τις εθνοσυνελεύσεις και επέβαλαν σε όλες τις κυβερνήσεις τη γενική ρώσικη γραμμή, μόνες τους ή με τη βοήθεια του ρώσου ναυάρχου Ρίνκορντ, όποτε χρειαζόταν. Αυτοί είναι που αργότερα αποτέλεσαν το εσωτερικό στρατιωτικό στήριγμα του Καποδίστρια. Ο Παπανικολάου, ξέροντας ότι δεν μπορεί και πολύ να υπερασπίσει ένα τέτοιο ’21, καταφεύγει στο επιχείρημα ότι εκείνο που ανύψωσε το ’21 από στάση σε επανάσταση δεν ήταν <<ο εξωτερικός αγώνας, αλλά ο εσωτερικός αγώνας, ο εμφύλιος πόλεμος με τις εγχώριες αντιδραστικές δυνάμεις, που ήταν κανονικά ρωσόφιλες>>.

Το ζήτημα βέβαια σε ό,τι μας αφορά δεν είναι αν το ’21 είναι στάση, αλλά αν έχουμε να κάνουμε με μια αντιδραστική στάση ή με μια προοδευτική στάση. Αν η στάση είναι αντιδραστική, τότε είναι και η “επανάσταση στην οποία η στάση υψώνεται”. Και, βέβαια, μια γενοκτονία που διεκπεραιώνουν ληστές δεν μπορεί να μετεξελιχθεί σε επανάσταση δίχως την εξόντωση των γενοκτόνων.

Η ατυχία για την Ελλάδα και το συγγραφέα μας είναι ότι κάθε δύναμη που αντιστάθηκε στους ρωσόδουλους δεν μπόρεσε ποτέ να ηγεμονεύσει πάνω τους στο πολιτικοϊδεολογικό επίπεδο, ώστε να αλλάξει τη φύση του προτσές του ’21, και έμεινε πάντα η θλιβερή και διεφθαρμένη ουρά του.
Αυτό είναι το δεύτερο μεγάλο έγκλημα αυτής της υποτιθέμενης επανάστασης.

Πρόκειται δηλαδή για το ότι η αστική τάξη που ήταν έτοιμη να ξεπεταχτεί στις πόλεις, και κυρίως στα ισχυρά νησιά Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά, και μια αστική τάξη εμπόρων και βιοτεχνών που ήταν έτοιμη να γεννηθεί και που σε λίγο θα σάρωνε όλη τη Μεσόγειο, μια τέτοια τάξη αναγκάστηκε με το ’21 να μείνει στο προκαπιταλιστικό επίπεδο της συντεχνίας, να σταματήσει κάθε παραγωγική δραστηριότητα και -το χειρότερο- να ριχτεί στην πειρατεία και να διαφθαρεί από τα ψεύτικα κοινοβούλια και την κρατική λεηλασία.
Έφτανε ένα έμπειρος πράκτορας της “Φιλικής” σαν τον Οικονόμου για να ξεσηκώσει τα άνεργα, για μια περίοδο, πληρώματα της Ύδρας ενάντια στα αφεντικά τους, τους αρβανίτες καραβοκυραίους, που δεν ήθελαν με τίποτα να μπουν στην εξέγερση, και στη συνέχεια όλους μαζί να τους ρίξει στην καταστροφική γι’ αυτούς περιπέτεια του ’21, από την οποία ειδικά αυτά τα νησιά ποτέ δε συνήλθαν.

Ασφαλώς οι ναυτικοί αυτοί ήταν ό,τι πιο προχωρημένο μέσα στο ελεεινό συνάφι της υποτιθέμενης επαναστατικής εξουσίας. Είναι ακόμα αλήθεια ότι μπροστά στα τάγματα των καπετάνιων ληστών-σφαγέων, ακόμα και η τοπική αριστοκρατία των κοτζαμπάσηδων, ιδιαίτερα στη Μάνη, καθώς και πολλοί καπετάνιοι της Ρούμελης και ο ενοριακός κλήρος, εκπροσωπούσαν την πρόοδο. Αλλά μόνο απέναντι σ’ αυτούς. Απέναντι στον ελληνικό λαό και απέναντι στην ιστορία δεν έστεκαν στο προοδευτικό στρατόπεδο. Απλά ήταν οι λιγότερο αντιδραστικοί. Το ότι όλοι αυτοί συγκρότησαν αργότερα το αγγλικό και το γαλλικό κόμμα, για να αξιοποιήσουν την αγγλική και τη γαλλική προστασία και ανάμειξη, δε σημαίνει ότι διέθεταν, τουλάχιστον στην περίοδο ’21-’29, κάτι από το αγγλικό πνεύμα της οργάνωσης και το γαλλικό ριζοσπαστικό πολιτικό πνεύμα. Αυτοί αποτελούσαν περισσότερο την αντανάκλαση της ασυνέπειας της αγγλικής και της γαλλικής αστικής τάξης να υποστηρίξουν μια ρώσικη υπόθεση όπως το ’21.
Το ’21 τους μετέτρεψε όλους αυτούς σε αντιδραστικούς, αφού δεν υπήρξε καμιά μεγάλη αχρειότητα που να μην την προσυπογράψουν.

Αυτό αποδείχνεται από το ότι οι εμφύλιοι μέσα στο ’21 δεν έδωσαν σε καμιά από τις δύο πλευρές τη δυνατότητα να συγκινήσει και να συσπειρώσει δίπλα της την καταπιεσμένη και παραμερισμένη μάζα της ελληνικής αγροτιάς. Ο μόνος αληθινός εμφύλιος και η μόνη αληθινή εξέγερση έγινε με το τέλος του ’21 ενάντια στον Καποδίστρια. Αυτή όμως ήταν μια συνειδητά αντιρώσικη εξέγερση που πνίγηκε στο αίμα των κατοίκων του Πόρου και με την καταστροφή όλου του ελληνικού στόλου και που άνοιγε μια εποχή αγώνων δεκαετιών για την οικοδόμηση ενός στοιχειωδώς ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.



Εκείνο που κατά τη γνώμη μας πρέπει να κάνει ένας μαρξιστής είναι να απαντήσει στο μεγάλο αίνιγμα που έβαλε ο τίμιος Φίνλεϊ, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, βεβαιώνει ότι πολλοί Φιλικοί ήταν πληρωμένοι πράκτορες του τσάρου: <<Για λόγους τους οποίους θεωρούμε ανεξήγητους και κατά συνέπεια πρέπει με ευλάβεια να τους αποδώσουμε στη θέληση του Θεού, η Ελληνική Επανάσταση δεν παρουσίασε κανέναν άνδρα με πραγματική ανωτερότητα, κανέναν αδιάβλητο πολιτικό, κανένα στρατιωτικό με ηγετική ιδιοφυΐα>>.


Αυτό είναι το αίνιγμα που έβαζε διαρκώς ακόμα και μετά από έναν αιώνα η πιο προωθημένη δημοκρατική διανόηση με το στόμα του Γληνού και το πιο ανεπτυγμένο προλεταριάτο με την πένα του Ζαχαριάδη: Γιατί η Ελλάδα δεν έβγαλε ποτέ μια φωτισμένη επαναστατική αστική τάξη;

Η απάντηση, κατά τη γνώμη μας, βρίσκεται στο ότι το ’21 διέφθειρε την αστική τάξη πάνω στη γέννα της τόσο, ώστε αυτή να γεράσει ανάπηρη και να είναι από τότε το προλεταριάτο η μόνη αληθινά εθνική τάξη αυτού του βασανισμένου τόπου. Ωστόσο την τελική καταδίκη για το ’21 δεν τη δίνει η πολιτική και κοινωνική, αλλά η οικονομική ιστορία. ΄Ολες οι επαναστάσεις για μια μικρή περίοδο, όσο διαρκεί η μεγάλη τους παρόξυνση, χτυπάνε τις παραγωγικές δυνάμεις και αμέσως μετά η παραγωγή εκτινάσσεται στα ύψη. ΄Ομως το ’21 και οι κατοπινές πολιτικές εξουσίες που βγήκαν από αυτό αποτέλεσαν στρατηγική οπισθοδρόμηση, γιατί κατέστρεψαν τους ανθρώπους, τη γη και τα εργαλεία σε μια ασύλληπτη κλίμακα. ΄Ετσι εξηγείται πώς, ακόμα και μετά το τέλος της “επαναστατικής” εποχής, χιλιάδες οικογένειες εγκατέλειπαν το νέο ελληνικό κράτος για να εγκατασταθούν στις τούρκικες περιοχές: <<Εις την επικράτεια του προτέρου των τυράννου καταφεύγουν. Προκρίνουν οι ταλαίπωροι τον παλαιόν αλλόφυλλον ζυγόν, παρά να τυραννώνται από ομογενείς και ομοθρήσκους>> (Κοραής).

Το συγκλονιστικότερο όμως είναι η τεράστια παραγωγική καταστροφή που προκάλεσε το ’21. Στο έγκυρο έργο του Εξάρτηση και αναπαραγωγή ο Τσουκαλάς γράφει: <<Η οικονομική αποδιοργάνωση, συνέπεια της δεκαετίας του απελευθερωτικού πολέμου, αποδείχτηκε ολέθρια για όλα τα εμπορικά κέντρα. Η παραδοσιακή εξαγωγή βιοτεχνικών προϊόντων με βάση την ντόπια παραγωγή εξαφανίστηκε στα χρόνια της Επανάστασης, και οι άμεσες εμπορικές σχέσεις με το εξωτερικό ανακόπηκαν (...) Τα λιμάνια που είχαν πλουτίσει από τη ναυτιλία (το Γαλαξίδι, η Ναύπακτος, οι Σπέτσες, η Κύμη, και κυρίως η ΄Υδρα) και είχαν δημιουργήσει σ’ αυτή τη βάση μικρές αλλά συμπαγείς αστικές κοινότητες, γρήγορα καταστράφηκαν και έχασαν τον πρωτο-αστικό χαρακτήρα τους (...) Από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας τα περισσότερα παράκτια κέντρα παρακμάζουν με γοργό ρυθμό (...) Για πολλαπλούς λόγους, με την ελληνική ανεξαρτησία όλες οι τοπικές αστικές δραστηριότητες εξολοθρεύονται>> (σελ. 174-176). Τα ίδια συμβαίνουν και στην ύπαιθρο: <<Τον πρώτο καιρό της ανεξαρτησίας, η στασιμότητα που χαρακτήριζε την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στην ύπαιθρο ήταν σχεδόν ολοκληρωτική (...) Από το 1850-1860, και κυρίως από το 1875-1880, αρχίζουν να εμφανίζονται μαζικά καλλιέργειες που προόριζαν τα προϊόντα τους για την αγορά>> (σελ 90).

Ο Παπανικολάου διαμαρτύρεται γιατί η Ν.Α. του καταλογίζει ότι θεωρεί το ’21 θετικό και απαντάει ότι το ’21 συνδυάζει το “πνεύμα της αναγέννησης” με το “πνεύμα της αντίδρασης”, δίχως να μπει στον κόπο να πει τι είναι το κύριο ανάμεσα στα δύο, τι είναι δηλαδή αυτό που χαρακτηρίζει το φαινόμενο. Το να απαντάει κανείς μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι στην ερώτηση “ποιο είναι το κύριο;” δεν είναι μεταφυσική, αλλά υποχρέωση της διαλεκτικής, που πάντα επιδιώκει τη σύνθεση που είναι πάντα η κυριαρχία του ενός πόλου πάνω στον άλλο.

Αντίθετα, είναι εκλεκτικισμός να απαντάει κανείς “και το ένα και το άλλο”. Η Ισπανική Επανάσταση ήταν ένα θετικό γεγονός για την ευρωπαϊκή εξέλιξη, όπως και η Ιταλική, παρά το πνεύμα της αντίδρασης που υπήρχε και στις δύο.
Όμως ο τσαρισμός δεν είχε καθόλου εκλεκτικό πνεύμα όταν τις καταδίκαζε και τις δύο, ούτε είχε εκλεκτικισμό ο πιο τυπικός εκπρόσωπος του ’21, ο Κολοκοτρώνης, που έλεγε: <<Κακοί άνθρωποι, καρμπονάροι>>, ταυτίζοντας την κακία με την ιταλική επανάσταση και διαχωρίζοντας έτσι τον ελληνικό αντιδραστικό-θρησκευτικό πόλεμο από τις δημοκρατικές αστικές επαναστάσεις.

Αλλά ούτε και ο Ένγκελς είχε εκλεκτικισμό όταν τη μια έβριζε τους Βούλγαρους και την άλλη τους εκθείαζε. Αντίθετα μάλιστα, διάλεγε και διάλεγε αποφασιστικά, απόλυτα και ακραία το “ένα από τα δυο”.
Όταν έλεγε τους Βούλγαρους “γουρουνολαό”, ήταν ακριβώς όταν έκαναν αντιδραστικό κίνημα στο πλευρό του τσαρισμού, όταν δηλαδή όντως εκδήλωναν τη γουρουνίσια πλευρά τους (γράμμα στον Μπερνστάιν, 22/2/1882). Όταν όμως οι Βούλγαροι με το Βάτεμπεργκ αντιστάθηκαν στον τσάρο και νίκησαν τους Σέρβους που αυτός εξαπέλυσε εναντίον τους, τότε ο Ένγκελς τους εξύμνησε γιατί έπαιξαν προοδευτικό ρόλο (γράμμα στο Λαφάργκ, 25/10/1886). ΄Έτσι κι εμείς απαιτούμε από τον καθένα να τοποθετηθεί στο ζήτημα τι ρόλο έπαιξαν οι ΄Ελληνες όχι γενικά, αλλά στη διάρκεια του ’21.

Ασφαλώς λοιπόν υπάρχει για μας, που κατηγορούμε το ’21 σαν συνολικά και συντριπτικά αρνητικό, και η υποχρεωτική θετική του πλευρά, που μένει ωστόσο πάντα η δευτερεύουσα. Η οδυνηρή γνωριμία του ελληνικού λαού με τον τσαρισμό και τα εσωτερικά του στηρίγματα είναι ένα πρώτο μεγάλο κέρδος, και η εξοικείωσή του με τα όπλα μέσα από την πάλη του ενάντια στην οθωμανική βία είναι ένα δεύτερο.


Πραγματικά, η οθωμανική αντεκδίκηση υποχρέωσε όχι απλά τις ληστοσυμμορίες των καπεταναίων, αλλά και μια πελώρια λαϊκή μάζα σε πολλές περιστάσεις να μπει σε ένοπλο και ηρωικό αγώνα για την ύπαρξή της. Τέτοια τυπική περίπτωση είναι η αντίσταση του Μεσολογγίου. Όμως το βασικό στην οθωμανική βία είναι ότι και αυτή ξέσπασε με φυλετικό και θρησκευτικό τρόπο και συγκρότησε πίσω της όλο τον τούρκικο λαό, ενώ η σουλτανική εξουσία ήταν τόσο πολύ ξεκομμένη απ’ αυτόν.

Και εδώ βρίσκεται το τρίτο μεγάλο κακό που προξένησε το ’21.

Οι σφαγές και οι θηριωδίες των πρώτων μηνών της λεγόμενης επανάστασης έδωσαν νέα ζωή στις πιο αντιδραστικές δυνάμεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ήταν ο χρεοκοπημένος γενιτσαρισμός και ο θρησκευτικός φανατισμός των ουλεμάδων. Είναι αυτοί που πραγματοποίησαν, με την έγκριση βέβαια του σουλτάνου, τις σφαγές της Μικρασίας και της Χίου και κινητοποίησαν έναν καθυστερημένο όχλο σαν απάντηση στην γενοκτονία στο Μοριά και στη Ρούμελη. ΄Ετσι μπήκαν και οι βάσεις για να χωρίσουν για πάντα δύο λαοί που θα μπορούσαν να κάνουν από κοινού την αστικοδημοκρατική τους επανάσταση, έστω και σε δύο ξεχωριστά κράτη, ενώ τότε δόθηκε και το σύνθημα της γενοκτονίας και της εθνικής εκκαθάρισης σε όλα τα Βαλκάνια.

ΤΟ “ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ” ΥΠΟΤΕΛΕΣ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ Η “ΡΩΣΟΠΛΗΞΙΑ”

Να λοιπόν γιατί το ’21 και το υποτιθέμενο ανεξάρτητο κράτος που γέννησε ήταν ένας επιβραδυντής τόσο της εσωτερικής ελληνικής, όσο και της βαλκανικής εξέλιξης συνολικά. Να πόσο δεν έχει νόημα η διάκριση υποτέλειας και ανεξαρτησίας που κάνει ο Παπανικολάου.

Στην πραγματικότητα το ακραία υποτελές στη Ρωσία ελληνικό κράτος ήταν το ανεξάρτητο “φάντασμα” που αυτή δημιούργησε. Ένα τέτοιο “ανεξάρτητο” κράτος ήταν η καλύτερη λύση για την κυριαρχία της Ρωσίας, αφού η Ιόνια Πολιτεία απόδειξε, ακριβώς αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται ο συγγραφέας μας, πόσο εύκολα μια εξαρτημένη από το σουλτάνο ηγεμονία μπορούσε να περάσει από τα χέρια της Ρωσίας στα χέρια της Γαλλίας και μετά της Αγγλίας.

Πραγματικά, μόνο για τους κουτόφραγκους ο τσάρος “χίμαιρα” ανέβαζε και “χίμαιρα” κατέβαζε την ανεξαρτησία.
Βέβαια, εδώ ο συγγραφέας εξακοντίζει εναντίον μας την τρομερή κατηγορία ότι θεωρούμε την ιστορία του 19ου αιώνα γραμμένη από το τρίτο γραφείο του τσαρισμού. Εμείς έχουμε συνηθίσει στην ανάλογη κατηγορία για ρωσοπληξία που διαρκώς απευθύνουν ενάντιά μας οι πιο ορκισμένοι αντίπαλοί μας όχι σχετικά με το 19ο αιώνα, αλλά με τα τελευταία χρόνια του 20ού, που ήδη διανύουμε. Και πραγματικά το γλεντάμε, γιατί έτυχε με τη ρωσόπληχτη πολιτική μας ανάλυση να προβλέψουμε καλύτερα απ’ όλους τους επικριτές μας -και μάλιστα με εντυπωσιακή ακρίβεια- τις βασικές πολιτικές τάσεις της παγκόσμιας και της εσωτερικής πολιτικής εξέλιξης των τελευταίων χρόνων.
Σε ό,τι αφορά λοιπόν το 19ο, τον 20ό και τους αιώνες που έρχονται θέλουμε να παρατηρήσουμε το εξής:
Η μεγάλη δύναμη, το τρίτο της γραφείο και οι πράχτορες του τρίτου γραφείου είναι αναντίρρητοι ιστορικοί συντελεστές.

Η μικρή δύναμη, οι πολιτικοί της ηγέτες, οι τάξεις και οι λαϊκές μάζες της μικρής δύναμης είναι επίσης αναντίρρητοι ιστορικοί συντελεστές. Το να μην αναγνωρίζει λοιπόν κανείς το καθοριστικό βάρος του καθένα από τους δύο αυτούς παράγοντες είναι μεταφυσικό, όπως είναι μεταφυσικό να μην τους βλέπει στην αλληλεπίδρασή τους, αλλά ξεκομμένους. Ασφαλώς οι ρώσοι πράχτορες δεν έφταναν για να σύρουν την Ελλάδα στην καταστροφή του ’21: Κλέφτες και αρματολοί, κοτζαμπάσηδες, Φαναριώτες, έμποροι, κλήρος, νησιώτες, συντεχνίες, φτωχοί αγρότες ήταν όλοι εκεί με το χαρακτήρα, τις συνήθειες και τα όνειρα με τα οποία τους έθρεψε η ζωή και η ιστορία, με το ρεαλισμό και τις ψευδαισθήσεις τους στη δοσμένη στιγμή της ύπαρξής τους και στο δοσμένο ιστορικό πλαίσιο. Το μόνο που έκαναν οι πράχτορες της “Φιλικής” ήταν να εκμεταλλευτούν ό,τι πιο αδύναμο και καθυστερημένο υπήρχε σ’ αυτή τη μάζα, να κάνουν πολιτικό κίνημα αυτή την καθυστέρηση και να αναδείξουν ό,τι χειρότερο στην ηγεσία του. Αυτός ήταν ο καίριος ρόλος της ορθοδοξίας, που πάντρευε την κυρίαρχη φεουδαρχική ιδεολογία αυτής της μάζας με την κυρίαρχη ιδεολογία της ισχυρότερης αυτοκρατορίας της Ανατολής.

Από την άλλη μεριά, η ίδια αυτή καταστροφική κίνηση έφερνε στο προσκήνιο τον αληθινό δράστη της, τον τσαρισμό, σα νικητή. Έτσι όμως έδινε μια νέα συνείδηση στο λαό της μικρής χώρας και γεννούσε ουσιαστικά ένα νέο έθνος, που η πρώτη προοδευτική του πράξη με διεθνή σημασία ήταν η εκτέλεση του ορθόδοξου νικητή Καποδίστρια μπροστά σε μια εκκλησία. Αυτή την πράξη χαιρέτισε ο Μαρξ.

Αντίθετα από τον Παπανικολάου, που δε βλέπει ότι η Ρωσία έγινε εσωτερικός παράγοντας του ’21, και μάλιστα ηγεμονικός για μια ολάκερη περίοδο, εμείς μπορούμε να διακρίνουμε και με ποιο ακριβώς αντίστροφο τρόπο οι εσωτερικές δυνάμεις της χώρας διαμορφώνονταν παράλληλα εξωτερικά ως προς τον τσαρισμό και τους πράχτορές του και έτειναν ακριβώς απέναντί του να δημιουργήσουν την αληθινή εθνική τους συνείδηση και όχι την ψεύτικη θρησκευτική. Αυτές είναι αληθινές αντιθέσεις, γιατί τα αποτελέσματά τους είναι συγκεκριμένα και δραματικά, ενώ πουθενά δεν έδειξε δραματικά αποτελέσματα η οποιαδήποτε διαμάχη των “Φιλικών” ανάμεσά τους, πέρα από τη δολοφονία του Γαλάτη (που απλά άλλαξε στρατόπεδο, και γι’ αυτό τον χτύπησε ο Καποδίστριας στο υπόμνημά του), ή η υποτιθέμενη διαμάχη τους με τον τσαρισμό, όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας.

Οι αντιθέσεις ανάμεσα σε πράχτορες ή ανάμεσα σε πράχτορες και τους προϊσταμένους τους είναι ιστορικά αναπόφευκτες, αφού κάθε πράγμα χωρίζεται στα δυο: κάθε τάξη, κάθε πολιτική δύναμη, ακόμα και κάθε άνθρωπος. Το ζήτημα είναι αν υπήρχε ένα γενικό και ενιαίο ρώσικο σχέδιο για την καθοδήγηση των ελληνικών εξελίξεων στα 1821 και για την παραπλάνηση των ενδιάμεσων διεθνών δυνάμεων, στο οποίο λίγο-πολύ υποτάχθηκε η δράση όλης της “Φιλικής” και γενικά των ανθρώπων της Ρωσίας μέσα στο ’21.

Αυτό που επιχειρήσαμε εμείς πρώτα και κύρια μέσα απ’ αυτή τη θεωρητική διαπάλη μέσω της Νέας Ανατολής ήταν να εισαγάγουμε τους αναγνώστες της στα βαθιά νερά των πρώτων θυελλωδών χρόνων που σημάδεψαν τη γέννηση του ελληνικού έθνους και του ελληνικού κράτους, και που ασφαλώς κρύβουν πολλά από τα μεγάλα μυστικά της κατοπινής εξέλιξης.

Όμως αποφύγαμε συστηματικά να κριτικάρουμε μια θέση που επανέλαβε συχνά ο Λ. Παπανικολάου: ότι τα εθνικά βαλκανικά κράτη δε θα μπορέσουν ποτέ να λύσουν το εθνικό ζήτημα στα Βαλκάνια, αλλά μόνο η παγκόσμια επανάσταση. Κι αυτό ακριβώς γιατί θα χρειαζόταν να μιλήσουμε για υστερότερες εποχές της βαλκανικής ιστορίας.


Το καλό πάντως είναι ότι ξεκινήσαμε την έντονη πάλη σ’ εκείνο το ιστορικό ζήτημα που μπορεί να μην είναι της πιο άμεσης προτεραιότητας, αλλά για το οποίο ισχύουν τα λόγια του μεγάλου Δημητρόφ: <<Κομμουνιστές που δεν κάνουν τίποτα για να φωτίσουν στις εργαζόμενες μάζες ιστορικά, πιστά, με πραγματικά μαρξιστικό, λενινιστικό-μαρξιστικό πνεύμα το παρελθόν του ίδιου τους του λαού, για να συνδέσουν τον τωρινό τους αγώνα με τις επαναστατικές παραδόσεις του λαού τους στο παρελθόν, τέτοιοι κομμουνιστές παρατάνε εθελοντικά ό,τι έχει αξία στο ιστορικό παρελθόν του έθνους στους φασίστες πλαστογράφους, για την αποβλάκωση των λαϊκών μαζών>>.





Τετάρτη 19 Ιουλίου 2017

Ο Κιμ Γιονγκ Ιλ για τη διαφορά της κυρίαρχης φιλοσοφίας στη Β. Κορέα (Juche) από το διαλεκτικό υλισμό

Αναδημοσίευση από το  parapoda  [Αύγουστος 8, 2015]


Γέλασε πάλι η υφήλιος με την είδηση από τα αστικά ΜΜΕ ότι η Β. Κορέα θα αποκτήσει “δική της» ώρα. Η αλήθεια είναι ότι στα πλαίσια του εορτασμού των 70 ετών από την απελευθέρωση της χώρας από τον ιαπωνικό ζυγό, η χώρα θα απαλλαγεί συμβολικά και από την “ιαπωνική” ώρα, και θα επιστρέψει στην ώρα που είχε πριν κατακτηθεί.

Περιορίζοντας-γελοιοποιώντας την είδηση, τα κυρίαρχα ΜΜΕ δεν δείχνουν τη γενικότερη εικόνα: ότι πρόκειται για διπλωματική-συμβολική κίνηση στα πλαίσια της αυξανόμενης- και μάλιστα “θερμής”- έντασης στη ΝΑ Ασία: Η Ιαπωνία διεκδικεί περιφερειακή αναβάθμιση, στρατιωτικοποίηση, θάλασσες και ξαναγράψιμο της ιστορίας (π.χ. να ξεχάσουμε ότι άπειρες γυναίκες έγιναν «δημοσίας χρήσης» για τα ιαπωνικά στρατά). Η ευθύνη, επομένως, είναι της Ιαπωνίας, και της κατοχικής δύναμης που τη διαδέχτηκε στο νότο της χερσονήσου: των ΗΠΑ (γιατί, ας μην ξεχνάμε, η ΕΣΣΔ έφυγε από εκεί εντός τριών ετών, το 1948).

Από κει και πέρα, όμως,ξανατίθεται το ζήτημα για το πώς “την πατάνε” οι προοδευτικοί άνθρωποι στον κόσμο, αφού, με ένα σμπάρο, οι καπιταλιστές-ιμπεριαλιστές: α) δικαιολογούν ή κρύβουν την επεμβατικότητά τους, ξαναγράφοντας, συν τοις άλλοις, την ιστορία, β) ταυτίζουν την άσχημη εικόνα – που τα ίδια παρουσιάζουν – για τη χώρα αυτή με το σοσιαλισμό και το όραμα εκατομμυρίων ανθρώπων στον κόσμο. Φυσικά, οι προοδευτικοί άνθρωποι έχουν δύο ξεχωριστά καθήκοντα: αφ’ ενός, να αναδεικνύουν το βασικό υπεύθυνο και να καταδικάζουν την ιμπεριαλιστική επεμβατικότητα (άρα, στο θέμα αυτό, πρέπει να υποστηρίζεται η Β. Κορέα) και, αφ’ετέρου, να μελετάται το εσωτερικό της καθεστώς και να αναδεικνύεται η σχέση ή μη της κυρίαρχης ιδεολογίας και φιλοσοφίας του με το μαρξισμό-λενινισμό και το διαλεκτικό υλισμό. Στο βαθμό δε που δεν υπάρχει σχέση, δεν έχει νόημα για τους προοδευτικούς ανθρώπους να υποστηρίζουν και το εσωτερικό καθεστώς της χώρας αυτής.

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί συνέχεια της μελέτης του εσωτερικού καθεστώτος της χώρας που το parapoda έχει εγκαινιάσει. Πρόκειται για κείμενο που έχει γράψει -με απλό τρόπο, είναι η αλήθεια- ο Κιμ Γιονγκ Ιλ, ο προκάτοχος (και πατέρας) του σημερινού ηγέτη της Β. Κορέας Κιμ Γιονγκ Ιλ το 1996. Στο κείμενο αυτό, ο Κιμ Γιονγκ Ιλ αποκηρύσσει τη “συνέχεια” που οι περισσότεροι νομίζουμε ότι διέπει, σε φιλοσοφικό επίπεδο, τον κομμουνισμό με το καθεστώς εκεί. Μελετά συγκεκριμένα τη (μη) σχέση της κυρίαρχης στη Β. Κορέα φιλοσοφίας Τσιουτσέ με τον διαλεκτικό υλισμό. Παρότι αναγνωρίζει δύο κοινά θεμέλια (ότι ο κόσμος αλλάζει και ότι ο κόσμος αποτελείται από την ύλη), αποδεικνύει τη διαφορετικότητα των δύο φιλοσοφιών αυτών. “Θεμελιωδώς διαφορετική” από το μαρξισμό-λενινισμό χαρακτηρίζει τη φιλοσοφία Τσιουτσέ ο Κιμ Ιλ Σουνγκ.

Μπορεί, επίσης, κανείς να δει και άλλο κείμενο του Κιμ Γιονγκ Ιλ σχετικά με την ελάχιστη σχέση της Ιδέας Τσιουτσέ (άλλη από τη Φιλοσοφία Τσιουτσέ) με το μαρξισμό-λενινισμό, δηλ. σε πολιτικό επίπεδο. Εδώ, ακόμα, μπορεί να δει το ιστορικό της πορείας του κορεατικού, αλλά και της απομάκρυνσης του καθεστώτος από το μαρξισμό-λενινισμό, τον οποίο και απάλειψε ως έννοια από το Σύνταγμά του ήδη από το 1992.Τέλος, εδώ και εδώ, μπορεί κανείς να διαβάσει δύο άρθρα για τις πρόσφατες εξελίξεις στη χώρα.

Φυσικά, τίθεται το ζήτημα-καλοπροαίρετα ή όχι- του ότι, από τη στιγμή που το καθεστώς ξεκίνησε έχοντας κυρίαρχη ιδεολογία το μαρξισμό-λενινισμό, έγινε δυνατό να ξεφύγει, άρα, τίθεται το ζήτημα αν για την σημερινή κατάσταση της ΛΔ Κορέας αντικειμενικά ευθύνεται η αρχική κυρίαρχη ιδεολογία. Όμως, ο μαρξισμός-λενινισμός αναγνωρίζει ότι ένα πράγμα είναι δυνατό να μετατραπεί στο αντίθετό του. Και βεβαίως υπάρχουν ευθύνες, όμως αυτές είναι περισσότερο ιστορικές, υποκειμενικές, και όχι φιλοσοφικές ή πολιτικές που επιβαρύνουν συνολικά το μαρξισμό-λενινισμό. Συνεπώς, δεν είναι δεδομένο ότι ο κομμουνισμός οδηγεί (νομοτελειακά) σε καταστάσεις όπως αυτή στην οποία βρίσκεται σήμερα το εσωτερικό καθεστώς της Β. Κορέας.

Κιμ Γιονγκ Ιλ: H φιλοσοφία Τσιουτσέ είναι μια πρωτότυπη επαναστατική φιλοσοφία (26/07/1996)

Πρόσφατα έγινε γνωστό ότι μερικοί κοινωνικοί μας επιστήμονες εσφαλμένα εξέφρασαν μια εκτίμηση αντίθετη με εκείνη του κόμματός μας αναφορικά με την ερμηνεία της φιλοσοφίας Τσιουτσέ, και ότι αυτή η άποψη έχει διαδοθεί και στο εξωτερικό.

Αυτοί οι κοινωνικοί επιστήμονες εξακολουθούν να προσπαθούν να εξηγούν τις βασικές αρχές της φιλοσοφίας Τσιουτσέ με βάση το γενικό νόμο ανάπτυξης του υλικού κόσμου, αντί να την εξηγούν με βάση την κατεύθυνση για αποσαφήνιση του νόμου της κοινωνικής κίνησης. Οι υπερασπιστές αυτής της άποψης λένε ότι το επιχείρημά τους στοχεύει στο να αποδείξουν ότι η φιλοσοφία Τσιουτσέ είναι μια νέα ανάπτυξη του Μαρξιστικού διαλεκτικού υλισμού. Εξηγώντας και προπαγανδίζοντας τη φιλοσοφία Τσιουτσέ δεν χρειάζεται να πείθουμε τους ανθρώπους ότι η φιλοσοφία αυτή είναι μια νέα ανάπτυξη του Μαρξιστικού διαλεκτικού υλισμού. Είναι αλήθεια ότι το κόμμα μας δεν έχει μια δογματική στάση απέναντι στο Μαρξιστικό διαλεκτικό υλισμό, όμως τον αναλύει από τη σκοπιά της Τσιουτσέ και έχει δώσει νέες ερμηνείες σε πολλά προβλήματα. Ωστόσο, το βασικό περιεχόμενο της φιλοσοφίας Τσιουτσέ δεν συνιστά κάποια ανάπτυξη του υλισμού και της διαλεκτικής.

Η φιλοσοφία Τσιουτσέ είναι μια πρωτότυπη φιλοσοφία η οποία έχει αναπτυχθεί και συστηματοποιηθεί με τις δικές της αρχές. Η ιστορική συμβολή της φιλοσοφίας Τσιουτσέ στην ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης έγκειται, όχι στο προχώρημα που έκανε στο Μαρξιστικό διαλεκτικό υλισμό, αλλά στη διατύπωση νέων φιλοσοφικών αρχών που έχουν επίκεντρο τον άνθρωπο.

Η Μαρξιστική φιλοσοφία θεωρούσε το ζήτημα της σχέσης μεταξύ ύλης και συνείδησης, μεταξύ είναι και σκέψης, ως το θεμελιώδες ζήτημα φιλοσοφίας, και απέδειξε την προτεραιότητα της ύλης, του είναι, και στη βάση αυτή, φώτισε το γεγονός ότι ο κόσμος αποτελείται από την ύλη και αλλάζει και αναπτύσσεται από την κίνηση της ύλης. Η φιλοσοφία Τσιουτσέ θεωρεί τη σχέση μεταξύ κόσμου και ανθρώπου, και τη θέση και το ρόλο του ανθρώπου στον κόσμο, ως το θεμελιώδες ζήτημα φιλοσοφίας, διατύπωσε τη φιλοσοφική αρχή ότι ο άνθρωπος είναι ο κύριος των πάντων και ότι αποφασίζει για τα πάντα και, στη βάση αυτή, φώτισε τον απολύτως ορθό δρόμο για τη διαμόρφωση της μοίρας του ανθρώπου. Η Μαρξιστική φιλοσοφία έθεσε ως βασικό καθήκον την αποσαφήνιση της ουσίας του υλικού κόσμου και του γενικού νόμου της κίνησής του, ενώ η φιλοσοφία Τσιουτσέ έθεσε ως το σημαντικό της καθήκον την αποσαφήνιση των ουσιωδών χαρακτηριστικών του ανθρώπου και του νόμου κοινωνικής κίνησης, της κίνησης του ανθρώπου. Επομένως, η φιλοσοφία Τσιουτσέ είναι μια πρωτότυπη θεωρία η οποία είναι θεμελιωδώς διαφορετική από την προηγούμενη φιλοσοφία, αναφορικά τόσο με τους στόχους όσο και τις αρχές της. Να γιατί δεν θα πρέπει να καταλαβαίνουμε τη φιλοσοφία Τσιουτσέ ως μια φιλοσοφία που έχει αναπτύξει το διαλεκτικό υλισμό, ούτε θα πρέπει να προσπαθούμε να αποδείξουμε την πρωτοτυπία και τα πλεονεκτήματα της φιλοσοφίας Τσιουτσέ συζητώντας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, για την ουσία του υλικού κόσμου και το γενικό νόμο κίνησής του που έχουν αποσαφηνιστεί από τη Μαρξιστική φιλοσοφία. Δεν μπορεί κανείς να εξηγήσει τη φιλοσοφία Τσιουτσέ στο πλαίσιο της προηγούμενης φιλοσοφίας γιατί είναι μια φιλοσοφία που έχει διατυπώσει νέες φιλοσοφικές αρχές. Αν προσπαθήσει κανείς κάτι τέτοιο, όχι μόνο θα αποτύχει να αποδείξει την πρωτοτυπία της φιλοσοφίας Τσιουτσέ, αλλά θα τη συσκοτίσει και δεν θα μπορεί να κατανοήσει την ουσία της σωστά.

Έχοντας ορίσει τις ουσιαστικές ιδιότητες του ανθρώπου για πρώτη φορά στην ιστορία, η φιλοσοφία Τσιουτσέ έχει εξυψώσει τον άνθρωπο ως το ισχυρότερο και με τις καλύτερες ιδιότητες ον στον κόσμο και προώθησε μια νέα ιδέα για τον κόσμο: συγκεκριμένα, ότι ο κόσμος κυριαρχείται και μεταμορφώνεται από τον άνθρωπο.

Η νέα αντίληψη για τον κόσμο που διατύπωσε η φιλοσοφία Τσιουτσέ δεν αρνείται την αντίληψη του διαλεκτικού υλισμού για τον κόσμο. Η φιλοσοφία Τσιουτσέ θεωρεί την αντίληψη του διαλεκτικού υλισμού για τον κόσμο ως μια προϋπόθεση. Η αντίληψη της Τσιουτσέ για τον κόσμο, ότι αυτός κυριαρχείται και μεταμορφώνεται από τον άνθρωπο, δεν μπορεί να κατανοηθεί ξεχωριστά από την υλιστική διαλεκτική αντίληψη για την ουσία του αντικειμενικού υλικού κόσμου και για το γενικό νόμο της κίνησής του. Από την ιδεαλιστική άποψη ότι ο κόσμος είναι κάτι μυστήριο, δεν μπορείς να συνάγεις ότι ο άνθρωπος κυριαρχεί στον κόσμο, και από τη μεταφυσική άποψη ότι ο κόσμος είναι απαράλλαχτος, δεν μπορείς να συνάγεις ότι ο άνθρωπος μπορεί να μετασχηματίζει τον κόσμο. Η αντίληψη της Τσιουτσέ για τον κόσμο, ότι αυτός κυριαρχείται και μετασχηματίζεται από τον άνθρωπο, μπορεί να θεμελιωθεί μόνο όταν αναγνωριστεί η υλιστική διαλεκτική αντίληψη για τον κόσμο, ότι ο κόσμος αποτελείται από την ύλη και ασταμάτητα αλλάζει και αναπτύσσεται. Παρ’ ότι έχει ένα πλήθος από περιορισμούς και ανωριμότητες ο Μαρξιστικός διαλεκτικός υλισμός, οι βασικές αρχές του είναι επιστημονικές και έγκυρες. Να γιατί λέμε ότι η φιλοσοφία Τσιουτσέ θεωρεί την υλιστική διαλεκτική ως προϋπόθεσή της.

Το ότι η αντίληψη της υλιστικής διαλεκτικής για τον κόσμο είναι προϋπόθεση για τη φιλοσοφία Τσιουτσέ, δεν σημαίνει ότι φιλοσοφία Τσιουτσέ έχει απλώς κληρονομήσει και αναπτύξει τη φιλοσοφία Τσιουτσέ. Παρότι θα ήταν ανέφικτο να επιτευχθεί επιστημονική κατανόηση και μετασχηματισμός του κόσμου χωρίς τον τρόπο που κατανοεί ο διαλεκτικός υλισμός τον αντικειμενικό υλικό κόσμο, δεν μπορεί κανείς να συνάγει το συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος είναι ο κύριος του κόσμου και παίζει έναν αποφασιστικό ρόλο στο μετασχηματισμό του κόσμου απλώς λόγω της πρότασης του υλισμού ότι ο κόσμος αποτελείται από ύλη και από τη διαλεκτική αρχή ότι ο κόσμος ασταμάτητα αλλάζει και αναπτύσσεται. Μόνο στη βάση της αποσαφήνισης των ουσιωδών ιδιοτήτων του ανθρώπου οι οποίες διακρίνουν τον άνθρωπο ριζικά από όλα τα άλλα υλικά όντα, είναι δυνατό να αποσαφηνιστεί η ξεχωριστή θέση του ανθρώπου και ο ρόλος του ως κύριου του κόσμου που είναι ικανός να μετασχηματίζει τον κόσμο. Μόνο στη βάση των ουσιωδών ιδιοτήτων του ανθρώπου ως κοινωνικού όντος με ανεξαρτησία, δημιουργικότητα και συνείδηση, όπως επιστημονικά έχει αποσαφηνίσει η φιλοσοφία Τσιουτσέ, διατυπώθηκε η βασική αρχή ότι ο άνθρωπος είναι ο κύριος του κόσμου και παίζει τον αποφασιστικό ρόλο στο μετασχηματισμό του κόσμου. Διατυπώνοντας την αντίληψή της για την κοινωνική ιστορία, την οπτική της για την ιστορία στη βάση της φιλοσοφικής αρχής που έχει κέντρο τον άνθρωπο, η φιλοσοφία Τσιουτσέ έχει ξεπεράσει τους περιορισμούς της προηγούμενης κοινωνικοϊστορικής αντίληψης και πραγματοπίοησε μια ριζική αλλαγή στην κοινωνικοϊστορική αντίληψη και οπτική.

Η μαρξιστική φιλοσοφία διατύπωσε την κοινωνικοϊστορική άποψη του διαλεκτικού υλισμού, τον ιστορικό υλισμό, μέσω της εφαρμογής του γενικού νόμου της ανάπτυξης του υλικού κόσμου στην κοινωνική ιστορία. Φυσικά, δεν αρνούμαστε την ιστορική αξία του ιστορικού υλισμού. Ο ιστορικός υλισμός συνέβαλε σημαντικά στην ήττα της αντιδραστικής και αντεπιστημονικής κοινωνικοϊστορικής αντίληψης η οποία βασιζόταν στον ιδεαλισμό και τη μεταφυσική. Επιπροσθέτως, αφού ο άνθρωπος ζει στον αντικειμενικό υλικό κόσμο και η κοινωνία είναι αξεχώριστα συνδεδεμένη με τη φύση, ο γενικός νόμος της ανάπτυξης του υλικού κόσμου δρα στα κοινωνικά φαινόμενα. Ωστόσο, αν κανείς παραβλέψει ότι η κοινωνική κίνηση διέπεται από το δικό της νόμο, και μηχανιστικά εφαρμόσει το γενικό νόμο ανάπτυξης του υλικού κόσμου στα κοινωνικά φαινόμενα, τότε δεν μπορεί να αποφύγει να έχει μια μονόπλευρη κατανόηση της κοινωνικής ιστορίας.

Η κοινωνική κίνηση αλλάζει και αναπτύσσεται σύμφωνα με το δικό της νόμο. Η κοινωνική κίνηση είναι η κίνηση του ανθρώπου που κυριαρχεί και μετασχηματίζει τον κόσμο. Ο άνθρωπος μετασχηματίζει τη φύση για να κατακτήσει και να μετασχηματίσει τον αντικειμενικό υλικό κόσμο. Με το να μετασχηματίζει τη φύση, ο άνθρωπος δημιουργεί υλικό πλούτο και υλικές προϋποθέσεις για τη ζωή του. Ο μετασχηματισμός της φύσης και η δημιουργία υλικού πλούτου είναι η προσπάθεια για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών του ανθρώπου και αυτό το έργο μπορεί να γίνει μόνο με την κοινωνική συνεργασία των ανθρώπων. Οι άνθρωποι μετασχηματίζουν την κοινωνία για να βελτιώσουν και να τελειοποιήσουν τις σχέσεις κοινωνικής συνεργασίας. Είναι ο άνθρωπος που μετασχηματίζει τόσο τη φύση όσο και την κοινωνία. Ενώ μετασχηματίζει τη φύση και την κοινωνία, ο άνθρωπος μετασχηματίζεται και αναπτύσσεται ο ίδιος συνεχώς. Η κυριαρχία και ο μετασχηματισμός του κόσμου από τον άνθρωπο πραγματοποιούνται, στην τελική, μέσω του μετασχηματισμού της κοινωνίας και του ίδιου, και οι λαϊκές μάζες είναι η κινητήρια δύναμη αυτού του έργου. Οι λαϊκές μάζες δημιουργούν όλο τον υλικό και πολιτιστικό πλούτο της κοινωνίας και αναπτύσσουν κοινωνικές σχέσεις. Η κοινωνική κίνηση, η κινητήρια δύναμη της οποίας είναι οι λαϊκές μάζες, έχει χαρακτηριστικά τα οποία είναι διαφορετικά από εκείνα της κίνησης της φύσης. Στη φύση, η κίνηση πραγματοποιείται αυθόρμητα, μέσω της αλληλεπίδρασης των υλικών στοιχείων που υπάρχουν αντικειμενικά, ενώ η κοινωνική κίνηση προκαλείται και αναπτύσσεται από τη συνειδητή δράση και ρόλο της κινητήριας δύναμης. Επομένως, αν κανείς μηχανιστικά εφαρμόσει τους νόμους του διαλεκτικού υλισμού που εξηγούν το γενικό νόμο ανάπτυξης του υλικού κόσμου στην κοινωνική ιστορία, τότε δεν μπορεί να αποσαφηνίσει σωστά την ουσία της κοινωνίας και το νόμο της κοινωνικής κίνησης. Ο κύριος περιορισμός της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας είναι ότι απέτυχε να διατυπώσει σωστά τον ιδιαίτερο νόμο της κοινωνικής κίνησης, και εξήγησε τις αρχές της κοινωνικής κίνησης κύρια στη βάση του κοινού χαρακτηριστικού της κίνησης της φύσης και της κοινωνικής κίνησης, το οποίο έγκειται στο ότι και οι δύο είναι κινήσεις ύλης. Η μαρξιστική υλιστική αντίληψη της ιστορίας χώριζε την κοινωνία σε κοινωνικά όντα και κοινωνική συνείδηση, και απέδιδε αποφασιστική σημασία στο κοινωνικό ον: επίσης, χώριζε την κοινωνική δομή σε παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις, βάση και εποικοδόμημα, και απέδιδε την αποφασιστική σημασία στην υλική παραγωγή και τις οικονομικές σχέσεις. Αυτό σημαίνει μια απαράλλαχτη εφαρμογή της αρχής του διαλεκτικού υλισμού στην κοινωνία, την αρχή του ότι ο κόσμος αποτελείται από ύλη και αλλάζει και αναπτύσσεται σύμφωνα με το γενικό νόμο κίνησης της ύλης. Ο κόσμος, όπως τον έβλεπαν οι ιδρυτές του Μαρξισμού όταν εφάρμοζαν στην κοινωνική ιστορία το γενικό νόμο που διέπει τον υλικό κόσμο, είναι μια οντότητα, όχι μόνο αποτελούμενη από τη φύση, αλλά επίσης και από τον άνθρωπο και από την κοινωνία, που είναι υλικά όντα. Αν κανείς δει τον άνθρωπο ως τμήμα του κόσμου, ως υλική οντότητα, και όχι ως κοινωνικό ον με ανεξαρτησία, δημιουργικότητα και συνείδηση, και εφαρμόσει στην κοινωνική ιστορία το γενικό νόμο της κίνησης του υλικού κόσμου, τότε δεν θα μπορεί να αποφύγει το να βλέπει την κοινωνικο-ιστορική κίνηση ως μια διαδικασία της ιστορίας της φύσης.

Φυσικά, η κοινωνία επίσης αλλάζει και αναπτύσσεται σύμφωνα με καποιο νόμο, όχι από την ίδια τη θέληση του ανθρώπου. Όμως, η δράση του νόμου αυτού στην κοινωνία είναι θεμελιωδώς διαφορετική από αυτή του νόμου της φύσης. Στη φύση, ο νόμος δρα αυθόρμητα, ανεξαρτήτως της δραστηριότητας του ανθρώπου. Όμως, στην κοινωνία, ο νόμος αυτός δρα μέσω των ανεξάρτητων, δημιουργικών και συνειδητών δραστηριοτήτων του ανθρώπου. Μερικοί από τους νόμους της κοινωνίας διέπουν κάθε κοινωνία γενικά, ανεξαρτήτως κοινωνικού συστήματος, και κάποιοι από αυτούς τους νόμους διέπουν μια συγκεκριμένη κοινωνία. Επειδή όλοι οι κοινωνικοί νόμοι δρουν μέσω της ανθρώπινης δραστηριότητας, μπορεί να δράσουν ήπια ή οι δράσεις τους μπορεί να περιοριστούν ή να συγκρατηθούν, ανάλογα με τη δράση του ανθρώπου. Όταν λέω ότι οι κοινωνικοί νόμοι λειτουργούν μέσω της ανθρώπινης δραστηριότητας, δεν αρνούμαι τον αντικειμενικό χαρακτήρα των κοινωνικών νόμων και το πιθανό αυθόρμητο στην κοινωνική κίνηση. Αν συγκεκριμένες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες δημιουργηθούν, ένας κοινωνικός νόμος που ανταποκρίνεται σε αυτές, αναπόφευκτα λειτουργεί και, επομένως, λαμβάνει έναν αντικειμενικό χαρακτήρα, όπως ένας φυσικός νόμος. Το αυθόρμητο στην κοινωνική κίινηση οφείλεται σε ένα σχετικά χαμηλό επίπεδο της ανθρώπινης ανεξαρτησίας, δημιουργίας και συνειδητότητας και στην απουσία του κοινωνικού συστήματος εκείνου στο οποίο οι άνθρωποι μπορεί να τα αναπτύσσουν αυτά πλήρως. Με την ανάπτυξη της ανθρώπινης ανεξαρτησίας, δημιουργίας και συνειδητότητας και με την εγκαθίδρυση του κοινωνικού εκείνου συστήματος το οποιο διασφαλίζει μια πλήρη ανάπτυξη αυτών των ιδιοτήτων, ο άνθρωπος θα δρα καλύτερα με την εφαρμογή αυτών των αντικειμενικών νόμων και ο βαθμός αυθορμητότητας θα μειωθεί. Η κοινωνική ανάπτυξη είναι η διαδικασία της ανάπτυξης της ανεξαρτησίας, δημιουργικότητας και συνειδητότητας των μαζών. Με την ανάπτυξη αυτών των ιδιοτήτων και με την εμφάνιση εκείνου του κοινωνικού συστήματος το οποιο είναι ικανό να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις τους, η κοινωνία θα αναπτύσσεται όλο και πιο πολύ μέσω των ηθελημένων και συνειδητών δραστηριοτήτων των λαϊκών μαζών. Αυτό σημαίνει ότι θα λειτουργεί πλήρως ο ιδιαίτερος νόμος της κοινωνικής κίνησης, που αλλάζει και αναπτύσσει, χάρη στη συνειδητή δράση και το ρόλο της κινητήριας δύναμης.

Παρότι οι ιδρυτές του Μαρξισμού θεμελίωσαν την υλιστική διαλεκτική αντίληψη της κοινωνικής ιστορίας με το να εφαρμόσουν το γενικό νόμο της ανάπτυξης του υλικού κόσμου στην κοινωνική ιστορία, οι ίδιοι συνάντησαν πολλά προβλήματα στην πρακτική κοινωνική κίνηση, προβλήματα τα οποία δεν θα μπορούσαν να επιλυθούν μόνο από το γενικό νόμο της ανάπτυξης του υλικού κόσμου. Επομένως, προσπάθησαν να ξεπεράσουν το μονόπλευρο χαρακτήρα της υλιστικής διαλεκτικής αντίληψης της κοινωνικής ιστορίας προωθώντας κάποιες θεωρίες όπως, για παράδειγμα, ότι παρότι η κοινωνική συνείδηση προκύπτει ως αντανάκλαση των υλικών και οικονομικών συνθηκών, επιδρά σε αυτές τις συνθήκες, και ότι παρότι η πολιτική καθορίζεται από την οικονομία, επιδρά στην οικονομία. Ωστόσο, η Μαρξιστική υλιστική αντίληψη της ιστορίας είναι, στην ουσία, μια αντίληψη για την κοινωνική ιστορία που θεωρεί ως κύριο παράγοντα το κοινό χαρακτηριστικό της κίνησης της φύσης και της κίνησης της κοινωνίας. Αυτή η θεωρία δεν ήταν σε θέση να αποφύγει τον περιορισμό του να ταυτίζει τη διαδικασία της κοινωνικής ανάπτυξης με εκείνη της φυσικής ιστορίας.

Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της φιλοσοφίας Τσιουτσέ και της προηγούμενης φιλοσοφίας προκύπτει, σε τελική ανάλυση, από τη διαφορετική αντίληψη για τον άνθρωπο.

Η μαρξιστική φιλοσοφία όρισε την ουσία του ανθρώπου ως το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, όμως απέτυχε ορθά να εντοπίσει τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου ως κοινωνικού όντος. Η προηγούμενη θεωρία εξηγούσε την αρχή της κοινωνικής κίνησης κυρίως στη βάση του γενικού νόμου της ανάπτυξης του υλικού κόσμου, επειδή αποτύγχανε να διατυπώσει τις ουσιαστικές ιδιότητες του κοινωνικού ανθρώπου. Για πρώτη φορά, η φιλοσοφία Τσιουτσέ αποσαφήνισε τέλεια τις ιδιαίτερες ιδιότητες του ανθρώπου ως κοινωνικού όντος.

Όπως διατυπώνεται στα κείμενα του κόμματός μας, ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ον με ανεξαρτησία, δημιουργικότητα και συνειδητότητα και κανένας δεν μπορεί να αμφιβάλλει επ’ αυτού. Ωστόσο, μερικοί κοινωνικοί επιστήμονες διατηρούν μια εσφαλμένη κατανόηση του πώς ο άνθρωπος έγινε κοινωνικό ον με αυτές τις ιδιότητες. Αναφορικά με το ζήτημα των ουσιαστικών χαρακτηριστικών του ανθρώπου, ως ζήτημα που έχει να κάνει με το επίπεδο της ανάπτυξής του ως κοινωνικού όντος, ισχυρίζονται ακόμα ότι η πηγή της ανθρώπινης ανεξαρτησίας, δημιουργικότητας και συνειδητότητας πρέπει να βρεθεί στην ποικιλία των υλικών συστατικών και τη συνθετότητα του συνδυασμού τους και της δομής τους. Αυτή είναι, στην πραγματικότητα, μια αντίληψη που βλέπει τις ουσιαστικές ιδιότητες του ανθρώπου ως μια επέκταση των φυσικών και βιολογικών ιδιοτήτων του, ως ανάπτυξη και απόληξή τους. Όταν μιλάμε για τον άνθρωπο ως οργανισμό, κάποιος θα μπορούσε να τον σκεφτεί συγκρίνοντάς τον με άλλους οργανισμούς, ή να συζητά τα χαρακτηριστικά των βιολογικών του συστατικών και το συνδυασμό και τη δομή τους. Ωστόσο, ο άνθρωπος που μελετάται από τη φιλοσοφία Τσιουτσέ είναι όχι μόνο ένας υψηλά αναπτυγμένος οργανισμός, αλλά ζει και εργάζεται επίσης με ανεξαρτησία, δημιουργικότητα και συνειδητότητα που άλλα πλάσματα δεν έχουν αποκτήσει. Η πηγή των ουσιαστικών ιδιοτήτων του ανθρώπου πρέπει να αναζητηθεί όχι στην ανάπτυξη αυτών των πτυχών του που είναι ίδιες με αυτές άλλων υλικών όντων, αλλά στα χαρακτηριστικά που υπάρχουν μόνο σε αυτόν. Ο άνθρωπος έχει αποκτήσει ανεξαρτησία, δημιουργικότητα και συνειδητότητα, γιατί είναι ένα κοινωνικό ον που σχηματίζει την κοινωνική συλλογικότητα και ζει και εργάζεται σε μια συνεργατική σχέση. Αυτές οι ιδιότητες του ανθρώπου είναι κοινωνικά γνωρίσματα τα οποία έχουν σχηματιστεί και αναπτυχθεί κατά την κοινωνικο-ιστορική διαδικασία, με την εργασία του μέσα σε μια κοινωνική σχέση. Φυσικά, αυτές τις ιδιότητες δεν θα μπορούσαμε καν να τις αντιληφθούμε χωρίς το υψηλά αναπτυγμένο οργανικό σώμα του. Από την άποψη του υψηλά αναπτυγμένου οργανικού σώματός του, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο άνθρωπος είναι το ανώτερο προϊόν εξέλιξης και το πιο ανεπτυγμένο υλικό ον. Ωστόσο, αν ο άνθρωπος δεν είχε διαμορφώσει μια κοινωνική συλλογικότητα και δεν είχε ζήσει και εργαστεί μέσα σε κοινωνικές σχέσεις, δεν θα μπορούσε να έχει αναπτυχθεί ως ένα ανεξάρτητο, δημιουργικό και συνειδητό ον, ανεξαρτήτως του πόσο αναπτυγμένο μπορεί το οργανικό σώμα του να είναι. Χωρίς τη φυσική ζωή, ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει κοινωνική και πολιτική οντότητα. Ωστόσο, δεν είναι η φυσική ζωή του ανθρώπου αυτή που γεννά την κοινωνική και πολιτική του οντότητα. Αντίστοιχα, χωρίς το ανεπτυγμένο οργανικό σώμα του, η ανεξαρτησία, δημιουργικότητα και συνειδητότητά του θα ήταν αδιανόητη, όμως τα ίδια τα βιολογικά του χαρακτηριστικά δεν είναι αυτά που παράγουν τα κοινωνικά του γνωρίσματα. Τα κοινωνικά γνωρίσματα του ανθρώπου μπορούν να διαμορφωθούν και να αναπτυχθούν μόνο μέσα από τη διαδικασία εμφάνισης και ανάπτυξής του ως κοινωνικού όντος, με άλλα λόγια, μέσα από τη διαδικασία της ιστορικής ανάπτυξης της κοινωνικής του δραστηριότητας και των κοινωνικών του σχέσεων. Η ιστορία της κοινωνικής ανάπτυξης είναι η ιστορία ανάπτυξης της ανεξαρτησίας, δημιουργικότητας και συνειδητότητας του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι η ανεξαρτησία, η δημιουργία και η συνειδητότητα του ανθρώπου είναι κοινωνικά γνωρίσματα, τα οποία διαμορφώνονται και αναπτύσσονται κοινωνικά και ιστορικά. Επομένως, η φιλοσοφική θεώρηση του ανθρώπου θα πρέπει να ξεκινά από το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ον.

Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι κοινωνικοί επιστήμονές μας μιλούν για τα υλικά συστατικά και το συνδυασμό και τη δομή τους, και τα σχετίζουν με τις ουσιαστικές ιδιότητες του ανθρώπου, ισχυριζόμενοι ότι οι βιολογικοί παράγοντες συνιστούν το κύριο περιεχόμενο της φιλοσοφίας Τσιουτσέ. Ο ισχυρισμός τους είναι μια παρέκκλιση η οποία εξηγεί τη φιλοσοφία Τσιουτσέ μέσα στο πλαίσιο του Μαρξιστικού διαλεκτικού υλισμού. Αυτό είναι μόνο μια προσπάθεια να δικαιολογήσουν την εσφαλμένη εξελικτική αντίληψη, η οποία θεωρεί τις ουσιαστικές ιδιότητες του ανθρώπου ως ανάπτυξη και απόληξη βιολογικών γνωρισμάτων.

Αναφορικά με τις ουσιαστικές ιδιότητες του ανθρώπου, είναι σημαντικό να έχουμε μια ορθή κατανόηση για το κοινωνικό ον. Οι ιδρυτές του Μαρξισμού, ενώ έθεταν το ζήτημα της ουσίας του ανθρώπου στις κοινωνικές σχέσεις, χρησιμοποιούσαν την φράση “κοινωνικό ον” ως μια έννοια που σημαίνει υλικές συνθήκες και οικονομικές σχέσεις της κοινωνικής ζωής που υπάρχουν αντικειμενικά και αντανακλώνται στην κοινωνική συνείδηση. Αφού θεωρούσαν τον άνθρωπο ως ένα συστατικό των παραγωγικών δυνάμεων, ως το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, η φράση “κοινωνικό ον” που χρησιμοποιούσαν υπονοούσε και τον άνθρωπο επίσης. Ωστόσο, δεν τη χρησιμοποιούσαν ως έναν όρο που έχει την ιδιαίτερη έννοια που ορίζει τις ουσιαστικές ιδιότητες του ανθρώπου. Συστηματοποιώντας τη φιλοσοφία Τσιουτσέ, εμείς χρησιμοποιήσαμε τον όρο “κοινωνικό ον” ως έναν όρο που έχει την ιδιαίτερη έννοια που ορίζει τις ουσιαστικές ιδιότητες του ανθρώπου.

Στη θεωρία της φιλοσοφίας Τσιουτσέ ο άνθρωπος είναι το μόνο κοινωνικό ον στον κόσμο. Κάποιοι κοινωνικοί επιστήμονες, ωστόσο, επιμένουν ακόμα ότι ο κοινωνικός πλούτος και οι κοινωνικές σχέσεις θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνονται στον όρο “κοινωνικό ον”, συσκοτίζοντας έτσι τη διαφορά μεταξύ ανθρώπου και κοινωνικού πλούτου και κοινωνικών σχέσεων. Ο κοινωνικός πλούτος και οι κοινωνικές σχέσεις δημιουργούνται και αναπτύσσονται από τον άνθρωπο. Επομένως, δεν μπορούν να περιλαμβάνονται στην έννοια που ορίζει τις ουσιαστικές ιδιότητες του ανθρώπου. Στη Μαρξιστική φιλοσοφία, η φράση “κοινωνικό ον”, φυσικά, μπορεί να χρησιμοποιείται όπως οι ιδρυτές του Μαρξισμού εννοούσαν. Όμως, αν εμείς, όταν μιλάμε για τη φιλοσοφία Τσιουτσέ, κατανοήσουμε τον όρο “κοινωνικό ον” με τη συμβατική του έννοια, τότε θα συσκοτίσουμε την κατανόηση των ουσιστικών ιδιοτήτων του ανθρώπου. Η φιλοσοφία Τσιουτσέ είναι μια νέα φιλοσοφία, η οποία έχει το δικό της σύστημα και περιεχόμενο, επομένως, οι κατηγορίες της δεν θα πρέπει να εννοούνται με τη συμβατική ερμηνεία.

Ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους αυτοί οι κοινωνικοί επιστήμονες παρεξέκλιναν στην εξήγηση και διάδοση της φιλοσοφίας Τσιουτσέ είναι επειδή δεν έχουν μελετήσει τα φιλοσοφικά προβλήματα από την άποψη των απαιτήσεων της επαναστατικής πράξης.

Η θεωρία πρέπει να βασίζεται και να υπηρετεί την πράξη. Μια θεωρία αποσπασμένη από την πράξη δεν μπορεί ορθά να αναδείξει την αλήθεια και είναι άχρηστη. Ο μεγάλος ηγέτης Κιμ Ιλ Σουνγκ πάντοτε μελετούσε τα φιλοσοφικά προβλήματα εκκινούμενος από τις απαιτήσεις της επαναστατικής πράξης, και ανάπτυξε τη φιλοσοφία Τσιουτσέ στην προσπάθεια να δώσει επιστημονικές απαντήσεις σε φλέγοντα ιδεολογικά και θεωρητικά προβλήματα που προέκυπταν στην επαναστατική πράξη. Το κόμμα μας γενίκευσε τις πλούσιες και βαθιές εμπειρίες της επαναστατικής πράξης, συστηματοποίησε τη φιλοσοφία Τσιουτσέ με ένα συνεκτικό τρόπο και την ανέπτυξε σε βάθος.

Η επαναστατική πράξη είναι ένας αγώνας για την επίτευξη της ανεξαρτησίας για τις λαϊκές μάζες, και είναι οι μάζες που διεξάγουν αυτό τον αγώνα. Επομένως, είναι σημαντικό στη μελέτη της φιλοσοφίας να αντανακλώνται σωστά τα αιτήματα και οι φιλοδοξίες των λαϊκών μαζών, να αναπτύσσουμε τη θεωρία γενικεύοντας τις εμπειρίες αγώνα τους και να την κάνουμε τη θεωρία των ίδιων των λαϊκών μαζών. Στην εκμεταλλευτική κοινωνία, η αντιδραστική άρχουσα τάξη χρησιμοποιεί τη φιλοσοφία για να υπερασπίζεται και να κάνει να φαίνεται ορθολογικό το αντιδραστικό καθεστώς της, με το να προσπαθεί να την κάνει μονοπώλιο των φιλόσοφων εκείνων που δρουν ως εκπρόσωποι των συμφερόντων τους. Θεωρούν τις λαϊκές μάζες αμόρφωτους ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με τη φιλοσοφία. Έχοντας την άποψη και την αντίληψη ότι οι λαϊκές μάζες είναι οι κύριοι των πάντων και σοφότατοι άνθρωποι, το Κόμμα μας έχει εκπονήσει τη φιλοσοφία Τσιουτσέ, αντανακλώντας τα αιτήματα και τις φιλοδοξίες τους και, γενικεύοντας τις εμπειρίες αγώνα τους, την ανάπτυξε περαιτέρω σε βάθος και την έκανε όπλο στην πάλη τους. Αυτός είναι ο λόγος που η φιλοσοφία Τσιουτσέ είναι μια απόλυτη αλήθεια που ανταποκρίνεται στην επιθυμία και φιλοδοξία των ανθρώπων για ανεξαρτησία και μια λαϊκή φιλοσοφία την οποία οι μάζες εύκολα κατανοούν και τη θεωρούν ως όπλο τους για την πάλη. Ωστόσο, μερικοί από τους κοινωνικούς επιστήμονές μας μιλούν για τα ζητήματα τα οποια έχουν λίγη πρακτική σημασία αναφορικά με το φώτισμα του δρόμου για τον καθορισμό από τις λαϊκές μάζες της μοίρας τους. Εμείς μελετούμε τη φιλοσοφία ουσιαστικά με σκοπό να αποσαφηνίσουμε τις αρχές και τη μεθοδολογία με τις οποίες θα αναπτύξουμε την κοινωνία και θα καθορίσουμε τη μοίρα των λαϊκών μαζών. Η ανάπτυξη της κοινωνίας καθοδηγείται από την πολιτική και δεν είναι παρά η φιλοσοφία Τσιουτσέ αυτή που διατυπώνει τις βασικές αρχές της πολιτικής που οδηγεί την κοινωνική ανάπτυξη στον πιο εύκολο δρόμο. Από αυτή την άποψη, η φιλοσοφία Τσιουτσέ μπορεί να χαρακτηριστεί πολιτική φιλοσοφία.

Μερικοί κοινωνικοί επιστήμονες ισχυρίζονται ότι ερμηνεύουν τη φιλοσοφία Τσιουτσέ ως μια φιλοσοφία που έχει αναπτύξει το διαλεκτικό υλισμό του Μαρξισμού προκειμένου να παρουσιάσουν την ιδέα Τσιουτσέ με τρόπο τέτοιο ώστε να ταιριάζει με τα χαρακτηριστικά του κόσμου στο εξωτερικό. Πρέπει να κατανοούμε ξεκάθαρα τη φιλοσοφία Τσιουτσέ ως μια νέα επαναστατική φιλοσοφία, όχι ως μια απλή ανάπτυξη της προηγούμενης φιλοσοφίας. Είναι λάθος να εξηγούμε τη φιλοσοφία Τσιουτσέ εντός του πλαισίου της προηγούμενης φιλοσοφίας, με τον ισχυρισμό ότι αυτή παρουσιάζεται με τρόπο ώστε να ταιριάζει με τα χαρακτηριστικά του κόσμου στο εξωτερικό, ή να διαδίδουμε τη φιλοσοφία Τσιουτσέ με ιδέες οι οποίες δεν συμφωνούν με τη θεμελιώδη αρχή της φιλοσοφίας Τσιουτσέ. Επιπροσθέτως, γιατί θα πρέπει να μιλάμε για ζητήματα που δεν έχουν πολιτική σημασία και σχεδόν καμία θεωρητική και πρακτική σημασία, να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στις απαιτήσεις της πραγματικότητας στη διεθνή αρένα, όταν διεθνώς έχουμε πολλά θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα τα οποία επιτακτικά χρειάζονται σωστές απαντήσεις στη βάση των αρχών της φιλοσοφίας Τσιουτσέ; Παρουσιάζοντας την ιδέα Τσιουτσέ στον έξω κόσμο, πρέπει να εξηγούμε σωστά σε σχέση με τα τρέχοντα προβλήματα ότι η φιλοσοφία Τσιουτσέ είναι μια εντελώς πρωτότυπη φιλοσοφία και μια νέα επαναστατική φιλοσοφία. Πρέπει να ξεφορτωθούμε μια τέτοια παρέκκλιση όχι μόνο στη διάδοσή της στο εξωτερικό, αλλά επίσης και στην έρευνα, τη μελέτη και την εκπαίδευση στη φιλοσοφία Τσιουτσέ. Η φιλοσοφία Τσιουτσέ είναι μια επαναστατική φιλοσοφία και πολιτική φιλοσοφία του κόμματός μας η οποία φωτίζει τη φιλοσοφική βάση της ιδέας Τσιουτσέ και τις θεμελιώδεις αρχές της επανάστασης. Το πώς προσεγγίζουμε τη φιλοσοφία Τσιουτσέ σχεδόν δεν αφορά φιλοσοφικές θεωρίες, αλλά σχετίζεται με την αντίληψη και τη στάση έναντι της ιδεολογίας του Κόμματος. Πρέπει να αποδεχτούμε την ιδεολογία του κόμματος ως την απόλυτη αλήθεια, να την υπερασπίσουμε αποφασιστικά και να τη διατηρήσουμε με επαναστατική πεποίθηση, και επομένως, να κατανοήσουμε, να ερμηνεύσουμε, και να διαδώσουμε τη φιλοσοφία Τσιουτσέ σωστά. Πρέπει να νιώθουμε πολλή περηφάνεια και εμπιστοσύνη για το ότι έχουμε μια τέτοια μεγάλη πολιτική φιλοσοφία όπως τη φιλοσοφία Τσιουτσέ, να κατανοούμε βαθιά τις αρχές της και να τις εφαρμόζουμε πλήρως στις πρακτικές δραστηριότητες της επανάστασης και της οικοδόμησης. Πρέπει να αναλύουμε και να κρίνουμε όλα τα κοινωνικά φαινόμενα βαθιά, στη βάση των αρχών της φιλοσοφίας Τσιουτσέ, και δυναμικά να επιταχύνουμε την επανάσταση και την οικοδόμηση με το να συσπειρώσουμε τις λαϊκές μάζες γερά γύρω από το Κόμμα και να τελειοποιήσουμε το ρόλο της κινητήριας δύναμης όπως η φιλοσοφία Τσιουτσέ απαιτεί.

Οι επιστήμονες μας και ο λαός πρέπει να μελετούν και να ακολουθούν τη φιλοσοφία Τσιουτσέ, όμως πρέπει επίσης να γνωρίζουμε τις φιλοσοφικές ιδέες του Μαρξισμού-Λενινισμού. Οι κοινωνικοί επιστήμονες, ειδικότερα, πρέπει να είναι καλά εξοικειωμένοι με την προηγούμενη φιλοσοφία. Μελετώντας την προηγούμενη φιλοσοφία, είναι σημαντικό να διακρίνουμε τους περιορισμούς και τα ανώριμα στοιχεία της, μαζί με τις προοδευτικές και θετικές πτυχές της. Μόνο όταν γνωρίζουμε σωστά όχι μόνο τα ιστορικά επιτεύγματά της αλλά και τους περιορισμούς της περιόδου και την ιδεολογικο-θεωρητική της ανωριμότητα, μπορούμε να αποτρέψουμε παρεκκλίσεις δογματικής στάσης έναντι των προγενέστερων θεωριών, και να αποκτήσουμε μια βαθιά κατανόηση της πρωτοτυπίας και της ανωτερότητας της φιλοσοφίας Τσιουτσέ. Οι κοινωνικοί επιστήμονες πρέπει να μελετούν και να κατέχουν τη φιλοσοφία Τσιουτσέ και, στη βάση και υπό το φως των αρχών της, να δίνουν πολύ προσοχή στο να βλέπουν ξεκάθαρα τους περιορισμούς και την ανωριμότητα της προηγούμενης φιλοσοφίας, μαζί με τα θετικά της.

Επιπρόσθετως, θα πρέπει αυστηρά να φυλασσόμαστε έναντι όλων των ετερογενών τάσεων φιλοσοφίας που είναι αντίθετες στη φιλοσοφία Τσιουτσέ και να διασφαλίσουμε την καθαρότητα της φιλοσοφίας Τσιουτσέ. Η φιλοσοφία Τσιουτσέ είναι η πιο επωφελής και βιώσιμη φιλοσοφία, η οποία αντανακλά τις απαιτήσεις της επαναστατικής πράξης, και της οποίας η αλήθεια και η εγκυρότητα αποδεικνύεται από την επαναστατική πράξη. Το γεγονός ότι η φιλοσοφία Τσιουτσέ συγκεντρώνει όλο και πιο πολύ προσοχή στη διεθνή αρένα και οι οπαδοί της ιδέας Τσιουτσέ αυξάνονται αριθμητικά, ξεκάθαρα αποδεικνύει ότι η φιλοσοφία Τσιουτσέ δίνει απολύτως σωστές απαντήσεις στα ζητήματα της επαναστατικής πράξης. Οι κοινωνικοί επιστήμονές μας πρέπει να είναι ακλόνητα πεπεισμένοι για την επιστημονική ακρίβεια, αλήθεια, πρωτοτυπία και ανωτερότητα της φιλοσοφίας Τσιουτσέ και να αναλύουν και να κρίνουν όλες τις φιλοσοφικές θεωρίες με τη φιλοσοφία Τσιουτσέ ως οδηγό, εμποδίζοντας έτσι την παρείσφρυση οποιασδήποτε ετερογενούς φιλοσοφικής τάσης στη φιλοσοφία Τσιουτσέ. Όλοι οι κοινωνικοί επιστήμονες πρέπει να μελετούν τη φιλοσοφία Τσιουτσέ σε βάθος και να την ευρύνουν και να τη διαδίδουν, όπως θέλει και το κόμμα, και, πράττοντας έτσι, να αναδεικνύυουν το μεγαλείο της και να την καθιστούν περαιτέρω ελκυστική.


Δευτέρα 17 Ιουλίου 2017

Σοβιετική Αρχιτεκτονική: από την ανέγερση παλατιών στην παραγωγή κουτιών

Στην καθημερινότητα των κατοίκων των χωρών του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα, δεν υπάρχει, ίσως, πιο προφανής απόδειξη για τη διαφορά ανάμεσα στον μαρξισμό – λενινισμό και το ρεβιζιονισμό, από όσο στην Αρχιτεκτονική. Τα κτίρια της εποχής Στάλιν διαφέρουν πλήρως από εκείνα που χτίστηκαν στις μεταγενέστερες περιόδους, για τα οποία υιοθετήθηκαν δυτικά και φτηνιάρικα πρότυπα, όντας εντελώς ακατάλληλα για τους δημιουργούς του μέλλοντος. Το παρακάτω κείμενο αναλύει επιγραμματικά τις αρχές και την ανάπτυξη, αλλά και το μαρασμό της σοβιετικής αρχιτεκτονικής, η μοίρα της οποίας συμβαδίζει συνολικά με αυτή του σοσιαλισμού.  

                                                           ***

Σοβιετική Αρχιτεκτονική : από την ανέγερση παλατιών στην παραγωγή κουτιών [21/2/2015]

του Αντρέι Μπαζντίρεφ

“Η σοβιετική αρχιτεκτονική, ακολουθώντας το δρόμο αρχών των Μαρξ, Λένιν, Στάλιν, οι οποίοι πάντοτε εκτιμούσαν την κλασική τέχνη, κατάφερε να ξεπεράσει τις αριστερίστικες τάσεις, την απλοϊκόητα στις τάξεις της, τον οπορτουνισμό τμήματος των παλιών αρχιτεκτόνων και μπήκε στο δρόμο της χρησιμοποίησης των καλύτερων στοιχείων της παλιάς κλασικής αρχιτεκτονικής” (Λ. Μ. Καγκάνοβιτς).

Στα τέλη του περασμένου χρόνου συμπληρώθηκαν 60 χρόνια ενός, φαινομενικά συνήθους γεγονότος στην πολιτικοκοινωνική ζωή της Σοβιετικής Ένωσης. Στις 30 Νοέμβρη 1954 άρχιζε η 2η Πανενωσιακή Συνδιάσκεψη κατασκευαστών, αρχιτεκτόνων και εργαζόμενων της βιομηχανίας οικοδομικών υλικών, στην οποία, από την ανώτερη κομματική ηγεσία, πάρθηκε η απόφαση για τη διάλυση της σοσιαλιστικής αρχιτεκτονικής. Όχι έμμεσα τη διαδικασία αυτή καθοδήγησε ο πρώτος γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης, ο Ν. Σ. Χρουσιώφ. Αυτή ήταν μία από τις πρώτες ενέργειες της πολιτικής του Ν. Σ. Χρουσιώφ, η οποία οδήγησε, τελικά, στην υπονόμευση του σοσιαλιστικού συστήματος στην ΕΣΣΔ. Προσωπικά, βρίσκομαι μακριά από τη σκέψη ότι ο “αγαπητός Νικίτα Σεργκέγιεβιτς” συνειδητά κατέστρεψε το σοβιετικό σύστημα· όμως αποτέλεσμα της αντιεπιστημονικής, βολονταριστικής πολιτικής του ήταν ότι καταστράφηκαν πολλοί μηχανισμοί οι οποίοι υπεράσπιζαν τη σοβιετική κοινωνία από τον αστικό εκφυλισμό. Οι αρχές, τις οποίες η Σοβιετική Ένωση ακολουθούσε και κατάφερε να δημιουργήσει, μέσα σε μερικές δεκαετίες, μία από τις ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου και να διεξάγει μία μεγαλειώδη πολιτιστική επανάσταση, φέρνοντας εκατομμύρια λαϊκών μαζών στα ύψη του ανθρώπινου πολιτισμού, υπέστησαν αναθεωρήσεις (1). Βαρύ ήταν και το πλήγμα στη σοσιαλιστική τέχνη. Ιδιαίτερα δυνατό ήταν το πλήγμα στο πλέον “δημόσιο” είδος τέχνης – τη σοβιετική αρχιτεκτονική.

Η ανάπτυξη της αρχιτεκτονικής στην ΕΣΣΔ πέρασε από διάφορα στάδια. Στην πρώτη μετεπαναστατική δεκαετία, ο κύριος δρόμος ανάπτυξης της σοβιετικής τέχνης ήταν το “αβαντγκάρντ”. Η γλώσσα του μοντερνισμού, όπως φαινόταν σε πολλούς καλλιτέχνες της εποχής, αντανακλούσε με τον πλέον κατάλληλο τρόπο την επαναστατική εποχή της καταστροφής της ταξικής κοινωνίας. Οι κλασικές μορφές της τέχνης συνδέονταν εκείνη την εποχή αποκλειστικά με τον πολιτισμό των γαιοκτημόνων και των ευγενών και είχαν χαρακτηριστεί ως ταξικά ξένες. Η δεκαετία του ’20 ήταν περίοδος άνθισης στη Σοβιετική Ένωση “αριστερών” τάσεων σε όλα τα είδη δημιουργίας. Στην αρχιτεκτονική κυριαρχούσαν δύο τάσεις μοντερνισμού: ο κονστρουκτιβισμός και ο ορθολογισμός. Ο κονστρουκτιβισμός (του οποίου ηγέτες ήταν οι αδελφοί Βέσνιν και ο Μ. Γκίνζμπουργκ) διακήρυττε πλήρη ρήξη με τις αρχιτεκτονικές παραδόσεις του παρελθόντος (με το τακτικό σύστημα, την εθνική αρχιτεκτονική σχολή) και υποστήριζε τη χρησιμότητα και τη “βιομηχανικότητα” της αρχιτεκτονικής. Τα δημιουργικά καθήκοντα επιλύοταν από τους κονστρουκτιβιστές με την παράθεση διάφορων ορθογώνιων όγκων χωρίς τη χρήση διακοσμήσεων. Ακολουθώντας τα πέντε σημεία του αρχηγού του παγκόσμιου αρχιτεκτονικού αβαντγκάρντ (2) Λε Κορμπυζιέ, οι ρώσοι κονστρουκτιβιστές πρότιμούσαν μια σειρά από παράθυρα και επίπεδη στέγη.

Ο Οίκος Πολιτισμού Ζούγιεφ, του αρχιτέκτονα Ίλια Αλεξάντροβιτς Γκόλοσοφ, 1928, Μόσχα)

Το κτίριο της Κρατικής Βιομηχανίας (Γκοσπρόμ), του αρχιτέκτονα Σεργκέι Σάββιτς Σεραφίμοφ, του Σαμουήλ Μιρόνοβιτς Κραβιέτς και του Μαρκ Νταβίντοβιτς Φέλγκερ (1928, Χάρκοβο)

Η δεύτερη μοντερνίστικη τάση στην ΕΣΣΔ ήταν ο ορθολογισμός, με επικεφαλής το Ν. Α. Λαντόφσκι. Αυτή η τάση, ασπαζόμενη πολλές αρχές του κονστρουκτιβισμού, ευνοϊκά διάκειτο υπέρ της κλασικής κληρονομιάς και επέτρεπε τη διακόσμηση στο σχέδιο.

Η είσοδος του σταθμού μετρό “Κόκκινη Πύλη” (Κράσνiγιε Βαρότα), του αρχιτέκτονα Νικολάι Αλεξάντροβιτς Λαντόφσκι (1938, Μόσχα)

Κατά το πρώτο πεντάχρονο πλάνο, στην ΕΣΣΔ εμφανίστηκαν ολόκληροι νέοι κλάδοι βιομηχανίας. Εκείνη την εποχή, ανέκυψε ζήτημα οικοδόμησης πόλεων γύρω από τα μεγάλης κλίμακας βιομηχανικά συμπλέγματα. Για το σχεδιασμό τους, στη Σοβιετική Ένωση προσκλήθηκε ο αρχιτέκτονας Έρνστ Μάυ, από τη Φρανκφούρτη. Η ομάδα του τράβηξε την προσοχή των σοβιετικών αξιωματούχων από το γεγονός ότι είχε εμπειρία οικοδόμησης “κατοικιών για εργάτες”. Ωστόσο, αρχικά δεν είχε γίνει αντιληπτό ότι ο αρχιτέκτονας είχε κάνει έργο κατ’εντολήν του μεγάλου κεφαλαίου, το οποίο φοβόταν τις επαναστατικές δράσεις του προλεταριάτου, και για αυτό έλυσε το ζήτημα της στέγασης με τρόπο αυστηρά πραγματιστικό. Ο φονξιοναλισμός (στυλ με το οποίο εργαζόταν η ομάδα του Ε. Μάυ) πρόκρινε τη μέγιστη (και, συνεπώς φθηνότερη) τυποποίηση. Τα οικοδομικά τετράγωνα της πόλης ήταν από μόνα τους πολλές φορές επαναλαμβανόμενα σύνολα από κτίρια – κουτιά, στερούμενα οποιουδήποτε διακριτικού ατομικού χαρακτηριστικού. Πλατιά χρησιμοποιούταν η γραμμική οικοδόμηση (τοποθέτηση των κτιρίων στην ίδια σειρά μέχρι την άκρη του δρόμου). Όμως ήδη το 1931 στον Τύπο άρχισαν να εμφανίζονται άρθρα, τα οποία καταδίκαζαν μια τέτοια άψυχη αρχή για την οικοδόμηση πόλεων. Υπογραμμιζόταν ότι οι σοσιαλιστικές πόλεις δεν πρέπει να προκαλούν θλίψη και νωθρότητα, καθώς η αρχιτεκτονική έχει να κάνει με αυτό το μέσο, στο οποίο ο άνθρωπος πρακτικά περνά όλο το χρόνο του, εργάζεται και αναπαύεται, και υπό την επιρροή αυτής, εν πολλοίς, διαμορφώνει την προσωπικότητά του. Αν ο κονστρουκτιβισμός και ο ορθολογισμός θεωρήθηκαν αργότερα στην ΕΣΣΔ στάδια αναζήτησης της σοσιαλιστικής αρχιτεκτονικής μεθόδου, και αυτά τα στυλ αντιμετωπίστηκαν ουδέτερα, η μοντερνίστικη αρχή οικοδόμησης πόλεων αποφασιστικά απορρίφθηκε ως εντελώς ξένη προς τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης (2).

Οι επιτυχίες του πρώτου πενταετούς πλάνμου και της κολλεκτιβοποίησης επέτρεψαν στην κομματική ηγεσία να εστιάσουν περισσότερο στην άσκηση σοσιαλιστικής πολιτιστικής πολιτικής. Το 1932, μετά την απόφαση του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (μπολσεβίκων) “για την ανασυγκρότηση των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών οργανώσεων”, άρχισε η “κολλεκτιβοποίηση” της πολιτιστικής ζωής της ΕΣΣΔ. Στη θέση πολιάριθμων ιδεολογικά ετερόκλιτων πολιτιστικών ομαδοποιήσεων ιδρύθηκαν Ενώσεις, οι οποίες καλούνταν να γίνουν διοχετευτές της κομματικής πολιτικής στο περιβάλλον των τεχνών. Τον Ιούλη του 1932 ιδρύθηκε η Ένωση Σοβιετικών Αρχιτεκτόνων. Ένα έτος πριν από αυτό υπήρξε ένα γεγονός, το οποίο σηματοδότησε μια απότομη στροφή στην αρχιτεκτονική πολιτική του σοβιετικού κράτους. Στον Πανενωσιακό διαγωνισμό σχεδίων για το κύριο κτίριο της ΕΣΣΔ – το Μέγαρο των Σοβιέτ το πρώτο βραβείο κέρισε ο Μπόρις Μιχάηλοβιτς Γιοφάν για το έργο το οποίο έκανε κατά το κλασικό στυλ.

Το Μέγαρο των Σοβιέτ (σχέδιο)

Από εκείνη τη στιγμή άρχισε η περίοδος της διαμόρφωσης της σοβιετικής αρχιτεκτονικής, η οποία ενσωμάτωνε τα καλύτερα καλλιτεχνικά επιτεύγματα του παρελθόντος, εμπνεόταν από το πάθος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης του σήμερα και προσέβλεπε προς το κομμουνιστικό μέλλον. Μέσα από μια σειρά ενδιάμεσων σταδίων τα μοντερνίστικα αρχιτεκτονικά στυλ είχαν εκτοπιστεί από στυλ τα οποία είχαν στραφεί στις κλασικές παγκόσμιες παραδόσεις. Στους σοβιετικούς αρχιτέκτονες είχε τεθεί το καθήκον, βασιζόμενοι στις παραδόσεις πολλών αιώνων της Ρωσίας και της Ευρώπης, να δημιουργήσουν μια μέθοδο σοσιαλιστικής αρχιτεκτονικής. Αυτή η διαδικασία δεν κύλησε απλά και δεν ολοκληρώθηκε. Παρ’ όλα αυτά, σε σύντομο χρονικό διάστημα οι σοβιετικές πόλεις μεταμορφώθηκαν πραγματικά. Μια προσεκτική και, ταυτόχρονα, δημιουργική και θαρραλέα αναφορά στις παγκόσμιες αρχιτεκτονικές παραδόσεις επέτρεψε φυσιολογικά και αρμονικά να ταιριάξουν στο ιστορικό τοπίο των σοβιετικών πόλεων κτίρια της νέας σοσιαλιστικής αρχιτεκτονικής. Το 1935 υιοθετήθηκε το Γενικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης της Μόσχας, στο οποίο υπήρχε το αίτημα για “τη διατήρηση των βάσεων της ιστορικής υπάρχουσας πόλης, αλλά με έναν ριζικό ανασχεδιασμό της, με αποφασιστικό εξορθολογισμό του δικτύου των δρόμων και των πλατειών της πόλης”. Η αρχή της σοσιαλιστικής οικονομίας, η οποία συνίστατο στη λειτουργία της βάσει σχεδίου, έδωσε στους σοβιετικούς αρχιτέκτονες μια μοναδική ευκαιρία αρχιτεκτονικά να στοχαστούν σε κλίμακα ολόκληρης πόλης, στην οποία έπρεπε να δημιουργήσουν ένα ενιαίο καθημερινό και αισθητικό περιβάλλον. Ανασυγκροτούνται οι κεντρικές λεωφόροι της πόλης, γρήγορα επεκτείνεται το δίκτυο του μετρό. Το 1937 τίθεται σε λειτουργία το κανάλι Μόσχοβα – Βόλγα, το οποίο έφερε το όνομα Στάλιν. Το 1939 στα βορειοανατολικά της πρωτεύουσας εγκαινιάζεται η Πανενωσιακή Έκθεση Αγροτικής Οικονομίας. Όλα τα οικοδομήματα εκείνης της περιόδους εντυπωσιάζουν με τον “δημόσιο” αντίκτυπό τους. Η ηγεσία κινείται στο πλάνο του Λένιν για πομπώδη προπαγάνδα, όμως με τέτοιο εύρος και πάθος που ούτε ο Βλαντίμιρ Ίλιτς δεν είχε φανταστεί στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του ’20. Η εμφάνιση της σοβιετικής πόλης πρέπει να εμπνέει τους εργαζόμενους, οι οποίοι ήδη σήμερα προσβλέπουν προς τη ζωή της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας και την φαντάζονται αρμονική, στοχοπροσηλωμένη, ευγενική, όμορφη. Ενσωματώνεται στη ζωή η αναγεννησιακή αρχή της σύνθεσης των τεχνών. Οι καλύτερες δημιουργικές δυνάμεις αρχιτεκτόνων, καλλιτεχνών, γλυπτών, μηχανικών σπεύδουν για τη διακόσμηση των σοσιαλιστικών πόλεων.

Κτίριο στην οδό Μαχαβάγια, Μόσχα, του αρχιτέκτονα Ιβάν Βλαντισλάβοβιτς Ζαλτόφσκι, 1934.

Προθάλαμος του σταθμού μετρό της Μόσχας “Πλατεία Επανάστασης” (Πλόσιτζ Ριβαλούτσιι), του αρχιτέκτονα Αλεξέι Νικαλάγιεβιτς Ντούσκιν, 1938.

Το κύριο στυλ, το οποίο χρησιμοποιούν οι σοβιετικοί αρχιτέκτονες, είναι ο κλασικισμός. Όμως από τους σοβιετικούς αρχιτέκτονες απαιτούταν οι μορφές, οι οποίες αποκρυσταλλώθηκαν κατά τις χιλιετίες της ιστορίας του ανθρώπου, να γεμίσουν με νέο, σοσιαλιστικό περιεχόμενο. Είναι έντονα αισθητή η απουσία θεωρίας για τη σοσιαλιστική ρεαλιστική αρχιτεκτονική, δεν είναι σαφώς διαμορφωμένες οι θετικές απαιτήσεις από τη νέα αρχιτεκτονική. Ενίοτε ασκείται κριτική ακόμα και στους ιθύνοντες σοβιετικούς αρχιτέκτονες Ι. Β. Ζαλτόφσκι (για “παλινόρθωση”, δηλαδή, πρακτικά αντιγραφή τεχνικών του κλασικού στυλ) και τον Αλεξέι Βικτόροβιτς Σιούσεφ (για εκλεκτισμό, μη κριτικό συνδυασμό στυλ διαφορετικών εποχών). Όμως, ξεπερνώντας τις ασθένειες της ανάπτυξης, η αρχιτεκτονική μέθοδος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού δυναμικά αποκρυσταλλώνεται.

Αποθέωση της ανάπτυξης της σοσιαλιστικής αρχιτεκτονικής πρέπει να θεωρηθεί η ανοικοδόμηση των σοβιετικών πόλεων κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Ο ισχυρός πατριωτικός ξεσηκωμός, ο οποίος προκλήθηκε από τις μάχες του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, δεν μπορούσε να μην αντανακλαστεί στο πάθος της μεταπολεμικής οικοδόμησης. Τα νέα κτίρια και γραμμές του μετρό έγιναν αντιληπτά ως μνημεία για το νικητή λαό. Στο συντομότερο διάστημα, από τα συντρίμμια αποκαθίστανται οι κατεστραμμένες σοβιετικές πόλεις. Μεταμορφώνεται η πρωτεύουσα. Τα αρχιτεκτονικά προτσές, τα οποία προέρχονται από τη Μόσχα, λαμβάνονται ως μοντέλο για την ανασυγκρότηση των πόλεων της ΕΣΣΔ. Την ημέρα του εορτασμού των 800 χρόνων της Μόσχας, στις 7 Σεπτέμβρη του 1947, υπήρξε η επίσημη τοποθέτηση του θεμέλιου λίθου 8 ψηλών κτιρίων (3). Τα “ψηλά κτίρια του Στάλιν” δημιούργησαν στην πρωτεύουσα νέα κυρίαρχα χαρακτηριστικά, χωρίς να έρχονται σε ρήξη με το ήδη υπάρχον ιστορικά σχήμα της πόλης. Τα σοβιετικά ψηλά κτίρια θεμελιωδώς διαφέρουν από τους δυτικούς ουρανοξύστες. Αν οι τελευταίοι αποφασιστικά έρχονταν σε ρήξη με την καλλιτεχνική παράδοση του παρελθόντος, καταπνίγοντας τους κατοίκους των πόλεων με τους εκατοντάδες ορόφους τους, με την οικοδόμηση των μοσχοβίτικων ψηλών κτιρίων, οι αρχιτέκτονες αναφέρονται στους θησαυρούς της παγκόσμιας, πρωτίστως της ρωσικής, αρχιτεκτονικής, τα οικοδομούν με απελευθερωτκό, δοξαστικό για τη ζωή τρόπο. Ως βάση λαμβανόταν η παλιά ρωσική παράδοση της οικοδόμησης κτιρίων με μορφή τέντας. Πληρέστερα απαντούσε στα καθήκοντα που τίθονταν στους σοβιετικούς αρχιτέκτονες, το πρώιμο Ναρούσκιν στυλ. Σε αυτό το στυλ, χαρακτηριστική είναι μία ισχυρή εορταστική κάθετη δομή, όμως ταυτόχρονα και μια λεπτή επεξεργασία λεπτομερειών, το “ουζόροτσε” (σ.parapoda: με περίπλοκες μορφές και συνθέσης, πλήθος διακοσμήσεων και γραφικές σιλουέτες) (4).


Πάνω: Ουρανοξύστες. Κέντρο Νέας Υόρκης. ΗΠΑ. Κάτω: Ψηλό κτίριο του Μοσχοβίτικου Κρατικού Πανεπιστημίου (ΜΓУ), του αρχιτέκτονα Λεβ Βλαντιμίροβιτς Ρούντνεφ, 1953.

Στις 14 Μάρτη του 1954 ολοκληρώθηκε η κυκλική γραμμή του μοσχοβίτικου μετρό. Το 1955 ξεκίνησε τη λειτουργία της η πρώτη γραμμή του μετρό του Λενινγκράντ. Σε αυτά τα οικοδομήματα βρίσκεται η καλλιτεχνική ενσάρκωση του θριάμβου του σοβιετικού λαού – νικητή. Η εξωτερική διακόσμηση των επίγειων εισόδων και των υπόγειων προθαλάμων των σταθμών ήταν μεγαλειώδης. Τα υπόγεια μέγαρα διακοσμήθηκαν από τους καλύτερους καλλιτέχνες και γλύπτες της Σοβιετικής Ένωσης, χρησιμοποιήθηκαν πολύτιμα είδη φυσικής πέτρας, ακριβές διασκομήσεις. Κεντρικό θέμα, το οποίο ενσάρκωνε τη μορφή του σταθμού, ήταν το θέμα της νίκης του σοβιετικού λαού, η σοσιαλιστική οικοδόμηση (5). Πολλοί σταθμοί έμοιαζαν με αρχαίους ναούς (ο σταθμός Καλούζκαγια), όπου αντικείμενο καλλιτεχνικού εκθειασμού είναι ο άνθρωπος της εργασίας (6). Ομοίως με την πρωτεύουσα, με εορταστικό – θριαμβευτικό στυλ ξαναχτίζονται και ανασυγκροτούνται πολλές πόλεις της ΕΣΣΔ. Μετά τον πόλεμο, με τη διαμόρφωση της σοσιαλιστικής κοινότητας, η μέθοδος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού καθίσταται διεθνής. Σε διάκριση από το “διεθνές” μοντερνίστικο στυλ, όπου η διεθνικότητα γινόταν αντιληπτή ως πλήρης αποκήρυξη και των παγκόσμιων κλασικών και οποιασδήποτε ιδιαίτερης μορφής εθνικών σχολών, η σοσιαλιστική αρχιτεκτονική οργανικά επανανοηματοδοτούσε τις εθνικές αρχιτεκτονικές παραδόσεις, ενώ ταυτόχρονα υπογράμμιζε και έδινε έμφαση στην κοινή πολιτιστική “ρίζα” σε αυτές, αναδεικνυόμενη από την ανθρωπιστική παράδοση των κλασικών.

Η κεντρική οδός του Κιέβου – Χρεσιάτικ. ΣΣΔ Ουκρανίας. Αρχιτέκτονας Αλεξάντρ Βασίλιεβιτς Βλάσοφ.

Σταθμός μετρό μόσχας “Καλούζκαγια” (Από το 1961, “Οκτωβριανή” (Ακτσιάμπρσκαγια”)). Αρχιτέκτονας Λεονίντ Μιχάηλοβιτς Παλιακόφ.

Η Λεωφόρος Καρλ Μαρξ, Βερολίνο. (Αρχιτεκτονικά οικοδομήματα της δεκαετίας του ’50).

Σταθμός μετρό της ΛΔ Κορέας

Καρποφόρες ήταν και οι τακτικές συζητήσεις των δημιουργών για τη βελτίωση της αρχιτεκτονικής μεθόδου του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Υπήρχε μια έντονη αναζήτηση αρχιτεκτονικών μορφών, οι οποίες πληρέστερα να αντανακλούν τη διαδικασία της δημιουργίας της νέας, αταξικής κοινωνίας. Αυτή η αναζήτηση, σύμφωνη με τις αισθητικές αρχές του μαρξισμού, λάμβανε χώρα στο πλαίσιο της ρεαλιστικής καλλιτεχνικής παράδοσης, και κατηγορηματικά απέρριπτε τη σχηματικότητα και το άψυχο του αστικού αρχιτεκτονικού μοντερνισμού. Πράγματι, στη μεταπολεμική περίοδο άρχιζε να αποκτά ισχύ και μια αρνητική τάση στη σοβιετική αρχιτεκτονική, η οποία έδωσε πραγματική βάση για την κατηγορία κατά το 1954-55 σε βάρος σοβιετικών αρχιτεκτόνων για “απερίσκεπτη διακόσμηση”. Κάποιοι αρχιτέκτονες προσέγγιζαν την κλασική κληρονομιά όχι κριτικά· δεν γινόταν αντιληπτή η γραμμή η οποία διαχώριζε το αέναο, πραγματικά ανθρωπιστικό περιεχόμενο των αρχιτεκτονικών μνημείων από το ξένο, το ταξικά περιορισμένο. Ωστόσο, τα “μέγαρα και οι ναοί του προλεταριάτου” πρέπει απαραιτήτως να φέρουν το αισθητικό αποτύπωμα της νέας σοσιαλιστικής εποχής. Και αποδείχτηκε τελικά ότι, προσπαθώντας να εκφράσουν το μεγαλείο της υπό οικοδόμηση σοσιαλιστικής κοινωνίας, οι αρχιτέκτονες ακολουθούσαν τον απλούστερο δρόμο – αντικαθιστούσαν τη δημιουργική αναζήτηση αρχιτεκτονικών μορφών που να συνάδουν με τη σοσιαλιστική συνείδηση, με μια πλούσια επιχρύσωση.

Ερχόμενος στην εξουσία, ο Ν. Σ. Χρουσιώφ, άνοιξε πλατύ μέτωπο ενάντια σε κάθε πιθανή, κατ’ αυτόν, εκδήλωση προσωπολατρίας του Ι.Β. Στάλιν. Η αρχιτεκτονική ήταν ένα από τα πρώτα θύματα του “φανατικού από το Μίκιτι”. Από τη μια πλευρά, η αρχιτεκτονική των δεκαετιών ’30 – ’50 ήταν στενά συνδεδεμένες από τις λαϊκές μάζες με το όνομα του Στάλιν, μέχρι τότε, η αρχιτεκτονική εκείνης της περιόδου είχε ονόματα όπως “σταλινικό στυλ”, “σταλινικό αμπίρ”, “σταλινικό μπαρόκ”. Η καταδίκη “αρχιτεκτονικών ακροτήτων” έδωσε τη δυνατότητα στην υποτίμηση μιας εικοσαετούς πολιτικής που άσκησε το κόμμα στον τομέα της οικοδόμησης των σοβιετικών πόλεων. Από την άλλη πλευρά, στο Χρουσιώφ, ο οποίος δεν έχαιρε ούτε το ένα εκατοστό του κύρους του Στάλιν, απαραίτητα χρειάζονταν θορυβώδεις λαϊκιστικές καμπάνιες οι οποίες θα ανέβαζαν το πολιτικό του κύρος. Και το ξεδίπλωμα ενός προγράμματος μαζικής οικοδόμησης κατοικιών φαινόταν στο Χρουσιώφ ένας καλός τρόπος, όπως λένε σήμερα, για να αυτοπροβληθεί. Στην πραγματικότητα, η προσφορά του Ν. Χρουσιώφ στην επίλυση του στεγαστικού προβλήματος στην ΕΣΣΔ είναι, το λιγότερο, αμφιλεγόμενη.

Ενώ διεξήγε αγώνα ενάντια στις “αρχιτεκτονικές ακρότητες” (7), ο Χρουσιώφ, στην πραγματικότητα, στεκόταν ενάντια στον Άνθρωπο, ο οποίος οικοδομούσε την κομμουνιστική κοινωνία. Δεν καταλάβαινε την ισχυρή διαπαιδαγωγητική ώθηση, η οποία ανάβλυζε από τη νέα σοβιετική αρχιτεκτονική. Πέραν του ότι, συνεχώς ευρισκόμενος στο αρχιτεκτονικό περιβάλλον, το οποίο ενσωμάτωνε τα επιτεύγματα πολλών αιώνων καλλιτεχνικής και κατασκευαστικής δημιουργικότητας της ανθρωπότητας, στον άνθρωπο αναπτυσσόταν με φυσιολογικό τρόπο η κουλτούρα της εργασίας και της ζωής, η οποία να συνάδει με την αρμονία και την ομορφιά των μεγάλων κλασικών. Πέραν αυτού, η σοσιαλιστική αρχιτεκτονική έπαιζε και τον πλέον σημαντικότερο κινητοποιό ρόλο – ήταν ένα κάλεσμα στο μέλλον, όταν τα πάντα γύρω θα υπάγονται στην ολόπλευρη ανάπτυξη κάθε μέλους της κοινωνίας. Και προς χάρη τούτου, του ήδη απτού μέλλοντος, είναι δυνατό και πρέπει να ξεράσουμε όλες τις δυσκολίες της μεταβατικής περιόδου από την προϊστορία της ανθρώπινης κοινωνίας στην πραγματική ιστορία της.

Όσον αφορά εκείνο το πρόγραμμα, για την εκπλήρωση του οποίου, τάχα, έπρεπε να εξαλειφθούν οι “άφθονες ακρότητες” της σοσιαλιστικής αρχιτεκτονικής – το πρόγραμμα της μαζικής οικοδόμησης κατοικιών, αν σταθούμε στα στατιστικά στοιχεία, αυτή η καμπάνια, όπως και πολλές άλλες, τις οποίες διεξήγε η χρουσιωφική ηγεσία, απέτυχε. Η σταλινική ηγεσία, φυσικά, καταλάβαινε την εξαιρετική σημασία της επίλυσης του στεγαστικού προβλήματος στη Σοβιετική Ένωση. Στο τελευταίο του έργο για την πολιτική οικονομία, “Τα οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ”, ο Ι. Β. Στάλιν εγείρει το ζήτημα “της ριζικής βελτίωσης των συνθηκών στέγασης”, ως το πιο βασικό για τη μετάβαση στην κομμουνιστιή κοινωνία. Και αυτό το ζήτημα, προφανώς, προσεκτικά μελετιόταν. Όμως, σύμφωνα με ειδικούς, για δημιουργία βάσεων για το μέλλον, το σοβιετικό κράτος κατά τη δεκαετία του ’50 και τις αρχές του ’60, για την επίλυση αυτού του προβλήματος πραγματικά με ένα σοσιαλιστικό τρόπο, ακόμα δεν διέθετε επαρκείς πόρους. Απαραιτήτως χρειαζόταν ακόμα δυο πεντάχρονα, ώστε θεμελιωδώς να προετοιμαστούν οι βιομηχανικές ικανότητες για μια τέτοια οικοδόμηση, απαραιτήτως χρειαζόταν χρόνος για να “ωριμάσει” η ιδεολογία της μαζικής σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Έτσι, για παράδειγμα, η ιδέα για μια βιομηχανική μεγάλη τυποποιημένη οικοδόμηση είχε γεννηθεί πολύ πριν από τη μαζική “χρουσιωφοποίηση”. Το 1940 δόθηκε προς εκμετάλλευση ένα από τα πρώτα σπίτια, το οποίο είχε οικοδομηθεί με αυτό τον τρόπο. Ήταν το γνωστό “Δαντελωτό σπίτι” (σ.parapoda: ή και “σπίτι – ακορντεόν”) του αρχιτέκτονα Αντρέι Κονσταντίνοβιτς Μπούροφ (σ.parapoda: και του αρχιτέκτονα Μπαρίς Νικαλάγιεβιτς Μπλόχιν), στη Λεωφόρο Λενινγκράντ στη Μόσχα. Στη μαζική οικοδόμηση εκείνης της εποχής λήφθηκε η απόφαση να τυποποιηθεί όχι το σχέδιο ως σύνολο, αλλά μόνο οι ξεχωριστές αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες. Τέτοιες αρχές τυποποίησης της οικοδόμησης θετικά διαφέρουν από τις αρχές επόμενων εποχών, όπου το απρόσωπο τετραγώνων τυποποιημένων κουτιών έγινε βάση ακόμα και για το θέμα της γνωστής κινηματογραφικής κωμωδίας του Έλνταρ Αλεξάντροβιτς Ριαζάνοφ.


Πάνω: Το “Δαντελωτό Σπίτι”. Σχέδιο βιομηχανικής κατασκευής κατοικιών τη δεκαετία του ’40. Κάτω: Η Χρουσιώφκα. Σχέδιο βιομηχανικής κατασκευής σπιτιών τη δεκαετία του ’60.

Η χρουσιωφική ηγεσία μάλιστα θεωρούσε ότι αρκούσε η μέγιστη μείωση του κόστους κατασκευής, με την εγκατάλειψη οποιασδήποτε αρχιτεκτονικής μορφής, η μέγιστη συμπίεση του ζωτικού χώρου ανά άτομο και η μείωση της ποιότητας της εσωτερικής διακόσμησης, και το πρόβλημα θα επιλυόταν. Οφείλουμε να διαπιστώσουμε ότι οι σοσιαλιστικές πόλεις των δεκαετιών ’60 – ’80 λίγο διέφεραν από επαρχιακές πόλεις καπιταλιστικών χωρών. Ο Χρουσιώφ βρήκε την ιδεατή στέγαση για το σοβιετικό λαό στο πρότυπο των γαλλικών δημοτικών κατοικιών. Μπροστά στην απειλή σοσιαλιστικής επανάστασης, η αστική κυβέρνηση της Γαλλίας οικοδόμησε για τους εργάτες της κατοικίες, επιτρέποντας την ικανοποίηση των ελάχιστων αναγκών του ανθρώπου. Ήταν μικρού μεγέθους και αισθητικά μη ελκυστικές. Για την ανέγερσή τους χρησιμοποιήθηκαν μέθοδοι εγκεκριμένες από το φονξιοναλισμό ήδη κατά τη δεκαετία του ’30, και οι οποίες τότε είχαν κατηγορηματικά απορριφθεί από τη σοβιετική κοινωνία. Τα στατιστικά στοιχεία πιστοποιούν ότι ο βαθμός αύξησης του ζωτικού χώρου στα σπίτια, άρχισε από τη δεκαετία του ’60 σταθερά να μειώνεται, και ότι η γρήγορη “μαζική κατασκευή” αφορούσε μόνο λίγες πόλεις της ΕΣΣΔ (και βασικά, την πρωτεύουσα). Η ποιότητα, μάλιστα, των σπιτιών που κατασκευάζονταν, καταστροφικά έπεφτε. Όλα αυτά ήταν φυσική συνέπεια της ασκούμενης από την ομάδα Χρουσιώφ τυχοδιωκτικής οικονομικής πολιτικής. Ως αποτέλεσμα, στη Σοβιετική Ένωση υπήρξε μερική (8) απόρριψη των σοσιαλιστικών αρχών κατασκευής κατοικιών. Η σοβιετική αρχιτεκτονική έπαψε να εκπληρώνει διαπαιδαγωγητικό και προπαγανδιστικό ρόλο, και πρακτικά όλες οι θέσεις που είχαν επιτευχθεί από τους σοβιετικούς κατασκευαστές στις προηγούμενες δεκαετίες, κατακτήθηκαν από τη φαινομενική “οικονομική αποτελεσματικότητα”. Μετά το 1955 άρχισε η διαδικασία μιας πραγματικής περιστολής της σοβιετικής αρχιτεκτονικής. Πολλά κτίρια, τα οποία είχαν ξεκινήσει να χτίζονται πριν το 1955, όμως ακόμα δεν είχαν αποπερατωθεί, αδίστακτα “ξεγυμνώθηκαν”: η διακόσμηση που προβλεπόταν από το σχέδιο αποκλείστηκε από την τελική όψη του κτιρίου, ή βάρβαρα αποκολλήθηκε. Αν παλιότερα οι δημιουργικές δυνάμεις των μηχανικών και των αρχιτεκτόνων στρέφονταν στην επιλογή των καλύτερων παραδειγμάτων της αρχιτεκτονικής του παρελθόντος, στην ενσωμάτωση με τη βοήθειά τους των ιδανικών της εργασίας και της ζωής του ανθρώπου της ελεύθερης εργασίας, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50, οι δυνάμεις των σοβιετικών μηχανικών στρέφονταν στην αναζήτηση άγριων τρόπων μείωσης του κόστους της κατοικίας, και το έργο των αρχιτεκτόνων στην εμφάνιση των “ποιητικών” κουτιών. Το θαμπό τοπίο από “κουτιά” έγινε ο κανόνας για τις σοβιετικές πόλεις. Με κυβερνητικό διάταγμα της 23ης Αυγούστου 1955, διαλύθηκε η Ακαδημία Αρχιτεκτονικής και δημιουργήθηκε η Ακαδημία Κατασκευής και Αρχιτεκτονικής, με το οποίο η αρχιτεκτονική υποβιβάστηκε στο επίπεδο ενός όχι ακριβού συμπληρώματος της βιομηχανικής κατασκευής. Στις θέσεις – κλειδιά στην καθοδήγηση της αρχιτεκτονικής έρχονται τυχαίοι άνθρωποι, στην αρχιτεκτονική εκπαίδευση καταφέρεται συντριπτικό πλήγμα (9). Ως αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών, η ρομαντική – σοσιαλιστική προσέγγιση στην αστική ανάπτυξη πλήρως αντικαθίσταται από τη χυδαία – πραγματιστική. Ένας από τους πιο προφανείς φάρους της μελλοντικής κοινωνίας των ολόπλευρα αναπτυγμένων ανθρώπων εξαλείφεται.

Από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60 ως το 1991 υπήρχε περαιτέρω ενεργή “ενσωμάτωση” της σοβιετικής αρχιτεκτονικής στον παγκόσμιο αρχιτεκτονικό μοντερνισμό (10). Μια πιο ξεκάθαρα εκφρασμένη αντεπαναστατική τάση, ίσως, δεν γνώρισε καμία άλλη πλευρά της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ως μοντέλα πάρθηκαν τα πιο ακρέα δυτικά μοντερνιστικά αρχιτεκτονικά πειράματα (11).

Α.Μέγιερσον. Συγκρότημα κατοικιών στην οδό Μπεγκαβάγια, Μόσχα, 1978 (Αρχιτεκτονικό στυλ: μπρουταλισμός)

Γκ. Τσαχάβα. Υπουργείο Αυτοκινητόδρομων της ΣΣΔ της Γεωργίας, Τιφλίδα, 1975 (Αρχιτεκτονικό στυλ: μπρουταλισμός)

Στον τομέα της οικοδόμησης κατοικιών την πλέον μεγάλη ανάπτυξη έχει η φονξιοναλιστική κατεύθυνση. Η κατοικία γίνεται, αν και πιο άνετη (βελτιώνεται η επιφάνεια, καλυτερεύουν οι επικοινωνίες και η ποιότητα της εσωτεριής διακόσμησης), όμως στην αισθητική τους οι κατοικίες επιφέρουν όλο και περισσότερο αλλοτρίωση. Τη Σοβιετική Ένωση οι “Οδοί Οικοδόμων” του Ριαζάνοφ – άχρωμα, άψυχα, μονότονα τετράγωνα ψηλών κουτιών. Η απανθρωποιημένη αρχιτεκτονική διαβρώνει τη σοσιαλιστική πόλη.

Τυπικά ψηλά αστικά οικοδομήματα. ΕΣΣΔ 1970-1980.

Πειραματικό πολυόροφο. “Σπίτι – Καράβι” στην οδό Μπαλσάγια Τούλσκαγια, Μόσχα, 1981.

Τα μοντερνίστικα οικοδομήματα με εντελώς βάρβαρο τρόπο εισάγονται στο ιστορικό τοπίο των σοβιετικών πόλεων. Η επί αιώνες διαμορφούμενη όψη των πόλεων της Σοβιετικής Ένωσης παραμορφώνεται αντιιστορικά με τα δίκτυα τους από μοντερνίστικη αρχιτεκτονική. Ένα από τα πιο ξεκάθαρα παραδείγματα τέτοιας ανάπτυξης είναι οι λεγόμενες “μασέλες της Μόσχας” – σειρά πολυόροφων κτιρίων στη λεωφόρο Καλίνιν, η οποία διασχίζει το ιστορικό κέντρο της πόλης (12). Ο αρχιτεκτονικός ρεβιζιονισμός αδίστακτα καταστρέφει τα μνημεία μιας πραγματικά σοσιαλιστικής αρχιτεκτονικής. Ενδεικτική αυτού είναι η “ανασυγκρότηση” της Έκθεσης Επιτευγμάτων της Λαϊκής Οικονομίας στη Μόσχα. Το μοναδικό αρχιτεκτονικό συγκρότημα, το οποίο συνδύαζε τα καλύτερα παραδείγματα της παγκόσμιας κλασικής τέχνης με τον πρωτότυπο χρωματισμό της τέχνης των Εθνικών Δημοκρατιών της ΕΣΣΔ και της ΡΟΣΣΔ, αποφασίστηκε να “εκσυγχρονιστεί” στην στρογγυλή επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Το 1967 η κλασική όψη πολλών μεγάρων παραμορφώθηκε, σε τέτοιο βαθμό που ήταν πλέον αγνώριστες, από μοντερνίστικες καινοτομίες, ενώ τα μοναδικά μέγαρα της κεντρικής οδού απλούστατα κατεδαφίστηκαν

Πανενωσιακή Έκθεση Αγροτικής Οικονομίας (από το 1959 και μετά, Πανενωσιακή Έκθεση Επιτευγμάτων Λαϊκής Οικονομίας). Μέγαρο “ΣΣΔ Αζερμπαϊτζάν”. 1954

Το Μέγαρο “ΣΣΔ Αζερμπαϊτζάν” το οποίο ανασυγκροτήθηκε (σ.parapoda:!) σε Μέγαρο Τεχνικής Υπολογιστών το 1967.

Πανενωσιακή Έκθεση Λαϊκής Οικονομίας. Το Μέγαρο Κτηνοτροφίας. 1954.

Το Μέγαρο “Εξηλεκτρισμός”, το οποίο ανεγέρθηκε το 1965 στη θέση του Μεγάρου Κτηνοτροφίας, το οποίο και κατεδαφίστηκε.

Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, πλέον τίποτα δεν μπορούσε να ανασχέσει την επέκταση της μοντερνίστικης αρχιτεκτονικής στις ρωσικές πόλεις. Υπήρξε μια περαιτέρω καταστροφή της ιστορικής τους όψης. Ταυτόχρονα, εμφανίστηκαν τάσεις αναβίωσης του ενδιαφέροντος για την αισθητηική της κλασικής αρχιτεκτονικής. Στη Μόσχα, δίπλα από τα υπερμοντέρνα οικοδομήματα, ανεγείρονται και κτίρια σε κλασικό και “ψευτοσταλινικό” στυλ. Το 2014 στη Μόσχα έλαβε χώρα μία μεγάλης κλίμακας ανασυγκρότηση της Έκθεσης Επιτευγμάτων Λαϊκής Οικονομίας, όπου υπήρξε μια απόπειρα επιστροφής, όπου αυτό ήταν ακόμα δυνατό, στην αυθεντική αρχιτεκτονική του 1954. Τέτοιες αντιφατικές τάσεις, φαίνεται πως συνδέονται με την ετερογένεια της άρχουσας αστικής τάξης της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η συντηρητική πτέρυγα αντικειμενικά ενδιαφέρεται για την υποστήριξη από τη συνειδητά ή μη συνειδητά φιλοσοβιετική πλειοψηφία της ρωσικής κοινωνίας. Στα μάτια αυτής της ακόμα αδύναμα διαμορφωμένης κοινωνικής ομάδας, ιδίως έναντι των οργίων των φιλελεύθερων στον τομέα του πολιτισμού, τα πραγματικά σοσιαλιστικά επιτεύγματα φαίνονται όλο και πιο πολύ ελκυστικά (13).

                                                       ***

Η ιστορία της σοβιετικής αρχιτεκτονικής είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαδικασία του σχηματισμού και της καταστροφής των κρατών του πρώιμου σοσιαλισμού. Ξεπερνώντας την “αριστερίστικη” πολιτιστική καμπή της περιόδου της “Προλετκούλτ”, η σοβιετική αρχιτεκτονική στα μέσα της δεκαετίας του ’30 αναπτύσσει μια πραγματικά σοσιαλιστική αντίληψη για την αστική ανάπτυξη. Στον αστικό αρχιτεκτονικό μοντερνισμό καταφέρεται αποφασιστικό πλήγμα. Κατέστη ξεκάθαρο ότι, για τη μελλοντική αταξική κοινωνία, απαραιτήτως έπρεπε προσεκτικά να διατηρηθούν όλες οι παλαιότερες πολιτιστικές κατακτήσεις της προϊστορίας της ανθρωπότητας, να διατηρηθούν και να γεμίσουν με νέο ανθρωπιστικό περιεχόμενο οι υψηλές κλασικές μορφές. Αυτή η διαδικασία, με αναπόφευκτα κόστη και καμπές, προοδευτικά πήρε σάρκα και οστά μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Από τους πρώτους στους οποίους η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από τη ρεβιζιονιστική πτέρυγα του ΚΚΣΕ έγινε αισθητή ήταν οι σοβιετικοί αρχιτέκτονες. Η μη κατανόηση, από πλευράς ανώτερης πολιτικής ηγεσίας, του ιδεολογικού ρόλου της αρχιτεκτονικής οδήγησε στην απώλεια από τη σοσιαλιστική κοινωνία ενός από τα σημαντικότερα πνευματικά σημεία αναφοράς. Ο πολιτιστικός και ο καθημερινός χώρος των σοβιετικών πόλεων άρχισε να γεμίζει με την ξένη προς τη σοσιαλιστική αισθητική της μοντερνίστικης αρχιτεκτονικής. Η διαλεκτική ενότητα του αρχιτεκτονικού οικοδομήματος – να είναι “κεραμίδι πάνω από το κεφάλι” και έρχο τέχνης – παραποιήθηκε. Ο πραγματισμός των τετραγωνικών μέτρων κατάπιε τη ρομαντική ιδέα για πόλη – ήλιο. Για το πνεύμα του σοσιαλισμού, στις παραμορφωμένες από το μοντερνισμό πόλεις, έμενε όλο και λιγότερο χώρος. Ωστόσο, ακόμα και σήμερα, μετά τη νίκη της αστικής αντεπανάστασης, αυτό το πνεύμα είναι ορατό στα μεγαλειώδη ψηλά κτίρια της Μόσχας, στην αρχιτεκτονική των μεγάλων καναλιών του Βόλγα, στη διακόσμηση του μετρό του Λένινγκράντ, στην κεντρική οδό του Κιέβου και σε πολλές χιλιάδες πανέμορφα κτίρια μεγάλων και μικρών πόλεων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Αυτά είναι πραγματικά μνημεία της ηρωικής περιόδου της πρώτης επίθεσης ενάντια στην κοινωνία της καθολικής αλλοτρίωσης. Θέλουμε να ελπίζουμε ότι θα έρθει ο καιρός όπου τα ιδανικά της πραγματικής ισότητας και αδελφότητας θα ενσαρκωθούν σε βαθμό που δεν έχει προηγούμενο στην αρχιτεκτονική των αναγεννημένων σοβιετικών πόλεων, και οι δημιουργίες των αρχιτεκτόνων των δεκαετιών ’30 – ’50 θα είναι αξιόπιστος φάρος για τους αρχιτέκτονες της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας.

Σημειώσεις

(1)Αναμφίβολα, η σοβιετική κοινωνία δεν ήταν απαλλαγμένη από σοβαρές αδυναμίες. Όμως αυτές οι αδυναμίες ήταν αντικειμενικού χαρακτήρα. Η αυστηρότητα της ανώτατης ηγεσίας καθορίστηκε από τις αντιθέσεις του “πρώιμου σοσιαλισμού”, του σοσιαλισμού, ο οποίος εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε σε μια όχι εντελώς κατάλληλη προς αυτόν υλικοτεχνική βάση και αντιπαρατιθόταν στις υπέρτερες δυνάμεις του κεφαλαίου. Ο Χρουσιώφ, μάλιστα, για οπορτουνιστικούς λόγους, συνέδεε τις στροφές στην κομματική πολιτική με τη, δήθεν, αυθαιρεσία ενός προσώπου – του Ι. Β. Στάλιν. Έτσι, δημιούργησε μια πιο επικίνδυνη “αντι-προσωπολατρία”, διατήρησε τις πραγματικές αιτίες των ακροτήτων της σταλινικής ηγεσίας και έκοψε πολλά “πράσινα βλαστάρια” του κομμουνισμού σε διάφορες πτυχές της σοβιετικής κοινωνίας.

(2)Είναι ακριβώς ο φονξιοναλισμός που θα γίνει η κύρια αρχιτεκτονική αρχή στη μετασταλινική ΕΣΣΔ. Η εμφάνιση πόλεων εκείνη την εποχή, δυστυχώς, έδινε πραγματική βάση στη “φιλελεύθερη διανόηση” ώστε να προβαίνει σε τέτοιους υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς αρκετών πτυχών της σοβιετικής πραγματικότητας, όπως “σαμπόκ” (σ.μετ.: φαράσι).

(3)Ως το 1953 είχαν χτιστεί 7 από τα 8 ψηλά κτίρια. Το διοικητικό κτίριο στο Ζαριάντιε δεν ολοκληρώθηκε, και μετά το 1954 κατεδαφίστηκε (το υλικό του κατεδαφισμένου κτιρίου χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση του σταδίου “Λουζνικί”). Αργότερα, πάνω στα θεμέλιά του χτίστηκε, και μάλιστα, από τον ίδιο αρχιτέκτονα, το ξενοδοχείο “Ρωσία”, κατά το πρότυπο της μετασταλινικής περιόδου της ανάπτυξης της αρχιτεκτονικής, σε μοντερνίστικο φονξιοναλιστικό στυλ.

(4)Στην εποχή του Μέγα Πέτρου, το Ναρούσκιν μπαρόκ ήταν στυλ το οποιο συνέδεε την αρχιτεκτονική της αρχαίας Ρωσίας με το νέο ευρωπαϊκό μπαρόκ στυλ, το οποίο καθιερώθηκε στη Ρωσία μετά τις μεταρρυθμίσεις του Πέτρου.

(5)Στο εσωτερικό πολλών σταθμών ήταν χαρακτηριστική η προσφυγή στο θριαμβευτικό αρχιτεκτονικό στυλ της αυτοκρατορικής Ρώμης.

(6)Σημαντική θέση στο σχεδιασμό όχι μόνο σταθμών, αλλά και πολλών αρχιτεκτονικών συγκροτημάτων (η ανανεωμένη Πανενωσιακή Έκθεση Αγροτικής Οικονομίας, το κανάλι Βόλγα – Δον κλπ) είχε η μορφή του Ι. Β. Στάλιν. Αξίζει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με πολλούς σύγχρονους της “σταλινικής αρχιτεκτονικής”, η αναπαραγωγή της μορφής του ηγέτη αυτού δεν προκαλούσε αρνητικά συναισθήματα. Ο Στάλιν γινόταν αντιληπτός από την πλειοψηφία ως σύμβολο Νίκης, για τους σοβιετικούς εργαζόμενους ήταν “δικός τους”. Η “προσωπολατρία”, ως ένα βαθμό, είχε αυθόρμητο, φυσιολογικό χαρακτήρα.

(7)“Για την εξάλειψη των ακροτήτων στο σχεδιασμό και την κατασκευή” – έτσι ονομάστηκε το προγραμματικό κείμενο της 4ης Νοέμβρη 1955, το οποίο έβαλε τελεία στη σοσιαλιστική αρχιτεκτονική.

(8)Για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να σημειωθεί ότι το κύριο επίτευγμα της σοσιαλιστικής κοινωνίας στη στεγαστική πολιτική – το αναφαίρετο δικαίωμα στη στέγαση, υπήρχε μέχρι ακριβώς πριν την κατάρρευση το σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ.

(9)Επί Στάλιν, το μάθημα της αρχιτεκτονικής (στο οποίο δίδασκαν οι καλύτεροι αρχιτέκτονες της ΕΣΣΔ) ήταν υποχρεωτικό για τους μαθητές της Ανώτατης Κομματικής Σχολής.

(10)Ταυτόχρονα υπήρξε και ένα αντίθετο προτσές – η χρησιμοποίηση στοιχείων της κλασικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς (για παράδειγμα, ο σχεδιασμός σταθμών μετρό), όμως είχε περιορισμένο χαρακτήρα και δεν καθόρισε το κύριο προτσές ανάπτυξης, ή ακριβέστερα, παρακμής της σοβιετικής αρχιτεκτονικής.

(11)Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι ως μοντέλο λαμβάνεται ακριβώς ο δυτικός μοντερνισμός, ενώ η σοβιετική εμπειρία της αρχιτεκτονικής πρωτοπορίας των δεκαετιών ’20 – ’30 (στην οποία η επαναστατική εποχή, παρ’ όλα αυτά, επέβαλε ένα σημαντικό ανθρωπιστικό αποτύπωμα) δεν λαμβάνεται καθόλου υπ’όψη.

(12)Ανεκπλήρωτο, ευτυχώς, παρέμεινε το σχέδιο “εκσυγχρονισμού” του ιστορικού κέντρου του Λενινγκράντ – της Λεωφόρου Νιέφσκι.

(13)Με αυτό σχετίζεται η αυξανόμενη φιλοσοβιετική ρητορική: η επιστροφή της μουσικής του σοβιετικού ύμνου, της κόκκινης σημαίας της Νίκης στις Ένοπλες Δυνάμεις, οι αναφορές από την εξουσία για πιθανότητα επιστροφής της ιστορικής ονομασίας του Στάλινγκραντ

Το κείμενο υπάρχει στα ρωσικά εδώ http://propaganda-journal.net/9458.html ,εδώ http://kvistrel.su/news/covetskaja_arkhitektura_ot_dvorcov_k_korobkam/2017-04-16-6068 και εδώ http://revolutionarydemocracy.org/russian/architecturarus.pdf

Από παρα ποδα https://parapoda.wordpress.com/2017/06/11/%CF%83%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CE%B3/

Ουσία και αντικείμενο της μαρξιστικής φιλοσοφίας

 του Παναγιώτη Γαβάνα Ένα από τα βασικά ζητήματα που είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί στην αρχή αυτής της σειράς άρθρων που παρουσιάζουμε ανα...